Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα δισκων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα δισκων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

“Ήρθεν ο Μάης κι από δω, Μάης κακός και ψεύτης…”


Τα Γράμματα από τη Γερμανία είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς κύκλους τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη, και παράλληλα σηματοδοτούν την πρώτη ολοκληρωμένη στιχουργική εργασία του Φώντα Λάδη. Οι στίχοι γράφτηκαν τον Μάρτιο του 1966 κατόπιν παραγγελίας του Θεοδωράκη στον Φώντα Λάδη, και μελοποιήθηκαν τον Απρίλιο. Παρουσιάστηκαν πρώτη φορά τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στη μπουάτ Εσπερίδες του Γιάννη Αργύρη από τον Γιώργο Ζωγράφο με τη συνοδεία του Τάσου Καρακατσάνη στο πιάνο, ενώ τον Αύγουστο πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσημη παρουσίασή τους στο θέατρο Λυκαβηττού στα πλαίσια του Μουσικού Αύγουστου. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να δισκογραφηθούν ενέσκηψε η λογοκρισία και ένα χρόνο αργότερα η δικτατορία, για να εκδοθούν τελικά 10 χρόνια αργότερα, το 1975.
.
Φώντας Λάδης - Μίκης Θεοδωράκης.
Θέατρο Λυκαβηττού, 1966
Πρώτη παρουσίαση του κύκλου Γράμματα από τη Γερμανία

Όλο αυτό το διάστημα τα Γράμματα από τη Γερμανία έμειναν στην παρανομία. Κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα, τραγουδήθηκαν χαμηλόφωνα από “μυημένους” στο έργο του Θεοδωράκη ακολουθώντας μια μυστική διαδρομή, μέχρι την επίσημη κυκλοφορία τους σε δύο παράλληλες εκτελέσεις.  Η πρώτη με ερμηνευτή τον Γιώργο Ζωγράφο και τη συμμετοχή της νεαρής Άννας Βίσση και του Γιάννη Θωμόπουλου από την εταιρεία Μίνως, και η δεύτερη από τη Λύρα σε ενορχήστρωση του Θάνου Μικρούτσικου και ερμηνευτές τον Αντώνη Καλογιάννη, την επίσης νεαρή Αφροδίτη Μάνου και τον Γιάννη Σύρρη. Ήταν συχνό φαινόμενο την εποχή εκείνη η παράλληλη έκδοση ενός κύκλου τραγουδιών από διαφορετικές εταιρείες, ειδικά στις περιπτώσεις όπου τα τραγούδια αυτά είχαν παραμείνει για χρόνια εκτός δισκογραφίας λόγω της απαγόρευσής τους από τη δικτατορία. Παρ’ όλ’ αυτά, τα Γράμματα από τη Γερμανία δεν απέκτησαν ποτέ τη δημοφιλία που τους άξιζε, κυρίως λόγω ότι είχαν εντωμεταξύ εκδοθεί κύκλοι τραγουδιών του Θεοδωράκη που είχαν γίνει ευρέως γνωστοί (όπως η Ρωμιοσύνη σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη) αλλά και λόγω της ιδιαίτερης γραφής του Φώντα Λάδη που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της πολιτικοποιημένης στιχουργικής της εποχής του.
.
.
Εξώφυλλο της έκδοσης του 1966 με τους στίχους των τραγουδιών
.
Ο Λάδης τόλμησε μέσα από τους φαινομενικά απλούς στίχους του να περιγράψει τη ζωή των μεταναστών με τρόπο ρεαλιστικό, σπάζοντας ορισμένα από τα στεγανά που είχαν διαμορφωθεί στο ελληνικό τραγούδι σχετικά με το ευαίσθητο αυτό θέμα. Η νοσταλγική διάθεση για την πατρίδα, οι εμμονικές αναφορές στη μάνα και την αδερφή που περιμένουν πίσω στο χωριό, και ο αβάσταχτος καημός των ελλήνων μεταναστών όπως τραγουδήθηκε για παράδειγμα από τον Καζαντζίδη, εδώ παραγκωνίζονται, και τη θέση τους παίρνουν οι καθημερινές συνήθειές τους, οι αδυναμίες, ακόμα και οι υπερβολές τους. Τα πρόσωπα που εναλλάσσονται στα Γράμματα από τη Γερμανία είναι γήινα, ρεαλιστικά. Ανάμεσά τους “μια ξανθιά απ’ το Βισμπάντεν” που “τους ρωμιούς τους αγαπάει / γιατί ξέρουν στο κρεβάτι / να ‘ναι ντούροι και βαρβάτοι”, ο Μήτσος απ’ τα Φάρσαλα, “το καλό παιδί / κρυφά πουλάει μαύρη / έχει γκόμενα μια μαύρη”, αλλά κι εκείνος που στέλνει στην Ασφάλεια ραπόρτο για τις πολιτικές δράσεις των συμπατριωτών του, ζητώντας ανταλλάγματα: “Όταν βρεις λίγο καιρό / πέρνα απ’ την Ασφάλεια / πες τους να μου στείλουν / το πιστοποιητικό”. Οι έντονα πολιτικοποιημένοι στίχοι του Φώντα Λάδη αντικατοπτρίζουν τη ματιά του πάνω σε ένα πολυτραγουδισμένο θέμα – αυτό της μετανάστευσης – με τον απόλυτα προσωπικό του τρόπο. “Έλληνες, Τούρκοι κι Ιταλοί / κατεβήκαν σ’ απεργία / γιατί δυο Ισπανοί / θάφτηκαν στα μεταλλεία”, πιο κάτω: “Τέτοιο Μάη, μάνα μου, άλλο να μη μου στείλεις / να λέει, πως στην Ελλάδα μας σκοτώθηκε ο Απρίλης” και αλλού: “Έστειλα στο κόμμα, δέκα μάρκα ακόμα / μη γράψουν τ’ όνομά μου, μόνο τ’ αρχικά μου. Όχι πως φοβάμαι, - τι εργάτης θα ‘μαι - / για τόσα όμως δεν κάνει, να χαλάν μελάνι”.
.
Χτες στη Βιλλεμνστράσσε
Μέσα σε αυτό το στιχουργικό περιβάλλον, ο Θεοδωράκης γράφει μελωδίες λαϊκές στο γνώριμο ύφος του. Ρυθμικά και μελωδικά κινείται σε μονοπάτια ασφαλή, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις, με καλύτερες στιγμές του δίσκου τα τραγούδια Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί, Χτες το απόγευμα στο Άαχεν, και Γεια σου μάνα, γεια σου Στράτο. Αν και οι μελοποιήσεις του Θεοδωράκη δεν ακολούθησαν απόλυτα την συναισθηματική φόρτιση των στίχων του Φώντα Λάδη, εντούτοις ολοκληρώνουν ένα ομοιογενές μουσικό σύνολο που δίνουν στο κύκλο αυτών των τραγουδιών μία ιδιαίτερη ταυτότητα που ξεχωρίζει από την υπόλοιπη εργογραφία του εκείνης της περιόδου.
Κίνησ' ο Μάης για να 'ρθεί
Η υποδοχή που επιφύλαξαν οι κριτικοί και μερίδα του κοινού στα Γράμματα από τη Γερμανία την εποχή που γράφτηκαν, δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις ιδιαίτερα θερμή. Όπως αναφέρει και ο Φώντας Λάδης σε πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξη στον Αλέξη Βάκη1, κατά την πρώτη επίσημη παρουσίασή τους στη συναυλία του Θεοδωράκη στον Λυκαβηττό υπήρξαν ακόμα και αποχωρήσεις μερίδας του κοινού από το θέατρο, και από την επόμενη μέρα αρκετοί δημοσιογράφοι επιτέθηκαν ευθέως στους δημιουργούς χαρακτηρίζοντας τα τραγούδια ...χυδαία. Πολλοί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως ο Μίκης της Ρωμιοσύνης καταπιάστηκε με στίχους που παρουσίαζαν τους έλληνες μετανάστες να πουλάνε μαύρη ή ως παρακρατικούς να στέλνουν πληροφορίες στην Ασφάλεια για τη δράση των συναδέλφων τους. Τα τραγούδια δηλαδή, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μονάχα τη λογοκρισία, αλλά και μία μεγάλη μερίδα των “προοδευτικών” που όπως φάνηκε, δεν άντεχαν να βλέπουν να σπάει το καλούπι του πολιτικού τραγουδιού όπως εκείνοι το γνώριζαν ή το είχαν συνηθίσει, και να εισβάλει σε αυτό μια γλώσσα ωμή, ρεαλιστική και όπου χρειαζόταν αθυρόστομη. Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, οι επικριτές των τραγουδιών έμειναν μονάχα στο τολμηρό κομμάτι των στίχων και δεν “άκουσαν” τον ουσιαστικά προοδευτικό λόγο του νεαρού Φώντα Λάδη.

Έτσι, τα Γράμματα από τη Γερμανία δε βρήκαν τη θέση που πιθανόν τους ταίριαζε ανάμεσα στην εργογραφία του Θεοδωράκη. Ο Φώντας Λάδης, έκτοτε έδωσε σπουδαία δείγματα γραφής στο πολιτικοποιημένο τραγούδι, με αποκορύφωμα Τα τραγούδια μας σε μουσική Μάνου Λοϊζου και ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα, τα Τραγούδια της λευτεριάς του Θάνου Μικρούτσικου με τις αλησμόνητες ερμηνείες της Μαρίας Δημητριάδη, αλλά και μεμονωμένα τραγούδια, με κορυφαίο το Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει, σε μουσική επίσης του Μάνου Λοϊζου.

Γειά σου μάνα, γειά σου Στράτο
ΥΓ: Το 1966, όταν ολοκληρώθηκαν τα Γράμματα από τη Γερμανία, κυκλοφόρησε μια μικρή έκδοση με τους στίχους των τραγουδιών και χειρόγραφες σημειώσεις του Θεοδωράκη με τη μουσική. Αυτό το μικρό βιβλιαράκι που προστέθηκε πρόσφατα στο αρχείο του Αρώματος του Τραγουδιού, ήταν και η αφορμή να θυμηθούμε 46 χρόνια μετά αυτόν τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών.
 

