Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

“Ολίγα περί του ζωγράφου Σταθόπουλου και περί των μοναχικών ασχολιών του…”

.
“Όταν εκθέτω τα έργα μου στον κόσμο νιώθω απογυμνωμένος και εκτεθειμένος.
Στις εκθέσεις διαπιστώνω τις καλλιτεχνικές αδυναμίες μου”
.
.
Είναι σίγουρα, ο πιο αναγνωρίσιμος εικαστικός καλλιτέχνης του καιρού μας. Ο Γιώργος Σταθόπουλος δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις˙ κι αν το Άρωμα του Τραγουδιού επέλεξε να αποχαιρετήσει το 2008 με μια αναφορά στο έργο του, είναι γιατί υπάρχει περισσότερο από κάθε άλλη φορά η ανάγκη να θυμηθούμε ξανά την εποχή που ο δίσκος αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό γεγονός. Την εποχή που στα εξώφυλλα των δίσκων δε φιγουράριζε η φωτογραφία του τραγουδιστή, αλλά ένας ζωγραφικός πίνακας που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής και του καλλιτεχνικού αποτελέσματος ολόκληρου του δίσκου. Και ο Γιώργος Σταθόπουλος είναι ο ζωγράφος που το έργο του συνδέθηκε άρρηκτα με μεγάλους κύκλους τραγουδιών, σε σημείο που να συμπληρώνει με την εικόνα του τη μουσική. Γιατί τα έργα του Σταθόπουλου περικλείουν μουσική. Γιατί, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς την «Αθανασία» ή την "Ρωμαϊκή Αγορά" του Μάνου Χατζιδάκι δίχως τα ζωγραφικά έργα του Γιώργου Σταθόπουλου. Δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Μιχάλη Γρηγορίου, του Σταύρου Ξαρχάκου, φυσικά του Μάνου Χατζιδάκι και πολλών άλλων, έχουν για μετόπη τα φωτεινά και γεμάτα χρώματα έργα του Σταθόπουλου. Και όλ’ αυτά τα έργα μαζί, ολοκληρώνουν θα έλεγε κανείς μια ευφάνταστη ζωγραφική έκθεση, έναν πελώριο καμβά γεμάτο από μουσική, ήχους και εικόνες μιας Τέχνης γνήσιας και αληθινής.
.
Δεν έχει όμως κανένα νόημα να συνεχίσω να μιλώ εγώ για την Τέχνη του Γιώργου Σταθόπουλου. Το καλύτερο είναι να μιλήσουν για εκείνον τρεις δημιουργοί και φίλοι του: ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίνως Αργυράκης και ο Σωτήρης Κακίσης. Τρία κείμενα και μία συνέντευξη του Γιώργου Σταθόπουλου στον Σωτήρη Κακίση, που ολοκληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο το πορτραίτο ενός μεγάλου εικαστικού καλλιτέχνη, ενός ζωγράφου που η Τέχνη του παραμένει σύγχρονη και βαθιά λαϊκή.
.
.




















--------------------------------------------------------
.
.


Ολίγα περί του ζωγράφου Σταθόπουλου
και περί των μοναχικών ασχολιών του στην οδό του Μιθριδάτη
κι όταν τον προσκαλεί ο Αιγόκερως
σε μια νυχτερινή συνομιλία.
.
.
Ο Γιώργος Σταθόπουλος ασκεί την σιωπηλή του τέχνη μόνος στο εργαστήρι του. Ψάχνει και ανακαλύπτει σχέσεις χρωμάτων, σχεδίων και πουλιών. Το ένα πουλί μόνο του μες σε βαθύ γαλάζιο ουρανό. Το ίδιο πουλί, γκρίζο θανατερό κι ύστερα αρχαϊκό, σ’ ένα κεραμίδι περίγυρο.
Κι αντί να προσπαθεί να εξασφαλίσει μέσω εμπόρων και αρχών σφραγίδα, μια ταυτότητα που να τον λέει «σύγχρονο», αυτός επιζητεί την σύζευξή του με το απόκοσμο και το αληθινό.
Τα βράδια με τους φίλους του συνομιλεί κι επηρεάζεται βαθιά από τις αλλοιώσεις που επιφέρουν οι καιροί σ’ αυτόν, στους φίλους του και στον χώρο μες στον οποίο λειτουργεί μ’ ευαισθησία και σκέψη. Έτσι γίνεται ο ίδιος σιγά - σιγά μια ακτινογραφία πολύχρωμη της πόλης, των καιρών και των ανθρωπίνων σωμάτων.
Και πάλι ξανά, ώρες ατέλειωτες να σχεδιάζει μόνος του πόρτες, που δεν καλύπτουν εσωτερικό σπιτιού, μα μια απεραντοσύνη εφιαλτική, με θάλασσες και πολεμικά καράβια, και παράθυρα, που οδηγούν το βλέμμα μας στην παρανομία ενός ανήσυχου και ταραγμένου ονείρου, που διαβρώνει χρωματικά τις πολιτείες και τα χωριά, μακριά απ’ την μνήμη και την ξεθωριασμένη της γραφικότητα.
Ο Σταθόπουλος είναι στ’ αλήθεια αυτό που λέμε προικισμένος. Και εκ χωρίου καταγόμενος. Άλλ’ ευτυχώς γι’ αυτόν, δεν χόρεψε εθνικούς σκοπούς, ούτε και δέχθηκε κληρονομίες ανεξέλεγκτες. Χωρίς συνθήματα κι εύκολη γραφή, προχώρησε με γνήσια μέσα της ζωγραφικής, σαν άξιος κι αληθινός ζωγράφος που ’ναι, στην επίπονη καταγραφή της σύγχρονης απελπισίας, που αυτόματα γίνεται και εθνική.

