Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

«Αγαθόν το εξομολογείσθαι» (3): Βούλα Σαββίδη

Ό,τι ακολουθεί δεν είναι απλώς μια συνέντευξη χωρίς ερωτήσεις, παρά πρώτη ύλη για τον αστρονόμο του μέλλοντος. Σε έναν άλλον πλανήτη, εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, σε έναν άγνωστο μελλοντικό χωροχρόνο, αυτός ο αστρονόμος θα μελετήσει κάποτε την εκτυφλωτική έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς αστέρα. Οι συντεταγμένες του άστρου, κάπου μεταξύ Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Και το όνομα αυτού: Βούλα Σαββίδη.

Εμφανίζεται στη δισκογραφία το 1971 πλάι στο Χρήστο Λεοντή, ερμηνεύοντας δύο τραγούδια στο δίσκο «12 παρά 5». Το 1974, η φωνή της συμπλέει με τη ματιά του Χατζιδάκι πάνω στο ρεμπέτικο με «Τα Πέριξ». Ο ίδιος ο Χατζιδάκις βασίζει πάνω της ένα μεγαλόπνοο εγχείρημα: «Γι' αυτό κι εγώ με τα ‘ΠΕΡΙΞ’, αρχίζοντας να επιλέγω και να τοποθετώ τα εβδομήντα, ίσως κι ογδόντα πιο όμορφα τραγούδια της λαϊκής μας τούτης μουσικής περιοχής, επιχειρώ να τα μεταφέρω μες από μια αυθεντικά γυναικεία μορφή, λαϊκή ζωγραφιά μετέωρη στον κήπο του Βοτανικού ή στο Μπαξέ -Τσιφλίκι, μαστορικά ζωγραφισμένη από τον Μόραλη, με την φωνή ενός κοριτσιού από τη Θεσσαλονίκη που ονομάζεται Βούλα Σαββίδη». Δυστυχώς για όλους μας, το σχέδιο αυτό δεν θα έχει ποτέ την ανάλογη συνέχεια.

Ακολουθεί η συνεργασία με τον Μίμη Πλέσσα στα «Χαμένα χρόνια», το 1977, όπου η Βούλα Σαββίδη ερμηνεύει τα πέντε από τα έντεκα τραγούδια του δίσκου. Κι ύστερα, μέχρι τις αρχές του ’90, μεσολαβεί η απόλυτη, η τρομακτικότερη, η πιο εκκωφαντική σιωπή. Επανέρχεται την περίοδο 1992-1996. Το ρεύμα του έντεχνου που μόλις γεννιέται θα τη βρει εντός του, στο ερμηνευτικό τιμόνι τριών σημαντικών δίσκων: «Το φίλημα του χρόνου», «Καινούργια ρούχα», «Αλκυονίδα μέρα». Στο τραγούδι «Κι όλο μου λες», ένα από τα πολύ μεγάλα εκείνης της περιόδου σε στίχους Οδυσσέα Ιωάννου και μουσική Τάσου Γκρους, η ίδια τραγουδά: «Τ’ απόγευμα τρελαίνεσαι κι έξω στους δρόμους βγαίνεις / το σούρουπο μαζεύεσαι και σαν φλογίτσα τρέμεις».

Αναζητούσαμε εδώ και καιρό την τρεμάμενη φλογίτσα της Βούλα Σαββίδη, και τελικά συναντήσαμε φλογοβόλο. Σε μια σύντομη κάθοδό της από τη Θεσσαλονίκη, τη συναντήσαμε απόγευμα και φτάσαμε κουβεντιάζοντας ως αργά τη νύχτα. Δεν πήγαμε σ’ αυτήν ψάχνοντας για φετίχ, είδωλα και «καταραμένους» μύθους· χορτάσαμε από τέτοιους. Την προσωπική της μαρτυρία και τη συγκλονιστική της φωνή ζητήσαμε, και μας τις χάρισε απλόχερα και τις δύο. Την ευχαριστούμε θερμά.

Μ. Γκαρτζόπουλος - Η. Οικονόμου

(Το κείμενο δημοσιεύεται παράλληλα και στο ιστολόγιο Μουσικά Προάστια)
-------------------------
.

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Η αφετηρία μου είναι σαν τα παραμύθια. Ήμουν ανακάλυψη του Λαμπρόπουλου, ο οποίος όντας κράτος εν κράτη ήρθε και με πήρε κυριολεκτικά απ’ το σπίτι μου 17 χρονών παιδί. Τότε πίστευα ότι θα σπουδάσω, καθώς ήμουν μια πολύ καλή μαθήτρια με κλίση προς τα φιλολογικά. Δεν ανήκω σε εκείνες τις περιπτώσεις που έλεγαν ότι «από μικρή ήθελα να γίνω τραγουδίστρια». Ήρθαν τα πράγματα πολύ ξαφνικά, αλλά τελικά πήγα εκεί που έπρεπε να πάω. Δεν λοξοδρομείς· τα πράγματα θα σε πάνε εκεί που πρέπει.

Ένας κουμπάρος μας είχε ένα συγκρότημα και τους είχαμε παραχωρήσει ένα μικρό δωματιάκι για να κάνουν πρόβες. Εγώ τότε μπερδευόμουνα στις πρόβες τους κι έτσι, εντελώς τυχαία, βρέθηκα να τραγουδάω ερασιτεχνικά. Πήγαμε κάποια στιγμή για πρόβα σε ένα μαγαζί στην Θεσσαλονίκη, το Minuite, επειδή εκεί υπήρχαν τα όργανα και κάναμε μια πρόβα ερασιτεχνική γιατί θα παίζαμε κάπου στην Κατερίνη. Στο μαγαζί τραγουδούσε εκείνη την εποχή ο Μητσιάς – τότε ήταν φαντάρος – ο Δημήτρης Ζεβγάς και η Σοφία Διαμαντή, η οποία αργότερα τραγούδησε στην «Εκδίκηση της γυφτιάς» και στα «Δήθεν» και τότε ήταν ακόμα φοιτήτρια. Αυτό ήταν το σχήμα. Ήταν ένα μαγαζί όπου έπαιζε από νωρίς ένα ροκ συγκρότημα και μετά είχε λαϊκό πρόγραμμα αλλά με πολύ ποιοτικό κοινό, κάτι αντίστοιχο με τις μπουάτ. Έτσι ξεκίνησε, σαν ένα αστείο! Ξεκίνησα την πρόβα, και ξαφνικά βρέθηκα να τραγουδάω στο μαγαζί με τον Μητσιά και το υπόλοιπο σχήμα. Τις πρώτες μέρες μαθαίνει ο Λαμπρόπουλος ότι υπάρχει μία φωνή που πρέπει να την ακούσει, ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη, κι έτσι ξεκίνησαν όλα.

Τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Επένδυαν αν έβλεπαν μία φωνή που αξίζει τον κόπο - και δε μιλάω για μένα, μιλάω γενικά. Στην πορεία των χρόνων, τα πράγματα εξελίχθηκαν με τρόπο τέτοιο ώστε ό,τι είναι ξεχωριστό, ιδιαίτερο, πάνω από τον μέσο όρο, το αφανίζουμε γιατί μας χαλάει τις ισορροπίες. Πριν δε συνέβαινε αυτό. Σταδιακά, η πιάτσα άρχισε να αγριεύει, κι αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό την δεκαετία του ’90. Μεταπολιτευτικά, κάτι διασωζόταν ακόμη.

Ο Λαμπρόπουλος μου κάνει συμβόλαιο πριν καν κάνω δοκιμαστικό στο στούντιο. Δεν έχω συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας μου, καθώς όλα αυτά συμβαίνουν το 1971. Έτσι κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και γνωρίζω τον Χρήστο Λεοντή. Είχε πει ο Λεοντής στον Λαμπρόπουλο ότι δε θέλει να δουλέψει με καθιερωμένες φωνές, του βάζει εκείνος να ακούσει κάποιες, αλλά δεν του άρεσαν. Ο Λαμπρόπουλος, ο οποίος είχε μια ταινία με τη φωνή μου από δοκιμαστικά στο γραφείο του, τού λέει: «έλα λίγο επάνω να σου βάλω να ακούσεις κάτι». Και με το που ακούει τη φωνή μου λέει ο Λεοντής: «αυτή θέλω». Κάτι γίνεται όμως, και λίγο καιρό μετά φεύγει από τον Λαμπρόπουλο και πάει στην Philips, αλλά συνέχισε να θέλει τη φωνή μου για εκείνα τα τραγούδια. Τραγουδάω εκείνη την εποχή στο Ζουμ και έρχεται ο Λεοντής με έναν παραγωγό της Columbia. Με φωνάζει το γκαρσόν και μου λέει: «σε θέλουν δύο κύριοι». Έτσι έγινε η πρώτη δισκογραφική μου εμφάνιση, με τη συμμετοχή μου σε δύο τραγούδια στο δίσκο «12 παρά 5» του Λεοντή.

ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
Κάθομαι με τον αδερφό μου σε ένα cafe στο Μουσείο και είμαι σε μία φάση να τα παρατήσω και να φύγω. Λέω: «δεν είσαι εσύ γι’ αυτό τον χώρο, υπάρχει αγριότητα…» και βλέπω στην εφημερίδα «Τα Νέα» ένα μικρό πλαίσιο: «Ο Μάνος Χατζιδάκις ζητάει νέες φωνές για ακρόαση». Μου λέει ο αδερφός μου, «δεν πας;». Εγώ ήμουν απ’ την αρχή αρνητική. Επιστρέφοντας στο σπίτι, άλλαξα γνώμη. Πήγα λοιπόν στην ακρόαση, όπου τραγούδησα το «Η πίκρα σήμερα» και με συνόδεψε στο πιάνο ο Τάσος Καρακατσάνης. Το επίπεδο των παιδιών που είχαν πάει ήταν πολύ υψηλό. Στην επιτροπή ήταν ο Χατζιδάκις, η Κική Μορφονιού, ο Βασίλης Τενίδης… Θυμάμαι ότι είχε στεγνώσει το στόμα μου, ήμουν πάρα πολύ κακή, και είπα μέσα μου «εντάξει, το έχασα το παιχνίδι». Φεύγω με το κεφάλι σκυφτό, αφήνω τα στοιχεία μου, και στην έξοδο με προλαβαίνει η Κική Μορφονιού και μου λέει, «Βρε κούκλα μου, έχεις ωραία φωνή, είναι κρίμα. Αν έρθεις την άλλη φορά βάλε κάτι, νερό, λεμόνι, για να βοηθηθείς». Εγώ την άκουγα και δεν την άκουγα την ίδια στιγμή, καθώς είχα μια βεβαιότητα ότι αποκλείεται να με ξανακαλέσουν.

Την επόμενη μέρα χτυπάει το τηλέφωνό μου. Νομίζω ότι ήταν ο Τενίδης - δεν είμαι βέβαιη - και με ρωτάει: «μπορείτε να ‘ρθείτε ξανά;». Εγώ δεν πίστευα στ’ αυτιά μου! Στο σπίτι ο Βαγγέλης, ο άντρας μου, προτείνει: «Δεν του λες ένα λαϊκό, ένα ρεμπέτικο;». «Μα καλά», είπα εγώ, «θα πάω στον Χατζιδάκι και θα του πω λαϊκό ή ρεμπέτικο;». Φτάνοντας εκεί το ξανασκέφτηκα. Όταν ήρθε η σειρά μου – ήμασταν πολύ λιγότερα παιδιά από την πρώτη ακρόαση, προφανώς είχε γίνει ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα – λέω «κύριε Χατζιδάκι να σας πω ένα ρεμπέτικο;». Με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω και μετά από μια σιωπή δευτερολέπτων μου λέει, «πες», αλλά με βαριά καρδιά. Και ξεκινάω το «Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις»· δεν ξέρω κι εγώ πώς μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. Βλέπω τον Χατζιδάκι, από την πρώτη στροφή, να έχει σηκωθεί από τη θέση του, να έχει έρθει μπροστά μου και να επαναλαμβάνει: «μη σταματάς, μη σταματάς». Είπα έτσι τρία τραγούδια.

Αμέσως εντάχθηκα στο πρόγραμμα του Πολύτροπου, το οποίο ήταν ενιαίο και περιελάμβανε τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς», τον «Οδοιπόρο, το Μεθυσμένο κορίτσι και τον Αλκιβιάδη», και εμβόλιμα είχε το δικό μου μέρος με ρεμπέτικα. Ήμουν μία φιγούρα του Μόραλη σε σκηνικά του Χαρατσίδη. Με είχε τοποθετήσει μέσα στον κόσμο, τραγουδούσα ανάμεσα στα τραπέζια. Ήμουν τότε πολύ μικρή σε ηλικία, και έπρεπε στις παραστάσεις να μεταφέρω και το κλίμα της εποχής του ρεμπέτικου κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μόραλη. Αυτή η συνεργασία είχε τελικά ως αποτέλεσμα τον δίσκο «Τα Πέριξ». Μετά το Πολύτροπο τραγούδησα ξανά Χατζιδάκι στο Σκορπιό, όπου έλεγα ορισμένα τραγούδια από τον «Μεγάλο Ερωτικό».
.

Ο Χατζιδάκις είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο. Ήταν ευχή και κατάρα ταυτόχρονα: ευχή γιατί καταλάβαινες τι είναι τέχνη σε υψηλό επίπεδο, και κατάρα γιατί όταν έφευγες απ’ αυτόν αντιλαμβανόσουν πόσο διαφορετικά ήταν τα μεγέθη. Είναι δίκοπο μαχαίρι. Στη δική μου περίπτωση - που ουσιαστικά από εκείνον ξεκίνησα - τι θα μπορούσα άραγε να κάνω μετά από ένα τέτοιο ξεκίνημα; Αυτό που αγάπησα πολύ ήταν η γενναιοδωρία του. Δε θα μιλήσω για το πνευματικό του επίπεδο, μέσω του οποίου πήρα πράγματα, ρούφηξα πράγματα. Έπρεπε βέβαια να έχεις κι εσύ κάποια στοιχεία, να μπορείς να διακρίνεις κάποια πράγματα. Θα μπορούσα να περάσω από δίπλα του χωρίς να καταλάβω τίποτα. Ήταν χαρά Θεού να δουλεύεις με τον Χατζιδάκι.

ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ
Η ηχογράφηση των «Πέριξ» έγινε ζωντανά, τραγουδώντας μαζί με την ορχήστρα και όχι play back. Αυτή ήταν μια συνειδητή επιλογή του Χατζιδάκι. Το «Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά», για παράδειγμα, έγινε μια κι έξω. Μια φορά το είπα μαζί με την ορχήστρα κι έτσι μπήκε στο δίσκο. Ο Χατζιδάκις δεν παρενέβη καθόλου, καμία στιγμή δε μου είπε πώς να τραγουδήσω. Και τι ορχήστρα! Η εθνική Ελλάδος. Ο Καρακατσάνης, ο Φάμπας, ο Ζουγανέλης, ο Ροδουσάκης, η Κρίθαρη.
.

Κατ’ αρχήν ήταν να βγει μια σειρά από δίσκους με συνολικά 70 ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία ο Μάνος ήθελε να καταγραφούν με τη φωνή μου. Τα «Πέριξ» ήταν ο πρώτος δίσκος αυτής της σειράς. Τώρα, γιατί δεν προχώρησε… θυμάμαι πως είχαν προκύψει διάφορα κολλήματα και από κάποιους κληρονόμους των τραγουδιών, κάτι με τα ποσοστά, και ο Χατζιδάκις που δεν μπορούσε αυτά τα μίζερα πράγματα εγκατέλειψε την προσπάθεια. Μετά από τόσα χρόνια δεν είμαι σίγουρη αν αυτή ήταν η αιτία, όμως σίγουρα έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του.

Ακόμα και τώρα μου αρέσει να τραγουδάω ανάμεσα στον κόσμο, και απεχθάνομαι τους μεγάλους χώρους. Όταν μιλάω με τους ανθρώπους τους κοιτάω στα μάτια, κάτι που άλλοι αποφεύγουν. Έτσι είμαι και με το κοινό, θέλω να το αισθάνομαι γιατί του είμαι ευγνώμων. Είναι απίστευτη η σχέση που έχω μαζί του· λείπω για χρόνια, βγαίνω ξανά, και είναι σα να μην έχω λείψει ούτε μια μέρα. Είναι απίστευτο. Κάθε φορά που θα βγω να τραγουδήσω στον κόσμο το κάνω με σκοπό να μεταλάβουμε. Το κοινό το αισθάνομαι συνωμότη μου. Νιώθω ότι αυτό που συμβαίνει είναι μια όμορφη συνομωσία ενάντια σε όλο αυτό το σκουπιδαριό που μας πνίγει.

Στη σκηνή όταν είσαι αληθινός σε οδηγεί η ίδια η μουσική, το ίδιο το συναίσθημα. Ποτέ δε σκέφτηκα πραγματικά ότι έχω εγκαταλείψει το τραγούδι, θα ήταν σα να μου αφαιρείς το οξυγόνο. Όταν πια φεύγω από μία μουσική παράσταση μού μένει αυτό που συνηθίζω να ονομάζω «η μοναξιά του ταξί». Είναι η στιγμή που μπαίνω σε ένα ταξί με έναν άγνωστο, έχω αδειάσει τελείως, ανυπομονώντας να φτάσω στην ασφάλεια του σπιτιού μου, και με τη σιωπή να κρατάει όσο και η διαδρομή.

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Το να πω ότι ένας άνθρωπος είναι λαϊκός είναι για μένα ένας τίτλος τιμής. Είναι ο άνθρωπος ο ανεπιτήδευτος, ο ακατέργαστος, ο ατόφιος· πολύ σπάνιο αυτό. Έτσι είναι και με το τραγούδι, το λαϊκό τραγούδι έχει αμεσότητα. Τα τραγούδια του Χατζιδάκι είναι λαϊκά, κι εγώ αισθάνομαι λαϊκή. Κάποιοι ταυτίζουν ακόμα και σήμερα το λαϊκό με κάτι υποδεέστερο, αμόρφωτο. Δεν είναι έτσι· είναι τίτλος τιμής να είσαι λαϊκός.

Τα ρεμπέτικα καθόρισαν τότε μια εποχή, και κουβαλάνε και την καθαρότητα εκείνης της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε το ρεμπέτικο ήταν ένα είδος περιθωριακό, εξέφραζε μια κοινωνική τάξη που τότε θεωρείτο λούμπεν. Αργότερα μπήκε στα σαλόνια. Η αλήθεια τους είναι εκείνη που τούς έδωσε διάρκεια μέσα στο χρόνο. Ο χρόνος είναι αυτός που αξιολογεί και τοποθετεί κάθε πράγμα στη θέση του, και το ρεμπέτικο το τοποθέτησε εκεί που του άξιζε.

Αγαπάω πολύ τη φωνή του Καζαντζίδη, ακόμα και στα λυγμικά του. Ένα μέρος του κοινού τότε έδειχνε να απορεί, είναι όμως τα βιώματά μου. Μικρή έστηνα αυτί στην απέναντι οικοδομή για να ακούσω τη φωνή του Καζαντζίδη από το μικρό τρανζιστοράκι που είχαν οι εργάτες όταν δούλευαν. Και η Βιτάλη είναι για μένα μία σπουδαία φωνή. Στους νέους καλλιτέχνες και ερμηνευτές θα έλεγα κυρίως να είναι στέρεοι σε αυτό που πιστεύουν. Και το εννοώ γενικότερα, και όσον αφορά τον κώδικα αξιών, και αυτό που θέλουν να υπηρετήσουν· να μην παλινδρομούν.

Τραγουδάω όπως μιλάω. Αισθάνομαι κυρίαρχη, με μια τεράστια δύναμη, κι απ’ την άλλη είμαι δυστυχής. Ενώ η φωνή μου μού προσφέρει μία ανάταση, με προσγειώνει ανώμαλα η ασχήμια γύρω μου. Πάντως, μέσα στα χρόνια παρέμεινα φυσιολογική, χωρίς φκιασίδια. Δεν έχω χάσει το παιδί που είναι μέσα μου, κι αυτό με ισορροπεί. Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω, αλλά τα ωραιότερα ταξίδια που έχω κάνει είναι του μυαλού. Η φαντασία είναι το πιο πραγματικό μέρος του ανθρώπου.

Από τα «Πέριξ» με έχει στιγματίσει πολύ το τραγούδι «Χαράματα η ώρα τρεις». Από τους τρείς νεότερους δίσκους, τα τραγούδια που αγάπησα ιδιαίτερα είναι πολλά: «Όλο μου λες», «Αυτό που δεν κατάφερα», «Θα γίνω», «Καινούργια ρούχα». Το «Κι όλο μου λες» μου τονίζει τη ματαιότητα, το άμετρο των ανθρώπων: αν οι άνθρωποι συνειδητοποιούσαν πόσο γρήγορο είναι το πέρασμά μας, θα ήταν πιο άνθρωποι.
.

