Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα ποιησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα ποιησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

“… με στήθος κούφιο, ακούοντας εντός μας του μυστήριου τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια κι αριθμούς.”



Ήδη από το 2007 και το δίσκο Τι γυρεύεις στον ύπνο μου, πατέρα, ο Διονύσης Τσακνής “αποκάλυψε” την αδυναμία του στην ποίηση του Γιάννη Σκαρίμπα με τη μελοποίηση του ποιήματος Ουλαλούμ. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι η μελοποίηση αυτή εντάχθηκε στον μέχρι τώρα πιο προσωπικό κύκλο τραγουδιών του Τσακνή, κάτι που προϊδέασε όσους παρακολουθούν στενά την πολύχρονη πορεία του τραγουδοποιού για αυτό που θα ακολουθούσε τρία χρόνια αργότερα. Με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών του Γιάννη Σκαρίμπα από τις εκδόσεις Νεφέλη υπό τον τίτλο Άπαντες στίχοι 1936–1970, ο Τσακνής καταπιάστηκε με τη μελοποίηση 11 ακόμα ποιημάτων από τη συλλογή Εαυτούληδες. Το cd κυκλοφόρησε το 2010 για να συνοδεύσει αυτή την έκδοση, αποτελώντας παράλληλα την πρώτη ολοκληρωμένη εργασία μελοποίησης ποιημάτων του Σκαρίμπα, μιας και μέχρι σήμερα στη δισκογραφία συναντάμε μονάχα σκόρπιες μελοποιήσεις ποιημάτων του (από τον Χορό συρτό σε μουσική του Χρύσανθου Μουζακίτη στους Αγώνες της Κέρκυρας του ’81 και την Φαντασία της Μαρίας Βουμβάκη, μέχρι το ανεπανάληπτο Ουλαλούμ του Νικόλα Άσιμου).

Οι Εαυτούληδες του Διονύση Τσακνή συγκεντρώνουν όλο τον μουσικό Τσακνή όπως τον έχουμε γνωρίσει μέσα από τις ροκ αναζητήσεις του, αλλά πρωτίστως από τις μουσικές που κατά καιρούς έχει γράψεις για το θέατρο. Όπως αναφέρει και ο ίδιος στο σημείωμα του δίσκου «έπρεπε να “ξεκλειδώσω” τον περίεργο δάσκαλό μου και να ανακαλύψω μέσα στην έτσι κι αλλιώς άριστη μετρική του τον τρόπο που δεν θα πρόδιδε τα υπερρεαλιστικά του νοήματα». Στη ποίηση του Σκαρίμπα ο Τσακνής βρίσκει το πιο πρόσφορο έδαφος για να αναμετρηθεί με την ιδιαίτερη γραφή του ποιητή και να φτιάξει τραγούδια που να μπορούν να τραγουδηθούν. Δεν ακολουθεί την μόδα τού άσκοπου και χωρίς νόημα “πειραματισμού”, αλλά αφουγκράζεται τη μουσική και το ρυθμό που από μόνη της ορίζει η ποίηση του Σκαρίμπα. Στο τελικό αποτέλεσμα σημαντικό ρόλο παίζουν και οι ενορχηστρώσεις του Δημήτρη Μπαρμπαγάλα, με τα πνευστά να επιβάλουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή στους στίχους του ποιητή.
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια αυτής της εργασίας είναι η μελοποίηση στο ποίημα Τα ρομπότ. Ο Τσακνής καταφέρνει με τρόπο θαυμαστό, χρησιμοποιώντας μια απλή μελωδική γραμμή, να αποδώσει μουσικά όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτό το τόσο πρωτότυπο σε μορφή και περιεχόμενο ποίημα. Η ειρωνική και βαθιά πένθιμη διάθεση που αποπνέει η γλώσσα του Σκαρίμπα, βρίσκουν στη μουσική του Τσακνή τον ιδανικό τρόπο για να αναδειχτούν και να αφήσουν ανόθευτη την αίσθηση που αφήνει πίσω της η κάθε λέξη. Εγχείρημα καθόλου εύκολο, εάν παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που ο Σκαρίμπας τοποθετεί την κάθε λέξη και τα πολύπλοκα (για ποίημα) σημεία στίξης που χρησιμοποιεί για να αποδοθεί με τρόπο τόσο άρτιο το πνεύμα του ποιήματος.
Το μόνο σημείο που “αυθαιρετεί” ο Τσακνής, είναι όταν αλλάζει τη σειρά των στροφών για να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη στροφή ως ρεφρέν.

Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους
ξένα πουλιά γης άγνωστης –Πρώσσοι εδώ ατενείς–
κι είμαστ’ εδώ (στης χάλκινης καρδιάς μας μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο εντός μας γύρισμα και ρόγχο μηχανής.

Κι ήταν ωραία –πρώτο φτερό– άκρη, άκρη τ’ ακρωτήριου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με πόζες και ρυθμούς,
με στήθος κούφιο, ακούοντας εντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια και αριθμούς.

Πρώτο φτερό –τι πήδημα!– Παράδεισος που εχάθη
η πρώτη ανυπαρξία μας (αργά τάχα ή νωρίς;)
κι είμαστ’ –α-χά!– απ’ το υλικό (να ζούμε χωρίς λάθη)
πουν’ –με σοφία– οι ηλίθιοι και οι σοφοί ’ν’ χωρίς…

Λειψοί ή περίσσοι; Αίνιγμα! Μυστήριο γύρω οι τόποι
κι ο σπαραγμός της μύτης μας μοιάζει άνθος τ’ ουρανού
– δε φτάσαμε ή περάσαμε –κι εμείς– νάμαστ’ ανθρώποι;
δώθες τάχα σταθήκαμε˙ ή πέρα από το νου;

Καταλυτικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα παίζει αναμφισβήτητα τόσο η συμμετοχή του Γιώργου Μεράντζα όσο και η εμπνευσμένη ενορχήστρωση του Δημήτρη Μπαρμπαγάλα. Ο μεν πρώτος με την καθοριστική ερμηνεία του δίνει ένα μοναδικό ρεσιτάλ μεστού τραγουδιστικού λόγου που θα ζήλευαν πολλοί ομότεχνοί του, ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς, που αρκούνται απλώς στην άρτια αλλά χωρίς ψυχή ερμηνευτική προσέγγιση των τραγουδιών. Απ’ την άλλη, η ενορχήστρωση του Μπαρμπαγάλα είναι που σφραγίζει οριστικά την ταυτότητα της μελοποίησης του Τσακνή. Με πνευστά όπως γκάιντα, duduk, φαγκότο, τρομπόνια και τρομπέτες να κρατούν το ρυθμό παρέα με έναν “μουρμούρη” μπαγλαμά να παίζει την βασική μελωδία, καταφέρνει να αναδείξει όλα τα παραδοσιακά αλλά και έντεχνα (για να μην πω λόγια) στοιχεία της μελοποίησης. Τα ρομπότ του Γιάννη Σκαρίμπα με τη μουσική του Διονύση Τσακνή αποτελούν μια από τις ελάχιστες πρόσφατες καταθέσεις που συμπυκνώνουν με τέτοιο τρόπο την ένωση ποίησης και μουσικής και τη μετατροπή τους σε ένα τραγούδι που μπορεί και λειτουργεί αυτόνομα, πέρα από τις προθέσεις του ποιητή ή ακόμα και του μουσικού.
.
.
.
-----------------------

Τα ρομπότ. Ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα, μουσική Διονύση Τσακνή, με τον Διονύση Τσακνή και τον Γιώργο Μεράντζα.