Γι’ αυτό μας ενδιαφέρει.
.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
.

------------------------------------------------------------


Ο Σταθόπουλος συνεχίζει να ζωγραφίζει ανάμεσα σ’ ένα πέλαγος καλλιτεχνικού χάους, όπου οι διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι “μοντερνισμοί” και τα φανταχτερά κόλπα μοιάζουν με τα ξαφνικά και περαστικά κύματα της τρικυμίας που αφρίζουν, κάνουν θόρυβο και μονομιάς εξαφανίζονται.
Αντίθετα, η ζωγραφική του Σταθόπουλου δεν εξαφανίζεται. Μοιάζει με τη θάλασσα, τη γαλήνη. Τα ρεύματα του βυθού είναι η ρίζα της δουλειάς του. Η γαλήνη, η επιφανειακή, που εκφράζουν οι φόρμες του, δεν είναι νεκρή. Μόνο που το κύμα είναι υπόγειο. Και το αποτέλεσμα διαρκεί. Δεν σπάει πάνω στους βράχους και διαλύεται.
Σπάνια σήμερα συναντάς ζωγράφο, που το πρώτο πράγμα που κάνει το πρωί άμα σηκωθεί, είναι να ζωγραφίζει. Με την πραγματική έννοια της λέξης. Μοιάζει με τον χωρικό που, πρωί – πρωί, πηγαίνει στο χωράφι και πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά, στην καλλιέργεια. Για να δώσει καρπό. Κάθε πρωί σκύβει στο μουσαμά σαν να ‘ταν το χωράφι του και το οργώνει με τα πινέλα του, το ποτίζει με τα χρώματά του.
Ο σπόρος του δεν είναι εγκεφαλικός. Γεννημένος στην Προστοβά το 1944, ένα χωριό κοντά στο Αγρίνιο, άφησε την πατρίδα του, κουβάλησε μέσα στο ταγάρι του τα άρματά του κι ήρθε να σπουδάσει στην Αθήνα.
Μα όπου κι αν πάει, ότι κι αν κάνει, ποτέ δεν κόβει τις ρίζες του. Ούτε από τη δουλειά του ούτε από τη ζωή του. Απομονωμένος στο σπιτάκι του με την αυλή και την καγκελόπορτα, σ’ ένα ύψωμα της Γούβας, στην οδό Μιθριδάτου, συνεχίζει τη ζωή του, τη δουλειά του, μακριά από επιρροές και σχολές. Ζωγραφίζει σαν να τρώει τραχανά.
Ούτε ρομαντικός ούτε λυρικός είναι, όπως τον αποκαλούν. Είναι απλά ερωτικός και ποιητής. Ποιεί δηλαδή. Ποίηση σημαίνει για τον Σταθόπουλο ΠΡΑΞΙΣ, όπως το λέει και η λέξη. Πραγματοποιεί τους ερωτικούς του οραματισμούς.
Στην τελευταία του δουλειά κάνει ακόμα ένα άλμα. Ελευθερώνεται από παλιούς δεσμούς με τη Σχολή Καλών Τεχνών, παίρνει στα χέρια του όλο το βάρος της ζωγραφικής του κι αφήνεται στο ένστικτό του. Βασίζεται στον μοναδικό δάσκαλο όλων μας, τον εαυτό του. Ο καθένας με την δικιά του μοίρα.



Ο Σταθόπουλος είναι μια γάργαρη πηγή ανάμεσα στην αθηναϊκή πνευματική έρημο. Πετάει καρπό το δέντρο του, αναβλύζει νερό από τη ρίζα του. Εκεί, πάνω στο εργαστήρι του, πολλές φορές πολλοί φτασμένοι καλλιτέχνες τον επισκέπτονται, γιατί νιώθουν να έρχονται σ’ επαφή μαζί του.
Έχουν την ανάγκη να ξαναβρούν την πηγή τους. Όταν ακόμα ήταν άγνωστοι και αγωνίζονταν να δημιουργήσουν. Όταν πολεμούσαν με το υλικό τους. Έρχονται να πιούν το αθάνατο νερό.
Γιατί ο Σταθόπουλος δεν νηστεύει με ιδέες και ηθικές. Λειτουργεί…
.
.
ΜΙΝΩΣ ΑΡΓΥΡΑΚΗΣ

