Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα συγκροτηματων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα συγκροτηματων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Η «ΑΠΟΘΗΚΗ» συνεχίζει στο Cabaret Voltaire

Φφφςςς! Φως!
Η πόρτα της αποθήκης του Καμπαρέ έτριξε…
από το άνοιγμα όρμησε ένα ποντίκι προς την έξοδο!
Ξεφορτώθηκε από την πλάτη του ένα σακατεμένο πικ- απ (?), πάτησε το play,
τύλιξε τη μοιραία ουρά του γύρω απ’ το υψωμένο καρφί
και μ’ ένα ξόρκι άρχισε να χορεύει στο ρυθμό του πιανίστα…
Στο μισοσκότεινο δωμάτιο ανάβουν προβολείς,
η δίφυλλη πόρτα του σαλούν πετάρισε καθώς έμπαινε ο Εφιάλτης.
Μια κόμισσα στο μπαρ μεθούσε με λάθη.
Το κουκλοθέατρο στη γωνία ζωντάνεψε,
ο λύκος άρχισε να κυνηγάει μια γάτα ντυμένη μεσ’ το λούσο.
Κι αν νομίζετε ότι όλα αυτά δεν συμβαίνουν σας προσκαλούμε ν’ ανακαλύψουμε μαζί τι κρύβει ο καθένας από μας μες την προσωπική του αποθήκη…


Οι Αμέρισσα Φτούλη, Δήμητρα Φλούδα, Μιχάλης Δελαβίνιας και Μιχάλης Γκαρτζόπουλος, ανοίγοντας την «ΑΠΟΘΗΚΗ» της ψυχής τους, φτιάξανε μια μουσική παράσταση με ανατροπές, συναισθήματα ξεχασμένα σε παλιά κουτιά και κλειδωμένα βαθιά εκεί που όλοι αρνούνται να ψάξουν. Τραγούδια παλιά και καινούργια, ελληνικά και ξένα πλεγμένα σ’ ένα νήμα από χιούμορ και δράμα… όπως άλλωστε είναι και η ζωή μας.

Cabaret Voltaire – Μαραθώνος 30 Κεραμεικός,
τηλ. 210-5227046     

Μετά από τέσσερεις επιτυχημένες παραστάσεις στις 2,9,16 & 23 Φεβρουαρίου, η «ΑΠΟΘΗΚΗ» συνεχίζει και τα Σάββατα 2 & 9 Μαρτίου.
Ώρα έναρξης  10 μ.μ.

Τιμή εισιτηρίου 10 € με ποτό (κρασί, μπύρα ή ρακή)


«Αποθηκάριοι» οι:
Αμέρισσα Φτούλη – τραγούδι
Δήμητρα Φλούδα – τραγούδι
Μιχάλης Δελαβίνιας – τραγούδι
Μιχάλης Γκαρτζόπουλος – πιάνο

Σπύρος Δημοσθενιάδης στον ήχο
Άγγελος Νιώτης στα φώτα

Χορεύουν οι: Λυκούργος Φραγκούλης, Άννα Βρανάκη
και Κατερίνα Αντύπα
Επιμέλεια προγράμματος: Μιχάλης Δελαβίνιας

---------------------------
Ακούστε «Το δωμάτιο» σε μουσική Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα και ποίηση της Λένας Παππά, όπως ακούγεται στην παράσταση «ΑΠΟΘΗΚΗ».

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

THE BOLD AND THE MUSICFULL (Τόλμη και Τριφωνία)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

"The Bold and the Musicfull"
(Τόλμη και Τριφωνία)

Σαν παράσταση να το φανταστείς...
Τρεις πρωταγωνιστές κι ένα ατίθασο πιάνο σε ρόλους εναλλασσόμενους.
Ετερόκλητα μουσικά είδη μπλέκονται σ' ένα παζλ για δυνατούς λύτες.

Τραγούδι : Αμέρισσα Φτούλη
Δήμητρα Φλούδα
Μιχάλης Δελαβίνιας
Πιάνο - ενορχηστρώσεις : Μιχάλης Γκαρτζόπουλος

Παραγωγή - Επιμέλεια Προγράμματος : Μιχάλης Δελαβίνιας
Στον ήχο ο Σπύρος Δημοσθενιάδης

18,26 Νοεμβρίου & 3 Δεκεμβρίου στο Cabaret Voltaire
Μαραθώνος 30, Κεραμεικός

Είσοδος: 12 ευρώ (στην τιμή περιλαμβάνεται κρασί, μπύρα ή ρακί)




Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

“Με πόνους βάζει το νερό, με δάκρυα το ζυμώνει, και με πολύ παράπονο βάζει φωτιά στο φούρνο…”

Τα Κτίσματα Πωγωνίου είναι από τα χωριά της Ηπείρου με τη μεγαλύτερη και μακρόχρονη παράδοση στο πολυφωνικό τραγούδι, όχι μόνο του βορειοδυτικού τμήματος του Νομού Ιωαννίνων στο οποίο και ανήκουν, αλλά και της ευρύτερης περιοχής Δερόπολης, Δέλβινου, και Χειμάρας, περιοχών που ως το 1944 ανήκαν στην ελληνική επικράτεια. Ένα από τα σημαντικότερα πολυφωνικά συγκροτήματα που έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην καταγραφή της πολυφωνικής παράδοσης είναι και Το Πολυφωνικό της Ηπείρου από τα Κτίσματα Πωγωνίου. Από το 1976, με δεκάδες εμφανίσεις στην Ελλάδα και σε χώρες της Ευρώπης, συνέβαλαν στη διάσωση πλήθους παραδοσιακών ηπειρώτικων τραγουδιών που περιλαμβάνουν μοιρολόγια, παραλογές, κλέφτικα και τραγούδια της ξενιτιάς, όλα στην πολυφωνικής τους μορφή, με σεβασμό και τη μέγιστη δυνατή προσέγγιση του αυθεντικού πολυφωνικού τραγουδιού όπως αυτό φτάνει ως τις μέρες μας. Τα μέλη του συγκροτήματος συνδέονται τα περισσότερα με δεσμούς συγγένειας, και είναι οι: Σωκράτης Τσιάβος, Λάζαρος Τσιάβος, Σοφία Μάτσια, Ανθούλα Κώτσου, Δημήτρης Μάτσιας και Βαγγέλης Κώτσου. Σταθμός στην ιστορία του συγκροτήματος είναι το 1993, όταν εκδόθηκε ένας δίσκος που περιλαμβάνει τα καλύτερα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου και κυκλοφόρησε σε cd από την εταιρεία Λύρα. Την φιλολογική επιμέλεια των τραγουδιών ανέλαβε ο Μιχάλης Γκανάς, ενώ ο Νίκος Χουλιαράς επιμελήθηκε το εξώφυλλο του δίσκου. Είχε προηγηθεί το 1984 ένας άλλος δίσκος (εξαιρετικά δυσεύρετος στις μέρες μας) που προέκυψε από ηχογραφήσεις που πραγματοποίησε το συγκρότημα για λογαριασμό της Γαλλικής Ραδιοφωνίας με την καλλιτεχνική επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου, και κυκλοφόρησε μόνο στη Γαλλία.
.

Λίγα λόγια για τα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου
Αντιγράφουμε από το ένθετο του δίσκου ορισμένα αποσπάσματα από το κείμενο του Λάμπρου Λιάβα, που μας κατατοπίζουν με ακρίβεια στους βασικούς άξονες του ηπειρώτικου πολυφωνικού τραγουδιού:
(…) «Η απόδοση των τραγουδιών αυτών γίνεται από ομάδα τραγουδιστών που πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 4 άτομα. Ο συνηθέστερος αριθμός είναι 5, άλλα μπορεί να φτάνει και 6, 7 ή ακόμη και 10 τραγουδιστές - ανάλογα με τους ισοκράτες (ώστε να "γεμίζει το τραγούδι και να πάει βρονταριά!").
Ο κορυφαίος της ομάδας τραγουδάει την κυρίως μελωδία, δηλαδή αρχίζει, "παίρνει" το τραγούδι, γι’ αυτό ονομάζεται παρτής ή πάρτης ή σηκωτής. Του απαντάει ο δεύτερος που "γυρίζει" ή "τσακίζει" το τραγούδι, γι’ αυτό και λέγεται γυριστής, ενώ οι υπόλοιποι, οι ισοκράτες, κρατούν το "ίσο", δηλαδή το φθόγγο της τονικής της μελωδίας.
Στην ομάδα αυτή μπορεί να προστεθεί (επιπλέον ή σε αντικατάσταση του γυριστή) κι ένα ακόμη τραγουδιστής, ο κλώστης, που κάνει ιδιόμορφους λαρυγγισμούς με ψεύτική φωνή("φαλτσέτο", όπως στα τυρολέζικα γιόντλερ), "κλώθοντας" το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και στην υποτονική της μελωδίας. Μια τεχνική του χεριού που κρατάει τ’ αδράχτι όταν κλώθει το νήμα. Το χέρι όχι μόνο βάζει τ’ αδράχτι σε περιστροφική κίνηση (κλωθογυρίζει) αλλά το ανεβοκατεβάζει κιόλας κάθε τόσο. Ο συσχετισμός είναι φανερός.
Τόσο ο γυριστής όσο και ο κλώστης κόβουν απότομα το τραγούδι στην υποτονική της κλίμακας δημιουργώντας έτσι με τον τελευταίο φθόγγο του πάρτη μια έντονη διαφωνία (διάστημα 2ας), που είναι το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πολυφωνικής φόρμας και της δίνει ένα ιδιόμορφο άκουσμα.(...)