Εξώφυλλο της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης
των ποιητικών συλλογών του Γιάννη Σκαρίμπα
Εκδόσεις Κάκτος, 1976
Αρχείο του Αρώματος του Τραγουδιού


Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Ο Λόρκα στο ελληνικό τραγούδι

Μια περιδιάβαση στα μουσικά μονοπάτια του «γελαστού ποιητή»

των Μάκη Γκαρτζόπουλου και Ηρακλή Οικονόμου
.

Πρόσφατα, το ισπανικό κράτος αποφάσισε να προχωρήσει στην εκταφή των οστών του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελεσμένος από τους φασίστες του Φράνκο, ο «γελαστός ποιητής» συνεχίζει να απασχολεί τη συλλογική μνήμη της πατρίδας του αλλά και του ελληνικού τραγουδιού.

«Πάνω απ' όλα μουσικός»
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε το 1898 έξω απ’ τη Γρανάδα. Τριάντα οχτώ χρόνια μετά, στις 19 Αυγούστου 1936, έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες των φαλαγγιτών «μες στου Βιθνάρ το ρέμα». Στη σύντομη ζωή του πρόλαβε να σημαδέψει ανεξίτηλα τα Ισπανικά γράμματα, ως ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Μια άλλη, λιγότερο γνωστή πτυχή της πολύπλευρης προσωπικότητάς του είναι η μουσική. Ο ίδιος ήταν ταλαντούχος μουσικός, έχοντας λάβει μαθήματα από τον πιανίστα Αντόνιο Σεγούρα και τον περίφημο Μανουέλ ντε Φάλλια. Στην ποίηση, εξάλλου, στράφηκε μόνο όταν οι γονείς του απαγόρεψαν να συνεχίσει τις μουσικές του σπουδές στο Παρίσι. Στον ποιητή άρεσαν πολύ τα Τσιγγάνικα τραγούδια και η λαϊκή μουσική τέχνη της Ισπανίας, και γι’ αυτό είχε διοργανώσει ως και μουσικά φεστιβάλ, ενώ χαρακτηριστική είναι η παρουσία μουσικών όρων στα ποιήματά του. Αποκορύφωμα της μουσικής του δραστηριότητας στάθηκε ο δίσκος Collecion de Canciones Populares Españolas. Πρόκειται για διασκευές παραδοσιακών ισπανικών τραγουδιών που γραμμοφωνήθηκαν το 1931 με την τραγουδίστρια του φλαμέγκο, Argentinita και τον τον ποιητή στο πιάνο.

