Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

... είπαν για τον Μάνο Χατζιδάκι (Αφιέρωμα. Β’ μέρος)

.
Έχουν γραφτεί κατά καιρούς πάρα πολλά κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, κυρίως από ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά, αλλά και από πολλούς ανθρώπους των Τεχνών που αγάπησαν το έργο του. Τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και αργότερα, έχει εκδοθεί σε εφημερίδες και βιβλία ένας μεγάλος αριθμός κειμένων που αφορούν τόσο το έργο του Χατζιδάκι, όσο και λεπτομέρειες από τις διάφορες δημιουργικές περιόδους του συνθέτη μέσω αφηγήσεων των συνεργατών του. Ανάμεσα στα δεκάδες κείμενα, μπορεί κανείς να συναντήσει κάποια που ακουμπούν με ευαισθησία το “φαινόμενο” Χατζιδάκι, άλλα αμιγώς προσωπικά, κείμενα που με ακρίβεια και γνήσια ποιητική διάθεση σκιαγραφούν την προσωπικότητα και το έργο του, κάποια άλλα που στέκονται περισσότερο σε ορισμένες περιόδους της ζωής του συνθέτη, ακόμα και κείμενα που εύκολα μπορεί κανείς πίσω από τις λέξεις να διακρίνει μια (καλώς ή κακώς εννοούμενη) “ζήλια” απέναντι στο μεγαλείο της μουσικής και της προσωπικότητάς του.

Η προσεκτική ανάγνωση των κειμένων – αφηγήσεων για τον Μάνο Χατζιδάκι είναι αποκαλυπτική: από τη μία μπορεί να βοηθήσει κάποιον ακροατή του έργου του Χατζιδάκι να αποκτήσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της προσωπικότητάς του και του έργου του, από την άλλη μπορεί ακόμα και να δημιουργήσει σύγχυση, μιας και πολλές φορές η εικόνα που δημιουργείται από κάποιες αφηγήσεις, παρουσιάζει έναν άνθρωπο που είχε πολλούς (μα πάρα πολλούς) φίλους, με τους οποίους συναντιόταν συχνά (μα πολύ συχνά) σε φιλικά σπίτια και εστιατόρια της Αθήνας τρώγοντας, πίνοντας και συζητώντας. Άλλες αφηγήσεις παρουσιάζουν τον Χατζιδάκι σαν απόμακρο και δύσκολο άνθρωπο, και άλλες σαν έναν αυστηρό κριτή των πάντων. Το σίγουρο είναι πως, για να γνωρίσει κανείς πραγματικά το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να το ακούσει και να το διαβάσει και, έπειτα να ασχοληθεί με τις όποιες μαρτυρίες αφορούν τη ζωή του.

Το Άρωμα του Τραγουδιού, συνεχίζοντας το αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι, παρουσιάζει μια ελάχιστη επιλογή από κείμενα και αποσπάσματα κειμένων, τα περισσότερα μέσα από μια έκδοση του 1996 με τίτλο «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι» (καθώς και δύο αποσπάσματα κειμένων: το ένα του Στέλιου Ράμφου από δημοσίευση στο επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι και το άλλο από ομιλία του Γιώργου Χρονά που δημοσίευσαν τα Μουσικά Προάστια). Στις «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι», έχουν συγκεντρωθεί κείμενα που έγραψαν φίλοι του συνθέτη, μέσα από μια μεγάλη λίστα ονομάτων που ο ίδιος είχε συντάξει, με την επιμέλεια του Θάνου Φωσκαρίνη. Συνολικά, η έκδοση περιλαμβάνει 70 κείμενα γραμμένα από ισάριθμους φίλους και συνεργάτες του Μάνου Χατζιδάκι. Τα κριτήρια με τα οποία έγινε η παρούσα επιλογή, σε καμία περίπτωση δεν εξαιρεί σημαντικούς ανθρώπους του πνεύματος και της Τέχνης, κείμενα των οποίων υπάρχουν στις «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι».
Ενδεικτικά, λοιπόν, έχουν επιλεγεί αποσπάσματα από κείμενα των: Νίκου Κυπουργού, Νίκου Κούνδουρου, Νίκου Εγγονόπουλου, Ιάνη Ξενάκη, Στέλιου Ράμφου, Διονύση Σαββόπουλου, Γιώργου Σταθόπουλου, Δημήτρη Μαραγκόπουλου, Γιώργου Χρονά, Νίκου Μαμαγκάκη και Γιώργου Κουρουπού.
------------------------------------------------------------------------------