.
-----------------------------------------------------------



Μ’ ένα τραγούδι ανοίγει ο δρόμος για τους ουρανούς. Και για τους ουρανούς των χρωμάτων, των σκιών, των βλεμμάτων; Ποιος παράδεισος δεν είναι έγχρωμος, ποιά φύση χωρίς μπλε, ποιά σύννεφα χωρίς σχήμα; Και ποιός Θεός δεν είναι κόκκινος, φοίνιος σαν το αίμα, πάντα ζωντανός, πάντα τα πάντα ορών; Ποιός Θεός χωρίς θέα θα μπορούσε ποτέ να κρατήσει τον ορίζοντα, τη Γη μαύρη στα χέρια του, τη Σελήνη κίτρινη, τον Ήλιο ήλιο;

Του Σταθόπουλου τα περιγράμματα σαν αρχαίας λυρικής ποίησης. Οι μορφές του Ιππώναξ, Αλκμάν, Αρχίλοχος. Τα χρώματά του ασπίδα πολέμου πεσμένη στα χόρτα, χαρά μεγάλη της λάμψης μόλις ο εχθρός θα τη βρει, κι ο Σταθόπουλος σωσμένος όμως, έτοιμος μιαν άλλη, ίδια καλή και καλύτερη να φτιάξει. Τα σχέδιά του δηλαδή οι φωνές των πουλιών όλων, αηδόνια μ’ αφρικάνικα φτερά, παράξενα, λαών της Αθώας Αμερικής επίσημη ταπεινότητα, των Ίνκας, των Μάγια, των Αζτέκων ανάταση. Κι ενός κλέφτη μετά στο δικό μας Ερμή προσευχές, μελωδικό σφύριγμα. Χωρίς ενοχή ξαφνικά οι εικόνες του, στο Θεό-χωρίς-Θεό η ζωή, το έργο του αφιερωμένα.

Γιατί, στη συγκίνηση του φωτός μια ποίηση λουσμένη τί άλλο νά ‘ναι παρά Ταξίδι στ’ Αστέρια με μαγικό χαλί αήττητο και ρεμπέτικο, Καββαδίας κυμάτων κι αισθήσεων κατάδικός μας, σήματα μορς το καθένα γεμάτο Ουράνια Τόξα ολόκληρα, επιπλέον θάλασσες στις πόλεις μέσα, σαν διπλοτυπίες τέλεια αγκαλιασμένες μεταξύ τους, σαν στοπ-καρέ στο έργο λυτρωτικό, της πιο κρυφής έκφρασης υπερφωτισμός, αποκάλυψη. Όπως στην οθόνη του πιο καλοκαιρινού σινεμά μες στο χειμώνα εκείνο το σταμάτημα, η μικρή πυρκαγιά πριν το ρολάρισμα, πριν το πολύ σκοτάδι, πριν το άπλετο, εκτυφλωτικό μετά φως.

Έτσι ο Σταθόπουλος. Πονηρός. Πως δεν θέλει, δεν μπορεί, δεν ενδιαφέρεται. Κι ύστερα, από παντού επιβλητικές σημασίες, σε κάθε γωνία της μυθολογίας του κι άλλο Δωδεκάθεο, πίσω από κάθε γκρεμισμένη Ελλάδα του άλλη, πιο πλήρης, πιο δίκαιη, καθησυχαστικά μεταφυσική. Ελλάδες δεύτερες του Εδώ Κόσμου, κωπηλάτες ενός ανέμελου θανάτου του εμείς. Κι ας το πω κι εγώ όσο πιο ακριβώς γράφτηκε στο τραγούδι αυτό κάποτε, με ομοιοκαταληξία: Λάμπει τ’ ασημί του σπάρου μες στο μάρμαρο της Πάρου. Πως ζωγραφική χωρίς γαλάζιο του χώματος, χωρίς πράσινο των νεφών, χωρίς καφέ στων ποταμών την ανάποδη κίνηση, δεν γίνεται.
Πώς να γίνει;


ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ


Σωτήρης Κακίσης, Γιώργος Σταθόπουλος, Νίκος Χουλιαράς, Τζίμης Πανούσης, Γρηγόρης Ψαριανός
(αρχείο Σωτήρη Κακίση)

.
------------------------------------------------------------
.
.

Η συνέντευξη του Γιώργου Σταθόπουλου στον Σωτήρη Κακίση που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε το 2006 στην εφημερίδα «Το Βήμα».
.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ:
«Με κόλπα δεν γίνεται»...


από τον Σωτήρη Κακίση


Έχει πετύχει με τον πιο απλό τρόπο μια λαϊκότητα στις μέρες μας σπάνια. Τα έργα του με τα έντονα χρώματα και τα ήρεμα αρχαιοελληνικά σχέδια είναι από πολλούς πια αγαπητά και περιζήτητα. Ο ζωγράφος Γιώργος Σταθόπουλος, από την εποχή των εκλεκτών εξωφύλλων των δίσκων του Μάνου Χατζιδάκι και όχι μόνο, επιμένει στη διαύγεια των περιγραμμάτων, στων μορφών την όλο πάθος εξιδανικευμένη ανάταση.
Ο ίδιος, το ίδιο γήινος κι υπερβατικός μαζί, μιλάει πάντα χωρίς να μασάει τα λόγια του, χωρίς να ενδιαφέρεται για καμμία υποκριτική πολιτική. Τον συνάντησα πάλι στο μαγικό κι αιώνιο ατελιέ του στο Βύρωνα, στη Γούβα. Στα δάχτυλά του κίτρινο και μπλέ, τα ίδια χρώματα με τον πίνακα μπροστά του, θάλασσα κι αναταραχή το θέμα του, ιδέες και ανατροπές στα λόγια, στις φράσεις του:


-Για ζωγραφική ή για γυναίκες θα μιλήσουμε σήμερα, κύριε Σταθόπουλε;
Γιώργος Σταθόπουλος: Και τα δύο είναι επικίνδυνα, κύριε Κακίση. Δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε την κουβέντα και για τα δύο; Πυρ, γυνή και ...ζωγραφική, δεν λένε; Δεν τό ‘ χετε ακούσει ποτέ ώς τώρα;

-Πολλά έχω ακούσει ώς τώρα, αυτό πρώτη φορά τ’ ακούω, ομολογώ. Αν και θα μου φαινότανε πιο σωστό ως «Γυνή, ζωγραφική και θάλασσα», ιδίως για σας.
-Επιμένετε εσείς να μείνουμε στα θηλυκά. Αλλά θηλυκά χωρίς πυρ δεν γίνεται. ‘Αλλωστε, στα νέα ελληνικά και το πυρ έπαψε νά ‘ναι ουδέτερο, φωτιά έγινε, θηλυκό κι αυτό. Η ζωγραφική πάντως, όπως κι οι γυναίκες, εμένα μου φαίνονται πάντα επικίνδυνα. Σε σκοτώνουν αργά, και βασανιστικά.

-Η θάλασσα; Η φωτιά;
-Κι η θάλασσα, κι η φωτιά, βασανιστικό θάνατο επιφέρουν. Κι ο χρόνος τότε μοιάζει ατέλειωτος, όχι στιγμιαίος. Η ψυχή του ανθρώπου δεν βγαίνει εύκολα. Από την ώρα που γεννιέσαι ώς όποια ηλικία πας, ο θάνατός σου μεθοδεύεται, κι εκατό χρονών να γίνεις, η ψυχή εκεί, να μη σ’ αφήνει να την ...αφήσεις. Κι ο καθένας όσο αντέξει, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εκατό χρόνια. Ο στόχος όμως στόχος!

-Του Φρόυντ δεν είναι αυτό; Η «άδολη εχθρότητα της φύσης» μία από τις τρεις πηγές της ανθρώπινης δυστυχίας;
-Μπορεί. Και στη φύση όλ’ αυτά που λέμε τώρα πρωτοστατούν, δεν πρωτοστατούν;

-Πώς μπλέξαμε τώρα με τις ψυχές και τον θάνατο, με το καλημέρα; Εδώ θρυλείται πως ο Σταθόπουλος είναι ο ζωγράφος της ζωής, πως δεν υπάρχει πόνος στο έργο του. Δεν είναι βαριά κατηγορία αυτή στην Τέχνη;
-Κατηγορία; Μόνο για κατηγορία δεν μου ακούγεται για μένα αυτό! Μεγάλος τίτλος τιμής μου φαίνεται. Ξέρετε, σ’ όλους τους πραγματικά μεγάλους πολιτισμούς, τα εικαστικά, η ζωγραφική, η γλυπτική, μ’ αισιόδοξα θέματα πορεύτηκαν. Οι αρχαίοι Έλληνες, είτε τους θεούς τους ζωγράφιζαν, είτε τη φύση, είτε πουλιά και δελφίνια, είτε ανθρώπους, όλους κι όλα τα εξιδανίκευαν, τα φτιάχνανε όσο πιο ωραία μπορούσαν. Δεν ενδιαφερόντουσαν να απεικονίσουν την αρρώστια, την αδυναμία. Ζωγραφίζανε πάντα τη δύναμη της ζωής, την ομορφιά της συνέχεια.

-Ακόμα και στα μελαγχολικά επιτύμβια, ακόμα και στις συνθέσεις των μαχών με τους θνήσκοντες πολεμιστές;
-Και τότε ακόμα. Και μιλάω, επαναλαμβάνω, για τους πραγματικά μεγάλους πολιτισμούς στην ανθρωπότητα: για τον ελληνικό, για τον κινέζικο...



-Κι ολόκληρη Δύση έτσι τί γίνεται;
-Κάν’ τε λίγη υπομονή, θα φτάσουμε κι εκεί. Το σημαντικό είναι πως όταν έχεις ένα έργο, έναν πίνακα, μια τοιχογραφία, στο σπίτι σου, ζεις μ’ αυτό. Μ’ αυτό ξυπνάς, μ’ αυτό κοιμάσαι. Μ’ αυτό το έργο μεγαλώνουν τα παιδιά σου, γύρω από αυτό το έργο μπορεί να γίνονται όλα. Φανταστείτε αυτό, λοιπόν, το έργο, να μετέφερε τον πόνο και τη δυστυχία ενός άλλου; Πώς να ζήσει κανείς αγκαλιά με τον πόνο και το δράμα μιά ζωή ολόκληρη;

-Με πόνο και δράμα επιπλέον των δικών σου;
-Αυτό το είχαν καταλάβει οι πρόγονοί μας. Έτσι, το τραγικό υπήρχε μόνο στον Λόγο και στην Ποίηση, στο Θέατρο. Μιά φορά το χρόνο πήγαινες στα Διονύσια, παρακολουθούσες την Τραγωδία, συγκινιόσουνα, έκλαιγες, έκανες, κι ύστερα επέστρεφες στη δική σου τη ζωή.