Ο Λόρκα των ελλήνων συνθετών
Η πρώτη συνάντηση του Λόρκα με τους έλληνες συνθέτες πραγματοποιείται το 1948, με αφορμή την παράσταση του Ματωμένου γάμου από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Ο μόλις 23 ετών Μάνος Χατζιδάκις, γράφει τη μουσική και μελοποιεί πέντε τραγούδια σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου. Το έργο παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι το 1965, όταν εκδόθηκε με ερμηνευτή τον Λάκη Παππά. Ο Χατζιδάκις έγραψε μουσικές και τραγούδια και για άλλες θεατρικές παραστάσεις έργων του Λόρκα. Στη δισκογραφία συναντάμε στον Μεγάλο Ερωτικό την αξεπέραστη ερμηνεία της Φλέρυς Ντανωνάκη στο τραγούδι Πέρα στο θολό ποτάμι από το έργο Περλιμπλίν και Μπελίσα, αλλά και το Τριαντάφυλλο, τραγούδι που ακούστηκε πρώτη φορά στην παράσταση Δόνια Ροζίτα του 1959 και ηχογραφήθηκε στη Λαϊκή Αγορά με ερμηνευτή τον Βασίλη Λέκκα.
Το 1967, ο Μίκης Θεοδωράκης ολοκληρώνει την μελοποίηση τού Romancero Gitano σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αρχικά, το έργο προοριζόταν να κυκλοφορήσει με ερμηνεύτρια την Αρλέτα. Η επιβολή της δικτατορίας ακύρωσε την έκδοση του έργου, το οποίο τελικά κυκλοφόρησε το 1975 με τη Μαρία Φαραντούρη και το 1978 με την Αρλέτα. Το έργο ηχογραφήθηκε ξανά για φωνή και κιθάρα με τη Φαραντούρη και τον διεθνούς φήμης κιθαρίστα John Williams.
Μέσα στη δικτατορία, το 1969, συναντάμε την ιδιαίτερα αξιόλογη προσέγγιση του Γιάννη Γλέζου στα 12 τραγούδια του Λόρκα, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο και τη συμμετοχή της Έλενας Κυρανά. Την απόδοση των στίχων υπογράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ενώ την εξαιρετική ενορχήστρωση επιμελείται ο Νίκος Μαμαγκάκης. Το 1974, ο Γλέζος καταπιάνεται ξανά με την ποίηση του Λόρκα, μελοποιώντας τον Αντόνιο Τόρες Χερέδια, με ερμηνεύτρια την Μαρία Δημητριάδη. Σημαντικός σταθμός στις μελοποιήσεις Λόρκα αποτελεί η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου στο ποίημα Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, εμπνευσμένο από τον θάνατο στην αρένα τού ομώνυμου φίλου τού. Η μετάφραση του έργου ανήκει στον Νίκο Γκάτσο, και το έργο ερμήνευσαν ο βαρύτονος Κώστας Πασχάλης και ο Μάνος Κατράκης στο ρόλο του αφηγητή. Το 1974, ο Χρήστος Λεοντής μελοποίησε Λόρκα στο δίσκο Αχ Έρωτα, σε ερμηνεία Τάνιας Τσανακλίδου και Μανώλη Μητσιά, και απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τραγούδια όπως Μέρα γεμάτη θλίψη, Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ και φυσικά το Λούζεται η αγάπη μου αγαπήθηκαν από το κοινό για τον αβίαστο λυρισμό τους.
Εξίσου επιτυχημένη υπήρξε και η συνάντηση του Λόρκα με τον Νίκο Μαμαγκάκη το 1983, στον κύκλο τραγουδιών Του έρωτα και του πάθους, σε μετάφραση Αγαθής Δημητρούκα. Ο δίσκος περιλαμβάνει τα παραδοσιακά τραγούδια που ο ίδιος ο Λόρκα είχε διασκευάσει στη Collecion de Canciones Populares Españolas, σε εναρμόνιση του Μαμαγκάκη και ερμηνεία της Νένας Βενετσάνου. Tο έργο κυκλοφόρησε ξανά το 2008 με ερμηνευτές τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και τη Ναταλί Ρασούλη.
Ο Λόρκα έχει εμπνεύσει και δημιουργούς που έχουν πειραματιστεί με πιο λόγιες μουσικές φόρμες, όπως ο Γιώργος Κουρουπός που έγραψε τα 8 τραγούδια σε ποίηση Λόρκα σε μετάφραση Αντρέα Αγγελάκη με ερμηνευτή τον Σπύρο Σακκά. Ο Λόρκα απασχολεί και εμπνέει και μια νεότερη γενιά δημιουργών όπως ο Δημήτρης Μαραμής, που το 2006 παρουσίασε τον δίσκο Του Σκοτεινού Έρωτα σε απόδοση Σωτήρη Τριβιζά και ερμηνεία Μίνωα Θεοχάρη, ενώ τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε τον Σκοτεινό Έρωτα με τον Μάριο Φραγκούλη.
Στην ελληνική δισκογραφία συναντάμε πλήθος σκόρπιων μελοποιήσεων του Λόρκα. Ο ποιητής σημάδεψε το δισκογραφικό ντεμπούτο του Μάνου Λοΐζου με το Τραγούδι του Δρόμου σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, που πρωτοηχογραφήθηκε το 1962 σε δίσκο 45 στροφών με τη φωνή του Γιώργου Μούτσιου και ηχογραφήθηκε ξανά με ερμηνεία του συνθέτη στα Τραγούδια του δρόμου. Τους στίχους ανακαλύπτει ο Λοΐζος στην Επιθεώρηση Τέχνης, το ιστορικό περιοδικό της Αριστεράς. Ο Θεοδωράκης συνέθεσε το τραγούδι Φεύγω για το Σαντιάγκο, που ερμήνευσε πρώτα ο Ζωρζ Μουστακί και στη συνέχεια η Αλίκη Καγιαλόγλου σε απόδοση Μιχάλη Μπουρμπούλη. Τρία μεμονωμένα ποιήματα του Λόρκα σε μετάφραση Ξενοφώντα Κοκόλη και μουσική του Μαμαγκάκη τραγουδάει η Λιζέτα Καλημέρη στο δίσκο Αιφνιδιασμός. Στο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου Η βροχή από κάτω βρίσκουμε την Άυπνη πόλη σε απόδοση Μαρίας Ευσταθιάδη, ενώ και οι Όναρ τραγούδησαν τη Μπαλάντα του νερού της θάλασσας στο δίσκο Μην πετάς θα σε δουν.
Άξιες προσοχής είναι οι μελοποιήσεις ελλήνων συνθετών σε ποιήματα του Λόρκα απευθείας απ’ το πρωτότυπο. Ενδεικτικά, αναφέρουμε το ποίημα Στις 27 του Αυγούστου και το γνωστό Τώρα νυφούλα μου χρυσή από τον Ματωμένο γάμο που μελοποίησε απ’ τα ισπανικά ο Ηρακλής Πασχαλίδης και περιλαμβάνονται στο δίσκο 12 μουσικά κομμάτια και 6 τραγούδια. Η Λαμπρινή Σκλήνου έχει μελοποιήσει απ’ το πρωτότυπο τις Πληγές της αγάπης στο δίσκο Οι ένδοξες κατακτήσεις ενός κούκου και ο Επαμεινώνδας Παπαμιχαήλ το Αίνιγμα της κιθάρας στο δίσκο Βλέποντας το θρίλερ.
Οι δισκογραφημένες συνθέσεις για θεατρικά έργα του Λόρκα στα ελληνικά είναι αμέτρητες, με πρώτο φυσικά διδάξαντα τον Χατζιδάκι και τον «Ματωμένο Γάμο» του. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις δουλειές του Νίκου Κυπουργού στη Γερμα από τον δίσκο Music on Stage και του Τάσου Καρακατσάνη στη Θαυμαστή μπαλωματού που κυκλοφόρησε στο δίσκο Έξι ενότητες θεατρικής μουσικής. Ξεχωριστή θέση κατέχει και Το τραγούδι της Χοσέφα σε μουσική Νότη Μαυρουδή, φτιαγμένο για Το σπίτι της Μπερνέρντα Άλμπα. Το έργο ανέβηκε το καλοκαίρι του 1987 στις γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού από ομάδα κρατουμένων, ενώ το τραγούδι ερμήνευσε η Αρλέτα στο δίσκο Κάπου ανατολικοδυτικά. Και ο Γιάννης Αγγελάκας μελοποίησε ποίηση του Λόρκα, για τις ανάγκες του θεατρικού έργου Μοργκεντάου.
Τέλος, αμέτρητες είναι οι επανεκτελέσεις τραγουδιών του Λόρκα. Ξεχωρίζουμε ενδεικτικά τη ζωντανή ηχογράφηση Του φεγγαριού τα πάθη (2002), όπου η Μαρία Φαραντούρη ερμηνεύει τρεις κύκλους του Λόρκα: τον Ματωμένο Γάμο σε μουσική Χατζιδάκι, τα Canciones Populares και το Romancero Gitano του Θεοδωράκη.