Πηγές:
  1. Ραδιοφωνική συνέντευξη του Φώντα Λάδη στον Αλέξη Βάκη στις 24/3/2012 στο σταθμό Στο Κόκκινο 105,5 (εδώ ολόκληρη η εκπομπή)
  2. Επίσημη ιστοσελίδα του Φώντα Λάδη: http://www.fondasladis.com/ 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

“Κοίτα πως φεύγει η ζωή, κοιμηθήκαμε παιδία, ξυπνήσαμε μεγάλοι…”

Από το 2008 που ο Θέμος Σκανδάμης παρουσίασε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, το Μακροβούτι, είχαμε κι από εδώ μιλήσει για μία ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδοποιού που δε θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Μεσολάβησαν περίπου τέσσερα χρόνια με συνεχή παρουσία σε μουσικές σκηνές και συναυλίες, για να φτάσουμε στο δεύτερο δίσκο του με τίτλο Η Μάρθα Φριντζήλα τραγουδά Θέμο Σκανδάμη. Πρόκειται για μία συλλογή δέκα τραγουδιών που έρχεται να επιβεβαιώσει τις αρχικές εντυπώσεις που άφησε το Μαρκοβούτι, ότι δηλαδή έχουμε να κάνουμε με έναν τραγουδοποιό που ήρθε στα μουσικά πράγματα για να μείνει αφήνοντας το προσωπικό του ίχνος. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου η δισκογραφία βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση και οι δημιουργοί κοιτούν αμήχανα μη ξέροντας για τι να τραγουδήσουν, κάτι τέτοιο αποκτά την δική του σημασία.
Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, η συνολική αισθητική του δίσκου σφραγίζεται από τις πληθωρικές ερμηνείες της Μάρθας Φριντζήλα. Η Φριντζήλα βρίσκει στα τραγούδια τού Σκανδάμη το γόνιμο έδαφος να ξεδιπλώσει όλη τη θεατρικότητά της, πατώντας παράλληλα με σταθερό βήμα στα λόγια και τις μουσικές χωρίς να αυθαιρετεί, διατηρώντας ισορροπίες που – κατά την ταπεινή μου γνώμη – μας παραπέμπουν σε αντίστοιχες συνεργασίες συνθετών με ερμηνευτές του παρελθόντος. Τότε που ο ερμηνευτής προσκαλούνταν από τον συνθέτη να τραγουδήσει το υλικό του, και έπαιρνε θέση μπροστά στο μικρόφωνο έχοντας πρώτη προτεραιότητα να γίνει το μέσον, το κανάλι απ’ το οποίο θα κυλίσει το τραγούδι, και όχι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η Φριντζήλα δεν παρασύρεται σε ερμηνευτικές υπερβολές. Αντιμετωπίζει τα τραγούδια όπως ένας ηθοποιός τον ρόλο του (γνώριμη όσο και πολύπλοκη διαδικασία, την οποία γνωρίζει καλά και λόγω της ιδιότητάς της ως ηθοποιός). Ενδεχομένως και η πολύχρονη γνωριμία της με τον Θέμο Σκανδάμη να της επέτρεψε να αντιμετωπίσει τα τραγούδια σα να είναι συνδημιουργός τους, κάτι που γεννιέται ως αίσθηση στον ακροατή ακούγοντας το δίσκο. Εδώ όμως έρχεται ο Θέμος Σκανδάμης για να εκπλήξει για δεύτερη φορά.
Η πρώτη ήταν με τον πρώτο του δίσκο και την πρωτοτυπία που μπορούσε να τη διακρίνει κανείς σε όλα τα επίπεδα: συνθέσεις, ενορχηστρώσεις και βεβαίως στα λόγια. Κι έρχεται αυτή η δεύτερη δουλειά, στην οποία θα περίμενε κανείς μία εξέλιξη σε όλα αυτά τα επίπεδα, με χρήση ενός “σύγχρονου” ήχου έτσι όπως τον ορίζουν πολλοί συνάδελφοί του τραγουδοποιοί ειδικά τα τελευταία χρόνια: μινιμαλιστικές ενορχηστρώσεις, πειραματισμοί, και απόλυτη έμφαση στον ήχο τον «εφάμιλλο του ευρωπαϊκού»… Όμως, όχι! Ο Σκανδάμης επιλέγει να φτιάξει ένα καινούργιο υλικό κοιτώντας πίσω, στις ρίζες του λαϊκού τραγουδιού. Χωρίς καν να μας έχει προετοιμάσει για κάτι τέτοιο από την προηγούμενη δουλειά του, στήνει ένα λαϊκό πάλκο και ανάμεσα στο μπουζούκι, στο ακορντεόν και την κιθάρα τοποθετεί την φωνή της Φριντζήλα να καθορίσει τα όρια των τραγουδιών. Πρωταρχικό ρόλο στο αποτέλεσμα παίζουν οι ενορχηστρώσεις του Βασίλη Μαντζούκη, που μεταφέρουν ατόφιο το κλίμα των τραγουδιών όπου αυτό πρέπει να αποδοθεί με τον τρόπο που οι παλιοί λαϊκοί συνθέτες έστηνα τις ορχήστρες ή πάλι εκεί που η ορχηστρική λιτότητα έχει νόημα και δεν γίνεται αυτοσκοπός.
Τα δάνεια στις μουσικές του Σκανδάμη είναι πολλά και θα μπορούσαμε να βρούμε σχεδόν σε όλα τα τραγούδια αντίστοιχες επιρροές. Η γοητεία όμως των τραγουδιών του έγκειται στον τρόπο με τον οποίο δίνει το δικό του μουσικό στίγμα στο καθένα ξεχωριστά. Μελωδίες καλά δουλεμένες, με όμορφα γυρίσματα και εκπλήξεις που δε μπορούν παρά να τραβήξουν το ενδιαφέρον του ακροατή. Το γενικό σύνολο ολοκληρώνουν οι – για ακόμα μία φορά – άκρως ενδιαφέροντες στίχοι που όμως αυτή τη φορά φαίνεται να ακολουθούν αντίστροφη πορεία σε σχέση με το Μακροβούτι: δεν καθορίζουν πάντα εκείνοι το κλίμα των τραγουδιών, αλλά μοιάζει να παρασύρονται οι ίδιοι από τις μελωδίες και τους ρυθμούς. Στο χασάπικο, στο ζεϊμπέκικο, στο συρτό, σε όποιον ρυθμό επιστρατεύει ο Σκανδάμης, τα λόγια του μπλέκονται ανάμεσά τους με μελετημένο τρόπο και πάντα έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν.
Όποιο δείγμα των στίχων κι αν διαλέξει κανείς, θα διαπιστώσει ότι είναι αντιπροσωπευτικό της σπίθας που κάνει τα τραγούδια του Θέμου Σκανδάμη να ελκύουν και να αποκαλύπτουν έναν τραγουδοποιό που ήρθε για να μείνει, όμως με τους δικούς του γοητευτικούς και απόλυτα προσωπικούς όρους.

Γι’ αυτό πριν σβήσει η βραδιά
πριν ο ήλιος την ανάγκη τη γριά ξυπνήσει
έλα σ’ αυτή την αγκαλιά.
Τρελός αυτός που δε θα τρελαθεί
απ’ της αγάπης το μεθύσι.
Από το τραγούδι Μην το Λυπάσαι


Η αγάπη δεν είναι μια λεπτομέρεια
δεν είναι, δηλαδή, μια τρίχα απ’ το σκοινί
μα το σκοινί το ίδιο.
Θέλεις κρατιέσαι, θέλεις κρεμιέσαι.
Από το τραγούδι Λεπτομέρεια


Έσπασε η χορδή του μύθου
και μου μάτωσε το χέρι.
Πίνω απ’ το αίμα αυτού του ήχου
δυο σταγόνες κάθε πρωί
και μια το μεσημέρι
Από το τραγούδι Όνειρο

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

“Μια φορά, τα μαλλιά σου σγουρά, να με πνίξουν βαλθήκαν…”

.

Η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου είναι μια διεθνούς φήμης πιανίστα, με πολύχρονη καριέρα και πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μεγαλωμένη σε μουσικό περιβάλλον, κόρη της διευθύντριας της θρυλικής Χορωδίας Τρικάλων Τερψιχόρης Παπαστεφάνου, η Αλεξάνδρα ασχολήθηκε από πολύ μικρή ηλικία με το πιάνο και εξελίχτηκε σε μία από τις σημαντικότερες ελληνίδες ερμηνεύτριες έργων του J.S. Bach, ενώ το ρεπερτόριό της εκτείνεται από το baroque μέχρι και την σύγχρονη πιανιστική δημιουργία με έργα ιδιαίτερων απαιτήσεων (T. Takemitsu, K. Stockhausen, G. Ligeti, κ.α.). Παράλληλα, έχει συνθέσει μουσική για το θέατρο και έχει ασχοληθεί διεξοδικά σε κύκλο διαλέξεων με την μελέτη του έργου του J. S. Bach.
Στο τραγούδι τη συναντάμε το 1996, σε ένα κύκλο τραγουδιών με τον τίτλο Σμάλτο που εκδόθηκε από την εταιρεία Λύρα με ερμηνευτές την Δάφνη Πανουργιά, τον Γιώργο Ασλάνη και την ίδια την Παπαστεφάνου. Αν και έχει συνθέσει αρκετά τραγούδια στα πλαίσια της ενασχόλησής της με τη μουσική για το θέατρο, καθώς επίσης κι έναν κύκλο με μελοποιήσεις ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, Ανδρέα Εμπειρίκου, Αλέξανδρου Ίσαρη κ.α. που έχει παρουσιαστεί ζωντανά από την Ορχήστρα των Χρωμάτων, στη δισκογραφία τη συναντάμε για μία και μοναδική φορά με αυτό το δίσκο. Πρόκειται για μία συλλογή τραγουδιών σε μουσική, στίχους και ενορχήστρωση της ίδιας, που, όπως συμβαίνει συχνά, δεν της δόθηκε η προσοχή που πραγματικά της άξιζε στον καιρό της. Σε αντίθεση με αυτό που περιμένει να ακούσει κανείς από μία σολίστ του κλασικού ρεπερτορίου, δηλαδή μια συλλογή τραγουδιών με αυστηρή φόρμα και ενορχηστρώσεις όπου το πιάνο έχει τον πρώτο λόγο, η Παπαστεφάνου στο ρόλο της τραγουδοποιού μοιάζει να ελευθερώνεται από τον ρόλο εκείνο της ερμηνεύτριας και αφήνεται σε περισσότερο αυτοσχεδιαστικές φόρμες.

.