(…) Όσον αφορά στην καταγωγή αυτής της πολυφωνικής φόρμας, παρόλο που η έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη σε βέβαια συμπεράσματα, όλες οι ενδείξεις πείθουν ότι ανάγεται σε πολύ παλιές (ίσως ακόμη και προελληνικές) εποχές. Πράγματι οι μελωδίες των τραγουδιών (μαζί με ορισμένα ακόμη της Ηπείρου και κάποια γυναικεία τραγούδια της Θεσσαλίας) είναι οι μοναδικές στον ελλαδικό χώρο που έχουν διατηρήσει την πεντατονική ανημίτονη κλίμακα (μουσική κλίμακα που αποτελείται από 5 νότες, χωρίς ημιτόνια). Η κλίμακα αυτή, όπως έχει αποδείξει η πρόσφατη μουσικολογική έρευνα, ταυτίζεται με το δώριο τρόπο των αρχαίων Ελλήνων, την κατεξοχήν ελληνική αρμονία.»



Το Πολυφωνικό της Ηπείρου από τα Κτίσματα Πωγωνίου
Παρατηρώντας κανείς τον τρόπο λειτουργίας ενός ηπειρώτικου πολυφωνικού συνόλου, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι η συμμετοχή σε μία τέτοια ομάδα προϋποθέτει πρώτ’ απ’ όλα την βιωματική σχέση τού κάθε μέλους με το ηπειρώτικο τραγούδι, αλλά και τους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των μελών του συγκροτήματος ώστε να λειτουργήσουν σαν ενιαίο σύνολο. Η ιδιαιτερότητα των πολυφωνικών συγκροτημάτων έχει να κάνει με τον απόλυτο συντονισμό και τη συλλογικότητα της έκφρασης, αλλά την ίδια στιγμή απαιτεί και τον ξεκάθαρο διαχωρισμό των ρόλων και των φωνών, μέσα σε μία ιεραρχία η οποία παραμένει αυστηρή για να μπορέσει να λειτουργήσει το σύνολο. Αυτή η πειθαρχία και ο σαφής διαχωρισμός των ρόλων δεν περιορίζει τα εκφραστικά μέσα του μέλους του συγκροτήματος. Αντίθετα, η λειτουργία μέσα από αυτούς τους κανόνες ελευθερώνει την έκφραση, και όπως αναφέρει ο Μιχάλης Γκανάς «αυτά τα τραγούδια δεν βασίζονται σ’ έναν καλλίφωνο τραγουδιστή αλλά στην πολυφωνία της ομάδας. Οι φωνές ξεσκίζονται, χωρίς καμία έγνοια να είναι “ωραίες”, εκφράζοντας ένα κοινό πάθος που έρχεται από πολύ μακριά».
Στο Πολυφωνικό της Ηπείρου οι παραπάνω ρόλοι είναι απόλυτα διακριτοί, σύμφωνα πάντα με αυτή την αυστηρή ιεραρχία. Έτσι, ο Σωκράτης Τσιάβος, ο αρχιτραγουδιστής, στο ρόλο του παρτή ξεκινάει το τραγούδι, ο Λάζαρος Τσιάβος στον ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο του κλώστη, και οι δύο γυναίκες του συγκροτήματος, η Σοφία Μάτσια και η Ανθούλα Κώτσου, εναλλάσονται στους ρόλου του γυριστή και ισοκράτη. Οι Δημήτρης Μάτσιος και Βαγγέλης Κώτσου κρατούν το ίσο, και δίνουν τον αμετακίνητο τόνο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί η μελωδική γραμμή του τραγουδιού. Αξίζει να αναφέρουμε ότι, από τα μέλη του συγκροτήματος ο μόνος με μουσικές σπουδές στο ενεργητικό του είναι ο Βαγγέλης Κώτσου, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας είναι αυτοδίδακτοι τραγουδιστές.
Ο Μιχάλης Γκανάς τοποθετείται πολύ όμορφα στο κείμενό του στο ένθετο του δίσκου: «Αυτά τα τραγούδια ή τ’ ακούς κι ανατριχιάζεις ή δεν μπορείς να τα αντέξεις. Δεν υπάρχει μέσος όρος. Είναι γιατί δεν προσπαθούν ν’ αρέσουν αλλά να εκφράσουν κάτι, ακολουθώντας τον πιο σύντομο δρόμο για την λαϊκή ψυχή. Την αμεσότητα». Το Πολυφωνικό της Ηπείρου, μάς γυρίζει με σχεδόν βίαιο τρόπο πίσω σε πρωτόλειες μορφές έκφρασης του ανθρώπινου είδους, όπου η μελωδία κατακερματίζεται και το τραγούδι μετατρέπεται σε ομαδική κραυγή. Η ξενιτιά, ο πόνος, ο πόλεμος και η κλεφτουριά, ο έρωτας (συνήθως ανεκπλήρωτος), η φύση, όλ’ αυτά μέσα απ’ τις ανθρώπινες φωνές ερμηνευτών στην πλειοψηφία τους χωρίς μουσικές γνώσεις, μετατρέπουν την ακρόαση αυτών των τραγουδιών σε μια μοναδική εμπειρία. Η λιτότητα των εκφραστικών μέσων γίνεται ο φορέας που μεταφέρει ατόφια τη συγκίνηση της αυθεντική λαϊκής ποίησης. Ο αρχικός αιφνιδιασμός κατά την ακρόαση αυτών των τραγουδιών, δίνει γρήγορα τη θέση του στην απόλαυση ενός πρωτόγονου αισθήματος που την έντασή του μπορούμε να την αντιληφθούμε όταν πια το τραγούδι τελειώσει απότομα και ακολουθήσει η σιωπή. Δύσκολη “άσκηση” – αλήθεια - για τα αφτιά του νεοέλληνα. Όμως, δε θέλει χρόνο για να εξοικειωθεί κανείς με αυτά τα ακούσματα. Ή που θα του ξυπνήσουν αμέσως αισθήματα αληθινά, ή που θα τον αφήσουν εντελώς αδιάφορο.
Η ζωή του Πολυφωνικού της Ηπείρου από τα Κτίσματα Πωγωνίου έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο της, από τη στιγμή που τα μέλη του το 1993 που κυκλοφόρησε ο δίσκος ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Πρόλαβε όμως να αφήσει παρακαταθήκη έναν πολύ σημαντικό δίσκο – ντοκουμέντο, που καταγράφει με τον πιο αυθεντικό τρόπο 11 από τα πιο γνωστά πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου.
.