Το «φαινόμενο Λόρκα» και η ερμηνεία του
«Στην Ισπανία» είπε κάποτε ο Λόρκα, «οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους νεκρούς οποιασδήποτε άλλης χώρας στον κόσμο». Στην Ελλάδα, ο Λόρκα είναι πιο ζωντανός παρά ποτέ, στα τραγούδια του. Με διαφορά ο πιο ευρέως μελοποιημένος ξένος ποιητής, ο Λόρκα ενέπνευσε μια τεράστια γκάμα ελλήνων συνθετών. Η επιρροή του στην ελληνική μουσική επιτρέπει να τον θεωρήσουμε ως «δικό μας», ως εγχώριο ποιητή. Ενδεικτικά της απήχησης του υπήρξαν και τραγούδια άλλων γι’ αυτόν: το ποίημα Federico Garcia Lorca του Νίκου Καββαδία που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος, και το τραγούδι Ο θάνατος του ποιητή σε στίχους Πυθαγόρα και μουσική Απόστολου Καλδάρα: «Γιατί τον σκότωσαν, γιατί / τον γελαστό τον ποιητή;»
Ποιοι παράγοντες όμως έδωσαν στον Λόρκα αυτή την περίοπτη θέση στο τραγούδι; Καταρχήν, το μέγεθος της ποίησής του και ο αντίκτυπος της σε συνθέτες που διψούσαν να μελοποιήσουν ποιητικό λόγο. Ο Λόρκα ενσάρκωσε το διττό αίτημα της πρωτοπορίας και της λαϊκότητας που οι Έλληνες δημιουργοί είχαν ως σημαία στο έργο τους. Ο εκλεκτός των συνθετών Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει στα 1942: «Ο ποιητής που αυτή τη στιγμή μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, είναι ο Ισπανός Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Στην ποίηση του Λόρκα, οι Έλληνες συνθέτες συνάντησαν γνώριμα Μεσογειακά μοτίβα. Όπως λέει ο Μαμαγκάκης, «σαν Μεσογειακός ποιητής, ο Λόρκα μας άρπαξε απ’ την καρδιά και το μυαλό». Ταυτόχρονα, οι συνθέτες ανακάλυψαν στο έργο του ένα δημιουργικό χώνεμα τής παράδοσης μέσα σε νεωτεριστικές αισθητικές μορφές, που δεν μπορούσε παρά να έλξει μια γενιά δημιουργών ταγμένων στην αναζήτηση της «ελληνικότητας», στην «επιστροφή στις ρίζες» και σε ένα όραμα εθνικής και κοινωνικής αυτογνωσίας. Εξάλλου, και η ίδια η σχέση του Λόρκα με τη μουσική έκανε το έργο του ιδιαίτερα ελκυστικό για τους συνθέτες. Η ποίησή του εμπεριέχει ρυθμό και μουσικότητα που επέτρεψε την αβίαστη μελοποίησή της.
Επίσης, η ποίηση του Λόρκα αναδύθηκε σε συνθήκες όμοιες με αυτές μιας Ελλάδας καταπιεσμένης και ανελεύθερης, εκείνης δηλαδή της Ελλάδας που βίωσε η γενιά του έντεχνου-λαϊκού τραγουδιού των δεκαετιών του ’60 και ’70. Το έργο του Λόρκα ήταν απαγορευμένο στην ίδια τη χώρα του μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, μετά πέρασε μέσα από το ψαλίδι της λογοκρισίας, και έπρεπε να περιμένει τον θάνατο του Φράνκο το 1975 για να ακολουθήσει ελεύθερο την πορεία του. Τραγούδια του ποιητή βρέθηκαν στο στόμα των Δημοκρατικών στις μάχες κατά του Φράνκο. Η πολιτική διάσταση του σοσιαλιστή Λόρκα δεν άφησε ασυγκίνητους τους Έλληνες δημιουργούς.
Αντί επιλόγου, παραθέτουμε τα λόγια του ποιητή: «Σ’ αυτή τη δραματική στιγμή του κόσμου, ο καλλιτέχνης πρέπει να κλαίει και να γελάει με το λαό του… Ο πόνος του ανθρώπου και η σταθερή αδικία που βασιλεύει στον κόσμο μ’ εμποδίζουν να μεταφέρω το σπίτι μου στ’ άστρα». Ας δώσουμε τώρα το λόγο στη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα, τους συνθέτες Νίκο Μαμαγκάκη και Δημήτρη Μαραμή, και την τραγουδίστρια Μαρία Φαραντούρη, το έργο των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον Ισπανό ποιητή. Τους ευχαριστούμε θερμά για την ανταπόκριση.

Αγαθή Δημητρούκα
«Κορίτσι δεκατριών δεκατεσσάρων χρόνων», παραφράζοντας ένα στίχο του φίλου Χρονά, ξόδευα το χαρτζιλίκι μου στα βιβλιοπωλεία κάποιας επαρχίας. Το όνομα Γκάτσος μού ήταν οικείο από τα τραγούδια που θαύμαζα και το θέατρο της Τετάρτης, που άκουγα στο ραδιόφωνο. Έτσι πήρα το Ματωμένο γάμο κι ώσπου να τελειώσω το διάβασμά του, μου έγινε και το όνομα Λόρκα οικείο. Κι όταν, αργότερα, ο ίδιος ο Γκάτσος μού διάβασε αγαπημένα του αποσπάσματα από το πρωτότυπο, αποφάσισα να μάθω κι εγώ ισπανικά. Γι’ αυτό, λίγο μετά το ’80 και μπρος στην άρνηση του Γκάτσου –λόγω έλλειψης χρόνου– να αποδώσει στα ελληνικά τα παραδοσιακά ισπανικά τραγούδια που ο Λόρκα είχε συλλέξει και εναρμονίσει, ο Πατσιφάς τον ρώτησε «Μήπως μπορεί η Αγαθή;» κι εκείνος απάντησε «Θα μπορέσει· θα τη βοηθήσω κι εγώ».
Όταν μεταφράζει κανείς ένα τραγούδι, λαμβάνει υπόψη του και το αίσθημα που του δίνει η μελωδία. Έτσι, στο τραγούδι Το παλιό το καφενείο, σε μια μελωδία που μου έβγαζε μελαγχολία, προτίμησα ένα δραματικό τέλος αντί για το ευτυχές που αφηγούνται οι ισπανικοί στίχοι. Ως προς τη γλώσσα, ακολούθησα το δημοτικό ύφος του πρωτοτύπου χωρίς αστικά ή λόγια στοιχεία. Γι’ αυτό με ξένισε η μουσική απόδοσή τους, όπως με ξένισε και ο τίτλος Του έρωτα και του πάθους, επειδή παραπέμπει σε μια αντίληψη περί εξωτισμού της Ισπανίας. Τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια, με παράλλαξη των στίχων τους, είχαν γίνει εμβατήρια και παιάνες των δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο. Για παράδειγμα, το τραγούδι Τα τέσσερα παλικάρια, θρυλούσε την αντίσταση της Μαδρίτης.
Συχνά ανατρέχω στα άπαντα του Λόρκα, είτε για να διαβάσω είτε για να μεταφράσω κάποιο ποίημά του ή κάτι που είχε πει. Πάντα, όμως, αναζητώ πίσω απ’ τα κείμενα την εικόνα του όπως αποτυπώθηκε σε χρονικά της εποχής: με τη φόρμα της Barraca, να εκπέμπει μια γλυκιά αύρα και να ίπταται κάμποσους πόντους από το έδαφος, σαν να είχε ξεκινήσει την πορεία του προς τον ουρανό.

Νίκος Μαμαγκάκης
Η γοητεία του Λόρκα ήρθε σε μένα βλέποντας τα θεατρικά του έργα, και ιδιαίτερα τον Ματωμένο Γάμο. Η επιρροή πάνω μου ήταν άμεση, καθώς το έργο αυτό έχει πολλά Κρητικά στοιχεία. Στη συνέχεια, βρήκα εντελώς σύγχρονη και ξεχωριστή την ποίησή του ενώ, όταν σπούδαζα στο Μόναχο, ήμουν φίλος με τον αρχιμουσικό Ραφαέλ Φρίμπεκ ντε Μπούργκος ο οποίος με μύησε στον Λόρκα και στη φιλία του με τον Μανουέλ ντε Φάλια. Όταν ο Λόρκα συνελήφθη από τους μπασκίνες του Φράνκο, το έμαθε ο ντε Φάλλια και προσπάθησε να τον συναντήσει. Νόμιζε ότι με τη φήμη του θα μπορούσε να τον σώσει…
Ένας συνθέτης διαβάζοντας Λόρκα οδηγείται κατευθείαν σε μελοποιίες… ο στίχος του Λόρκα είναι προκλητικός για κάθε συνθέτη. Ο ίδιος ο Λόρκα είχε εναρμονίσει μια συλλογή λαϊκών τραγουδιών με τρόπο εντελώς ορθόδοξο, τα οποία καταχωρήθηκαν σαν τραγούδια του Λόρκα αλλά στην πραγματικότητα είναι παμπάλαια λαϊκά τραγούδια της Ισπανίας. Αυτά τα τραγούδια τα πήρα εγώ με τη Νένα Βενετσάνου, άφησα μόνο τα μελίσματα των στίχων, τα εναρμόνισα από την αρχή, έβαλα εισαγωγές και επεισόδια που δεν υπήρχαν μέσα, και έγινε ένα έργο με τη δική του αυτονομία. Έβαλα τον τίτλο Του έρωτα και του πάθους. Η κυρία Δημητρούκα που έκανε τη μετάφραση δεν συμφώνησε με τον τίτλο και τον θεώρησε υπερβολικό, λέγοντας ότι στα τραγούδια αυτά ούτε έρωτας υπάρχει ούτε πάθος. Για μένα ο Λόρκα ολόκληρος είναι έρωτας, αβυσσαλέος! Και ένας μεγάλος, τρανός ποιητής. Και η ζωή του τον έκανε ακόμα μεγαλύτερο. Ήταν ένας άνθρωπος δημοκράτης και είχε έναν άσχημο θάνατο «ο κακορίζικος ο Λόρκα» που γράφει και ο Εγγονόπουλος.