-Κι αν τους έβαζε ο Ποιητής δύσκολα, σαν την ‘Αλωση της Μιλήτου που τους συγκίνησε επιπλέον, έπεφτε και κάνα πρόστιμο να μην ξαναγίνει;
-Ακριβώς. Το μέτρο κι εδώ έχει εφαρμογή. Το ίδιο και με την Κωμωδία: μιά στις τόσες. Ούτε να κλαίει, ούτε να γελάει συνέχεια ο φυσιολογικός ο άνθρωπος σαν τους τρελούς. Πώς, λοιπόν, να βρίσκεται κανείς μ’ ένα έργο πόνου, αμετακίνητο ενώπιόν του, εφ’ όρου ζωής; Μπορείς να βγαίνεις κάθε μέρα από το σπίτι σου, και στην πλατεία απέναντι να υπάρχει ένα άγαλμα τραγικό;


-Ο Λαοκώων με τα παιδιά του, να τους πνίγουν τα φίδια;
-Ας πούμε. Είναι σαν να μη σέβεσαι τη ζωή, σαν να μη σέβεσαι τον άνθρωπο. Αυτό, το τραγικό στη ζωγραφική, στη γλυπτική, η Ευρώπη τό ‘βαλε. Κι αυτό καθόλου δεν είναι δείγμα μεγάλου πολιτισμού. Παρ’ όλες τις τόσες εξαιρέσεις των μεγάλων ζωγράφων και γλυπτών.

-Δεν θα μπορούσε και στην Αρχαία Αθήνα να υπήρχαν πίνακες στην Ποικίλη Στοά, και να θαύμαζαν οι άνθρωποι μιά μέρα στη ζωή τους το εσωτερικό δράμα ενός μεγάλου ζωγράφου, του Απελλή, του Πολύκλειτου;
-Όχι. Γιατί δεν έχουμε τέτοια δείγματα;

-Εσείς καλείστε να μας απαντήσετε:
-Απαντώ, λοιπόν, απάντησα: δεν μπορεί ένα πράγμα, που είναι, σαν εικαστικό έργο τέχνης, σταθερό, να μεταφέρει δράμα και δυστυχία. Κι εγώ, σαν άνθρωπος, δεν είμαι υποχρεωμένος ν’ αγοράσω το πρόβλημα του κάθε ζωγράφου, να το πληρώσω κι ακριβά για να το κρεμάσω στο σπίτι μου, να συζήσω με του άλλου τα φαντάσματα. Ακόμα και στο θέατρο στην Αρχαία Ελλάδα, με μάσκες παίζανε οι υποκριτές, με συμβολισμό γινότανε η εξέλιξη του δράματος, όχι με τις φάτσες των ηθοποιών, όποιες ήσαν.

-Ο Καββαδίας λέει στις «Προσευχές των Ναυτικών» του, «κι οι Έλληνες με τις μορφές τις βασανιστικές». Δεν λέει βασανισμένες, βασανιστικές λέει. Γιατί βασανίζουμε, με εγωισμούς και ...δράματα, πολύ ο ένας τον άλλον εδώ γύρω.

-Σοφός ο Καββαδίας. Αλλά μη μπούμε και σ’ αυτά τώρα.

Γιώργος Σταθόπουλος – Σωτήρης Κακίσης (φωτογραφία: Μάνος Χατζιδάκις. Αρχείο Σωτήρη Κακίση)


-Εγω θέλω να μπω. Για να προχωρήσουμε λίγο στη ζωγραφική του Σταθόπουλου. Νομίζω πως η τέχνη σας έχει κάτι κοινό με την τέχνη του «Μαραμπού»: όπου νομίζεις πως διαβάζεις με τα πιο ταπεινά υλικά στίχους, κι όμως η ποίησή του είναι και υψηλόφρων και τελείως μοναδική με τον τρόπο της.
-Τέτοια βάρη εμένα μη μου φορτώνετε. Γιατί εγώ πιστεύω πως κάνω μόνο μιά ζωγραφική απλή, που επιδιώκω κιόλας να είναι σε μεγάλο βαθμό διακοσμητική. Έτσι μπορώ, έτσι κάνω. Πώς το λένε; Μου πάει στον χαρακτήρα μου. Μάλιστα, άμα μου βγει κάνα μελαγχολικό έργο, το καταστρέφω, το χαλάω, δεν τ’ αφήνω να ζήσει. Το καταργώ.

-Το κρύβετε κάτω από έργα άλλα; Θα βρεθούν όλ’ αυτά στο μέλλον, ξέρετε, «ουδέν κρυπτόν υπό τις τέμπερες» πια.
-Μπα, δεν ανησυχώ, δεν έχω τέτοιες ανησυχίες. Σήμερα ζωγραφίζει το σύμπαν. Οι επιστήμονες με τα νέα κόλπα ψάχνουν μερικούς ζωγράφους στην Αναγέννηση, στο Βυζάντιο. Εμένα, εμάς, θα ψάξουνε; Μόνο στην Ελλάδα σήμερα ζωγραφίζουν πάνω από δέκα χιλιάδες άνθρωποι.