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ
Μεγάλωσα στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, το σπίτι μου είναι απέναντι απ’ τη Μονή Λαζαριστών. Εκεί ήταν τα τζουκ-μποξ απ’ όπου άκουγες λαϊκές φωνές: Καζαντζίδη, Διονυσίου, Καίτη Γκρέυ, Γαβαλά. Στα 14 μου, έρχεται από τον αδερφό μου στη Νότια Αφρική ένας μικρός θησαυρός! Ένα βαλιτσάκι με δίσκους: Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Dean Martin, Sammy Davis, Frank Sinatra, Virginia Lee κλπ. Έτσι αρχίζει να διευρύνεται ο μουσικός μου ορίζοντας και τα ακούσματά μου. Στο σπίτι μας δε θυμάμαι να ακούγαμε και πολύ μουσική. Ο αδερφός μου ήταν ποδοσφαιριστής τους ΠΑΟΚ, ερχόμουν από ένα σπίτι στο οποίο εκτός από αθλητικές εφημερίδες δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ήταν ένα περιβάλλον με ανθρώπους νοικοκυρεμένους, με καλοσύνη, αλλά εγώ προφανώς ήμουν έξω απ’ όλ’ αυτά. Αυτό το βαλιτσάκι λοιπόν ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι για μένα. Και βιβλίο στα 14 μου έπιασα πρώτη φορά, από μόνη μου.

Στη Θεσσαλονίκη επέστρεψα το 1981 κι από τότε όλο ξαναγύριζα, αν και τους χειμώνες έμενα περισσότερο στην Αθήνα. Εδώ στην Αθήνα είναι η ψυχή μου. Παρόλο που στη Θεσσαλονίκη είναι κάτι παρέες… όπως σε ένα μέρος στις όχθες του Αξιού που μαζευόμαστε με κιθάρες και μπουζούκια. Μόνο στη Θεσσαλονίκη θα τα βρεις αυτά… είναι οι άνθρωποι πιο ζεστοί, της παρέας.

Από πολύ νωρίς έκανα οικογένεια και μοιράστηκα ανάμεσα στην οικογένεια και στο τραγούδι. Πέρα από τραγουδίστρια, υπήρξα παράλληλα η κλασική περίπτωση μάνας και συζύγου. Την εποχή του Πολύτροπου γεννήθηκε και ο γιός μου, ο Σταύρος. Ο ερχομός μιας νέας ζωής σε ωθεί να βάλεις σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό σου. Είναι μια άσκηση ζωής αυτή! Εσύ είσαι πλέον πιο πίσω, και η δική σου η ζωή έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Δεν έχω πάψει να αισθάνομαι έτσι ακόμα και σήμερα.

Ο άντρας μου, ο Βαγγέλης Κόλκας, αποτέλεσε σχολή του μέτρου, της ηθικής και της σεμνότητας. Πιο ακομπλεξάριστος άνθρωπος δεν υπήρχε, ούτε πιο ελεύθερος. Από 16 χρονών παιδί ήμουν με το σύζυγό μου. Είχε μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα και για αυτό είχε τον απόλυτο σεβασμό μου. Ακουμπούσα πάνω του. Υπήρχε απέραντος σεβασμός και εκτίμηση του ενός για τον άλλον· σεβόμουν την ελευθερία του, σεβόταν τη δική μου. Ό,τι με έκανε εμένα ευτυχισμένη έκανε κι εκείνον, και δεν υπήρχαν εγωισμοί και ανασφάλειες. Ο Ρασούλης μάλιστα, έχει γράψει κι ένα τραγούδι για τον Βαγγέλη. Το έδωσε στον Καζαντζή και μάλιστα χωρίς να μου πει τίποτα. Αρκετό καιρό μετά μου το αποκάλυψε.

Φίλους είχα και έχω πολλούς. Ένας από τους καλύτερούς μου φίλους ήταν ο Γιάννης Ζουγανέλης ο τουμπίστας. Και ο Μπουρμπούλης, ο Κοροβίνης, ο Μπουκάλας, ο Μητρόπουλος, ο Δημήτρης Λέκκας, ο Ρασούλης, ο Μοσκώφ, ο Κουράκης, κι άλλοι πολλοί. Ο Τάσος Γκρους είναι ένας εξαιρετικός επιστήμονας και άνθρωπος, με άποψη. Δεν έχει και πολλή σχέση με το χώρο ως νοοτροπία και πρακτική. Με αυτούς τους ανθρώπους κολλάω περισσότερο.

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΗ
Εδώ και πολύ καιρό έχω ανάγκη τη φύση, να ακούω το θρόισμα των φύλλων, τη σιωπή. Δεν παρακολουθώ πολύ τα μουσικά πράγματα. Επειδή η μουσική αναμοχλεύει μνήμες, επιθυμίες, λόγω του πένθους - έχασα πρόσφατα τον σύζυγό μου - δεν ακούω πολύ μουσική. Και γενικότερα, επιδίωξα να μη βάλω σκουπίδια στη ζωή μου. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό… σίγουρα πάντως δε σημαίνει ότι είμαι αποκομμένη από το τι συμβαίνει γύρω μου ή ότι δεν έχω συναίσθηση της πραγματικότητας. Δε θέλω σε καμία περίπτωση να είμαι ισοπεδωτική· σποραδικά γίνονται ωραία πράγματα. Απλά, συνήθως αυτά δεν τ’ ακούς και πρέπει εσύ ο ίδιος να τα ανακαλύψεις. Όλοι αυτοί που τους παρουσιάζουν σαν σπουδαίους… δεν αρκεί μια ωραία φωνή. Πρέπει να υπάρχει το duende, το θείο και το δαιμόνιο, κι όλα αυτά να σε μεταλλάσσουν.
.
Η αποστολή της τέχνης είναι να σου ταρακουνάει το συνειδησιακό βόλεμα. Όταν έρχεσαι σε επαφή μαζί της, με οποιαδήποτε μορφή τέχνης, τότε αυτή σου αναδεικνύει τα καλά σου στοιχεία. Σε ταρακουνάει, αρχίζεις να σκέφτεσαι. Κάνοντας μία αναδρομή για να δούμε πότε υπήρξε άνθιση των τεχνών σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεραίνουμε ότι κάτι τέτοιο γίνεται νομοτελειακά, όπως στη δεκαετία του ’60. Τώρα ζούμε μια περίοδο στασιμότητας.

Η πολιτική δεν είναι κάτι απλό, είναι η επιστήμη της καθημερινότητας, το πώς θα κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. Οι σύγχρονοι πολιτικοί το έχουν αυτό υπ’ όψιν τους; Αμφιβάλω. Έχουμε μόνο επαγγελματίες του είδους. Νοιάζονται για τον λαό; Ο λαός επιστρέφει ξανά στα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες εξουσίες, γιατί είναι τρομοκρατημένος. Δεν ξέρει ποια οδό να ακολουθήσει, βρίσκεται σε σύγχυση. Και φυσικά, έχουμε τους αρχιερείς της προπαγάνδας και της λοβιτούρας, τις προοδευτικές μουσίτσες που είναι ακόμα πιο επικίνδυνες. Τα δόγματα εξαπατούν τον άνθρωπο, δημιουργούν φόβο, εξάρτηση, είναι μια μορφή εξουσίας. Μόνο μες στην ελευθερία μπορείς να βρεις την προσωπική σου αλήθεια. Το ζητούμενο για όλους είναι να βρουν τη γαλήνη, την αρμονία. Η εμπλοκή με την εξουσία είναι για να νιώθουν κάποιοι ασφαλείς, για να υπάρχουν.