Δημήτρης Μαραμής
Η δημιουργία του κύκλου Σκοτεινός Έρωτας ξεκίνησε με αφορμή τα Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, το κύκνειο άσμα του ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, και την απόδοσή τους στα ελληνικά από τον ποιητή Σωτήρη Τριβιζά. Πρώτα μελοποιήθηκε το σονέτο Γλυκό Παράπονο, ένα σπαραχτικό ερωτικό ποίημα, κι έπειτα ο κύκλος συμπληρώθηκε με άλλα, κυρίως νεανικά ποιήματα του μεγάλου λυρικού ποιητή. Κοινή θεματική των ποιημάτων αυτών είναι η μυστικιστική και ενίοτε τραγική πλευρά του οικουμενικού αισθήματος που λέγεται έρωτας. Ο συνθέτης εδώ ήρθε αντιμέτωπος με ποιήματα «απίστευτης ωραιότητας», όπως τα χαρακτήριζε ο Πάμπλο Νερούδα. Στα ποιήματα αυτά ο έρωτας έχει αποδοθεί με τόσο αιθέριους και ταυτοχρόνως τόσο γήινους τόνους, ώστε ποτέ άλλοτε στη νεότερη ποίηση δεν έσμιξαν τόσο ταιριαστά το πάθος με την απώλεια, η ευτυχία με το πένθος, η σάρκα με τον ουρανό. Πρόκειται, καθώς είπαν, για ένα θαύμα πάθους, ενθουσιασμού, ευτυχίας, βασάνων, για ένα φλογερό μνημείο υψωμένο στον έρωτα, που η πρώτη ύλη του είναι η σάρκα, η ψυχή του ποιητή τη σταυρική στιγμή του αφανισμού του.
Για μια πρωτότυπη μελοποίηση, πιστεύω πως δεν αρκεί να γίνεται μια στεγνή μουσική ανάγνωση του ποιήματος, αλλά χρειάζεται το τραγούδι να φέρει και την προσωπική σφραγίδα του συνθέτη. Θεωρώ μάλιστα ενδιαφέρον να γίνονται εκ μέρους του και ορισμένες ανατροπές σε σχέση με την αναμενόμενη μουσικότητα του ποιήματος, ώστε η «έκπληξη» που προκύπτει να διερμηνεύει πιο έντονα το συναίσθημα. Στο Σκοτεινό Έρωτα, απέδωσα την ποίηση με λυρισμό, μελωδικότητα, απλότητα, χωρίς φλυαρίες στην ενορχήστρωση και με μια διάθεση το μουσικό μου ύφος να μην ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή ή μόδα.

Μαρία Φαραντούρη
Το ελληνικό κοινό γνώρισε τον Λόρκα με τα θεατρικά του έργα και την εξαίσια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για τον Ματωμένο Γάμο και τον αγάπησε αμέσως. Όλοι τον θεωρήσαμε δικό μας άνθρωπο. Συνδεθήκαμε με την ιστορία του, το έργο του και το τραγικό του τέλος. Έγινε μύθος σε όλο τον κόσμο, αλλά και για μας τους Έλληνες ιδιαίτερα, ένα μεγάλο σύμβολο του πνεύματος και της τέχνης, που εκτέλεσαν οι φασίστες του Φράνκο. Είχα τη χαρά και την τύχη να τραγουδήσω το Romancero Gitano, μελοποιημένο μοναδικά από τον Μίκη Θεοδωράκη, στην εξαιρετική απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη στα ελληνικά। Το 1987, με προσκάλεσαν για μια συναυλία στη γενέτειρα του Lorca, το Φουέντε Βακέρος. Η συγκίνησή μου ήταν πολύ βαθειά, όταν έμαθα ότι θα τραγουδούσα μέσα στο σπίτι που είχε γεννηθεί ο ποιητής και το οποίο σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Πάντα στις συναυλίες μου συνηθίζω να τραγουδώ τραγούδια του Λόρκα. Αισθάνομαι δεμένη με το έργο του, στο οποίο συνυπάρχουν λυρισμός και τραγικότητα, και το οποίο διαπνέεται από το περίφημο ντουέντε: πάθος. Είναι αυτό το πάθος που χαρακτήριζε και τον ίδιο τον Λόρκα στη σύντομη, αλλά γεμάτη ζωή του.


.Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, Τεύχος 166 - Δεκέμβριος 2009

Σημείωση: το κείμενο δημοσιεύεται παράλληλα και στα Μουσικά Προάστια (εδώ)

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

“…Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.”

.
Όταν σκέφτεται κανείς τις μελοποιήσεις που έχουν γίνει σε ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη, σίγουρα το πρώτο τραγούδι που του έρχεται στο μυαλό είναι η «Πρέβεζα». Το πιο δημοφιλές ποίημα του Καρυωτάκη (δημοφιλές ίσως εξ’ αιτίας και της μελοποίησής του), δεν ανήκει σε καμία από τις ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Σύμφωνα με τον Γ. Π. Σαββίδη, το ποίημα γράφτηκε μεταξύ 22 Ιουνίου και 1 Ιουλίου του 1928, λίγες μέρες πριν από την αυτοκτονία του ποιητή (21 Ιουλίου) και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1930 στην «Νέα Εστία». Τελικός τίτλος του ποιήματος φαίνεται πως ήταν «Επαρχία», όμως, η πρώτη δημοσίευσή του καθώς και όσες ακολούθησαν έχουν τίτλο «Πρέβεζα» κι έτσι παρέμεινε σε όλες τις εκδόσεις με τα άπαντα του ποιητή.

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια “ελλιπή” μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
“υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “δεν υπάρχεις!”
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μες στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Για την πιο σωστή κατανόηση του ποιήματος, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα απόσπασμα από την επιστολή που έστειλε ο Κώστας Καρυωτάκης στον ξάδερφό του Θ. Δ. Καρυωτάκη, με ημερομηνία 22 Ιουνίου 1928:
«Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α’ Γραμματεύς επήγαινε δώθε – κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιότατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ‘χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας.
(…) Αυτά είναι τα νεώτερα της Πρεβέζης. Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο
(=εστιατόριο), επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε».