Τα τραγούδια της φλερτάρουν έντονα με την τζαζ, χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς εύκολα να τα κατατάξει σε αυτό το είδος. Οι επιρροές από την Λένα Πλάτωνος είναι εμφανείς σε ολόκληρο το δίσκο, αλλά και πάλι, παρόντες (πάντα ως βαθιές επιρροές) είναι ο Sting της εποχής τού Nothing like the sun ή ακόμα και η Sade των 90s. Οι προσεγμένες ενορχηστρώσεις προδίδουν μια μουσικό που δεν αρκείται σε ευκολίες, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την εποχή που εκδόθηκε ο δίσκος, όπου συνθέτες και εταιρίες αρκούνταν στις εύκολες ενορχηστρωτικές λύσεις που πρόσφερε η τεχνολογία. Με στίχους ως επί τω πλείστον ερωτικούς, και στα 10 τραγούδια του δίσκου ο ακροατής ανακαλύπτει μια γυναικεία γραφή που εάν είχε και την ανάλογη δισκογραφική συνέχεια θα μπορούσε με άνεση να τοποθετηθεί δίπλα σε εκείνη της Πλάτωνος, της Τανάγρη και της Μάνου. Όσο για τις ερμηνείες, πέρα από την ίδια την Παπαστεφάνου που, όπως είναι φυσικό, αποδίδει τρία από τα τραγούδια του δίσκου με τρόπο ακριβή και απόλυτα προσωπικό, η Δάφνη Πανουργιά επιβεβαιώνει για ακόμα μία φορά ότι είναι μία μοναδική φωνή που σίγουρα θα έπρεπε να συναντάμε πιο συχνά στη δισκογραφία. Τέλος, ο Γιώργος Ασλάνης, με την μεγάλης έκτασης φωνή του και τα πλούσια ερμηνευτικά προσόντα, πρόφτασε σε αυτή τη μοναδική δισκογραφική του παρουσία να αποδείξει ότι το ελληνικό τραγούδι έχασε ακόμα μία μεγάλη φωνή.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

“Με πόνους βάζει το νερό, με δάκρυα το ζυμώνει, και με πολύ παράπονο βάζει φωτιά στο φούρνο…”

Τα Κτίσματα Πωγωνίου είναι από τα χωριά της Ηπείρου με τη μεγαλύτερη και μακρόχρονη παράδοση στο πολυφωνικό τραγούδι, όχι μόνο του βορειοδυτικού τμήματος του Νομού Ιωαννίνων στο οποίο και ανήκουν, αλλά και της ευρύτερης περιοχής Δερόπολης, Δέλβινου, και Χειμάρας, περιοχών που ως το 1944 ανήκαν στην ελληνική επικράτεια. Ένα από τα σημαντικότερα πολυφωνικά συγκροτήματα που έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην καταγραφή της πολυφωνικής παράδοσης είναι και Το Πολυφωνικό της Ηπείρου από τα Κτίσματα Πωγωνίου. Από το 1976, με δεκάδες εμφανίσεις στην Ελλάδα και σε χώρες της Ευρώπης, συνέβαλαν στη διάσωση πλήθους παραδοσιακών ηπειρώτικων τραγουδιών που περιλαμβάνουν μοιρολόγια, παραλογές, κλέφτικα και τραγούδια της ξενιτιάς, όλα στην πολυφωνικής τους μορφή, με σεβασμό και τη μέγιστη δυνατή προσέγγιση του αυθεντικού πολυφωνικού τραγουδιού όπως αυτό φτάνει ως τις μέρες μας. Τα μέλη του συγκροτήματος συνδέονται τα περισσότερα με δεσμούς συγγένειας, και είναι οι: Σωκράτης Τσιάβος, Λάζαρος Τσιάβος, Σοφία Μάτσια, Ανθούλα Κώτσου, Δημήτρης Μάτσιας και Βαγγέλης Κώτσου. Σταθμός στην ιστορία του συγκροτήματος είναι το 1993, όταν εκδόθηκε ένας δίσκος που περιλαμβάνει τα καλύτερα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου και κυκλοφόρησε σε cd από την εταιρεία Λύρα. Την φιλολογική επιμέλεια των τραγουδιών ανέλαβε ο Μιχάλης Γκανάς, ενώ ο Νίκος Χουλιαράς επιμελήθηκε το εξώφυλλο του δίσκου. Είχε προηγηθεί το 1984 ένας άλλος δίσκος (εξαιρετικά δυσεύρετος στις μέρες μας) που προέκυψε από ηχογραφήσεις που πραγματοποίησε το συγκρότημα για λογαριασμό της Γαλλικής Ραδιοφωνίας με την καλλιτεχνική επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου, και κυκλοφόρησε μόνο στη Γαλλία.
.

Λίγα λόγια για τα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου
Αντιγράφουμε από το ένθετο του δίσκου ορισμένα αποσπάσματα από το κείμενο του Λάμπρου Λιάβα, που μας κατατοπίζουν με ακρίβεια στους βασικούς άξονες του ηπειρώτικου πολυφωνικού τραγουδιού:
(…) «Η απόδοση των τραγουδιών αυτών γίνεται από ομάδα τραγουδιστών που πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 4 άτομα. Ο συνηθέστερος αριθμός είναι 5, άλλα μπορεί να φτάνει και 6, 7 ή ακόμη και 10 τραγουδιστές - ανάλογα με τους ισοκράτες (ώστε να "γεμίζει το τραγούδι και να πάει βρονταριά!").
Ο κορυφαίος της ομάδας τραγουδάει την κυρίως μελωδία, δηλαδή αρχίζει, "παίρνει" το τραγούδι, γι’ αυτό ονομάζεται παρτής ή πάρτης ή σηκωτής. Του απαντάει ο δεύτερος που "γυρίζει" ή "τσακίζει" το τραγούδι, γι’ αυτό και λέγεται γυριστής, ενώ οι υπόλοιποι, οι ισοκράτες, κρατούν το "ίσο", δηλαδή το φθόγγο της τονικής της μελωδίας.
Στην ομάδα αυτή μπορεί να προστεθεί (επιπλέον ή σε αντικατάσταση του γυριστή) κι ένα ακόμη τραγουδιστής, ο κλώστης, που κάνει ιδιόμορφους λαρυγγισμούς με ψεύτική φωνή("φαλτσέτο", όπως στα τυρολέζικα γιόντλερ), "κλώθοντας" το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και στην υποτονική της μελωδίας. Μια τεχνική του χεριού που κρατάει τ’ αδράχτι όταν κλώθει το νήμα. Το χέρι όχι μόνο βάζει τ’ αδράχτι σε περιστροφική κίνηση (κλωθογυρίζει) αλλά το ανεβοκατεβάζει κιόλας κάθε τόσο. Ο συσχετισμός είναι φανερός.
Τόσο ο γυριστής όσο και ο κλώστης κόβουν απότομα το τραγούδι στην υποτονική της κλίμακας δημιουργώντας έτσι με τον τελευταίο φθόγγο του πάρτη μια έντονη διαφωνία (διάστημα 2ας), που είναι το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πολυφωνικής φόρμας και της δίνει ένα ιδιόμορφο άκουσμα.(...)


(…) Όσον αφορά στην καταγωγή αυτής της πολυφωνικής φόρμας, παρόλο που η έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη σε βέβαια συμπεράσματα, όλες οι ενδείξεις πείθουν ότι ανάγεται σε πολύ παλιές (ίσως ακόμη και προελληνικές) εποχές. Πράγματι οι μελωδίες των τραγουδιών (μαζί με ορισμένα ακόμη της Ηπείρου και κάποια γυναικεία τραγούδια της Θεσσαλίας) είναι οι μοναδικές στον ελλαδικό χώρο που έχουν διατηρήσει την πεντατονική ανημίτονη κλίμακα (μουσική κλίμακα που αποτελείται από 5 νότες, χωρίς ημιτόνια). Η κλίμακα αυτή, όπως έχει αποδείξει η πρόσφατη μουσικολογική έρευνα, ταυτίζεται με το δώριο τρόπο των αρχαίων Ελλήνων, την κατεξοχήν ελληνική αρμονία.»



Το Πολυφωνικό της Ηπείρου από τα Κτίσματα Πωγωνίου
Παρατηρώντας κανείς τον τρόπο λειτουργίας ενός ηπειρώτικου πολυφωνικού συνόλου, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι η συμμετοχή σε μία τέτοια ομάδα προϋποθέτει πρώτ’ απ’ όλα την βιωματική σχέση τού κάθε μέλους με το ηπειρώτικο τραγούδι, αλλά και τους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των μελών του συγκροτήματος ώστε να λειτουργήσουν σαν ενιαίο σύνολο. Η ιδιαιτερότητα των πολυφωνικών συγκροτημάτων έχει να κάνει με τον απόλυτο συντονισμό και τη συλλογικότητα της έκφρασης, αλλά την ίδια στιγμή απαιτεί και τον ξεκάθαρο διαχωρισμό των ρόλων και των φωνών, μέσα σε μία ιεραρχία η οποία παραμένει αυστηρή για να μπορέσει να λειτουργήσει το σύνολο. Αυτή η πειθαρχία και ο σαφής διαχωρισμός των ρόλων δεν περιορίζει τα εκφραστικά μέσα του μέλους του συγκροτήματος. Αντίθετα, η λειτουργία μέσα από αυτούς τους κανόνες ελευθερώνει την έκφραση, και όπως αναφέρει ο Μιχάλης Γκανάς «αυτά τα τραγούδια δεν βασίζονται σ’ έναν καλλίφωνο τραγουδιστή αλλά στην πολυφωνία της ομάδας. Οι φωνές ξεσκίζονται, χωρίς καμία έγνοια να είναι “ωραίες”, εκφράζοντας ένα κοινό πάθος που έρχεται από πολύ μακριά».
Στο Πολυφωνικό της Ηπείρου οι παραπάνω ρόλοι είναι απόλυτα διακριτοί, σύμφωνα πάντα με αυτή την αυστηρή ιεραρχία. Έτσι, ο Σωκράτης Τσιάβος, ο αρχιτραγουδιστής, στο ρόλο του παρτή ξεκινάει το τραγούδι, ο Λάζαρος Τσιάβος στον ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο του κλώστη, και οι δύο γυναίκες του συγκροτήματος, η Σοφία Μάτσια και η Ανθούλα Κώτσου, εναλλάσονται στους ρόλου του γυριστή και ισοκράτη. Οι Δημήτρης Μάτσιος και Βαγγέλης Κώτσου κρατούν το ίσο, και δίνουν τον αμετακίνητο τόνο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί η μελωδική γραμμή του τραγουδιού. Αξίζει να αναφέρουμε ότι, από τα μέλη του συγκροτήματος ο μόνος με μουσικές σπουδές στο ενεργητικό του είναι ο Βαγγέλης Κώτσου, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας είναι αυτοδίδακτοι τραγουδιστές.
Ο Μιχάλης Γκανάς τοποθετείται πολύ όμορφα στο κείμενό του στο ένθετο του δίσκου: «Αυτά τα τραγούδια ή τ’ ακούς κι ανατριχιάζεις ή δεν μπορείς να τα αντέξεις. Δεν υπάρχει μέσος όρος. Είναι γιατί δεν προσπαθούν ν’ αρέσουν αλλά να εκφράσουν κάτι, ακολουθώντας τον πιο σύντομο δρόμο για την λαϊκή ψυχή. Την αμεσότητα». Το Πολυφωνικό της Ηπείρου, μάς γυρίζει με σχεδόν βίαιο τρόπο πίσω σε πρωτόλειες μορφές έκφρασης του ανθρώπινου είδους, όπου η μελωδία κατακερματίζεται και το τραγούδι μετατρέπεται σε ομαδική κραυγή. Η ξενιτιά, ο πόνος, ο πόλεμος και η κλεφτουριά, ο έρωτας (συνήθως ανεκπλήρωτος), η φύση, όλ’ αυτά μέσα απ’ τις ανθρώπινες φωνές ερμηνευτών στην πλειοψηφία τους χωρίς μουσικές γνώσεις, μετατρέπουν την ακρόαση αυτών των τραγουδιών σε μια μοναδική εμπειρία. Η λιτότητα των εκφραστικών μέσων γίνεται ο φορέας που μεταφέρει ατόφια τη συγκίνηση της αυθεντική λαϊκής ποίησης. Ο αρχικός αιφνιδιασμός κατά την ακρόαση αυτών των τραγουδιών, δίνει γρήγορα τη θέση του στην απόλαυση ενός πρωτόγονου αισθήματος που την έντασή του μπορούμε να την αντιληφθούμε όταν πια το τραγούδι τελειώσει απότομα και ακολουθήσει η σιωπή. Δύσκολη “άσκηση” – αλήθεια - για τα αφτιά του νεοέλληνα. Όμως, δε θέλει χρόνο για να εξοικειωθεί κανείς με αυτά τα ακούσματα. Ή που θα του ξυπνήσουν αμέσως αισθήματα αληθινά, ή που θα τον αφήσουν εντελώς αδιάφορο.
Η ζωή του Πολυφωνικού της Ηπείρου από τα Κτίσματα Πωγωνίου έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο της, από τη στιγμή που τα μέλη του το 1993 που κυκλοφόρησε ο δίσκος ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Πρόλαβε όμως να αφήσει παρακαταθήκη έναν πολύ σημαντικό δίσκο – ντοκουμέντο, που καταγράφει με τον πιο αυθεντικό τρόπο 11 από τα πιο γνωστά πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου.
.