.
Σημείωση: Το νεότερο μέλος του συγκροτήματος, ο Βαγγέλης Κώτσου, συνεχίζει την παράδοση του πολυφωνικού τραγουδιού (λεπτομέρειες στη διεύθυνση http://polyphonicoepirou.blogspot.com/). Άλλες ενδιαφέρουσες ηλεκτρονικές διευθύνσεις σχετικά με το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι, είναι: http://www.polyphonic.gr/ και http://www.epirus-history.gr/

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Ματ σε 2 υφέσεις. Τρύπιο φεγγάρι

.
.
Από την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, πριν από έξι χρόνια, το μουσικό σχήμα Ματ σε 2 Υφέσεις τοποθέτησε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών μας. Το επιτυχημένο πάντρεμα παραδοσιακών ήχων της ανατολής με jazz ιδιώματα, που από νωρίς κατέταξε το συγκρότημα στον ευρύτερο χώρο που συμβατικά αποκαλούμε ethnic jazz, το συναντάμε και στον πρόσφατο, τρίτο κατά σειρά δίσκο τους. Για ακόμα μία φορά οι προσδοκίες μας δε διαψεύδονται! Για 52 λεπτά απολαμβάνουμε μια σειρά από 14 τραγούδια που, τόσο στο επίπεδο της σύνθεσης όσο και του στίχου (με τις υπογραφές του Σταύρου Δάλκου, Μαρίνου Καρβελά, Γιάννη Μανιάτη και Νίκου Γράψα), ολοκληρώνουν ένα αποτέλεσμα γεμάτο εκπλήξεις, όμορφες ρυθμικές ανατροπές και jazz συγχορδίες, και την αρμονική συνύπαρξη ετερόκλητων μουσικών στοιχείων ανατολής και δύσης που το συγκρότημα φαίνεται να έχει αφομοιώσει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με τους δύο προηγούμενους δίσκους. Η συμμετοχή του Χρήστου Θηβαίου σε ένα τραγούδι και οι εκφραστικές ερμηνείες του Δημήτρη Βαρελόπουλου, του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη και της Σπυριδούλας Μπάκα (ιδιαίτερα στην jazzy διασκευή του «Μοιάζεις κι εσύ σαν θάλασσα» του Μανώλη Χιώτη), σε συνδυασμό με τις γεμάτες φαντασία ενορχηστρώσεις, ολοκληρώνουν ένα πολύ αξιόλογο αποτέλεσμα, που φανερώνει τη μουσική γνώση και κυρίως τη δουλειά των μελών του σχήματος πάνω και στην παραμικρή λεπτομέρεια των τραγουδιών.
.
.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, τεύχος 162, Ιούνιος 2009.
.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