Αναμφισβήτητα, η πιο δημοφιλής μελοποίηση της «Πρέβεζας» είναι αυτή του Γιάννη Γλέζου, που έγινε ιδιαίτερα γνωστή το 1982 όταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμήνευσε το τραγούδι στον δίσκο «Φοβάμαι». Όμως, η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού με την μουσική του Γλέζου, ανήκει στον Θανάση Γκαϊφύλλια και την συναντάμε ήδη από το 1975 στον “κλασικό” πλέον δίσκο «Ατέλειωτη εκδρομή». Την ίδια χρονιά, ένας ακόμα συνθέτης, ο Δήμος Μούτσης, μελοποιεί την «Πρέβεζα» και την εντάσσει στον δίσκο «Τετραλογία». Ο Μούτσης εμπιστεύτηκε την ερμηνεία του τραγουδιού σε έναν από τους πιο ιδιαίτερους ερμηνευτές της εποχής εκείνης, τον Χρήστο Λεττονό.
Είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην ελληνική δισκογραφία να συναντάμε διαφορετικές μελοποιήσεις των ίδιων ποιημάτων. Ποιήματα του Νίκου Καββαδία, του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη και άλλων ποιητών, έχουν ντυθεί με διαφορετικές μουσικές από συνθέτες που έχουν αναφορά σχεδόν σε όλο το φάσμα της ελληνικής μουσικής (έντεχνο, λαϊκό, ροκ). Με την «Πρέβεζα» του Κώστα Καρυωτάκη, είναι ίσως η μοναδική φορά που δύο συνθέτες παρουσίασαν την δικιά τους εκδοχή την ίδια χρονική στιγμή! Ο Γιάννης Γλέζος και ο Δήμος Μούτσης ηχογραφούν και οι δύο το 1975 την «Πρέβεζα», ο μεν πρώτος στον προσωπικό δίσκο του Θανάση Γκαϊφύλλια, ο δε δεύτερος εντάσσοντάς την σ’ έναν κύκλο τραγουδιών με μελοποιήσεις ποιημάτων των Καρυωτάκη, Σεφέρη. Καβάφη και Ρίτσου. Εξετάζοντας κανείς την ιστορική συγκυρία κατά την οποία οι δύο συνθέτες καταπιάστηκαν με το συγκεκριμένο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, θα διαπιστώσει ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο που η «Πρέβεζα» απέσπασε το ενδιαφέρον του Γλέζου και του Μούτση. Ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει ο ποιητής το ασφυκτικό περιβάλλον της επαρχίας του μεσοπολέμου, δε θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους συνθέτες της γενιάς της μεταπολίτευσης. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά για τη μορφή και το περιεχόμενό του ποίημα του Καρυωτάκη, γίνεται πηγή έμπνευσης για την γενιά των μουσικών που βλέπουν πολλά κοινά σημεία του τρόπου με τον οποίο ο ποιητής βίωσε το κλειστό και αποπνικτικό περιβάλλον της επαρχίας του μεσοπολέμου, με τα χρόνια της επταετούς χούντας που μόλις είχε τελειώσει.
Κατ’ αυτή την έννοια, μια σημερινή μελοποίηση της «Πρέβεζας», θα έδινε έμφαση περισσότερο (ίσως και αποκλειστικά) στην καθαρά πεσιμιστική πλευρά του ποιήματος, “φωτίζοντας” με μουσική τα υπαρξιακά αδιέξοδα που εκφράζει ο ποιητής. Αντίθετα, οι συνθέτες της μεταπολίτευσης βρήκαν στην «Πρέβεζα» το τοπίο που και οι ίδιοι βίωσαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μία “στρατιωτικού” τύπου καθημερινότητα το ίδιο ασφυκτική και καταπιεστική με κείνη που εμπνευσμένα αποτυπώνει ο ποιητής. Ο Καρυωτάκης στην «Πρέβεζα» (καθώς και στο μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου), έχει σαν αφετηρία τα προσωπικά του αδιέξοδα, δεν μένει όμως πάντα μόνο σ’ αυτά. Η φωνή του Καρυωτάκη, από ψίθυρος ενός σκυμμένου και “γονατισμένου” ψυχικά ανθρώπου, μετατρέπεται την ίδια στιγμή σε φωνή διαμαρτυρίας απέναντι στην μικροαστική τάξη του καιρού του που τον καταπιέζει και τον πνίγει καθημερινά. Η ειρωνεία και η κοφτερή σαν ξυράφι γλώσσα στα ποιήματά του, από άμυνα μετατρέπεται σε επίθεση ενάντια σε ότι τον καταπιέζει και θεωρεί ότι είναι πέρα των δικών του δυνάμεων˙ και αυτό τελικά, είναι η μικροαστική τάξη στην οποία ανήκει και ο ίδιος. Η ίδια εσωτερική “φωνή” εμπνέει αρκετά χρόνια μετά δυο μουσικούς που ανήκουν στην ίδια γενιά και, που “διαβάζουν” το ποίημα του Καρυωτάκη με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, έχοντας όμως την ίδια αφετηρία: την βαθύτερη φωνή του ποιητή που ξεπερνά το πεσιμιστικό περίβλημα και επικεντρώνει την προσοχή του στο εχθρικό περιβάλλον της χαύνωσης και της μιζέριας, της ανελεύθερης τελικά ζωής.