.
Σημείωση: Το νεότερο μέλος του συγκροτήματος, ο Βαγγέλης Κώτσου, συνεχίζει την παράδοση του πολυφωνικού τραγουδιού (λεπτομέρειες στη διεύθυνση http://polyphonicoepirou.blogspot.com/). Άλλες ενδιαφέρουσες ηλεκτρονικές διευθύνσεις σχετικά με το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι, είναι: http://www.polyphonic.gr/ και http://www.epirus-history.gr/

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

“Στη Μυτιλήνη και στη Χιό, τη νύχτα κλαίει ένα στοιχειό…”

.
Για περισσότερα από 45 χρόνια, ο Νότης Μαυρουδής λειτουργεί μέσα στην ελληνική δισκογραφία επιμένοντας σε μία πολύ συγκεκριμένη αισθητική πρόταση με βασικότερα χαρακτηριστικά τον λυρισμό και τη λαϊκότητα. Είτε ως συνθέτης είτε ως μουσικός, η παρουσία του σε οτιδήποτε έχει ηχογραφηθεί και φέρει την υπογραφή του γίνεται αισθητή από τις πρώτες κιόλας νότες. Όσο κι αν άλλαξαν οι εποχές και οι μόδες, ο ίδιος επέμεινε σθεναρά σε αυτή τη βασική αισθητική που έχει να κάνει με όλα όσα συνθέτουν ένα τραγούδι, την εκτέλεση ενός κιθαριστικού έργου ή μιας διασκευής. Όσον αφορά συγκεκριμένα το τραγούδι και την ιδιότητά τους ως συνθέτη, παρατηρεί κανείς την απόλυτη πίστη και επιμονή του σε βασικές αρχές που αφορούν για παράδειγμα το κλίμα και την ενορχήστρωση, την επιλογή του ερμηνευτή, το γενικότερο στήσιμο του κάθε τραγουδιού και το ενιαίο ύφος κάθε δίσκου, και φυσικά την αυστηρή επιλογή στη θεματολογία των στίχων και κατά συνέπεια των στιχουργών με τους οποίους έχει συνεργαστεί.
Ο κατάλογος των στιχουργών που έχουν συμπορευτεί όλ’ αυτά τα χρόνια με τον Νότη Μαυρουδή περιλαμβάνει σημαντικά ονόματα όπως ο Ηλίας Κατσούλης και ο Μιχάλης Γκανάς, ο Άλκης Αλκαίος, ο Γιάννης Κακουλίδης, η Αγαθή Δημητρούκα, ο Άρης Δαβαράκης, ο Τάσος Σαμαρτζής και πολλοί άλλοι. Ανάμεσα τους, μία απ’ τις σημαντικότερες συνεργασίες ήταν και με τον στιχουργό Άκο Δασκαλόπουλο, με τον οποίο ο Μαυρουδής συμπορεύτηκε κυρίως κατά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του και πολλά από τα τραγούδια τους κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη σε δισκάκια 45 στροφών. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Φώναξέ με που ερμήνευσε η Αρλέτα (και αργότερα συμπεριλήφθηκε στο πρώτο LP της Αρλέτας το 1967), το Όταν θάρθει η άνοιξη με τη φωνή του Γιώργου Ζωγράφου και τη Μεγάλη θάλασσα που τραγούδησε η Πόπη Αστεριάδη.

.
.

Ο πρώτος ολοκληρωμένος κύκλος τραγουδιών του Νότη Μαυρουδή με τον Άκο Δασκαλόπουλο έρχεται στα 1976, με το δίσκο Ζωγραφιές απ’ τον Θεόφιλο. Πρόκειται για μία σειρά δώδεκα λαϊκών τραγουδιών με βασική ερμηνεύτρια την Αλεξάνδρα, και τη συμμετοχή του Χάρη Γαλανού σε τρία τραγούδια, καθώς και του ρεμπέτη Μουφλουζέλη σε ακόμα ένα. Ο δίσκος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εργασίες του Νότη Μαυρουδή της δεκαετίας του ’70, και ξεχωρίζει κυρίως για την πρωτοτυπία του σε επίπεδο σύλληψης ενός κύκλου τραγουδιών βασισμένο στο έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Είναι η πρώτη φορά που συναντάμε στην ελληνική δισκογραφία ένα ενιαίο σύνολο τραγουδιών που ξεπερνά την απλή αναφορά ή το αφιέρωμα, και ουσιαστικά “μπαίνει” μέσα στα έργα του ζωγράφου αποτολμώντας να περιγράψει με λόγια και μουσική ένα προς ένα δώδεκα διαφορετικά έργα ενός ζωγράφου.
Ο Άκος Δασκαλόπουλος δε μένει στην απλή παρατήρηση αλλά διεισδύει στις ζωγραφιές του Θεόφιλου, περιφέρεται μέσα στα τοπία, παίρνει θέση δίπλα στα πρόσωπα και μεταφέρει σε λέξεις αυτά που το ένστικτο του Θεόφιλου αποτύπωσε κάποτε σε ζωγραφιές. Όπως αντίστοιχα ο νεαρός επισκέπτης του μουσείου στην ταινία Όνειρα του Ακίρα Κουροσάβα, σαν σε παραίσθηση μπαίνει στους πίνακες του Van Gogh και περπατάει στα τοπία του, έτσι και ο Δασκαλόπουλος ακουμπάει στο ίδιο παγκάκι που στέκει «Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών», κάθεται στο ανάκλιντρο πλάι στην «Ερωτευμένη απελπισθείσα», ή οσμίζεται τα αρώματα συντροφιά με τον «Αδάμ και την Εύα εντός τις Παραδίσσου». Έτσι, σχεδόν παραληρηματικά, ο στιχουργός γίνεται πρώτ’ απ’ όλα ο ίδιος κοινωνός της θεματολογίας του Θεόφιλου, για να μπορέσει αμέσως μετά να αποτυπώσει σε στίχους αυτή την εμπειρία με λόγια εξίσου λαϊκά όσο και τα ίδια τα έργα του ζωγράφου. Εγχείρημα δύσκολο, που ο Δασκαλόπουλος αναμετριέται μαζί του και καταφέρνει να φτιάξει ένα σύνολο τραγουδιών που ξεφεύγουν από την απλή περιγραφή των εικόνων, αλλά την ίδια στιγμή κρατούν το μέτρο και δεν παρασύρονται σε αυθαίρετες ερμηνείες των έργων του Θεόφιλου.

Η ίδια πρόθεση οδηγεί και τον Νότη Μαυρουδή στη μελοποίηση, με βασικό οδηγό τους λαϊκούς μουσικούς δρόμους του δημοτικού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Παρακολουθώντας κανείς τη δισκογραφία του Μαυρουδή, θα διαπιστώσει ότι οι Ζωγραφιές απ’ το Θεόφιλο είναι ίσως ο μόνος δίσκος με τόσο έντονο λαϊκό ύφος, όπου οι ρυθμοί, τα μινόρε, η ενορχήστρωση με το μαντολίνο και το μπουζούκι, αλλά και η επιλογή των ερμηνευτών, είναι ο δικός του τρόπος για να προσεγγίσει τον ζωγράφο Θεόφιλο μέσω των στίχων του Δασκαλόπουλου. Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Πιθανόν να ηχούσε παράταιρη μια μελοποίηση με περισσότερα λυρικά ή λόγια στοιχεία, από τη στιγμή που η αφετηρία είναι οι ζωγραφιές του Θεόφιλου που μοιάζουν με λαϊκά υφαντά ανώνυμων εργατριών. Και ο Μαυρουδής, αβίαστα, συνθέτει μελωδίες που εναρμονίζονται με τα πρόσωπα και τα χρώματα αυτών των παραστάσεων, για να ζωντανέψουν μουσικά τον υπέροχο κόσμο του Θεόφιλου και να μας παραδώσει έναν κύκλο τραγουδιών που ξεχωρίζει για την ομορφιά και την απλότητά του.


Μουφλουζέλης, Αλεξάνδρα, Νότης Μαυρουδής, Άκος Δασκαλόπουλος, Χάρης Γαλανός


.


Σημείωση: όλοι οι στίχοι του Άκου Δασκαλόπουλου καθώς και πλούσιο αρχειακό υλικό, βρίσκονται συγκεντρωμένα στη διεύθυνση http://akosdaskalopoulos.blogspot.com/.


.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρης Λέκκας. Η χώρα των πουλιών

.
.
Όταν το 2003 ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιάννης Καλατζόπουλος ανέλαβε το δύσκολο εγχείρημα να διασκευάσει για το Παιδικό Στέκι του Εθνικού Θεάτρου τους Όρνιθες του Αριστοφάνη, δε θα μπορούσε παρά να αναθέσει τη μουσική της παράστασης στον επί χρόνια συνεργάτη του, Δημήτρη Λέκκα. Η ενασχόληση τού Λέκκα με το παιδικό ρεπερτόριο ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με τις ιστορικές παραστάσεις του Ευγένιου Σπαθάρη για το Τρίτο Προγράμμα, περνάει μέσα από ένα πλήθος εργασιών για το θέατρο και την τηλεόραση, για να καταλήξει στη Χώρα των Πουλιών, όπου μας παραδίδει συνολικά είκοσι τραγούδια και οργανικά κομμάτια ερμηνευμένα ιδανικά από τους ηθοποιούς της παράστασης και μια ομάδα άριστων μουσικών. Με πλούσιες εναλλαγές ρυθμών και εμπνευσμένες μελωδίες, με χιούμορ αλλά και δόσεις μελαγχολίας, ο Λέκκας αντιστέκεται στα σημεία των καιρών που θέλουν τα αριστοφανικά έργα, και ιδιαίτερα τις διασκευές τους για παιδιά, να αντιμετωπίζονται από τους συνθέτες με προχειρότητα, στο όνομα μιας δήθεν απλότητας και της εύκολης κατανόησης από τους μικρούς θεατές. Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλει και η διασκευή του Καλατζόπουλου, οι εξαιρετικοί στίχοι του οποίου δε διστάζουν να μιλήσουν με λόγια σύγχρονα, δίχως περιστροφές και ανούσιες απλουστεύσεις. Συγκινητική, τέλος, είναι η παρουσία του Νίκου Δημητράτου ο οποίος συμμετείχε και στις παραστάσεις, και στο δίσκο ερμηνεύει τρία απ’ τα τραγούδια.
.
.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, τεύχος 167, Ιανουάριος 2010.
.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

O ΘΙΑΣΟΣ: Το σάουντρακ μιας εποχής

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μετρονόμος, τεύχος 34, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009, και αποτελεί την πρώτη από κοινού συν-γραφική “εργασία” με τον φίλο Ηρακλή Οικονόμου. Το κείμενο δημοσιεύεται ταυτόχρονα και στα Μουσικά Προάστια).