“σε μια κουβέρτα – όστρακο έχω κρυφτεί, μωρό μου”

.
Οι Τερμίτες είναι το ελληνικό συγκρότημα που “ταλαιπωρήθηκε” όσο κανένα άλλο μέχρι να βρει το δρόμο προς την επιτυχία. Αρχικά με το όνομα P.L.J Band και αργότερα ως Τερμίτες, πέρασαν από πολλά κύματα και κακοτοπιές μέχρι να καταφέρουν να γεμίσουν το Λυκαβηττό (1986) και οι δίσκοι τους να πουλήσουν χιλιάδες αντίτυπα, φτάνοντας μάλιστα κάποιοι απ’ αυτούς της πρώτης περιόδου ως P.L.J. Band, να θεωρούνται σήμερα συλλεκτικοί! Ο πρώτος δίσκος που κυκλοφόρησαν με το όνομα Τερμίτες (είχαν προηγηθεί άλλοι τρεις ως P.L.J. Band) είχε τίτλο «Η αμαρτωλή Μαρία» και εκδόθηκε το 1984. Με αυτό το δίσκο συστήνονται για πρώτη φορά στο κοινό με το όνομα που τελικά έμειναν στην ιστορία των ροκ συγκροτημάτων της δεκαετίας του ‘80, βάζοντας τέλος στην ταλαιπωρία που κράτησε από το 1979 κυνηγώντας το όνειρο με αγγλόφωνους στίχους που ταξίδεψαν σε Ρώμη και Παρίσι αναζητώντας την επιτυχία.
Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της «Αμαρτωλής Μαρίας» έπαιξαν δύο πράγματα: το πρώτο είναι η οριστική απόφασή τους να τραγουδήσουν με ελληνικούς στίχους. Οι μέχρι τότε απόπειρές τους στον αγγλόφωνο στίχο δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Οι στίχοι του Μιχάλη Μαρματάκη ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόντουσαν οι Τερμίτες στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σε μια ελληνική αγορά που δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί “ξενόφερτους” στίχους από ελληνικό συγκρότημα και μια ξένη αγορά που αρνούνταν να δεχτεί ελληνικό γκρουπ να τραγουδάει στην γλώσσα των Pink Floyd ή του Dylan.
Ο δεύτερος καθοριστικός παράγοντας στην επιτυχία της «Αμαρτωλής Μαρίας» και κατά συνέπεια των Τερμιτών, ήταν η συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα στο δίσκο σε δύο τραγούδια. Από τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας του δίσκου, η «Σκόνη» ήταν το τραγούδι που ξεχώρισε και απλώθηκε κυριολεκτικά σαν “τερμίτης” στα ραδιόφωνα της εποχής. Αναμφισβήτητα, η συμμετοχή του Νταλάρα στο δίσκο και ειδικά η ερμηνεία του στη «Σκόνη», ήταν το διαβατήριο που είχαν ανάγκη οι Τερμίτες για να ανοιχτεί η δουλειά τους στο ευρύ κοινό. Το δεύτερο τραγούδι που τραγούδησε ο Νταλάρας στο δίσκο είναι το "σουρεαλιστικό" κομμάτι με τίτλο «Οι αρκούδες». Αρκούσε όμως η «Σκόνη» για να απογειώσει το δίσκο και όλοι να ψάχνουν τη δουλειά αυτού του νέου συγκροτήματος με το περίεργο όνομα Τερμίτες.