-Και πώς πάνε, λέτε;
-Ξέρω ‘γώ; Μια χαρά πάνε όλοι! Ο καθένας παίζει το δικό του σκοπό. Κι όσοι είναι λίγο πιό επιτήδειοι και τα καταφέρνουν με τα κοινωνικά και τις δημόσιες σχέσεις, έχουν μοίρα καλύτερη. ‘Η όσοι είναι τυχεροί κι αρέσει η δουλειά τους στο ευρύ κοινό. Που πάλι δεν σημαίνει πως αυτή είναι και καλή ζωγραφική. Δεν πιάνεις το Θεό, όταν αρέσεις σε πολύν κόσμο. Τίποτα δεν σου εξασφαλίζει τη ...μετά θάνατον ζωή. Τίποτα. Μέσα σου νά ‘σαι λίγο ευχαριστημένος μ’ αυτό που κάνεις. Αυτό είναι αρκετό.

-Δηλαδή, εσείς τη μοίρα του Βαν Γκογκ, που πούλησε σ’ όλη του τη ζωή μόνο έναν πίνακα στον ...αδελφό του, δεν θα τη θέλατε;
-Δεν θά ‘στε καλά! Μετά, όταν πεθάνω, ας τα κάψουνε όλα, όσοι έχουν έργα μου. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου, την επόμενη κιόλας στιγμή. Και τώρα! Αν θέλει ν’ αγοράσει κάποιος ένα έργο μου και να το κάψει μπροστά μου, έχει το ελεύθερο από μένα χωρίς πολλά-πολλά. Αρκεί να το πληρώσει.

-Σαν γιαπωνέζος που καίει Ρέμπραντ;
-Πραγματικά εμένα δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Μα καθόλου.

-Κι από τους αγαπημένους σας νά ‘ναι ο πίνακας;
-Δεν έχω τέτοια εγώ. Από τη στιγμή που έχω τελειώσει κάτι, δεν μ’ ενδιαφέρει πια καθόλου. Την ώρα που το ζωγραφίζω μόνο περνάω καλά. Περνάω την ώρα μου. Σκέφτομαι πώς θα το σχεδιάσω, πώς θα το αναπτύξω, πώς θα το ολοκληρώσω, ανάλογα με τις ικανότητές μου κι εγώ. Αλλά μετά, κατόπιν εορτής, δεν έχω καμμία, μα καμμία μεταφυσική ανησυχία. Ούτε μ’ αρέσει κι όλη αυτή η ιστόρια με την Τέχνη, με τα μουσεία, που σέρνεται ο κόσμος και περνάει και φεύγει, και βλέπει, και ξαναβλέπει.

-Ούτε Ελ Γκρέκο να μη τρέχουμε στα μουσεία, στις πινακοθήκες να δούμε;
-Μα κι ο Ελ Γκρέκο γι’ άλλες διαδικασίες ζωγράφιζε: για τις εκκλησίες, να προσεύχονται οι άνθρωποι. Θέλει πίστη πολλή σήμερα για να αντέξει ο μέσος άνθρωπος τόση πολλή τέχνη...

-Αυτές οι απόψεις σαν να μοιάζουν με κάποιες δύο πολύ αγαπημένων σας ανθρώπων, μ’ εκείνες του Χατζιδάκι και του Γκάτσου.
-Ναι, έχω επηρεαστεί από αυτούς τους δύο. Αλλά να κρατάμε και τις αποστάσεις: άλλο εγώ, κι άλλο αυτά τα δύο ιερά τέρατα. Τους θαύμαζα, τους αγαπούσα, με διδάσκανε επί πολλά χρόνια με τα λόγια και τον τρόπο τους, κι ακόμα τον ίδιο σεβασμό, και μεγαλύτερο, τρέφω και για τους δύο τους.


-Αυτό που λέτε τώρα είναι κόντρα στη θεωρία της ...αντι-μεταφυσικής που προωθείτε.
-Άλλο τα τραγούδια. Τα τραγούδια τα καλά τα ζει κανείς για πάντα. Γι’ αυτό κι η τέχνη αυτών των δύο παραμένει ενεργή κι αθάνατη.

-Πώς το κατάφερε, λέτε, ο Χατζιδάκις αυτό; Να μη γερνάνε ποτέ οι μουσικές του, να είναι πάντα μέλλον;
-Το κατάφερε γιατί δεν έχασε ποτέ την αλήθεια του. Άμα κάνεις κάτι αλήθεια, αυτό αποκτά και δύναμη μεγάλη και διάρκεια πολλή. Με κόλπα, με τα κόλπα δεν γίνεται. Κι υπάρχουν πολλά κόλπα στην τέχνη σήμερα, σ’ αυτή τη σύγχυση μέσα, που ζούμε όλοι, όλες οι κοινωνίες. Όπου ούτε κοινός μύθος υπάρχει, ούτε κανένα εμφανές κριτήριο. Σπάει ο άλλος ένα κουτί με μπογιά στον τοίχο, κι αυτό είναι μιά χειρονομία τέχνης, και γι’ αυτόν, και για πολλούς άλλους ίσως. Αλλά γι’ άλλους πάλι δεν είναι. Δεν κατηγορώ τώρα κανέναν, πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Δεν ξέρω να υποστηρίξω τίποτα. Αυτό όμως που ο χρόνος ξαφνικά το κρατάει, και δεν το πετάει, και το διασώζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτό κάτι έχει μέσα του. Πες το ζωή, πες το τέχνη, πες το όπως θες.