«Έτσι κι αλλιώς ήθελα να κοιμάμαι όταν θα ‘ρχόταν αυτή η στιγμή. Να κοιμηθώ ζωντανός και να ξυπνήσω στον άλλο κόσμο, όπως έλεγα.
Η μετάβαση δεν είναι ούτε βίαιη ούτε επώδυνη. Μπροστά μου μια ομάδα ανθρώπων κάθονται ήρεμα γύρω από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι, σαν αυτό του Μυστικού Δείπνου, και συζητούν. Στο κέντρο ο Χατζιδάκις, ο μόνος που αναγνωρίζω. Με υποδέχονται τόσο φυσικά, σαν να είχα λείψει μόνο για λίγο από κοντά τους. Το δέρμα τους έχει μια σκούρα χροιά – το μόνο στοιχείο, σκέφτομαι, που επιβεβαιώνει ότι είναι νεκροί – τα πρόσωπά τους όμως είναι γελαστά. Νιώθω άνετα, σχεδόν οικεία, ένα δέος όμως με κρατάει σιωπηλό.
Ο Χατζιδάκις μου λέει ότι όλοι μας θα ξαναγεννηθούμε αφού παραμείνουμε σ’ αυτόν τον κόσμο για όσο ακριβώς χρόνο ζήσαμε στην τελευταία μας ζωή. Εδώ ζούμε τον χρόνο αντίστροφα, από το θάνατό μας προς τη γέννηση. Κάθε μέρα νεώτεροι – και, πράγματι, ο Χατζιδάκις νομίζω πως ήδη φαίνεται νεώτερος, Πότε πρόλαβαν κιόλας οι ρυτίδες των τελευταίων κουρασμένων μηνών να φύγουν, και το πρόσωπό του να ξαναγίνει το γνώριμο στρογγυλό και φωτεινό…
Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι εγώ θα ξαναγεννηθώ πολύ πριν απ’ αυτόν, αφού έζησα λιγότερο. Όλα θα επιστρέψουν στη θέση τους διαφορετικά.
Πόσο ήρεμα είναι όλα … Με πλημμυρίζει ένα αίσθημα ισορροπίας και αισιοδοξίας».
Νίκος Κυπουργός («Νυχτερινή Επίσκεψη. Όνειρο της νύχτας 24 προς 25 Αυγούστου 1994, στον Πόρο»)