Οι στίχοι σε όλα τα τραγούδια του δίσκου είναι του Μιχάλη Μαρματάκη, ενώ τη μουσική σε δύο τραγούδια υπέγραφε ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος και στα υπόλοιπα οχτώ από κοινού το συγκρότημα. Η «Αμαρτωλή Μαρία» περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά ροκ μπαλάντες, με κάποιες στιγμές ηλεκτρικής έξαρσης με τα σόλα του Αντώνη Μιτζέλου και τα ντραμς του Φίλιππου Σπυρόπουλου. Τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος ήταν ο Παύλος Κικριλής, ο Δημήτρης Βασαλάκης και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας που τραγούδησε στα οχτώ τραγούδια. Παράλληλα, η συμμετοχή και άλλων μουσικών όπως ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος και ο Φίλιππος Τσεμπερούλης ήταν καθοριστική για την γενικότερη αισθητική του δίσκου.

Η «Αμαρτωλή Μαρία» ήρθε σε μια εποχή που τα ελληνικά ροκ συγκροτήματα είχαν βρει τον δρόμο τους προς τη δισκογραφία και το κοινό. Οι Φατμέ, οι Μουσικές Ταξιαρχίες και οι Τρύπες είχαν διαμορφώσει ήδη το σκηνικό και οι Τερμίτες με την «Αμαρτωλή Μαρία» ήρθαν να προστεθούν δίπλα τους με έναν ήχο που θύμιζε περισσότερο τις ακουστικές μπαλάντες του Dylan. Όπως και να ‘χει, οι Τερμίτες ίσως να μην είχαν στα τραγούδια τους έντονους ροκ ρυθμούς, σίγουρα όμως η πορεία τους προς την επιτυχία είχε όλα τα “ροκ” στοιχεία των πέντε φίλων που, με μια κασέτα στο χέρι γύρισαν δισκογραφικές εταιρείες της Ευρώπης ελπίζοντας σε μια ζωή που θα τους επέτρεπε πρώτα απ’ όλα να γράφουν και να παίζουν μουσική. Τελικά η πραγματικότητα τούς προσγείωσε στην ελληνική αγορά και η «Αμαρτωλή Μαρία» ήταν ο δίσκος που τους έκανε γνωστούς στο κοινό. Εκτός από τη «Σκόνη», υπάρχουν τραγούδια όπως το «Μηχανικά» και «Η αμαρτωλή Μαρία» που ακούγονται συχνά μέχρι και σήμερα από τα ραδιόφωνα, θυμίζοντας πως κάποτε ο δρόμος προς την επιτυχία για τα ελληνικά συγκροτήματα περνούσε από την άσφαλτο και τα σκαλοπάτια των δισκογραφικών εταιρειών και όχι από τα φανταχτερά τηλεοπτικά studios των reality shows.
.
.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

"Ξανά σαν κόκκινο μπαλόνι που πετάει, ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες"

.
Κάνοντας μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, άκουγε κανείς να ξεπηδάνε από τα ημιυπόγεια των σπιτιών μουσικές από ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσα και τύμπανα, και κάτι περίεργες φωνές εφήβων να τραγουδάνε Rolling Stones, Doors και Bob Dylan. Ήταν το γκρουπάκι της γειτονιάς! Με άλλα λόγια, η απογευματινή συνάντηση για “πρόβα” της παρέας που στα χρόνια της μεταπολίτευσης είχε βρει τον τρόπο να εκφράζει τις εφηβικές της ανησυχίες μέσω της αμερικάνικης μουσικής παραγωγής, σνομπάροντας τον “Θεοδωράκη του μπαμπά” και δοκιμάζοντας ακόρντα και ήχους που δε διδάσκονταν στα ωδεία. Κάθε γειτονιά είχε και το γκρουπάκι της. Ατελείωτες πρόβες για να μιμηθούν όσο πιο πιστά γίνεται τον ήχο των ξένων συγκροτημάτων, ατέρμονες συζητήσεις για να βρεθεί το καλύτερο όνομα για το γκρουπ και αγωνία πριν από κάθε ζωντανή εμφάνιση στο προαύλιο του σχολείου ή στο πνευματικό κέντρο του Δήμου.