Αισθάνομαι κατά κάποιο τρόπο αναρχική, με την έννοια ότι δε θέλω να υπακούω σε καμία μορφής εξουσία. Είμαι έτσι φτιαγμένη που η ίδια μπορώ να διαφυλάξω και τον εαυτό μου και τους άλλους, σέβομαι εμένα και τους γύρω μου. Ο αναρχικός δεν είναι το σύστημα που χρησιμοποιεί τα δέκα παιδάκια που σπάνε τις βιτρίνες· ο αναρχικός πάνω απ’ όλα σέβεται τον συνάνθρωπό του. Αναρχικός σημαίνει ελεύθερος. Δε θέλω να υπακούω στα δικά τους προγράμματα.

Έκανα παρέες από τα στέκια των Εξαρχείων. Δεν είχα καμία πολιτική ή πολιτιστική δραστηριότητα στα Εξάρχεια, ούτε συμμετείχα σε κάποια συλλογικότητα. Όμως, γνώρισα υπέροχους ανθρώπους, με μια απίστευτη αλληλεγγύη. Περνούσα από τα Εξάρχεια και άκουγα «γεια σου Βουλάρα». Σημασία έχει η στάση ζωής, οι επιλογές μας. Και σήμερα, την ανυπακοή μου πληρώνω. Δεν έχω ούτε ένα περιουσιακό στοιχείο, πάντα η ζωή μας φτερό στον άνεμο ήταν. Αλλά δεν ευτέλισα την τέχνη μου.
.
Έχω μετανιώσει για κάτι· έπρεπε να είχα παρέμβει πιο πολύ. Όπως και σε πολλούς άλλους ανθρώπους, πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε έλλειψη γενναιότητας. Όταν βλέπουμε τα κακώς κείμενα και σιωπούμε, είμαστε κι εμείς συνένοχοι· η ανοχή είναι συνενοχή. Όλοι έχουμε συμβάλει, ακόμα και με τη σιωπή μας, για να φτάσουν τα πράγματα εδώ που ήρθαν. Αντί να συγκρουστούμε, ανεχτήκαμε πολλά. Όσους λογάριαζα γενναίους χαθήκανε και όσους λογάριαζα δειλούς μας κυβερνούν. Έχω πολύ θυμό, όπως όλοι μας, και με ενοχλεί αυτή η υποβάθμιση των αξιών και του πολιτισμού, είναι όμως και μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα· ποτέ δεν είναι αργά. Κατά βάθος είμαι πάρα πολύ αισιόδοξη, και πιστεύω πολύ στη αφύπνιση της συνείδησης. Μόνο άμα δω μια λαοθάλασσα να κατεβαίνει στο δρόμο θα ηρεμήσω.


«ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΜΑΧΗ»
Κάποιοι άνθρωποι με την απουσία τους κάνουν πιο έντονη την παρουσία τους… δεν ξέρω αν είναι τόσο κατανοητό αυτό. Δεν υπήρξα ποτέ δημοσιοσχεσίτισσα. Οι περισσότεροι, ακόμα και στον χώρο, δεν ξέρουν καν τη φυσιογνωμία μου. Αυτό δεν έγινε τυχαία, το επεδίωξα, για να μπορώ να ζω όπως θέλω, να μη ζω σύμφωνα με αυτό που οι άλλοι πιθανόν να ήθελαν για μένα, κάτι που είναι πολύ ψυχοφθόρο. Είναι μεγάλη ανάσα να είσαι ο εαυτός σου. Αν μου πείτε, ποιο είναι το μεγαλύτερό μου κέρδος, θα απαντήσω: παρέμεινα υγιής. Βλέπω όλη αυτή την αρρώστια μες στο χώρο, και σκέφτομαι ότι ο χώρος αυτός δε με γοήτευσε ποτέ, παρά αντίθετα με τρόμαξε από την πρώτη στιγμή. Είπα: «πρέπει να μείνεις μακριά, απέναντι». Μοναχική πορεία, πολύ ακριβό το τίμημα.

Έβλεπα ανθρώπους να σιωπούν και πάντα με γοήτευαν πολύ, γιατί ήταν σαν να μου μιλούσαν πιο πολύ από εκείνους που φλυαρούσαν. Η σιωπή μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστική και ηχηρή από τα πολλά λόγια. Μπορείς να λες πολύ περισσότερα πράγματα με τη σιωπή σου ή με τη στάση σου, και να δείχνεις την απέχθειά σου για τις πρακτικές και τη νοοτροπία που κυριαρχούν. Μπορείς να πεις τα πάντα σιωπώντας, και νομίζω ότι αρκετοί αποδέκτες της σιωπής μου την κατάλαβαν. Σιωπώ όχι γιατί δεν έχω λόγο, αλλά γιατί η σιωπή είναι μια στάση ζωής. Σε τόση οχλαγωγία, δε θα πνιγεί η φωνή σου αν βγεις να μιλήσεις; Τόσοι βγαίνουν και μιλάνε χωρίς να έχουν κανένα λόγο να το κάνουν, και ο κόσμος έχει μπερδευτεί.

Συνηθίζω να γράφω στίχους.

Περιουσίες τσαλακωμένες
οι μύθοι πέσαν μαζί κι οι βράχοι
φίλοι μου όλοι οι νικημένοι
που πήραν μέρος σε λάθος μάχη.

Εγώ αυτούς θεωρώ νικητές, και με αυτούς είμαι. Πετυχημένοι για μένα είναι εκείνοι που δεν ενέδωσαν στη χυδαιότητα και στη φτήνια, και παρέμειναν όρθιοι τηρώντας τις ηθικές τους αξίες. Γι’ αυτό κι εγώ αισθάνομαι νικητής· γιατί δεν έχασα ούτε για μια στιγμή τον εαυτό μου. Δεν είναι και μικρό πράγμα αυτό. Είναι λοιπόν καιρός αυτοί οι νικητές να βγουν μπροστά. Άλλωστε, τις μεγάλες αλλαγές πάντοτε τις φέρνουν οι εξαιρέσεις.