«Έχω μεγάλο θαυμασμό για τα ελαττώματά του. Πάντα τον θαύμαζα και αυτός, ο σπουδαίος, έγραφε τραγούδια και τραγουδάκια για το χατίρι ενός λαού που ακόμα δεν ξέρει αν τον αγαπάει ή τον σιχαίνεται. Τον θαύμαζα – και τον θαυμάζω – γιατί από τα χαρακτηριστικά της φυλής, διάλεξε να κάνει δικά του όλα μας τα κουσούρια. Τη ραθυμία, τη φλυαρία, την αυταρέσκεια, τη φιληδονία κ.α. Μ' αρέσει γιατί είναι επιθετικός χωρίς κακία κι απλώνει το κεντρί του επί δικαίων και αδίκων, με οδηγό το ένα, μοναδικό και ακαταμάχητο δικό του κριτήριο. Τον θαυμάζω που μια ζωή τα κατάφερε να μην πάει ποτέ στα ραντεβού του. Τον θαυμάζω που αυτός, ο φιλάρεσκος σαν γυναίκα, έμεινε κοντά τριάντα χρόνια με σπασμένα τα μπροστινά του δόντια, προκλητικός και σ’ αυτό, χωρίς λόγο, έτσι, γιατί βαριότανε να καθίσει μ’ ανοιχτό το στόμα στην καρέκλα του οδοντιάτρου. Μ’ αρέσει γιατί μιλάει με το “γο” ο δάσκαλος ηθοποιών και τραγουδιστών. Μ’ αρέσει ακόμα που χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Στους φίλους του και στους “άλλους”. Κι ακόμα, που αγαπούσε τον Καραμανλή όταν όλοι τον μισούσαμε. Που εξευτελίζει την πολυμιλημένη πολιτική συνείδηση του Ρωμιού, δηλώνοντας με αφοπλιστική αθωότητα “δεξιός”. Μ’ αρέσει ακόμα γιατί λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη χωρίς κανένας να τον ρωτήσει, έτσι, από αντριλίκι κι από αγάπη γι’ αυτή την κοινωνία, που δεν μπορεί να την τινάξει από πάνω του. Μ’ αρέσει και για την αισιοδοξία του, και για την χωρίς όρια αντοχή του, και για τον ισπανό κονκισταδόρ που σέρνει μέσα του».
Νίκος Κούνδουρος

«Ο ακαταπόνητος, ο θαυμάσιος Μάνος Χατζιδάκις, χρόνια τώρα, αέναα, μας προσφέρει χαρά και μουσική.
Ιδού τώρα, νέα μεγαλόκαρδη προσφορά, και πάλι, μουσικής και χαράς.
Του πρέπει να τον ευγνωμονούμε».
Νίκος Εγγονόπουλος (από δήλωσή του στις 21 Νοεμβρίου 1979, πιθανόν για την έκδοση του κύκλου τραγουδιών «Για την Ελένη»).



«Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική καλοσύνη και πολύ πιστός στη φιλία. Συνέθεσε μια μουσική πολύ ευαίσθητη. Είναι ήδη από τα τέλη του 1950 από τους πρωτοπόρους του λαϊκού ύφους στην ελληνική μουσική.
Μαζί με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, στις αρχές του 1960, υπήρξε από τους πρώτους που υποστήριξαν τη σύγχρονη μουσική.
Το 1963 διοργάνωσε ένα μουσικό διαγωνισμό που έφερνε τα’ όνομά του, με διεθνή κριτική επιτροπή, και εκεί πήρα ένα αναπάντεχο πρώτο βραβείο, παρόλο που ήμουν ακόμα εξόριστος και καταδικασμένος σε θάνατο.
Όλη του τη ζωή προσπαθούσε αδιάκοπα να κινήσει όντα και πράγματα μέσα σε μια Ελλάδα βυθισμένη σε εύκολες μουσικές».
Ιάνης Ξενάκης (17 Αυγούστου 1995).