-Κι η Ελλάδα σήμερα; Μιά κι αναφέραμε τώρα δύο ανθρώπους φωτεινούς και ως προς το έργο και προς τη φιλοσοφία τους τη ζωής...
-Η Ελλάδα σήμερα είναι μία χώρα διεφθαρμένη απ’ άκρου εις άκρον. Η πιό διεφθαρμένη ίσως χώρα στον κόσμο. Φανταστείτε πως είμαστε δέκα εκατομμύρια άνθρωποι, κι έχουμε διπλάσια σκουπίδια από ολόκληρη Γερμανία, που έχει εξήντα εκατομμύρια κόσμο!

-Βαριές κουβέντες αυτές. Αυτό πού το ξέρετε, το διαβάσατε κάπου;
-Ναι. Το διάβασα κάπου. Χυδαιότητα δεν σημαίνει αυτό; Ψέμα, σπατάλη απίστευτη δεν σημαίνει; Δεν υπάρχει άλλος λαός που να σέβεται λιγώτερο τον εαυτό του, τη χώρα του, τα προϊόντα, το οικοσύστημά του. Εμείς δεν σεβόμαστε τίποτα. Υπάρχουμε στο χάρτη σαν εξαίρεση πια, και μόνο. Όπως εξαίρεση ήσαν κι ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις, βέβαια, ή η Κάλλας, ο Μητρόπουλος, ο Ζαχαρίου, ο Πασχάλης, ο Καββαδίας που λέγαμε και μερικοί ακόμα ποιητές εδώ γύρω. Ο Παπαδιαμάντης. Κι αν πούμε εκατό ονόματα, πάλι στο χάος μέσα θά ‘μαστε.

-Μήπως αυτή η παραίτηση και το εχθρικό στην Ελλάδα περιβάλλον κάνει τους καλούς ακόμα καλύτερους, τους δημιουργούς ακόμα πιο δυνατούς;
-Δεν ξέρω. Εξαιρέσεις παντού υπάρχουν. Αλλά οι άλλοι λαοί έχουν και κάποια παιδεία. Που εμείς κάποτε φαίνεται πως την είχαμε, και τώρα πια τη χάσαμε. Τα σπάνε όλα τα παιδιά σήμερα, και τα πανεπιστήμια, και τα σχολεία, και τα πολυτεχνεία, ζητώντας κάτι άλλο.Τί; Ίσως να ξαναπερπατάνε μες στα χιόνια όπως εγώ μικρός, να πάω να βρω το δάσκαλο, που κι αυτός ερχότανε με τα πόδια μες στο χιόνι από ένα άλλο χωριό. Αλλά οι μόνοι άνθρωποι που ξέρανε γράμματα ήσαν οι άνθρωποι εκείνων των εποχών. Ξέρει κανείς σήμερα γράμματα; Που μπορείς μ’ ένα λαπ-τοπ νά ‘χεις μπροστά σου τον κόσμο όλον.

-Δηλαδή;
-Τί, δηλαδή; Είμαστε μιά κοινωνία κατεστραμμένη σ’ όλα τα επίπεδα. Εδώ το δέκα τοις εκατό των μαθητών έχουν δοκιμάσει ναρκωτικά από δέκα χρονών. Το καταλαβαίνετε αυτό;

-Τα ίδια και χειρότερα όμως γίνονται κι αλλού. Στους αμερικάνους.
-Τί με νοιάζουν οι αμερικάνοι; Μιλάμε για μιά χώρα εδώ σπουδαία μιά φορά κι έναν καιρό, απ’ όπου ξεκίνησαν σχεδόν τα πάντα. Όλες οι έννοιες, η φιλοσοφία, η δημοκρατία, το θέατρο, η επιστήμη, η ιατρική, τα μαθηματικά. Και κοίτα πού είμαστε σήμερα: μετακόμισε ο πολιτισμός μας! Πήγε βόρεια, δυτικά, ανατολικά, ούτε ξέρω κι εγώ πού πήγε.

-Όλη αυτή η σπατάλη κι η ασυνειδησία κάποια στιγμή δεν θα μας φέρει, αργά ή γρήγορα, σε μεγάλο αδιέξοδο;
-Ήδη μας έχει φέρει. Αύριο-μεθαύριο, θ’ αρχίσουμε να κατασπαράσσουμε ο ένας τον άλλον...