.
.
Ο Αγγελόπουλος, ο Κηλαηδόνης, κι ο μύθος
των Μάκη Γκαρτζόπουλου και Ηρακλή Οικονόμου

Καθώς η «Σκόνη του Χρόνου», η τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, βρέθηκε ήδη στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ θυμάται την ταινία-σταθμό «Ο Θίασος» και το σάουντρακ που υπέγραψε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Τόσο η ταινία όσο και η μουσική της παραμένουν επίκαιρες και βαθιά διαχρονικές, παραπέμποντας σε εποχές “όπου όλοι οι δρόμοι μοιάζανε ανοιχτοί κι όλα τα ταξίδια ελπίδες”.
.

.
ΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ
Γυρισμένη το 1973, η ταινία ακολουθεί τη διαδρομή ενός περιοδεύοντος θιάσου στην Ελλάδα από το 1939 μέχρι το 1952. Το ρεπερτόριο του θιάσου περιορίζεται σε ένα και μοναδικό έργο, το βουκολικό δράμα του Περεσιάδη «Γκόλφω, η βοσκοπούλα», που ο θίασος προσπαθεί να παρουσιάσει εν μέσω μιας από τις πιο ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: από το τέλος της δικτατορίας του Μεταξά, την έναρξη του πολέμου, την κατοχή των Γερμανών, την Απελευθέρωση, την έλευση των «συμμάχων» (Άγγλων αρχικά και Αμερικανών στη συνέχεια), τον Εμφύλιο και τις διώξεις των κομμουνιστών, μέχρι τις εκλογές του 1952 όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις της Δεξιάς. Τα μέλη του θιάσου μετατρέπονται σε φορείς της ιστορίας, ο βίος τους πλέκεται αξεδιάλυτα με τη μοίρα του τόπου, και η θεατρική παράσταση του μπουλουκιού σχεδόν ποτέ δεν ολοκληρώνεται (εκτός από μία και μοναδική φορά, μπροστά στους Εγγλέζους "συμμάχους"), ακολουθώντας κι αυτή τη δίνη της πολιτικής διαδρομής της Ελλάδας.
Οι περιπέτειες του θιάσου, τα περισσότερα μέλη του οποίου ανήκουν στην ίδια οικογένεια, παραπέμπουν στον κεντρικό πυρήνα του μύθου των Ατρειδών. Η Ηλέκτρα, ο Αγαμέμνονας, ο Αίγισθος, η Κλυταιμνήστρα, ο Ορέστης, πρόσωπα όλα τους τραγικά το καθένα με τον τρόπο του, ενός αρχαίου μύθου που ο Αγγελόπουλος με μαεστρία επανατοποθετεί στη σύγχρονη Ελλάδα και τους μετατρέπει σε φορείς της νεοελληνικής ιστορίας. Ο συνεργός των ναζί (Βαγγέλης Καζάν) και εραστής της μητέρας (Αλίκη Γεωργούλη), ο πατέρας (Στράτος Παχής), η κόρη (Εύα Κοταμανίδου) και ο γιος (Πέτρος Ζαρκάδης), χάνουν σταδιακά τα ατομικά τους χαρακτηριστικά και γίνονται φορείς του μύθου που μετουσιώνεται σε ιστορία, μέσα στη δίνη των πιο σκληρών και εντέλει καθοριστικών χρόνων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο πατέρας εκτελείται από του γερμανούς μετά την προδοτική καταγγελία του εραστή τής μητέρας, ο γιος, αντάρτης της Αριστεράς θα σκοτώσει επί σκηνής τη μητέρα και τον εραστή της, για να ακολουθήσει και η δική του εκτέλεση κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων του Εμφυλίου. Όλ’ αυτά, μέσα σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό με αλλεπάλληλους χρονικούς ελιγμούς και την ποιητική σκηνοθετική ματιά του Αγγελόπουλου να δημιουργεί ένα κλίμα υπόγειας έντασης, όμοιο με τη σκληρότητα των χρόνων που διαδραματίζεται η ταινία. Η ταινία αρχίζει το 1939 για να τελειώσει το 1952 μ’ ένα πανομοιότυπο πλάνο: την άφιξη των μελών του θιάσου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αιγίου.
Ο τετράωρος «Θίασος» σάρωσε τα βραβεία στην Ελλάδα και σε διεθνή φεστιβάλ, ενώ έχει επανειλημμένα επιλεγεί ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Για τον Αγγελόπουλο, ο «Θίασος» “…είναι η ταινία που μ’ έκανε γνωστό. Αυτή που μου έδωσε τις περισσότερες συγκινήσεις στη διάρκεια του γυρίσματός της, αυτή που αγαπήθηκε περισσότερο από το Ελληνικό και το διεθνές κοινό. Για μένα ακόμα το παραμικρό σ’ αυτή την ταινία, μια φωτογραφία, ένα τραγούδι, δυο φράσεις από το διάλογο ακουσμένες τυχαία, με ξαναγυρίζουν πίσω σε μια περίοδο της ζωής μου, της γενιάς μου, σε μια περίοδο της Ιστορίας αυτού του τόπου, όπου όλοι οι δρόμοι μοιάζανε ανοιχτοί κι όλα τα ταξίδια ελπίδες”.


.
ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗ
Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης θυμάται πως κι από που ξεκίνησαν όλα: “Είναι καλοκαίρι του 1973, και εγώ έχω κάνει τη μουσική για το Ελεύθερο Θέατρο και την παράσταση στο Άλσος Παγκρατίου «Κι εσύ χτενίζεσαι», η οποία παιζόταν με μεγάλη επιτυχία μέσα στη δικτατορία. Τότε έρχεται στο θέατρο ο Θόδωρος και εκεί τον πρωτογνώρισα, ή με πήρε τηλέφωνο πρώτα, δεν θυμάμαι, δεν έχει καμία σημασία. Μου είπε ότι ετοιμάζει μια ταινία και θα ήθελε να του κάνω τη μουσική. Μου είπε με δυο λόγια περί τίνος επρόκειτο. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι σημαντικό. Όλοι οι συνεργάτες, ο Δημήτρης Αρβανίτης στη φωτογραφία, ο Θανάσης Αρβανίτης στον ήχο, ο Μικές Καραπιπέρης στα σκηνικά, η ομάδα του Θόδωρου πίστεψαν από την πρώτη στιγμή ότι εδώ γίνεται κάτι πάρα πολύ σοβαρό”.Ο «Θίασος» άνοιξε νέους δρόμους στη σχέση κινηματογράφου και μουσικής. Στην ταινία ακούγονται πάνω από τριάντα τραγούδια και ορχηστρικά, τα οποία ποικίλουν ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό τους. Ο θεατής-ακροατής θα συναντήσει από ελαφρά τραγούδια («Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει», «Άστα τα μαλλάκια σου») μέχρι ρεμπέτικα («Κάνε λιγάκι υπομονή») και δημοτικά («Μωρή κοντούλα λεμονιά»), και από εμβατήρια («Μαύρη ειν’ η νύχτα στα βουνά»), και αντάρτικα («Λαέ σκλαβωμένε», «Παιδιά σηκωθείτε») μέχρι σουίνγκ («In the mood»). Το κριτήριο επιλογής του Κηλαηδόνη υπήρξε σαφές: “Κάθε ένα διαλέχτηκε με κριτήρια τού κατά πόσο το τραγούδι αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο του είδους που ανήκει και της κατάστασης που εκφράζει”. Η χρήση παλαιών κομματιών της εποχής δεν είναι τυχαία, ούτε υπηρετεί κάποιο «ρετρό» για να γίνει μόδα. Αντίθετα, υποδηλώνει την ιστορικότητα της ταινίας, εγκαθιστώντας την μέσα στο χρόνο και στις μουσικές αναφορές της δεδομένης κοινωνίας. Δικαιολογημένα, η ταινία έχει χαρακτηριστεί ως «ιστορικό μιούζικαλ». Ακόμα και η επιλογή των μουσικών υπηρέτησε μια συγκεκριμένη αναγκαιότητα. Όπως σημειώνει ο συνθέτης, “έγινε προσπάθεια, οι μουσικοί να είναι παλιοί, έτσι που να ’χουν παίξει τα κομμάτια αυτά στην εποχή τους”.Είναι αξιοσημείωτο ότι η μουσική της ταινίας δεν αναπαράχθηκε στο στούντιο, αλλά εκτελέστηκε και ηχογραφήθηκε - με τα περίφημα δικάναλα Nagra - στους τόπους όπου γυρίζονταν οι σκηνές, ταυτόχρονα μ’ αυτές. Έτσι, δημιουργείται μια ξεχωριστή αίσθηση του ήχου μέσα στο χώρο και το χρόνο. Όπως τα μακρινά πλάνα της ταινίας υπηρετούν τη μη διακοπή του εσωτερικού ρυθμού της ταινίας, έτσι και η επιτόπια εκτέλεση της μουσικής τονίζει την ενότητα χώρου και χρόνου. Σχεδόν κάθε σκηνή αρχίζει ή τελειώνει με μουσική, η οποία έχει πάντα μια συγκεκριμένη προέλευση, είτε τραγουδιέται από τους ηθοποιούς, είτε παίζεται από κάποια ορχήστρα. Χωρίς τη μουσική, γίνεται αδύνατη η εξέλιξη της ταινίας. Συνεπώς, εδώ το σάουντρακ απομακρύνεται εντελώς από το μοντέλο της μουσικής διακόσμησης - επένδυσης και από τη λειτουργία της συναισθηματικής υπογράμμισης που αυτό επιφυλάσσει, και καθίσταται συμπληρωματικό στοιχείο της δράσης.

.
Συνολικά, η μουσική στον «Θίασο» εμφανίζεται ως άμεσο παράγωγο της κοινωνικής δράσης του λαού. Κάθε επιλογή του Κηλαηδόνη αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχέση μουσικής και κοινωνίας. Σύμφωνα με τον ίδιο: “Σε κάθε τόπο και σε κάθε ιστορική στιγμή, η μουσική ενός λαού εκφράζει απόλυτα την κοινωνικοπολιτική του κατάσταση. Έτσι κι εδώ, η πορεία του Θιάσου μέσα στα χρόνια ’39-’52 έπρεπε να σηματοδοτηθεί μουσικά από τα πιο αντιπροσωπευτικά είδη, ενώ παράλληλα να αποκαλυφθεί τι σήμαινε κάθε ένα από αυτά. Μ’ αυτό τον τρόπο, μέσα από την πορεία της μουσικής διαγράφεται η πορεία της ίδιας της Ελλάδας στα χρόνια αυτά”.