… «Ο Χατζιδάκις μπόλιασε με το δικό του ελεύθερο μουσικό αίσθημα τον ανεξέλικτο ψυχισμό του Ρωμιού και προσέφερε ζωτικό «χώρο» στον εκκολαπτόμενο τότε άνθρωπο με αυτοσυνειδητή υποκειμενικότητα, του επέτρεψε δηλαδή να κοιταχτεί στον καθρέφτη ενός ήχου πρωτάκουστου και ν' αρχίσει έτσι να μεγαλώνει μέσα του ανεπίστροφα. Εισήγαγε στους στατικούς ρυθμούς μας λυρικά τον εξελικτικό χρόνο της ευρωπαϊκής μουσικής και έδωσε μ' αυτόν τον τρόπο ισχυρή ώθηση στην ανάπτυξη και την ακμή του αισθήματος, που πνιγόταν στο τυποποιημένο πάθος κρατώντας μας ανελέητα ανήλικους. Συνέβαλε όσο ελάχιστοι να απαγκιστρωθούμε από τις καθηλώσεις τουαισθήματος και ο εσωτερικός μας κόσμος να ξαναζωντανέψει αυτόνομα σε ενεργό ατομική μορφή. Εάν οι τρόποι του αισθήματος αλλάζουν τους λαούς, ο Χατζιδάκις υπήρξε από τους πρωταγωνιστές του ψυχικού μας εκσυγχρονισμού. Δούλεψε στα θεμέλια, εκεί όπου τα δρώμενα του συνειδητού συναντούν τα κοιτάσματα του ασυνείδητου - στον υπόγειο χώρο του αισθήματος. [...]
Ναι, ο Χατζιδάκις ήταν λυτρωτικός ανατροπεύς του παγιωμένου αισθήματος. Έδωσε μορφή στην ευαισθησία του ζωντανού ανθρώπου και την απελευθέρωσε. Στις μελωδίες του αναγνωρίζουμε το εσωτερικό μας σκίρτημα. Ευαισθησία είναι η συναίσθηση του αισθήματος. Από τούτη την άποψη η θέση του είναι πλάι στον Καβάφη. Είναι πρώτος και μένει ακόμη μόνος. Κανείς δεν ξεπέρασε τον ορίζοντα της ευαισθησίας που εκείνος χάραξε. Γι ' αυτό μας λείπει τόσο!» …
Στέλιος Ράμφος (απόσπασμα από συνέντευξη στην εφημερίδα «Επενδυτής», 3 Νοεμβρίου 2001. Από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι).



… «Το έχω ξαναπεί: ήταν ο μόνος αληθινός βασιλιάς που γνώρισα επί γης. Κουβαλούσε μέσα του μια καθολική αλήθεια. Μας περιείχε όλους. Αλλά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί την τύχη αυτής της καθολικότητας στις κοινές πεποιθήσεις. Διότι οι κοινές πεποιθήσεις έχουν τις αξίες, αλλά και τις παραμορφώσεις των αξιών τους. Έχουν την αλήθεια, αλλά και την πλαστογράφησή της. Χρειαζόμαστε πάντα μια προσωπικότητα για να κάνει πρώτα τη διάκριση και μετά να ανταποκριθεί στη νέα ιστορική στιγμή. Έπρεπε να προχωρήσει μόνος του και για το καλό όλων μας. Κι αυτό έκανε.
Μου έδινε συχνά την εντύπωση ενός Ελληνορωμαίου. Ήταν δίγλωσσος σαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία μιλούσε ελληνικά και λατινικά. Εκείνος μιλούσε τη λογική μουσική της κεντρικής Ευρώπης, που ονομάζεται κλασική, αλλά ταυτόχρονα μιλούσε και τη λαϊκή μουσική, από τη Ρώμη και τη Σικελία ως τα ποτάμια της Μικράς Ασίας. Σ’ αυτόν, όμως, οι δύο γλώσσες είχαν γίνει μία, Και απ’ όσο ξέρω, αυτό συνέβη για πρώτη φορά στη μουσική.
Άκουγε έναν ήχο υπαρκτό αλλά άγνωστο σε μας.
Ένιωθε ένα χώρο που είναι γύρω μας, αλλά μας είναι άγνωστος κι έχει τις ρίζες του στο μέλλον.
Κάποτε νόμιζα ότι ο Χατζιδάκις ήταν ένα λαμπρό απομεινάρι της αυτοκρατορίας. Είχα λάθος. Από την αποφασιστικότητά του, το πείσμα του και την τεράστια απήχησή του φαίνεται ότι είναι ο προάγγελος αυτής της αυτοκρατορίας. Από πνευματική άποψη εννοώ, για να εξηγούμεθα».
Διονύσης Σαββόπουλος (Ιούλιος 1995)