-----------------------------

Στη στήλη «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» τα τραγούδια που συνοδεύουν την ανάρτηση επιλέγει ο εκάστοτε καλεσμένος. Οι επιλογές της Βούλας Σαββίδη είναι:
.
1. Χαράματα η ώρα τρείς, του Μάρκου Βαμβακάρη όπως το ερμήνευσε η Βούλα Σαββίδη στα Πέριξ

2. Αυτό που δεν κατάφερα, σε μουσική της Δήμητρας Γαλάνη και στίχους της Μαργαρίτας Μυτιληναίου από το δίσκο Το φίλημα του χρόνου


3. Κι όλο μου λες, σε μουσική του Τάσου Γκρους και στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου από το δίσκο Καινούργια ρούχα


4. Θα γίνω, σε μουσική του Τάσου Γκρους και στίχους του Ηλία Κατσούλη από τα Καινούργια ρούχα

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μια βραδιά στην Κέρκυρα

Πριν από 30 χρόνια, ένας νεαρός με μια δωδεκάχορδη κιθάρα και μια φυσαρμόνικα κέρδιζε το τρίτο βραβείο στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα. Λίγοι ήταν τότε εκείνοι που μπόρεσαν να αντιληφθούν αμέσως το ρόλο που θα έπαιζε αυτός και ο δίδυμος αδερφός του στη διαμόρφωση της νεότερης ελληνικής τραγουδοποιίας. Η συμμετοχή του Πάνου Κατσιμίχα με το Μια βραδιά στο Λούκι στους Αγώνες της Κέρκυρας, έμελλε να αποτελέσει την πρώτη δισκογραφική καταγραφή τραγουδιού των αδερφών Κατσιμίχα, τρία χρόνια πριν εκδοθούν τα Ζεστά ποτά.
Με άξονα μια παλιότερη συζήτηση με τον Πάνο Κατσιμίχα, φωτίζουμε τη συμμετοχή του στους Δεύτερους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού.
Ο Πάνος Κατσιμίχας στους Δεύτερους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, 1982
Οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού διοργανώθηκαν για δύο χρονιές, το ‘81 και ‘82, από τον Μάνο Χατζιδάκι. Αξιοποιώντας τη θέση του ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ο Χατζιδάκις οργάνωσε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μια σειρά από εκδηλώσεις με απώτερο σκοπό την έρευνα και διάδοση της παραδοσιακής μουσικής (με τις Μουσικές Γιορτές και τους Αγώνες Λύρας στα Ανώγεια), καθώς και τον περίφημο Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο της Κρήτης με προσκεκλημένους καλλιτέχνες διεθνούς φήμης όπως ο Astor Piazzola, ο Nicola Piovani και η Gizela May. Στα πλαίσια αυτών των αναζητήσεων, οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα αποτέλεσαν το σημαντικότερο βήμα διερεύνησης και προώθησης νέων δημιουργών, και παράλληλα μια εναλλακτική απάντηση στο ήδη παρηκμασμένο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μα πάνω απ’ όλα, οι δύο χρονιές των Αγώνων στάθηκαν η καλύτερη ευκαιρία για να γνωρίσουμε έναν σημαντικό αριθμό νέων δημιουργών, ορισμένοι από τους οποίους καθόρισαν το ελληνικό τραγούδι στα επόμενα χρόνια.
Ο Πάνος Κατσιμίχας θυμάται: «Μετά από 30 χρόνια, θυμάμαι κάποια πράγματα και πρόσωπα εντελώς αποσπασματικά από τους Αγώνες της Κέρκυρας του 1982. Θυμάμαι ας πούμε τον Ηλία Λιούγκο, γιατί γνωριζόμασταν κάποια χρόνια πριν, όταν είχαμε συναντηθεί και τραγουδήσει μαζί στους Αχαρνής του Διονύση Σαββόπουλου, το 1976. Θυμάμαι επίσης την υπέροχη τραγουδίστρια τη Μαίρη Δαλάκου, την εξίσου σπουδαία Σαβίνα Γιαννάτου και δύο τραγουδοποιούς που μου είχαν κάνει εντύπωση, τον Κλέωνα Αντωνίου (που τώρα είναι στους Mode Plagal) με το τραγούδι Ταξίδι στο χάρτη, και τον Σταύρο Τσάκο με το τραγούδι Έρχεται κρύο. Περίεργο πράγμα! Δεν ξέχασα ποτέ το ρεφραίν του Έρχεται κρύο. Δύο φορές το άκουσα εκείνο το βράδυ και μπορώ ακόμα να σου τραγουδήσω το ρεφραίν. Το περίεργο είναι, ότι το τραγούδι αυτό ποτέ δεν έκανε την επιτυχία που πιστεύω ότι του άξιζε».