Ο ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ «ΓΙΑΞΕΜΠΟΡΕ» ΚΑΙ ΤΟ «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ 1946»
Χαρακτηριστικό ηχητικό μοτίβο της ταινίας είναι το τραγούδι «Γιαξεμπόρε». Η φράση «Γιαξεμπόρε» ήταν ένας χαιρετισμός - παραφθορά του «Γεια σου αμόρε» που φώναζαν οι Ιταλοί θεατρίνοι και τραγουδιστές – πρώτοι δάσκαλοι του βαριετέ στην Ελλάδα – προς τους θαμώνες των καφέ-σαντάν. Με αυτοσχέδιους στίχους και σχεδόν πάντα την ίδια μουσική, το «Γιαξεμπόρε» πέρασε στα ελληνικά μπουλούκια ως κάλεσμα, δηλαδή ως επιθεωρησιακός πρόλογος για την προσέλκυση θεατών πριν από την παράσταση. Ο Κηλαηδόνης εξηγεί: “Το τραγούδι σπονδυλώνεται στα διάφορα μοτίβα, που προσθέτονται ή αφαιρούνται, ανάλογα με τις ανάγκες του Θιάσου. Μας τραγούδησε κάποτε κάποιος παλιός μπουλουκτσής δύο μοτίβα του τραγουδιού που θυμότανε. Ξεκινώντας από τα μοτίβα αυτά, έγραψα 4-5 μοτίβα ακόμα, στο ύφος των άλλων, τα οποία υπήρξαν και καθοριστικά για το όλο ύφος του τραγουδιού. Προσπάθησα το τραγούδι να κρατήσει το Σλάβικο χαρακτήρα του (ο ρυθμός του είναι χασαποσέρβικος), και, παράλληλα, ν’ απαντήσει μουσικά τις μνήμες από παλιούς ιταλικούς και γαλλικούς θιάσους που περιόδευαν την Ελλάδα στις αρχές του αιώνα και που υπήρξαν οι πρώτοι δάσκαλο του είδους «μπουλούκι»”.
.Στον Θίασο, τα τραγούδια «γράφουν» στην κυριολεξία ιστορία· μια ιστορία γραμμένη με αίμα αλλά και με νότες. Μία χαρακτηριστική σκηνή, που έχει καταγραφεί ως μία απ’ τις κορυφαίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, είναι η σκηνή του κέντρου διασκέδασης, όπου βρίσκεται η τραγουδίστρια του μαγαζιού και τραγουδά το «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει» των Γιώργου Μουζάκη - Κώστα Κοφινιώτη, κάτω από την επιγραφή «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 1946». Ήδη στο μαγαζί βρίσκεται μια παρέα βασιλόφρονων αντρών ντυμένων με παλτά και ρεπούμπλικες. Η εύθυμη ατμόσφαιρα διακόπτεται με την είσοδο μιας παρέας από νεαρά ζευγάρια η οποία κάθεται απέναντι (κομμουνιστές). Η ομάδα των βασιλοφρόνων διακόπτει την τραγουδίστρια. Η «μάχη» με τραγούδια ξεκινάει με το ρεφραίν από το τραγούδι «Του αητού ο γιος», ενώ η απάντηση των αριστερών έρχεται με το αντιστασιακό τραγούδι «Είμαστ’ εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου». Οι παρακρατικοί απαντούν με μια παραλλαγή στο κουπλέ από το «Του αητού ο γιος», για να έρθει η απόκριση της παρέας των κομμουνιστών με το γνωστό προσκοπικό τραγούδι «Γιουπι-για-για», με παραλλαγμένους τους στίχους του υπέρ της λαϊκής κυριαρχίας. Το ίδιο τραγούδι ακούγεται ξανά, αυτή τη φορά με στίχους υπέρ της ακροδεξιάς, παρακρατικής οργάνωσης «Χ». Η σκηνή τελειώνει με μια εκδοχή του τραγουδιού «In the mood» των Andy Razaf - Joe Garland:

Το πουλί του Σκόμπυ είναι κόμποι – κόμποι
κι έβγαλε φιρμάνι για να ξεθυμάνει
μες στο Κολωνάκι ψάχνει γι’ αγοράκι
το πουλί του Σκόμπυ είναι κόμποι – κόμποι,
κι αν λυθούν οι κόμποι τι θα γίνει Σκόμπυ
με την Αγγλική πολιτική;(…)


Η ελληνική εκδοχή των Νίκου Γκάτσου, Αγγελόπουλου και Κηλαηδόνη αναφέρεται στο σήμα που έφεραν τα βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, υπό την ηγεσία του Στρατηγού Σκόμπυ, το οποίο παρίστανε έναν πελαργό σε κύκλο. Τελικά, ο μουσικός διάλογος διακόπτεται με τον κρότο ενός πιστολιού, το οποίο κραδαίνει ένας από τους βασιλόφρονες. Με αργές κινήσεις, η άοπλη παρέα των αριστερών φεύγει από το κέντρο... 





Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ
Ο δίσκος με το σάουντρακ του «Θίασου» έχει τη δική του, περιπετειώδη ιστορία. Κυκλοφόρησε μόλις το 1992, δύο δεκαετίες περίπου μετά την παραγωγή της ταινίας Τον λόγο μας τον εξηγεί ο Αλέξης Βάκης, ο παραγωγός του δίσκου: “Η έκδοση σε δίσκο του soundtrack από το «Θίασο» είχε «κολλήσει» λόγω της ύπαρξης ενός παλιού –αλλά σε ισχύ- νόμου που απαγόρευε την «αναμόχλευση» των πολιτικών παθών. Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Προεδρίας δεν θα έδινε άδεια κυκλοφορίας για όσα ηχογραφήματα ενέπιπταν σ’ αυτή την «αναμόχλευση». Με δεδομένο πως στο Θίασο ακούγονταν πολλά αντάρτικα τραγούδια, όπως και τραγούδια της άλλης πλευράς, δεν έγινε καν απόπειρα μιας τέτοιας κυκλοφορίας από τον Λουκιανό”. Ρόλο στην πολυετή αυτή καθυστέρηση έπαιξαν και κάποιες αρχικές αμφιβολίες του συνθέτη ως προς τη δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας της μουσικής έξω απ’ την ταινία.
.
Με τα χρόνια, το ζήτημα ξεχάστηκε. Το 1992, όμως, καθώς είχε χαλαρώσει η λογοκρισία και είχαν υποχωρήσει και οι όποιοι προβληματισμοί του Κηλαηδόνη, τα αδέρφια Αλέξης και Δημήτρης Βάκης αποφάσισαν να εγκαινιάσουν τον κατάλογο της νεοσύστατης τότε εταιρείας «ΤΡΟΧΟΣ» με το σάουντρακ του «Θίασου». Ο δίσκος δεν περιλαμβάνει απλά τα τραγούδια που ακούγονταν στην ταινία. Πρόκειται για ένα αυτόνομο και με δικό του σενάριο ακρόαμα που κινείται παράλληλα με το φιλμ, περιλαμβάνοντας έως και διαλόγους. Για την επεξεργασία του ακροάματος στο στούντιο χρησιμοποιήθηκε η αρχική ηχητική μπάντα του φιλμ, την οποία εμπιστεύτηκε στους παραγωγούς ο ίδιος ο Αγγελόπουλος. Η μίξη στο στούντιο Acoustic έγινε με τη συμβολή του μοντέρ Γιάννη Τσιτσόπουλου και του ηχολήπτη Κώστα Πρικόπουλου. Κυκλοφόρησαν 2.000 αντίτυπα δίσκων βινυλίου, που διακινήθηκαν από την ίδια την εταιρεία παραγωγής. Υπήρξε σημαντική ανταπόκριση από το κοινό και πουλήθηκαν τα περισσότερα από τα αντίτυπα που κυκλοφόρησαν. Σταδιακά όμως, η ολοσχερής μεταστροφή της αγοράς προς το δίσκο ακτίνας σήμανε την εξαφάνιση του δίσκου από την αγορά. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα το σάουντρακ δεν έχει κυκλοφορήσει σε cd, αλλά ελπίζουμε ότι αυτή η παράλειψη θα διορθωθεί σύντομα!
Αντί επιλόγου, δίνουμε δικαιωματικά τον λόγο στον Κηλαηδόνη: “Θυμάμαι περιπετειώδη γυρίσματα, σαν εκείνο στα χιόνια όπου είμαστε όλοι στο χιόνι από τις 9 το πρωί ως τις 6 το απόγευμα. Ο Θόδωρος είναι με ένα μπερεδάκι, ένα σακάκι και κάτι παλιά παπούτσια μέσα στον πάγο, κι εμείς είμαστε δίπλα του. Ο Αντρέας (σ.σ. Τσεκούρας) έπαιζε ακορντεόν με 15 υπό το μηδέν πάνω στα Ζαγόρια, οι γυναίκες ήταν με τα τακούνια μες στη λάσπη και τα χιόνια, και κατέβαιναν το βουνό. Όλοι όμως είχαμε πιστέψει ότι αυτό που γίνεται είναι σημαντικό. Και είχαμε σαν παράδειγμα τον Θόδωρο, ο οποίος δεν έλεγε κάτι και μετά χωνόταν στο καφενείο μέχρι να γυριστεί η σκηνή. Ήταν εκεί, παρών, το πίστευε, το πιστεύαμε όλοι, το υπερασπιστήκαμε μέχρι το τέλος”..
.
ΠΗΓΕΣ:
- Συνέντευξη του Λουκιανού Κηλαηδόνη στους Μ.Γ και Η.Ο., 9 Νοεμβρίου 2008.
- Συνέντευξη του Αλέξη Βάκη στους Μ.Γ. και Η.Ο., 16 Μαΐου 2009.
- Αφιέρωμα στον «Θίασο», περιοδικό «Θούριος», 13 Οκτωβρίου 1975.
- Οπισθόφυλλο δίσκου «Ο Θίασος», Τροχός 001, 1992.
- Κώστας Σταματίου, ‘Ο Θίασος ή Ο μύθος του Σισύφου – μια πρώτη προσέγγιση’, Τα Νέα, 13 Οκτωβρίου 1975.
.
Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από το επίσημο site του Θόδωρου Αγγελόπουλου http://www.theoangelopoulos.gr
.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Κάποτε στην Κέρκυρα...

.
Θα μπορούσε να είναι κουίζ σε κάποια μουσική ραδιοφωνική εκπομπή: Που και πότε τραγούδησαν την ίδια βραδιά ο Βαγγέλης Γερμανός, η Κρίστη Στασινοπούλου, ο Ηλίας Λιούγκος, η Σόνια Θεοδωρίδου και η Τάνια Τσανακλίδου; Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου που ηχογραφήθηκε σε δίσκο; Έχει ερμηνεύσει ο Βασίλης Λέκκας τραγούδι του Χρήστου Κυριαζή ή του Πέτρου Δουρδουμπάκη;… και πολλές ακόμα ερωτήσεις που έχουν μία μονάχα απάντηση: τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας.
.

Οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού διοργανώθηκαν στην Κέρκυρα το Σεπτέμβριο του ‘81 και ’82 από το Μάνο Χατζιδάκι. Είχαν προηγηθεί το ‘79 οι Μουσικές Γιορτές των Ανωγείων, και το ’80 και ’81 ο Μουσικός Αύγουστος στο Ηράκλειο της Κρήτης, δύο απ’ τις σημαντικότερες πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν όσο ο Χατζιδάκις ήταν διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Αξιοποιώντας τις δυνατότητες που του έδινε η θέση του στο Τρίτο, θέλησε να “πραγματοποιήσει τις ακριβές καφενειακές του ιδέες”¹, ανοίγοντας εκ βαθέων συζητήσεις που αφορούσαν τόσο την παράδοση, με τις Μουσικές Γιορτές και τους Αγώνες Λύρας στα Ανώγεια, όσο και τις σύγχρονες μουσικές τάσεις, προσκαλώντας στα πλαίσια του Μουσικού Αύγουστου καλλιτέχνες διεθνούς φήμης όπως ο Astor Piazzolla, ο Nicola Piovani και η Gizela May. Μέσα στα πλαίσια αυτών των αναζητήσεων, η διοργάνωση από μεριάς του Χατζιδάκι ενός μουσικού διαγωνισμού που σκοπό θα είχε την προβολή νέων δημιουργών στο χώρο του τραγουδιού, έμοιαζε σχεδόν αναπόφευκτη.

.
Κατά την προκριματική φάση οι ενδιαφερόμενοι έστελναν μέχρι δύο ηχογραφημένα τραγούδια στο Τρίτο Πρόγραμμα. Μετά την διαδικασία της τελικής επιλογής, οι δημιουργοί που είχαν προκριθεί ενημερώνονταν για το εάν θα συμμετείχαν στους Αγώνες με το ένα ή και τα δύο τραγούδια τους. Την τηλεφωνική ενημέρωση στους υποψηφίους την έκανε ο ίδιος ο Χατζιδάκις, προς μεγάλη έκπληξη των νεαρών που βρίσκονταν στην άλλη μεριά της γραμμής! Την πρώτη χρονιά προκρίθηκαν 30 τραγούδια ενώ τη δεύτερη διαγωνίστηκαν 25, από τα οποία, και στις δύο περιπτώσεις, βραβεύτηκαν τα τρία πρώτα. Αξίζει να αναφερθούν μονάχα ορισμένα από τα ονόματα όσων συμμετείχαν στις κριτικές επιτροπές των δύο ετών, για να καταλάβουμε αμέσως και τα κριτήρια με τα οποία έγιναν οι βραβεύσεις, ξεκινώντας από τους πρώτους Αγώνες του 1981: Νίκος Γκάτσος, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Κουρουπός, Διονύσης Σαββόπουλος, κ.α., ενώ την επόμενη χρονιά στην επιτροπή συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Γιώργος Κουρουπός, ο Σπύρος Σακκάς, ο Μίνως Αργυράκης, η Άλκη Ζέη και ο Νίκος Ασλάνογλου. Αμέσως γίνεται αντιληπτό το μέγεθος και η σημασία που έπαιρναν οι Αγώνες Τραγουδιού, όχι μονάχα εξαιτίας της ακτινοβολίας του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και των σημαντικών προσώπων του πολιτισμού και των τεχνών που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του και συμμετείχαν στη διαδικασία διάκρισης νέων τραγουδοποιών. Οι Αγώνες δεν ήταν ένα ακόμα Φεστιβάλ τραγουδιού. Ούτε βεβαίως ένας διαγωνισμός που εξασφάλιζε στους νικητές συμβόλαια με δισκογραφικές εταιρείες και εφήμερη προβολή. Τότε, τι ήταν; Τι διαφορετικό πρέσβευαν και ποια ανάγκη τους γέννησε;

1981. Τα μέλη της επιτροπής

Στην προσπάθειά μας να δώσουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, αλλά κυρίως, να αφουγκραστούμε την εποχή και την σπουδαιότητα των Αγώνων Ελληνικού Τραγουδιού, συζητήσαμε με ορισμένους από τους πρωταγωνιστές των δύο εκείνων ετών που με το λόγο τους φώτισαν τα “έργα και τις ημέρες” της Κέρκυρας. Το παρόν κείμενο δε θα είχε το ίδιο περιεχόμενο δίχως τις πολύτιμες καταθέσεις των – αλφαβητικά – Σαβίνας Γιαννάτου, Χάρη Καβαλλιεράτου, Πάνου Κατσιμίχα, Ηλία Λιούγκου, Γιώργου Μακρή, Βασίλη Νικολαΐδη, Σταύρου Παπασταύρου, Ηρακλή Πασχαλίδη, και Ηδύλης Τσαλίκη. Τους ευχαριστούμε θερμά.
.
.
Οι Αγώνες ήταν το πρόσχημα²


Η διοργάνωση των Αγώνων ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα που απαιτούσε να ξεπεραστούν πολλές και σοβαρές οργανωτικές δυσκολίες, από την διαδικασία πρόκρισης των τραγουδιών ανάμεσα σε δεκάδες κασέτες που κατέφθαναν στην διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος, μέχρι τις πρόβες της ορχήστρας και τον συντονισμό των νεαρών διαγωνιζομένων που θα συγκεντρώνονταν για ένα τριήμερο στην Κέρκυρα. Ένα τέτοιο εγχείρημα χρειαζόταν και ένα πολύ σοβαρό κίνητρο για να αξίζει να πραγματοποιηθεί. Ο Βασίλης Νικολαΐδης πιστεύει ότι “ο Χατζιδάκις έκανε τους Αγώνες κατ’ αρχήν για να ικανοποιήσει τη δική του περιέργεια. Να ανακαλύψει τι υπάρχει στις παρυφές της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και παράλληλα να δώσει ένα βήμα στους νέους δημιουργούς που δεν έβρισκαν τον τρόπο να δημοσιοποιήσουν τα τραγούδια τους”. Αυτός είναι και ο λόγος που συναντάμε τελείως ετερόκλητα τραγούδια και τις δύο χρονιές των Αγώνων. Πολλά από αυτά πλησιάζουν σε εξαιρετικό βαθμό την αισθητική του Χατζιδάκι, υπάρχουν όμως και αρκετά που απέχουν πολύ από τις φόρμες τού τραγουδιού του. Αυτή όμως ήταν και η γοητεία του εγχειρήματος. Μεταξύ των ρεμπέτικων κομπανιών που την εποχή εκείνη ήταν της μόδας, και των ροκ συγκροτημάτων που ξεφύτρωναν σε κάθε συνοικία, η Κέρκυρα επενέβη δραστικά και φανέρωσε μια δυναμική στο ελληνικό τραγούδι που έμενε στη σκιά και αναζητούσε τρόπους να εκφραστεί.
Παράλληλα, οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού ήταν και μία έμμεση απάντηση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που ούτως ή άλλως διένυε τα χρόνια της παρακμής του. Κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα της αισθητικής που κληρονόμησε από τη δικτατορία, εξακολουθούσε και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 να αντιμετωπίζει το τραγούδι με τρόπο επιδερμικό και ανώδυνο, αδυνατώντας ουσιαστικά να παρακολουθήσει την εξέλιξή του. Αυτή η “λαμέ” αισθητική, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ηρακλής Πασχαλίδης, απουσίαζε πλήρως από τους Αγώνες της Κέρκυρας. Και εξηγεί: “εάν παρατηρήσει κανείς ακόμα και την εμφάνιση των συντελεστών και των διαγωνιζομένων τις βραδιές των Αγώνων θα διαπιστώσει ότι, από τον παρουσιαστή που ήταν ο Άρης Δαβαράκης, μέχρι την ορχήστρα και τον ίδιο τον Χατζιδάκι, η εικόνα που προβάλλονταν δεν είχε τίποτα κοινό με τις λαμπερές τουαλέτες και τα φράκα των παρουσιαστών και τις ορχήστρας του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης”. Η διαφορετικότητα των Αγώνων εκφραζόταν ακόμα και μέσα από τη μορφή παρουσίασης του διαγωνισμού. Στην Κέρκυρα αναζητήθηκε η ουσία του τραγουδιού και όχι η εικόνα του. Αυτός είναι και ο λόγος που στο κάλεσμα της ανταποκρίθηκαν νέοι μουσικοί που δε θα είχαν καμία ελπίδα συμμετοχής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και που βεβαίως δεν τους αφορούσε ο συγκεκριμένος τρόπος προβολής των τραγουδιών τους.
Οι Αγώνες λοιπόν, ήταν μονάχα ένα πρόσχημα˙ ήταν το όχημα που φιλοδοξούσε, όπως αναφέρει και ο Μάνος Χατζιδάκις, “να συγκεντρώσει αληθινά και αυστηρά επιλεγμένα τραγούδια καινούργιων ανθρώπων – νέων στο περιεχόμενο και στους οραματισμούς – που να εκπροσωπούν πραγματικά την ευαισθησία μας και όχι μιαν αυθαίρετη εγωπαθή ελληνικότητά μας”³. Αυτός είναι και ο λόγος που στη συνείδηση του κοινού, ακόμα και 28 χρόνια μετά, οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού δεν έχουν καταχωρηθεί σαν ένας ακόμα διαγωνισμός με ακριβά χρηματικά έπαθλα στους νικητές και δισκογραφική συνέχεια μονάχα για εκείνους που βραβεύτηκαν. Ό,τι είχε προηγηθεί ως προσπάθεια ανάδειξης και προώθησης νέων προσώπων στο ελληνικό τραγούδι, απέχει πολύ από τη φιλοσοφία με την οποία οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν οι Αγώνες της Κέρκυρας. Και βεβαίως, σε καμία περίπτωση δε συγκρίνονται και με ότι ακολούθησε: τα κάθε λογής τηλεοπτικά talent shows με τους παρουσιαστές – σταρ, τις κριτικές επιτροπές που αποτελούνται από ανθρώπους που ελάχιστη σχέση έχουν με το τραγούδι, και τους διαγωνιζομένους που ανέχονται να μπαίνουν σε μια ψυχοφθόρα διαδικασία ανταγωνισμού στο όνομα μιας λαμπρής καριέρας και της πιθανότητας υπογραφής συμβολαίων με δισκογραφικές εταιρείες. Φωτεινές εξαιρέσεις από την Κέρκυρα και μετά είναι οι Πρώτοι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας που διοργανώθηκαν το 1991 επίσης από τον Μάνο Χατζιδάκι και ήταν η “συνέχεια” της Κέρκυρας, καθώς και οι Ακροάσεις της Μικρής Άρκτου που διοργανώνονται περίπου κάθε δύο χρόνια από το 2002 μέχρι και σήμερα από τον Παρασκευά Καρασούλο.










