
.jpg)
Με χαρά φιλοξενώ σήμερα στο «Άρωμα του Τραγουδιού», από κοινού με το αδερφό blog των Μουσικών Προαστίων, δύο ανέκδοτα τραγούδια που θα περιλαμβάνονται στο νέο δίσκο της Δανάης Παναγιωτοπούλου. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που τα Μουσικά Προάστια παρουσιάζουν την Παναγιωτοπούλου˙ τον Μάιο του 2007 παρουσίασαν τον «Οίκο αντοχής» (εδώ) και τον Ιανουάριο του 2008 δημοσίευσαν μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη τής τραγουδοποιού στον Ηρακλή Οικονόμου (εδώ). Με τις παράλληλες αναρτήσεις μας (εδώ από τα Μουσικά Προάστια), παίρνουμε μια πρώτη γεύση από το «Homo logotypus» της Παναγιωτοπούλου, ακούγοντας τα τραγούδια «Ίλιγγος» και «Λόλα».
Το πρώτο, μια υπέροχη σπαρακτική μπαλάντα (πως λυγίζει η φωνή στη φράση “μα θέλω να σ’ αρέσω”!!), με την κιθάρα να συνοδεύει με νεοκυματικούς δακτυλισμούς τους στίχους, και την Παναγιωτοπούλου να ξεδιπλώνει με ευαισθησία τη μελωδία της μαζί με την ψυχή της. Ένα απόλυτα προσωπικό τραγούδι που δε σηκώνει περισσότερα λόγια˙ μονάχα συνεχείς, κατ’ ιδίαν ακροάσεις. Το δεύτερο τραγούδι, καυστικό, βαθιά πολιτικό, με χιουμοριστική διάθεση, οργανώνει μια ολόκληρη παρέλαση του παραλόγου, όπου ασφαλίτες και καναλάρχες σε ένα μοναδικό παραλήρημα συναντιούνται με τη Λόλα που ξεπήδησε από εκείνη την παλιά ...αθώα διαφήμιση για να μας “διδάξει τη φωτιά”. Κι ο στίχος “τ’ αστεία μου είναι μαύρα, μα ζω μέσα σε χάβρα”, θα μπορούσε να είναι σύνθημα γραμμένο σε κάποιο τοίχο μιας συνοικίας της Αθήνας...
.
Ίλιγγος
Με πιάνει μαύρος ίλιγγος στα πόδια σου πριν πέσω
και λύνω τα κορδόνια μου να μοιάζουν με φτερά,
του πανικού τεχνάσματα, μα θέλω να σ’ αρέσω
έλα μια βόλτα στα χαλάσματα
έχω ζευγάρι δεκανίκια εφεδρικά.
Βαρέθηκα να πολεμώ τους άσσους στα μανίκια
τα νιάτα μου πεινάσανε και άστοχα χτυπάν,
μα απ’ τις παγίδες τρέφομαι σαν όλα τα ποντίκια
με κάτι αγρίμια ξενιτεύομαι
κι ας ξέρουν μόνο πίσω πώς να μη γυρνάν.
Τώρα τα χάδια σου μου λεν καθένας το σταυρό του
με στόμα επιδέξιο ρουφάς τη μοναξιά,
αύριο θα παίξουμε ξανά το γυρισμό του ασώτου
κάποια Αριάδνη σε κοιτά
με μια κλωστή σε δένει και μας κυβερνά.
Το δάχτυλό μου στην πληγή μα ακόμα δεν πιστεύω
νηφάλια και παράλογη η γη που περπατώ,
απ’ την πηγή που ξεδιψάς όλο σταγόνες κλέβω
κάνε ξανά πως δεν κοιτάς
μόνο για σένα, είπες, κάνω το χαζό.
Λόλα
Στους δρόμους τραγουδάνε ασφαλίτες
και ρίχνουν οιστρογόνα στη λίμνη Μαραθώνα,
να πίνουν τρείς φορές τη μέρα οι διαφημιστές
κι αντί να γίνουν όλα τα παιδιά παγανιστές
αλλάζουνε καθρέφτες κι εραστές (αμάν – αμάν)
αλλάζουνε καθρέφτες κι εραστές.
Η Λόλα τη φωτιά θα μας διδάξει
τα αστεία μου είναι μαύρα μα ζω μέσα σε χάβρα
που σπάει πορσελάνες και τη φτώχια νοσταλγεί
οχτώ φορές τη μέρα σιδερώνει την πληγή
και θέλει αύριο ν’ αναστηθεί, (σώνει και ντε)
και θέλει αύριο ν’ αναστηθεί.
Στα οπίσθια του Μέγα Καναλάρχη
επάγγελμα διαδρομιστής και του οργάνου του εραστής,
τα βράδια που ονειρεύομαι τον κόσμο αλλιώς πλασμένο
στο Σύνταγμα καταμεσίς τον βλέπω κρεμασμένο
και με ξυπνάει ο Φρόυντ απελπισμένος (“πως είσαι έτσι;”)
και με ξυπνάει ο Φρόυντ απελπισμένος.
Ακόμα τραγουδάνε οι ασφαλίτες
ηλίθιες μελωδίες, ματζόρε τραγωδίες
και στην τραμπάλα λούστροι απαιτούν προαγωγή
αυτή η παιδική χαρά ποτέ δε θα καεί
η Λόλα πήδηξε απ’ την κουπαστή (αλλά δεν έπαθε τίποτα!)
η Λόλα πήδηξε απ’ την κουπαστή.
Η Δανάη Παναγιωτοπούλου έχει αρχίσει ήδη να χαράζει τον απόλυτα προσωπικό της δρόμο στο τραγούδι. Δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η ευαισθησία, το καυστικό χιούμορ και η διεισδυτική ματιά της στη σύγχρονη πραγματικότητα, γεννούν τραγούδια που ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο της παραγωγής των νέων τραγουδοποιών. Το θέμα όμως, δεν είναι η σύγκριση με ό,τι άλλο βγαίνει στην αγορά˙ είναι η διαπίστωση πως, το ελληνικό τραγούδι έχει απόλυτη ανάγκη από δημιουργούς που να προτείνουν μια νέα μουσική και στιχουργική γλώσσα, σύγχρονη, που να αφουγκράζεται την εποχή και να μπορεί να μεταφέρει τη συγκίνηση που μεταδίδουν τα πραγματικά τραγούδια. Η Παναγιωτοπούλου πλάθει τις δικές της ιστορίες που, άλλες φορές υπαινικτικά και άλλες με ευθύ και άμεσο τρόπο, απεικονίζουν τον μέσα και έξω κόσμο της με τέτοια τέχνη, που αυτόματα γίνεται και δικός μας. Κι αυτή η διαδικασία είναι όλο και πιο δυσεύρετη στη σύγχρονη δημιουργία.
Τα πρώτα δείγματα από τη δουλειά της Παναγιωτοπούλου περιέχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν ένα τραγούδι δυνατό και άμεσο, που βρίσκει τον τρόπο να τρυπώνει στις αισθήσεις και να “αναγκάζει” όλους εμάς που ανακαλύψαμε τον «Οίκο αντοχής», να σιγοτραγουδάμε:
Τον ποιητή που θα’ γραφε το έπος της γενιάς μου
τον βρήκα ξημερώματα σε μια στροφή του δρόμου,
τα μάτια κατακίτρινα κι οι φλέβες του όλο τρύπες
βρυσούλες και ξεχύνονται του κόσμου όλες οι λύπες…
(από το τραγούδι «Λήθη», στο δίσκο «Οίκος αντοχής»)
.

.
.
.