Η συμμετοχή του Πάνου στους Δεύτερους Αγώνες της Κέρκυρας έγινε με το Μια βραδιά στο Λούκι που είχε γράψει λίγα χρόνια πριν ο Χάρης. Το μπαρ Λούκι βρισκόταν στην οδό Χάριτος και αποτέλεσε για αρκετά χρόνια στέκι των αδερφών Κατσιμίχα. Στο τραγούδι, ο Χάρης αφηγείται ένα πραγματικό περιστατικό, όταν μια βραδιά μαζί με ένα φίλο του τα έπιναν στο αγαπημένο τους στέκι. Ο φίλος του αυτός ήταν ο Νίκος Ζιώγαλας, για τον οποίο υπάρχει και η σχετική αναφορά στο τραγούδι ("γυρίζω στον δικό μου / ο τύπος μου, Νικόλα”)
Ο Χάρης και ο Πάνος μαζί με το Μια βραδιά στο Λούκι είχαν στείλει κατά την προκριματική φάση των Αγώνων το Γέλα πουλί μου και τον Φάνη τα οποία τελικά δεν διαγωνίστηκαν. Ο Πάνος θυμάται πώς ξεκίνησαν όλα: «Όταν στείλαμε την κασέτα με το τραγούδι μας στη διεύθυνση που είχε δώσει ο Χατζιδάκις, δεν πιστεύαμε ότι θα προκριθεί, αλλά και από την άλλη σκεφτόμασταν “δεν ξέρεις ποτέ... Χατζιδάκις είναι”! Δεν είχαμε άδικο σ' αυτό, γιατί γνωρίζω από το Νίκο Κυπουργό, ότι το τραγούδι το επέλεξε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα ο ίδιος ο Χατζιδάκις». Και συνεχίζει: «Δεν θα στέλναμε αυτή την κασέτα αν δεν είχαν προηγηθεί οι Πρώτοι Αγώνες του 1981, όπου εκεί είχαμε ακούσει με το Χάρη δύο μεγάλα ταλέντα: τον Γιώργο Μακρή και τον Βασίλη Νικολαΐδη. Σπουδαίοι τραγουδοποιοί! Σκέφτομαι πολλές φορές, είναι δυνατόν να μην υπάρχουν στο ελληνικό τραγούδι ο Μακρής και ο Νικολαΐδης; Κρίμα. Εμείς χάνουμε. Ο Νικολαΐδης, είναι και ο μόνος φίλος που έκανα λόγω της Κέρκυρας. Έχω να τον δω πολύ καιρό, αλλά τον συζητάω με τον Χάρη πολύ συχνά, ακούμε τα τραγούδια του και του στέλνουμε την αγάπη μας. Έβαλε το χέρι του (σαν ιταλομαθής που είναι) και μας βοήθησε στην απόδοση στα ελληνικά του Μάρκος και Άννα του Lucio Dalla. Τον ευχαριστούμε πάντα γι' αυτό. Τον Γιώργο Μακρή δεν τον γνώρισα, αλλά ποτέ δεν είναι αργά».
Το κλίμα των Αγώνων ήταν περισσότερο εορταστικό και λιγότερο διαγωνιστικό. Ο Πάνος μάς μεταφέρει λίγο από την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών: «Θυμάμαι τον Μίνωα Αργυράκη (που είχε κάνει και τα σκηνικά), να ανεμίζει ένα κόκκινο μπουφάν όταν τραγουδούσα το Μια βραδιά στο Λούκι. Το έκανε και τις δύο φορές που το τραγούδησα. Τη δεύτερη φορά, κατάλαβα ότι θα είμαι μέσα στα βραβεία. Νομίζω ότι τα τρία πρώτα βραβεία ήταν: ο Πάνος Τσαπάρας με το Οχυρωμένος στις πλαγιές του σεντονιού, δεύτερο το Αμαρτωλό της Γαλάτιας Καζαντζάκη σε μουσική Ν. Θωμά και τρίτο το Λούκι. Τα υπόλοιπα τραγούδια, μετά από 30 χρόνια, δεν τα θυμάμαι». 
Ο Χατζιδάκις, παρόν σε όλα τα στάδια της διοργάνωσης, είχε αναλάβει και τη διεύθυνση της ορχήστρας. Ο Πάνος σκαλίζει τις μνήμες του και μας αφηγείται: «Θυμάμαι  επίσης το γλυκό χαμόγελο του Χατζιδάκι και το πώς με ενθάρρυνε με το βλέμμα του όταν διηύθυνε  την ορχήστρα και εγώ τραγουδούσα. Μου φέρθηκε σαν να ήμασταν ''ίσα κι όμοια'', που λένε. Άρχοντας! Θέλω να το πω: Δε γνωριζόμασταν καθόλου μέχρι εκείνο το βράδυ. Συναντηθήκαμε πάλι τρία χρόνια αργότερα, δύο μήνες αφού βγήκαν τα Ζεστά ποτά. Είχε τη μεγαλοσύνη να κάνει τον κόπο να βρει το τηλέφωνό μας και να τηλεφωνήσει στο σπίτι μας ο ίδιος για να μας καλέσει στον Μαγεμένο Αυλό. Πήγαμε, μας έκανε το τραπέζι και μας μίλησε με απίστευτες λεπτομέρειες και κολακευτικά λόγια για τα Ζεστά ποτά. Φαινόταν ότι τα είχε ακούσει με μεγάλη προσοχή. Στην παρέα ήταν και δύο από τα αγαπημένα παιδιά του: ο Νίκος Κυπουργός και ο Ηλίας Λιούγκος. Τρία χρόνια αργότερα, μας κάλεσε και πήραμε μέρος στην παράσταση Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά που παρουσίασε στο ZOOM στην Πλάκα».
Η συμμετοχή του Πάνου στους Αγώνες δεν άνοιξε άμεσα τον δρόμο για την πρώτη δισκογραφική δουλειά των Κατσιμίχα. Όπως επισημαίνει κι ο ίδιος, «οι Αγώνες της Κέρκυρας μας βοήθησαν πάρα πολύ, αλλά έμμεσα. Τα Ζεστά ποτά βγήκαν 3,5 χρόνια μετά, όταν η Κέρκυρα είχε σχεδόν ξεχαστεί, αλλά το Μια βραδιά στο Λούκι παιζόταν καθημερινά στο ραδιόφωνο και είχε γίνει επιτυχία, χωρίς ο κόσμος να πολυγνωρίζει τους δημιουργούς. Όταν βγήκαν τα Ζεστά ποτά, και μέσω συνεντεύξεων, τηλεόρασης κλπ, έγιναν γνωστά τα πρόσωπά μας, τότε όλοι θυμήθηκαν την Κέρκυρα και... έδεσε το γλυκό». Ίσως δεν είναι τυχαίο που μέχρι και σήμερα, περισσότερες φορές θα ακούσει κανείς στο ραδιόφωνο την πρώτη εκείνη εκτέλεση του τραγουδιού από την ζωντανή ηχογράφηση στην Κέρκυρα, και λιγότερο αυτήν που εντάχθηκε αργότερα στα Ζεστά ποτά. Παράλληλα, ο διπλός δίσκος που εκδόθηκε με τα 25 τραγούδια των Δεύτερων Αγώνων, προσφέρει και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να διερευνήσουμε την ιδιαίτερη αισθητική του συνόλου των τραγουδιών που προβλήθηκαν, σε αντιπαραβολή με την επικρατούσα αισθητική της εποχής τους. 
Και πάλι ο Πάνος μάς δίνει με σαφήνεια το μουσικό κλίμα της εποχής και το ιδιαίτερο στίγμα που άφησε η Κέρκυρα: «Την εποχή των Αγώνων, κυριαρχούσε στην μεν ξένη μουσική η Disco και το Νew Wave που μόλις είχε αρχίσει να γίνεται ''κατάσταση”, και από ελληνικά πήγαινε να ξεφουσκώσει το αντάρτικο, κυριαρχούσαν κυρίως οι ρεμπέτικες κομπανίες και οι γνωστοί τραγουδιστές της εποχής, Πάριος, Αλεξίου, Νταλάρας κλπ. Η Κέρκυρα ήταν, αν θέλεις τη γνώμη μου, σαν τη μύγα μέσα στο γάλα τότε. Ένα  μικρό UFO που ήρθε, προσγειώθηκε για λίγο, κι έφυγε αθόρυβα για τον Σείριο, το γενέθλιο τόπο  του εμπνευστή της. Την θυμάμαι με νοσταλγία. Συνήθως θυμόμαστε με νοσταλγία τις φωτεινές, ουσιαστικές στιγμές της ζωής μας. Αυτό είναι για μένα και η συμμετοχή μου στους Αγώνες της Κέρκυρας. Μια φωτεινή, ουσιαστική, πολύτιμη εμπειρία».
.
.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μετρονόμος στο τεύχος 44 (Ιανουάριος - Μάρτιος 2012) στα πλαίσια του μεγάλου αφιερώματος στους αδερφούς Κατσιμίχα που επιμελήθηκε ο Σπύρος Αραβανής και ο Θανάσης Συλιβός.

--------------------- 
Μια βραδιά στο Λούκι. Πρώτη εκτέλεση από τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα το 1982.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

“… με στήθος κούφιο, ακούοντας εντός μας του μυστήριου τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια κι αριθμούς.”