… «Από τον Μάνο Χατζιδάκι έμαθα για τη ζωγραφική περισσότερα απ’ όσα μ’ έμαθαν οι δάσκαλοί μου στην ΑΣΚΤ. Τον παρακολουθώ χρόνια να πλησιάζει τα πάντα μ’ αγάπη και αμφιβολία. Μ’ αυτή τη χαρακτηριστική αμφιβολία άριστα πλασμένη σε όργανο γνώσης και ορθής κριτικής.
Τον παρακολουθώ καθώς αναζητά το βάθος των πραγμάτων στρέφοντας σ’ οτιδήποτε καθημερινό την προσοχή του, που, σαν ακριβό εργαλείο, δουλεύει και μας αποκαλύπτει το μέγεθος της ψυχής του. Έχοντας τοποθετηθεί μέσα στη ζωή σ’ εκείνο που του ταίριαζε, έκανε τις επιλογές του και αντίκρυσε τα πράγματα της ζωής σαν άνδρας αληθινός και θαρραλέος. Μια ύπαρξη στέρεη και ξεκαθαρισμένη σ’ όλα όσα τον συνθέτουν που μας διχάζει επειδή έχει τη δύναμη να αυτοεξετάζεται και να αυτοκαταργείται. […]
Πλάθοντας τα λαϊκά μας τραγούδια, προσθέτει κάτι που λείπει από τις αυθεντικές εκτελέσεις. Ο “Σκληρός Απρίλης του ‘45”, για παράδειγμα, δεν είναι επανάληψη αλλά αποκάλυψη.
Ασχολείται με τα καθημερινά και αιώνια πράγματα, μ’ αυτά που είναι όμως οδυνηρά μαζί και δύσκολα και που μόνο ένας αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να προσθέσει κάτι δικό του εκεί που η παράδοση του κόσμου έχει τόσο πολύ σταθεί.
Κι έτσι βγαίνει ο “Έρωτας” μέσα απ’ τα τραγούδια του. Λαβωμένος κι ευτυχής, έχοντας βιώσει την οδύνη της γνώσης και οπλισμένος με καινούργιο κουράγιο, έτοιμος να παίξει πάλι το παιχνίδι. Έχοντας αντικρύσει την απάτη, παίρνει πάλι μέρος στο αλισβερίσι, με καθαρή και αθώα ματιά, χωρίς να είναι αφελής. […]
Μιλάω πάντα για τον Μάνο και τον μοναδικό τρόπο που έχει να υπάρχει μέσα στα πράγματα, που γύρω του αποκτούν σημασία και ζωή. Όλα, και τα πιο ασήμαντα. Γιατί ο ίδιος είναι σημαντικός και μέσα από την τέχνη του, που είναι τρόπος ζωής, υπάρχει σαν μεγάλος καλλιτέχνης του καιρού μας
Γιώργος Σταθόπουλος

… «Η “Λιλιπούπολη”, κατά παράξενο τρόπο, συνέχισε να υπάρχει και μετά τη διακοπή του τότε Τρίτου Προγράμματος. Το είδαμε και το βλέπουμε στην κυκλοφορία του δίσκου, στη σταθερότητα και θέρμη της επικοινωνίας στις ζωντανές συναυλίες. Η “Λιλιπούπολη” δεν σταμάτησε να εκπέμπει. Άλλαξε μόνο το μήκος κύματος της εκπομπής της σε μια αποχή που όλα έγιναν εύκολα. Σε μια εποχή που το αυθόρμητο έγινε στυλ, η παραβίαση των κανόνων γίνεται από όλους χωρίς κανείς κατά βάθος να ενοχλείται, το υποκειμενικό έγινε μια ακατάσχετη φλυαρία, το αληθινό χιούμορ αστειάκια και όλοι μέσα στην αγχώδη προσπάθεια πρωτοτυπίας έγιναν τρομερά συμβατικοί. Η “Λιλιπούπολη” δεν είχε φυσικά καμία θέση σ’ αυτή τη σύγχυση της νεόπλουτης μπάντας των FM stereo.
Αν πάτε όμως σήμερα στο Τρίτο Πρόγραμμα πολύ αργά τη νύχτα, θα διαπιστώσετε ότι οι διάδρομοι, τα μαγνητόφωνα, οι ταινίες όλα κρατούν συνωμοτικά του απόηχους και το μετείκασμα από απίθανους ήρωες με υπαρκτές φωνές, από στίχους της Μαριανίνας, εκεί, στο μικρό δωμάτιο αριστερά: Μπιξ-Μπιξ, Μπομπίλα, Δρακατώρ, Δυστροπόπιγκας, Παπαγάλος, Πρίγκιπας, Πιπινέζα, Χαρχούδας, Όφη-Σόφη, υπέροχα ονόματα. Αν θέλετε, πάντως, να “πιάσετε” Λιλιπούπολη, θα πρέπει φυσικά να πετάξετε τα ραδιόφωνά σας, γιατί το μήκος κύματος της εκπομπής δεν υπάρχει στο σύγχρονο ραδιόφωνο. Ραδιόφωνα που “πιάνουν” Λιλιπούπολη μπορείτε να βρείτε μόνο στη Λιλιπούπολη – που, φυσικά, υπάρχει και βρίσκεται εκεί που ήταν πάντα».
Δημήτρης Μαραγκόπουλος (31 Ιουλίου 1989)