Ο Γιάννης Γλέζος ντύνει με μουσική την «Πρέβεζα» ακολουθώντας μία περισσότερο ροκ αισθητική. Η επανάληψη της λέξης «Θάνατος» στις τρεις πρώτες στροφές του ποιήματος, οδηγούν τον Γλέζο σε μια μελοποίηση που πρωταγωνιστεί ο ροκ ρυθμός με τα τύμπανα και την ηλεκτρική κιθάρα να κυριαρχούν. Παρ’ όλ’ αυτά, η μουσική ακολουθεί τις διακυμάνσεις του κειμένου, με ειρωνική διάθεση εκεί που απαιτείται και οργισμένη στα σημεία που ο στίχος γίνεται “κοφτερός”. Σ’ αυτή την εκδοχή της «Πρέβεζας», ο συνθέτης επιλέγει την τέταρτη στροφή για ρεφρέν του τραγουδιού. Από μόνη της, η δομή του ποιήματος οδηγεί τον Γλέζο σ’ αυτή την επιλογή. Την ίδια στιγμή, κλείνει το τραγούδι με την πέμπτη στροφή και τη μουσική του ρεφρέν, "κατασκευάζει" με αυτό τον τρόπο ακόμα ένα ρεφρέν που ολοκληρώνει το τραγούδι δημιουργώντας την αίσθηση ότι κάτι έμεινε μετέωρο. Ο συνθέτης παίρνει το κείμενο του Καρυωτάκη και το μετατρέπει σε τραγούδι ακολουθώντας πιστά την δομή του κουπλέ - ρεφρέν - κουπλέ. Στην μελοποίηση του Γλέζου, έχει παραληφθεί η έκτη και τελευταία στροφή του ποιήματος, ένα σημείο του κειμένου που κατά τη γνώμη μου κλείνει όλη την ειρωνεία και την απέχθεια του Καρυωτάκη προς το μίζερο περιβάλλον που τον καταπιέζει.
Η μελοποίηση του Γιάννη Γλέζου φωτίζει περισσότερο την οργισμένη πλευρά του ποιήματος. Η μουσική του είναι θυμωμένη, ασφυκτιά, φωτίζει το ποίημα με τέτοιο τρόπο που τελικά δίνει την αίσθηση του ξεσπάσματος αλλά και ενός παράπονου που ξεχειλίζει από τους στίχους. Δεν είναι τυχαίο που και η δεύτερη εκτέλεση του τραγουδιού με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου βρήκε μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό (επί χρόνια ο Παπακωνσταντίνου περιελάμβανε την «Πρέβεζα» στο ρεπερτόριο των ζωντανών εμφανίσεών του, δημιουργώντας ...“σκηνές ροκ”!). Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας απ’ την άλλη, υπηρετεί το κείμενο και τη μουσική με έναν τρόπο ισορροπημένο και ουσιαστικό. Ο τρόπος που μεταδίδει την οργισμένη μελοποίηση του Γλέζου, είναι εκείνος ο μοναδικός τρόπος που έχει ο Γκαϊφύλλιας να “ροκάρει” χωρίς να το φωνάζει.


Απ’ την άλλη μεριά, ο Δήμος Μούτσης μελοποιεί την «Πρέβεζα» “διαβάζοντας” το κείμενο σχεδόν κατά λέξη! Εδώ, η επανάληψη της λέξης "θάνατος" οδηγεί τον Μούτση σε πιο λυρικά μονοπάτια. Η χρήση του συνθεσάιζερ (ιδιαίτερα πρωτοποριακή προσέγγιση για εκείνη την εποχή), δίνει από την αρχή του τραγουδιού μια σχεδόν εφιαλτική αίσθηση, που ενισχύεται ολοένα από τα τύμπανα και το κοφτό παίξιμο του πιάνου. Ο Μούτσης αλλάζει την σειρά των τριών πρώτων στροφών, επιλέγοντας με αυτό τον τρόπο τους τελευταίους στίχους της δεύτερης στροφής («ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους») ως προετοιμασία της τέταρτης στροφής («Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης…»), ενώ την ίδια στιγμή ο ρυθμός του τραγουδιού επιβραδύνεται, σχεδόν καταργείται!
Την ίδια στροφή που χρησιμοποιεί ο Γλέζος για ρεφρέν, ο Μούτσης την ερμηνεύει μουσικά με ένα τελείως διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο: δανείζεται το βασικό θέμα του 2ου βαλς από την «2η Σουίτα για Τζαζ Ορχήστρα» του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και προσαρμόζει πάνω στη μελωδία του ολόκληρη την τέταρτη στροφή! Φυσικά, η “λύση” που δίνει ο Μούτσης στο συγκεκριμένο σημείο της μελοποίησης, δεν είναι καθόλου τυχαία: ο ρυθμός του βαλς τονίζει ακόμα περισσότερο την εικόνα της μπάντας που «θα ακούσουμε την Κυριακή», ενώ παράλληλα το γνωστό βαλς του Σοστακόβιτς “ζωγραφίζει” με τον καλύτερο τρόπο το μικροαστικό τοπίο που αποτυπώνει ο Καρυωτάκης στη συγκεκριμένη στροφή. Μια απρόβλεπτη και ευφυής μουσική “αυθαιρεσία” του Δήμου Μούτση, που όμως κατά τη γνώμη μου υπηρετεί απόλυτα την απόδοση της ατμόσφαιρας των στίχων του Καρυωτάκη. Αμέσως μετά, ο συνθέτης διατηρεί τον ρυθμό του βαλς, μόνο που αυτή τη φορά ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος, πιο εφιαλτικός. Ο Μούτσης μελοποιεί ολόκληρη των «Πρέβεζα» (σε αντίθεση με τον Γλέζο που παρέλειψε την τελευταία στροφή) και ολοκληρώνει το τραγούδι με την επανάληψη των δύο πρώτων στροφών, για να κλείσει τελικά το τραγούδι με τον «ήλιο, θάνατο μέσα στους θανάτους». Όσο για την ερμηνεία του Χρήστου Λεττονού, η θεατρικότητα με την οποία αποδίδει το τραγούδι, καθιστούν την συγκεκριμένη εκτέλεση της «Πρέβεζας» αξεπέραστη!


Όλα τα παραπάνω, δεν έχουν σκοπό να συγκρίνουν τις δύο μελοποιήσεις της «Πρέβεζας» με πρόθεση να απορριφθεί η μία απ’ τις δύο ως η λιγότερο καλή. Αντίθετα, εξετάσαμε δύο μελοποιήσεις που η κάθε μια ξεχωριστά φωτίζει το ποίημα του Καρυωτάκη με τον προσωπικό “προβολέα” του δημιουργού της. Ο μεν Γλέζος προσεγγίζει την οργισμένη και ροκ πλευρά του ποιήματος, ο δε Μούτσης την περισσότερο επική και ειρωνική. Και οι δύο όμως, διατηρούν ατόφια την μελαγχολία του ποιητή όταν εκείνος αντικρίζει το πνιγηρό μικροαστικό τοπίο που εισχωρεί και μέσα του, για να τον οδηγήσει τελικά στην αυτοκτονία, λίγες μέρες αργότερα. Δύο από τους σημαντικούς εκπροσώπους της γενιάς των συνθετών της μεταπολίτευσης, κατέθεσαν τις δικές τους μουσικές εκδοχές σε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη. Σε εμάς δε μένει τίποτ’ άλλο, από το να τις (ξανα)ανακαλύψουμε.






Πηγές:
1. «Κ. Γ. Καρυωτάκης. Ποιήματα και Πεζά». Επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης. Εκδόσεις Ερμής, 1972 (1991).
2. Ένθετα των δίσκων «Ατέλειωτη εκδρομή» του Θανάση Γκαϊφύλλια & «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση
3. Ευχαριστώ τον Γιώργο Φλωράκη για τις πληροφορίες σχετικά με το βαλς του Ντμίτρι Σοστακόβιτς.
.
.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

“Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη…”

.
Η Αλέκα Κανελλίδου αποτελεί σίγουρα μια ιδιαίτερη περίπτωση στο ελληνικό τραγούδι. Η βραχνή τζαζ φωνή της σε συνδυασμό με την χαμηλών τόνων παρουσία της, την καθιστούν σαν μια από τις πιο ιδιαίτερες ερμηνεύτριες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Στο ρεπερτόριό της συναντάει κανείς ελαφρά τραγούδια του Σπανού και του Κατσαρού της δεκαετίας του ’70, διασκευές γνωστών τζαζ κομματιών και βεβαίως, τραγούδια που έγιναν επιτυχίες όπως τα «Δίδυμα φεγγάρια» και το «Άσε με να φύγω». Υπάρχει όμως μια δισκογραφική δουλειά που δεν έτυχε της προσοχή που της άξιζε, τόσο στην εποχή που εκδόθηκε, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν.