Εκείνη ακριβώς την εποχή, στη Νέα Σμύρνη, μια παρέα φίλων ανεβάζει αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις συνοδευόμενες από ζωντανή μουσική σε μικρούς χώρους και Πνευματικά Κέντρα. Τα σκετσάκια επενδύονται με μουσική που γράφει και τραγουδάει η 9μελής παρέα, ενώ όσο περνάει ο καιρός, τα θεατρικά δρώμενα δίνουν τη θέση τους αποκλειστικά στη μουσική. Η παρέα αυτή αποτελούνταν από τους: Νίκο Πορτοκάλογλου, Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη, Οδυσσέα Τσάκαλο, Αργύρη Αμίτση, Μιχάλη Μουστάκη, Γιάννη Κερκύρα, Νίκο Μηλιώνη και η Ιωάννα Τσακάλου. Σύντομα το γκρουπ διαλύεται και από τη διάσπασή του δημιουργούνται οι ΦΑΤΜΕ και οι ΧΑΝΟΜΑΙ ΓΙΑΤΙ ΡΕΜΒΑΖΩ.



Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω εμφανίζονται πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1982 με το δίσκο «Οι κακές μας πράξεις». Η σύνθεση του συγκροτήματος σε αυτόν τον πρώτο δίσκο ήταν: Χάρης Καβαλλιεράτος, Γιώργος Φιλιππάκης, Αργύρης Αμίτσης, Μιχάλης Μουστάκης (αργότερα έγινε μέλος των Φατμέ παίζοντας πλήκτρα και ακορντεόν) και Γιάννης Κερκύρας. Στο δίσκο συμμετείχαν επίσης ο Μιχάλης Σιγανίδης, ο Θοδωρής Μανίκας και η Ελευθερία Αρβανιτάκη (που μάλιστα αναφέρεται στο δίσκο μόνο με το μικρό της όνομα και όχι το επώνυμό της!). Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σημειώνουν στο οπισθόφυλλο: «Οι κακές μας πράξεις είναι τραγούδια που δεν έχουν κεραυνοβοληθεί από μεγαλίστικη συμπεριφορά. Είναι βγαλμένα από το παιχνίδι και τις ζαβολιές του – γι’ αυτό έχουν τη γοητεία να σ’ αφήνουν ανικανοποίητο …».

Την εποχή της “Αλλαγής”, όταν οι ροκάδες αμφισβητούσαν οτιδήποτε ελληνικό και οι νεολαίες των κομμάτων «ανακάλυπταν» το ρεμπέτικο, ένα συγκρότημα με το παράξενο όνομα Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκαλίζει τραγούδια σαν τους παλιούς κανταδόρους, μελαγχολικά και παιχνιδιάρικα. Με κιθάρες, φλάουτο, μαντολίνο, ακορντεόν και κόρνο, ο ήχος τους έχει κάτι από τη φρεσκάδα των εφηβικών πειραματισμών της περασμένης δεκαετίας. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν ξεχνάνε τη μουσική τους καταγωγή: συνεχίζουν να παίζουν μουσική όπως έπαιζαν και στη γειτονιά, ενοχλώντας το γείτονα τις ώρες της κοινής ησυχίας και γελώντας κρυφά με τα καινούργια καμώματα που σκαρφίστηκαν για να κλέψουν λίγο χρόνο από το διάβασμα και να συναντηθούν να παίξουν μουσική. Τι κι αν από τη γειτονιά της Νέας Σμύρνης βρέθηκαν στα studio δισκογραφικής εταιρείας και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο; Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι, κι έτσι συνέχισαν.

Την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1983, βγάζουν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο «Πλάγια λόγια». Η σύνθεση του συγκροτήματος αλλάζει μετά την αποχώρηση του Μιχάλη Μουστάκη (ο οποίος όμως συμμετέχει στο δίσκο μαζί με την Χέλγκα Γιαννούλα και τον Κώστα Θωμαϊδη) και προστίθεται η Barbara Sauter. Το συγκρότημα παίρνει πια την οριστική του μορφή και βουτάει ακόμα πιο βαθιά στο παιχνίδι που έχει ξεκινήσει. Τραγούδια άλλοτε προσωπικά και άλλοτε σκωπτικά, με την υπόγεια μελαγχολία που αφήνει η θέα ενός άδειου τραπεζιού μετά από ένα ξέφρενο φαγοπότι, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν τραγούδια της παρέας. Της δικής τους παρέας. Κι αρχίζει σιγά – σιγά να απλώνει η φήμη αυτού του συγκροτήματος που δεν ακολουθεί τη μόδα της εποχής του, αλλά δημιουργεί τραγούδια αληθινά, με δική τους ταυτότητα και χρώμα. Αξίζει στο σημείο αυτό, να σημειώσω πως σε κανέναν από τους δύο πρώτους δίσκους του συγκροτήματος δεν αναφέρεται ποιος γράφει τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια! (αναφέρονται μόνο τα ονόματα όσων έχουν γράψεις στίχους, αλλά δεν ανήκουν στο συγκρότημα). Μένει λοιπόν η εντύπωση ότι τα τραγούδια είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας, όχι μόνο στο επίπεδο της εκτέλεσης, αλλά και της δημιουργίας.