-Τόσο άσχημα;
-Τόσο. Τα λέω εδώ και κάποια χρόνια εγώ αυτά. Ξέρετε τί είναι να κάνουν όλοι σαν αγγαρεία τη δουλειά τους; Οι δάσκαλοι είναι πια σταρ στις τηλεοράσεις, δεν περιμένουν τα παιδιά στα πανεπιστήμια, στα σχολεία. Περνάμε τώρα το δράμα της επιθυμίας όλων, μα όλων, να γίνουν σταρ. Έστω και για μια μέρα, για μιάν ώρα, για ‘κείνα τα περίφημα δέκα λεπτά του Γουώρχωλ. Ξέρετε τί μέγιστο δράμα είναι αυτό; Να ζεις χωρίς πάθος μόνο γι’ αυτό το πάθος;

-Είμαστε σε πορεία ανάδρομη πολύ;
-Ναι. Και δεν μπορούμε πια να την αλλάξουμε με τίποτα. Και χιλιάδες πανεπιστήμια να γίνουνε, με κτίρια τέλεια, με κάμπους και πάρκα τροπικά, με θέατρα και στάδια, με αιρ-κοντίσιον και αέρηδες να φυσάνε, με καθηγητές απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, πώς να ξαναφτιάξουν των ανθρώπων οι ψυχές, πώς να ξανα πάρει μπροστά ο πολιτισμός μας;
.
.

Γιώργος Σταθόπουλος (φωτογραφία: Ορέστης Σταθόπουλος)

.

.

.

Σημείωση: Ένα ευχαριστώ στον Σωτήρη Κακίση για την άδεια να δημοσιευτεί στο Άρωμα του Τραγουδιού η συνέντευξη του Γιώργου Σταθόπουλου, καθώς και για την παραχώρηση των φωτογραφιών από το προσωπικό του αρχείο.

.

6 σχόλια:

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

Όσο η ανάρτηση για τον ζωγράφο Γιώργο Σταθόπουλο παραμένει χρονικά τελευταία, ακούμε τα τραγούδια:

Ένα σπίρτο στο τραπέζι, σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και στίχους του Νίκου Γκάτσου με τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη, από τον κύκλο τραγουδιών «Αθανασία»

Το πρακτορείο, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και στίχους του Νίκου Γκάτσου με τη Δήμητρα Γαλάνη. Ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 3 Αυγούστου 2002.

Ο καφές. Ανέκδοτο τραγούδι των Χειμερινών Κολυμβητών και του Αργύρη Μπακιρτζή σε στίχους του 98χρονου Σταύρου Καραμανιόλα. Έγκυρες πηγές (!), ανέφεραν ότι η μουσική των Χειμερινών Κολυμβητών αρέσει στον Γιώργο Σταθόπουλο. Δε θα μπορούσαμε λοιπόν να μην ακούμε κάτι δικό τους στην ανάρτηση την αφιερωμένη στον ζωγράφο..

saltatempo είπε...

Ο Χρόνος πάντα σέβεται αυτόν που ονειρεύεται
ποιος δεν το ξέρει….

Χρόνια πολλά Δημήτρης

Μουσικά Προάστια είπε...

Υποδειγματικό αφιέρωμα, και εκτυφλωτικά τα χρώματα του Σταθόπουλου. Χρόνια πολλά και καλά για σένα και την οικογένειά σου, τα υπόλοιπα από κοντά. Φιλιά, ηρ.

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@saltatempo: όπως ακριβώς το λέει η Αλεξίου σε αυτό στίχο! Ακριβώς έτσι!!
Καλές γιορτές και χρόνια πολλά.



@μουσικά προάστια: όταν ο Χατζιδάκις, ο Αργυράκης και ο Κακίσης πιάνουν μολύβι και χαρτί, δε μπορεί παρά η ανάγνωση των κειμένων τους να φωτίζει ακόμα πιο βαθιά το έργο και την προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη τέτοιου διαμετρήματος.

Χρόνια πολλά και καλά, και μια χρονιά δημιουργική και καλύτερη απ’ την προηγούμενη. Τα υπόλοιπα από κοντά και άμεσα, παρακαλώ.
Φιλιά

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ είπε...

Θυμάμαι... την λαχτάρα. Πρώτα το εξώφυλλο, ύστερα ο δίσκος. Έτσι έμαθα τον Σταθόπουλο και τα έργα του. Έτσι σεργιανούσε τότε η τέχνη μαζί με μουσική και τραγούδια. Υπήρχε η αγωνία για το ποιος φιλοτέχνησε. Μετά όλα άλλαξαν, συρρικνώθηκαν. Χάσαμε την επαφή με τα εικαστικά δρώμενα. Τι κρίμα...
Χρόνια Πολλά σε σένα και τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Τις χάρηκα τις ευχές που μούστειλες. Θα υιοθετήσω την νέα μορφή επικοινωνίας μας. Καλή χρονιά και με πολλά πολλά αφιερώματα.

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@Σοφία Στρέζου: ακριβώς έτσι “σεργιανούσε τότε η τέχνη” και ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα κάποιες εκδόσεις που ακολουθούν αυτή την αισθητική˙ λιγότερες, αλλά υπάρχουν.
Όσο η παραγωγή των δίσκων συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια (εκδότες, επιχειρηματίες νυχτερινών κέντρων, κλπ), θα συρρικνώνεται και η παραγωγή των δίσκων που θα αποτελούν ολοκληρωμένες αισθητικές προτάσεις, και όχι απλά μια 12άδα σκόρπιων τραγουδιών που εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις του καλλιτέχνη απέναντι στο συμβόλαιο που έχει υπογράψει με την εταιρεία.

Χρόνια Πολλά και καλά και σε σένα.
Καλή και δημιουργική Χρονιά