.
Κέρκυρα 1981: Γιώργος Μακρής, Ηδύλη Τσαλίκη, Βασίλης Νικολαΐδης

.
Τα πρόσωπα της Κέρκυρας και η εποχή

Όπως είναι φυσικό, το ισχυρότερο κίνητρο για να στείλει κανείς τα τραγούδια του με την ελπίδα να συμμετάσχουν στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, ήταν ο διοργανωτής και τα μέλη της κριτικής επιτροπής. Ο Σταύρος Παπασταύρου θυμάται: “η όποια επιφυλακτικότητά μου που είχε να κάνει με τα πάσης φύσεως φεστιβάλ και διαγωνισμούς, διαλύθηκε από την πιθανότητα να κριθούν τα τραγούδια μου από τον Χατζιδάκι και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής. Αυτό ήταν ένα βαρόμετρο, το μοναδικό κίνητρο”. Στο ίδιο πνεύμα, η Σαβίνα Γιαννάτου τονίζει ότι “η διαφορά των Αγώνων της Κέρκυρας ήταν καθαρά ποιοτική, και αυτό ήταν που τους διαφοροποιούσε από οποιοδήποτε άλλο φεστιβάλ ή διαγωνισμό”, και ο Ηλίας Λιούγκος επισημαίνει: “είναι πολύ μεγάλο ζήτημα να ξέρει κανείς να αξιολογεί τη μουσική και να διακρίνει τη σημασία της. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε το χάρισμα και τη γνώση να διαλέγει ένα καλό τραγούδι”.
.
Οι Αγώνες σύστησαν στο κοινό μια σειρά νέων τραγουδοποιών, πολλοί απ’ τους οποίους είχαν συνέχεια και κατέθεσαν σημαντικές δισκογραφικές δουλειές τα χρόνια που ακολούθησαν. Αυτή είναι ακόμα μία σημαντική διαφορά των Αγώνων της Κέρκυρας και του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης των χρόνων μετά τη δικτατορία. Ενώ το Φεστιβάλ ήταν ένας ετήσιος θεσμός που είχε στη διάθεσή του την κρατική υποστήριξη και τα ανάλογα κεφάλαια, δεν κατάφερε μετά από τόσα χρόνια να αναδείξει ανθρώπους που να παραμείνουν ενεργοί στα μουσικά πράγματα. Αντίθετα, οι Αγώνες της Κέρκυρας, αν και πραγματοποιήθηκαν μονάχα για δύο χρονιές, μάς σύστησαν έναν αξιόλογο αριθμό σημαντικών καλλιτεχνών, πολλοί από τους οποίους καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό τραγούδι στα επόμενα χρόνια. Εκεί συναντάμε για πρώτη φορά τον Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα με το Μια βραδιά στο Λούκι, τρία χρόνια πριν εκδοθούν τα Ζεστά ποτά, καθώς επίσης και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου με τη Χελώνα, το πρώτο τραγούδι του που δισκογαφήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα των Αγώνων. Η Κέρκυρα μάς σύστησε επίσης τον Βασίλη Νικολαΐδη, τον Ηρακλή Πασχαλίδη, τους Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη και Αργύρη Αμίτση που αμέσως μετά δημιούργησαν τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, τον Κλέωνα Αντωνίου που σήμερα τον συναντάμε στους Mode Plagal, το Γιώργο Μακρή που μουσικά δραστηριοποιείται με το συγκρότημα ZOOlixoλίγο, τον Πέτρο Δουρδουμπάκη, τον Πάνο Τσαπάρα και πολλούς ακόμα.
.










Κέρκυρα 1982: Πάνος Κατσιμίχας, Σαβίνα Γιαννάτου - Θανάσης Μπίκος, Ηλίας Λιούγκους
.
.
Στην Κέρκυρα διαγωνίστηκαν επίσης δημιουργοί και ερμηνευτές που είχαν ήδη ενεργό συμμετοχή στη δισκογραφία, όπως ο Βαγγέλης Γερμανός που μόλις είχε εκδώσει Τα μπαράκια, ο Σταύρος Παπασταύρου που είχε στο ενεργητικό του τον δίσκο Ξάγρυπνη πόλη, ο Λάκης Παπαδόπουλος που συμμετείχε το ’81 με το τραγούδι Και θα χαθώ, και άλλοι. Παράλληλα, στους Αγώνες δόθηκε η ευκαιρία σε ορισμένους ερμηνευτές να εμφανιστούν και με την ιδιότητα του συνθέτη. Έτσι, συναντάμε το Νανούρισμα σε μουσική τού Ηλία Λιούγκου που αργότερα ερμήνευσε η Φλέρυ Νταντωνάκη, την κιθαρίστα Στέλλα Κυπραίου με το τραγούδι Και λες πως είναι Τρίτη σε στίχους του Κώστα Πολίτη, και τη Σαβίνα Γιαννάτου με το τραγούδι Αιώρα που επί σκηνής ερμήνευσε με τη συνοδεία του Θανάση Μπίκου στην κιθάρα. Ανάμεσα στους παραπάνω δημιουργούς, αξίζει να προσθέσουμε και μία σειρά νεαρών τραγουδιστών που κλήθηκαν να ερμηνεύσουν τραγούδια συνθετών που υμμετείχαν στο διαγωνισμό, όπως η Τάνια Τσανακλίδου, ο Βασίλης Λέκκας, η Ισιδώρα Σιδέρη, η Γιάννα Κατσαγιώργη, η Κρίστη Στασινοπούλου, η Σόνια Θεοδωρίδου και πολλοί άλλοι.
.

Χάρης Καβαλλιεράτος - Γιώργος Φιλιππάκης (αρχείο Χ. Καβαλλιεράτου)

.
Το γεγονός ότι όλα αυτά να νέα πρόσωπα συγκεντρώθηκαν αυτές τις δύο χρονιές στην Κέρκυρα, καταδεικνύει και την σημασία των Αγώνων που την εποχή εκείνη προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση και φανέρωσαν ένα κρυμμένο δυναμικό στο τραγούδι. Ο Γιώργος Μακρής αναφέρει χαρακτηριστικά: “δεν ξέρω αν θα βρισκόταν κάποιος άλλος τότε να ασχοληθεί με τραγούδια που δεν ακολουθούσαν την επικρατούσα για την εποχή φόρμα και διέφεραν από αυτά που επέλεγαν οι δισκογραφικές εταιρείες για να προωθήσουν”. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται, αρκεί να ξανακούσει κανείς τα περισσότερα από τα τραγούδια που διαγωνίστηκαν τότε στην Κέρκυρα και κυκλοφόρησαν σε δύο διπλούς δίσκους, για να διαπιστώσει πως, ακόμα και σήμερα ακούγονται το ίδιο σύγχρονα και πρωτότυπα. Τα τραγούδια αυτά υπήρχαν. Απλά, οι Αγώνες λειτούργησαν ως το κανάλι για να βρουν τον τελικό τους προορισμό, το κοινό. Και αυτή ακριβώς ήταν η μεγάλη επιτυχία τους.
.
Πως ήταν όμως η εποχή κατά την οποία γεννήθηκαν οι Αγώνες; Ο Πάνος Κατσιμίχας δίνει την ταυτότητα της μουσικής που κυριαρχούσε στην Ελλάδα: “από τη μία μεριά η ξένη, η Disco και το Νew Wave που μόλις είχε αρχίσει να εδραιώνεται σαν κατάσταση, και από την άλλη, πήγαινε να ξεφουσκώσει το αντάρτικο των μεταπολιτευτικών χρόνων, ενώ παράλληλα κυριαρχούσαν οι ρεμπέτικες κομπανίες και οι γνωστοί τραγουδιστές της εποχής, Πάριος, Αλεξίου, Νταλάρας κλπ”. Παράλληλα, στη διεθνή μουσική σκηνή, βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο την οποία περιγράφει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο η Ηδύλη Τσαλίκη: “σκεφτείτε ότι, το 1979 οι Pink Floyd έβγαλαν το The Wall, και το 1989 κέρδισαν τα βραβεία Grammy οι Milly Vanilly!”. Αναμφισβήτητα, η δεκαετία του ’80 ήταν μία από τις πιο καθοριστικές για την ελληνική αλλά και παγκόσμια μουσική σκηνή. Όσον αφορά ειδικά τα ελληνικά μουσικά πράγματα, μπορεί μεν να χαρακτηρίζεται από την εκρηκτική άνθιση της τραγουδοποιίας και μιας γενιάς νέων συνθετών που έφερε σημαντικές τομές στο τραγούδι, παράλληλα όμως ήταν η δεκαετία που επιβλήθηκε και τελικά επικράτησε ένας τρόπος διασκέδασης που βρήκε καταφύγιο στις μεγάλες πίστες εν μέσω σπασμένων πιάτων και μιας αισθητικής υποβάθμισης του τραγουδιού στο σύνολό του.
.
Οι συνθήκες στις οποίες δημιουργήθηκε αυτή η νέα κατάσταση στην ελληνική μουσική και το τραγούδι δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν μέσα σε λίγες γραμμές. Αξίζει όμως να έχουμε κατά νου αυτό που εύστοχα αναφέρει ο Βασίλης Νικολαΐδης: “η Κέρκυρα ήταν απλά ένα επεισόδιο σε αυτή τη μεταβατική εποχή, κατά την οποία το τραγούδι βρισκόταν στην αρχή μιας συστηματικής διαδικασίας ομογενοποίησης, που στην ουσία το αποστείρωσε από τη δυνατότητά του να αναπαράγεται”. Και ο Πάνος Κατσιμίχας συμπληρώνει: “Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Κέρκυρα ήταν σαν την μύγα μες στο γάλα. Ένα μικρό UFO που ήρθε, προσγειώθηκε για λίγο και έφυγε αθόρυβα για το Σείριο, το γενέθλιο τόπο του εμπνευστή της”. Αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος που μας αναγκάζει να θυμόμαστε είκοσι οκτώ χρόνια μετά τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού: η τόλμη που επέδειξε ο Μάνος Χατζιδάκις να αδιαφορήσει για τους κανόνες που επικρατούσαν στα μουσικά πράγματα και τη δισκογραφία της εποχής, και να ξεκινήσει έναν αγώνα προς ανακάλυψη νέων δημιουργών με περιεχόμενο και συγκεκριμένη αισθητική στο έργο τους.
.
.
Αντί επιλόγου


Για τον φινάλε αυτής της αναφοράς στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας, αρκεί μονάχα να δανειστούμε τον λόγο του Χάρη Καβαλλιεράτου: “στους Αγώνες επιλέχτηκαν τραγούδια όχι για να κολακέψουν τα αντανακλαστικά του αγοραστικού κοινού, μα όσα μέσα τους πήγε να ηχήσει το ακομπανιαμέντο εκείνο της πολύ προσωπικής ώρας, αυτού που βυθισμένος στον εαυτόν του αισθάνεται αίφνης ότι καλείται... Καλείται από τι, να κάνει τι; Να... τραγουδήσει... και το κάνει! Να τι είδους παρηγοριά είναι αυτή που μας αποζημιώνει...”
.
.

¹ Απόσπασμα από το «Βιογραφικό σε πρώτο πρόσωπο» (επίσημος διαδικτυακός τόπος www.manoshadjidakis.gr)
² Παράφραση του τίτλου του μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» (εκδόσεις Καστανιώτης, 1994).
³Από το σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι στο δίσκο με τα 30 τραγούδια από τους πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού το ’81.
.
.
.
.
.
.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο (τεύχος 164, Οκτώβριος 2009)
.