Το 1986, κυκλοφορεί ο δίσκος «Σαπφώ» σε μουσική του Σπύρου Βλασσόπουλου, που περιελάμβανε μελοποιήσεις 12 ποιημάτων της Σαπφώς σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση (η παραγωγή του δίσκου ήταν του Διονύση Σαββόπουλου, κάτι που δεν αναφέρεται ούτε στην πρώτη έκδοση του lp, ούτε στην επανέκδοση του cd!). Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Αλέκα Κανελλίδου είχε ερμηνεύσει στην καριέρα της σχεδόν αποκλειστικά ερωτικά τραγούδια και είχε δοκιμαστεί σε ένα είδος τραγουδιού που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως συνέχεια του “ελαφρού” τραγουδιού του ’30 και ’40. Με τη «Σαπφώ» δεν αλλάζει ρότα: παραμένει πιστή στο ερωτικό τραγούδι, με τη διαφορά πως ξεφεύγει πλέον από την φόρμα του ελαφρού ερωτικού τραγουδιού και με τη φωνή της ακουμπά την ποιητική γραφή της Σαπφώς αποκαλύπτοντάς μας έναν ερμηνευτικό πλούτο που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμενε κρυμμένος πίσω από εύκολες μελωδίες και στίχους. Η Αλέκα Κανελλίδου με τη «Σαπφώ» επιχειρεί να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, ερμηνεύοντας 12 μεταφρασμένα ποιήματα που το καθένα ξεχωριστά αλλά και όλα μαζί ολοκληρώνουν έναν δίσκο από τους καλύτερους (αν όχι τον καλύτερο) της καριέρας της.

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων της Σαπφώς είναι το πρώτο και καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας του δίσκου. Ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης ακουμπά το λόγο της Σαπφώς με ευαισθησία και γνώση. Επιλέγει με προσοχή τους στίχους και πραγματοποιεί μια εξαιρετική εργασία (όλες οι μεταφράσεις εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1978 στον Κέδρο) αφήνοντας ελεύθερο τον ποιητικό λόγο της Σαπφώς, προσαρμόζοντάς τον σε μια σύγχρονη γλώσσα που κρατά ζωντανή την φρεσκάδα του πρωτότυπου. Οι μεταφράσεις του εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τον τελικό στόχο: να γίνουν Τραγούδι! Ο Κακίσης έχοντας στραμμένο το βλέμμα στη ρίζα του τραγουδιού, σ’ εκείνο το τραγούδι που “μας αποκαλύπτει” όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις (ο οποίος μάλιστα είχε ξεκινήσει να μελοποιεί κάποιες από τις μεταφράσεις του Σωτήρη Κακίση στη Σαπφώ, έργο που προοριζόταν για την Φλέρυ Νταντωνάκη και τελικά δεν ολοκληρώθηκε!), μεταμορφώνει τους στίχους της Σαπφώς σε σύγχρονα ερωτικά τραγούδια που σέβονται το πρωτότυπο κείμενο και παράλληλα μεταφέρουν αυτούσιο το πνεύμα της δημιουργού στο σήμερα.

Ατθίδα

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.
Κι από το γάλα πιο λευκή
απ' το νερό πιο δροσερή
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή
κι από τη λύρα πιο γλυκιά, πιο μουσική.

Πάει καιρός που κάποτε σ' αγάπησα, Ατθίδα
μα τότε μου 'μοιαζες μικρό κι αθώο κοριτσάκι.
Συ που μαγεύεις τους θνητούς, παιδί της Αφροδίτης
απ' όλα το καλύτερο εσύ ’σαι το αστέρι.

Με ένα τέτοιο πλούσιο υλικό στα χέρια του, ο Σπύρος Βλασσόπουλος ντύνει τους στίχους με μελωδίες απόλυτα ισορροπημένες και ταιριαστές στα κείμενα. Οι μελοποιήσεις του Βλασσόπουλου “κουμπώνουν” άριστα με τις μεταφράσεις του Κακίση, δίχως φλυαρίες και δήθεν “πρωτοποριακές” ακροβασίες, έχοντας σαν γνώμονα απ’ τη μια μεριά τον λόγο της Σαπφώς και από την άλλη την ιδιαίτερη ταυτότητα της φωνής της Κανελλίδου. Στο σύνολό τους, οι μπαλάντες αυτές αποτελούν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον ακροατή να απολαύσει έναν κύκλο τραγουδιών που ο ήχος τους μπορεί μεν να μην είναι “καινούργιος” και “πρωτότυπος”, αντιμετωπίζει όμως με σοβαρότητα και ιδιαίτερη αισθητική την ποίηση της Σαπφώς. Μεγάλο ρόλο παίζουν και οι ενορχηστρώσεις των τραγουδιών, που με τη χρήση φυσικών οργάνων (φλάουτο, άρπα, τσέλο και την κιθάρα σε πρωταγωνιστικό ρόλο) το συνολικό αποτέλεσμα αφήνει μια γλυκιά αίσθηση στον ακροατή και την ανάγκη να ανατρέξει ξανά και ξανά στα τραγούδια του δίσκου.

Ο δίσκος «Σαπφώ» δεν έτυχε της ανταπόκρισης που κατά τη γνώμη μου άξιζε στην εποχή του. Δε γνωρίζω αν ο δίσκος κυκλοφορεί ακόμα στο εμπόριο, αξίζει όμως να τον αναζητήσει κανείς, για να ακούσει ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα από δύο δημιουργούς (ένα μουσικό και έναν ποιητή) και μια ερμηνεύτρια στην καλύτερη στιγμή της καριέρας της, να μεταφέρουν με τέχνη και ευαισθησία την ερωτική ποίηση της Σαπφώς στο σήμερα.

Από την ηχογράφηση του δίσκου (1986).
(η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Σωτήρη Κακίση)



Σημειώσεις:

1. Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο 9ο επεισόδιο της τηλεοπτικής εκπομπής «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι», είχε καλεσμένους τον Σπύρο Βλασσόπουλο και την Αλέκα Κανελλίδου και ερμήνευσαν ορισμένα από τα τραγούδια του δίσκου που είχε μόλις κυκλοφορήσει. Στο ίδιο επεισόδιο, ο Σωτήρης Κακίσης διαβάζει μια μετάφρασή του από το ποίημα «Ανακτόρια» της Σαπφώς (το επεισόδιο της εκπομπής βρίσκεται εδώ στο site της ΕΡΤ, πληκτρολογώντας το όνομα της Κανελλίδου).

2. Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κο Σωτήρη Κακίση για το φωτογραφικό υλικό, τις πληροφορίες και τις παρατηρήσεις του σχετικά με τον δίσκο. Δίχως την δική του παρέμβαση, το κείμενο θα ήταν σίγουρα ελλιπές.
.
.