Ήδη από το 2007 και το δίσκο Τι γυρεύεις στον ύπνο μου, πατέρα, ο Διονύσης Τσακνής “αποκάλυψε” την αδυναμία του στην ποίηση του Γιάννη Σκαρίμπα με τη μελοποίηση του ποιήματος Ουλαλούμ. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι η μελοποίηση αυτή εντάχθηκε στον μέχρι τώρα πιο προσωπικό κύκλο τραγουδιών του Τσακνή, κάτι που προϊδέασε όσους παρακολουθούν στενά την πολύχρονη πορεία του τραγουδοποιού για αυτό που θα ακολουθούσε τρία χρόνια αργότερα. Με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών του Γιάννη Σκαρίμπα από τις εκδόσεις Νεφέλη υπό τον τίτλο Άπαντες στίχοι 1936–1970, ο Τσακνής καταπιάστηκε με τη μελοποίηση 11 ακόμα ποιημάτων από τη συλλογή Εαυτούληδες. Το cd κυκλοφόρησε το 2010 για να συνοδεύσει αυτή την έκδοση, αποτελώντας παράλληλα την πρώτη ολοκληρωμένη εργασία μελοποίησης ποιημάτων του Σκαρίμπα, μιας και μέχρι σήμερα στη δισκογραφία συναντάμε μονάχα σκόρπιες μελοποιήσεις ποιημάτων του (από τον Χορό συρτό σε μουσική του Χρύσανθου Μουζακίτη στους Αγώνες της Κέρκυρας του ’81 και την Φαντασία της Μαρίας Βουμβάκη, μέχρι το ανεπανάληπτο Ουλαλούμ του Νικόλα Άσιμου).

Οι Εαυτούληδες του Διονύση Τσακνή συγκεντρώνουν όλο τον μουσικό Τσακνή όπως τον έχουμε γνωρίσει μέσα από τις ροκ αναζητήσεις του, αλλά πρωτίστως από τις μουσικές που κατά καιρούς έχει γράψεις για το θέατρο. Όπως αναφέρει και ο ίδιος στο σημείωμα του δίσκου «έπρεπε να “ξεκλειδώσω” τον περίεργο δάσκαλό μου και να ανακαλύψω μέσα στην έτσι κι αλλιώς άριστη μετρική του τον τρόπο που δεν θα πρόδιδε τα υπερρεαλιστικά του νοήματα». Στη ποίηση του Σκαρίμπα ο Τσακνής βρίσκει το πιο πρόσφορο έδαφος για να αναμετρηθεί με την ιδιαίτερη γραφή του ποιητή και να φτιάξει τραγούδια που να μπορούν να τραγουδηθούν. Δεν ακολουθεί την μόδα τού άσκοπου και χωρίς νόημα “πειραματισμού”, αλλά αφουγκράζεται τη μουσική και το ρυθμό που από μόνη της ορίζει η ποίηση του Σκαρίμπα. Στο τελικό αποτέλεσμα σημαντικό ρόλο παίζουν και οι ενορχηστρώσεις του Δημήτρη Μπαρμπαγάλα, με τα πνευστά να επιβάλουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή στους στίχους του ποιητή.
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια αυτής της εργασίας είναι η μελοποίηση στο ποίημα Τα ρομπότ. Ο Τσακνής καταφέρνει με τρόπο θαυμαστό, χρησιμοποιώντας μια απλή μελωδική γραμμή, να αποδώσει μουσικά όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτό το τόσο πρωτότυπο σε μορφή και περιεχόμενο ποίημα. Η ειρωνική και βαθιά πένθιμη διάθεση που αποπνέει η γλώσσα του Σκαρίμπα, βρίσκουν στη μουσική του Τσακνή τον ιδανικό τρόπο για να αναδειχτούν και να αφήσουν ανόθευτη την αίσθηση που αφήνει πίσω της η κάθε λέξη. Εγχείρημα καθόλου εύκολο, εάν παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που ο Σκαρίμπας τοποθετεί την κάθε λέξη και τα πολύπλοκα (για ποίημα) σημεία στίξης που χρησιμοποιεί για να αποδοθεί με τρόπο τόσο άρτιο το πνεύμα του ποιήματος.
Το μόνο σημείο που “αυθαιρετεί” ο Τσακνής, είναι όταν αλλάζει τη σειρά των στροφών για να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη στροφή ως ρεφρέν.

Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους
ξένα πουλιά γης άγνωστης –Πρώσσοι εδώ ατενείς–
κι είμαστ’ εδώ (στης χάλκινης καρδιάς μας μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο εντός μας γύρισμα και ρόγχο μηχανής.

Κι ήταν ωραία –πρώτο φτερό– άκρη, άκρη τ’ ακρωτήριου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με πόζες και ρυθμούς,
με στήθος κούφιο, ακούοντας εντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια και αριθμούς.

Πρώτο φτερό –τι πήδημα!– Παράδεισος που εχάθη
η πρώτη ανυπαρξία μας (αργά τάχα ή νωρίς;)
κι είμαστ’ –α-χά!– απ’ το υλικό (να ζούμε χωρίς λάθη)
πουν’ –με σοφία– οι ηλίθιοι και οι σοφοί ’ν’ χωρίς…

Λειψοί ή περίσσοι; Αίνιγμα! Μυστήριο γύρω οι τόποι
κι ο σπαραγμός της μύτης μας μοιάζει άνθος τ’ ουρανού
– δε φτάσαμε ή περάσαμε –κι εμείς– νάμαστ’ ανθρώποι;
δώθες τάχα σταθήκαμε˙ ή πέρα από το νου;

Καταλυτικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα παίζει αναμφισβήτητα τόσο η συμμετοχή του Γιώργου Μεράντζα όσο και η εμπνευσμένη ενορχήστρωση του Δημήτρη Μπαρμπαγάλα. Ο μεν πρώτος με την καθοριστική ερμηνεία του δίνει ένα μοναδικό ρεσιτάλ μεστού τραγουδιστικού λόγου που θα ζήλευαν πολλοί ομότεχνοί του, ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς, που αρκούνται απλώς στην άρτια αλλά χωρίς ψυχή ερμηνευτική προσέγγιση των τραγουδιών. Απ’ την άλλη, η ενορχήστρωση του Μπαρμπαγάλα είναι που σφραγίζει οριστικά την ταυτότητα της μελοποίησης του Τσακνή. Με πνευστά όπως γκάιντα, duduk, φαγκότο, τρομπόνια και τρομπέτες να κρατούν το ρυθμό παρέα με έναν “μουρμούρη” μπαγλαμά να παίζει την βασική μελωδία, καταφέρνει να αναδείξει όλα τα παραδοσιακά αλλά και έντεχνα (για να μην πω λόγια) στοιχεία της μελοποίησης. Τα ρομπότ του Γιάννη Σκαρίμπα με τη μουσική του Διονύση Τσακνή αποτελούν μια από τις ελάχιστες πρόσφατες καταθέσεις που συμπυκνώνουν με τέτοιο τρόπο την ένωση ποίησης και μουσικής και τη μετατροπή τους σε ένα τραγούδι που μπορεί και λειτουργεί αυτόνομα, πέρα από τις προθέσεις του ποιητή ή ακόμα και του μουσικού.
.
.
.
-----------------------

Τα ρομπότ. Ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα, μουσική Διονύση Τσακνή, με τον Διονύση Τσακνή και τον Γιώργο Μεράντζα.


Εξώφυλλο της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης
των ποιητικών συλλογών του Γιάννη Σκαρίμπα
Εκδόσεις Κάκτος, 1976
Αρχείο του Αρώματος του Τραγουδιού