… «Ο Χατζιδάκις δεν ήταν μόνο ευαίσθητος, ήταν και ένας πολύ σκληρός άνθρωπος και προς τον ίδιο τον εαυτό του, και ό,τι κατέκτησε το κατέκτησε πρώτα πρώτα με πόλεμο και μάχη, μελετώντας και προσπαθώντας να είναι αυστηρός με τον εαυτό του. Η μουσική του δεν είναι παρά μια μουσική πάθους, έρωτος και αλήθειας. Όλοι διδάσκουν marketing, εμπόριο, καριέρα, εξέλιξη, και ο Χατζιδάκις με την μουσική του διδάσκει τον έρωτα. Που θα βρει κανείς τον έρωτα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ίσως για αυτό τον αγαπούν πάρα πολύ τα κορίτσια, γιατί τα κορίτσια ψάχνουν πάντοτε πιο πολύ από τα αγόρια τον έρωτα. Αν θέλουν ας με διαψεύσουν!» …
Γιώργος Χρονάς (απόσπασμα από την ομιλία του σε εκδήλωση της νεολαίας του Συνασπισμού για τα 82 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Ολόκληρη η ομιλία έχει δημοσιευτεί στα Μουσικά Προάστια και βρίσκεται εδώ).



… «Το έργο του, όσο περνάει ο καιρός, θα κερδίζει ολοένα και περισσότερο, γιατί το χαρακτηρίζει ένα μοναδικό στοιχείο: η ειλικρίνεια. Κι αυτό το προτέρημα της ειλικρίνειας και αυθεντικότητας είναι, νομίζω, αφάνταστα μεγάλο. Σε μια πρώτη αποτίμηση του έργου του, μπορούμε να πούμε ότι ο Χατζιδάκις δεν είναι επίγονος του Τσιτσάνη αλλά ισάξιός του και, ταυτόχρονα, συνεχιστής του με όλη τη σημασία του όρου. Ίσως το “Είμ’ αητός χωρίς φτερά” με τις λαϊκές του προδιαγραφές δεν είναι το πιο αντιπροσωπευτικό του τραγούδι. Είναι το “Χάρτινο το φεγγαράκι” και μια σειρά άλλα τραγούδια, που η επενέργειά τους ακόμα και σήμερα είναι πολύ μεγάλη για την πορεία της Ρωμιοσύνης, ανώτερη σχεδόν απ’ όλα τα λαϊκά τραγούδια των ρεμπέτηδων. Γιατί αυτά είναι τραγούδια βιωματικά, που έθρεψαν και λύτρωσαν τους ανθρώπους μιας ολόκληρης εποχής.
Η πορεία της φιλίας μου μαζί του είχε ένα ουσιαστικό στοιχείο: ότι οι μεταξύ μας σχέσεις ήταν και παρέμειναν αδιάβλητες και διαφανείς. Αν και δεν είχαμε καθημερινή επικοινωνία, όμως κατά καιρούς μου τηλεφωνούσε και συζητούσαμε με ενθουσιασμό. Θυμάμαι, μιλούσαμε για μουσική. Μου έκανε καλοπροαίρετη κριτική ακόμα και την περίοδο που, φορτωμένος από τις υποχρεώσεις του στο Τρίτο, έκανε κάποιες εκπομπές παρουσιάζοντας σύγχρονη ελληνική και ξένη μουσική. Υπήρξε μεταξύ μας μια γνήσια επικοινωνία.»…
Νίκος Μαμαγκάκης (από δημοσίευμα στην Κρητική εφημερίδα «Αλλαγή», 1995).

… «Άνθρωπος με ανήσυχο πνεύμα και έμφυτη περιέργεια, στραμμένος για πάντα στην αναζήτηση του καινούργιου, του αυθεντικού. Η επανάληψη τον κουράζει, το άγνωστο τον ερεθίζει, το καινούργιο τον αναζωογονεί. Η συνεχής ανανέωση των ενδιαφερόντων του τον διατηρεί για πάντα νέο – προσωπική του απάντηση στο πρόβλημα του Φάουστ. Από την άλλη, διαθέτει μια τόσο πλούσια φαντασία, που δεν βρίσκεται ποτέ σε ένδεια νέων ιδεών. Αντίθετα, από την τεράστια καθημερινή σύλληψη πρωτότυπων ιδεών, λίγες είναι αυτές που τον ερεθίζουν αληθινά και τον ενεργοποιούν για την πραγματοποίησή τους. Και πάλι, είναι τέτοια η παραγωγή ιδεών που συχνά ένα σχέδιο έχει ξεπεράσει την επομένη της σύλληψής του. Αυτό βέβαια ενέχει και τους κινδύνους του, γιατί μπορεί να οδηγήσει στην αναβολή ή την οριστική ματαίωση κάποιων σχεδίων. Όταν, όμως, κάτι τον ενδιαφέρει αληθινά, έχει τέτοια σιδερένια θέληση, που μπορεί να κάνει την ουτοπία πραγματικότητα»…
Γιώργος Κουρουπός







Σημείωση: το φωτογραφικό υλικό είναι από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι, καθώς και από την έκδοση «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι», εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας, 1996.

.

3 σχόλια:

μακης είπε...

Όσο η ανάρτηση παραμένει χρονικά τελευταία, ακούμε 4 γυναικείες φωνές να ερμηνεύουν τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι:



Στη Πύλη τ’ Αδριανού. Με τη Μαρία Δημητριάδη σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη, από τον κύκλο τραγουδιών «Για την Ελένη»

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης. Με την Μαρία Φαραντούρη σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, από τον κύκλο τραγουδιών «Τα Παράλογα»

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι. Με την Φλέρυ Νταντωνάκη σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη, από τον κύκλο τραγουδιών «Οι γειτονιές του φεγγαριού»

Μικραίνει το φεγγάρι. Με την Νένα Βενετσάνου σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, από τη μουσική για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου»

South Of The River είπε...

Λείπω καιρό φίλε. Σούπερ η ιδέα σου για μηνιαίο αφιέρωμα, και ειδικά στον Χατζιδάκι.

Μόνο αυτό με τη Βενετσάνου ξέρω όμως (ή μάλλον ήξερα πριν ακούσω και τα άλλα), ο άχρηστος...

Μάθε μας κι άλλα φίλε!

Φιλιά!

μακης είπε...

@South of the river: αισθητή η απουσία σου, φίλε μου.


Μου έκανε εντύπωση που είχες ακούσει το τραγούδι με τη Βενετσάνου και όχι κανέναν από τα άλλα τρία (τα οποία θεωρούσα πιο … δημοφιλή από το «μικραίνει το φεγγάρι»). Όπως και να ‘χει, το αφιέρωμα στον Χατζιδάκι είναι πρώτ’ απ’ όλα μια καλή αφορμή να (ξανα)ακούσουμε τα τραγούδια του. Κι αυτό κάνουμε στο «άρωμα του τραγουδιού» αυτό το μήνα!

Πολλά φιλιά