Η φήμη τους έμελλε να απλωθεί περισσότερο το 1985, όταν η Δήμητρα Γαλάνη ηχογραφεί το δίσκο που έφερε το όνομά τους. Στο εξώφυλλο η Δήμητρα Γαλάνη ποζάρει ως άλλη Μαφάλντα και πάνω δεξιά, μέσα σε εισαγωγικά, το όνομα του συγκροτήματος που ουσιαστικά έπαιζε και συμμετείχε στο δίσκο με 4 τραγούδια. Τα υπόλοιπα τραγούδια ήταν από διάφορους συνθέτες με τους οποίους είχε συνεργαστεί κατά καιρούς η Δήμητρα Γαλάνη: Σταμάτης Κραουνάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Μάνος Λοϊζος, κ.α. Αν και στη συγκεκριμένη δουλειά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν έχουν τον πρώτο λόγο, τα 4 τραγούδια που έγραψαν ταίριαξαν απόλυτα με το συνολικό ύφος του δίσκου. Ανάμεσα σε τραγούδια που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη και έγιναν αμέσως γνωστά, όπως το «Μου ‘ταξες ταξίδι να με πας» και «Τίποτ’ άλλο», ξαφνικά ακούει κανείς μια παρέα να τραγουδάει για την «Ελενίτσα την κολυμβήτρια» και για κάποια «Τώνια», με αφέλεια και παιχνιδιάρικη διάθεση απόλυτα εναρμονισμένη με την όλη αισθητική του δίσκου. Παράλληλα, είναι η πρώτη φορά που αναγράφεται το όνομα του δημιουργού των τραγουδιών (τη μουσική και τους στίχους υπέγραφε ο Γιώργος Φιλιππάκης, και σε ένα τραγούδι τους στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου).

Φτάνουμε στα 1988, μια χρονιά καθοριστική για το συγκρότημα. Είναι η χρονιά που οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βρίσκουν δισκογραφική «στέγη» στην εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο. «Τα παροίνια» είναι ο δίσκος που βρίσκει το συγκρότημα στην πιο ώριμη φάση του. Αρχίζουν για πρώτη φορά και μελοποιούν ποιήματα (Ομάρ Καγιάμ, Λι Τάι Πο), ενώ σε τρία τραγούδια τους στίχους υπογράφει ο Βασίλης Νικολαϊδης. Ο ήχος τους εμπλουτίζεται. Το κάθε τραγούδι αφηγείται και μια διαφορετική ιστορία, αλλά και ολόκληρος ο δίσκος αποτελεί έναν ενιαίο κύκλο τραγουδιών. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω “διονυσιασμένοι”, ζαλισμένοι από το κρασί, τραγουδούν γύρω από ένα τραπέζι τις καντάδες τους και προσκαλούν όποιον περαστικό μπορεί να νιώσει την υπόγεια μελαγχολία των τραγουδιών τους. Στα περισσότερα τραγούδια τη μουσική υπογράφει ο Χάρης Καβαλλιεράτος και σε δύο ο Γιώργος Φιλιππάκης. Την ίδια περίοδο, παίζουν ζωντανά τα τραγούδια τους στη μουσική σκηνή του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο, σε ένα πρόγραμμα με τον γενικό τίτλο «Ο Σείριος παρουσιάζει», όπου εναλλάσσονται συγκροτήματα, συνθέτες και τραγουδιστές, από τη Δήμητρα Γαλάνη και την Χάρις Αλεξίου, μέχρι τους Κατσιμίχα και τον Φοίβο Δεληβοριά.

Την επόμενη χρονιά βγάζουν στον Σείριο τον δίσκο «Τα εγκαίνια». Ένα καλοκαιρινό αεράκι περνάει ανάμεσα από τα τραγούδια του δίσκου και ανακατεύεται με το άρωμα του ούζου και του μεζέ απάνω στο τραπέζι. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκορπάνε τα τραγούδια τους πάνω στα βότσαλα που σκάει το κύμα. Μικρής διάρκειας τα περισσότερα τραγούδια, ντυμένα με υπέροχες μουσικές, παιχνιδιάρικη διάθεση (όπως πάντα!), σαν να μας κλείνουν με νάζι το μάτι και να μας καλούν σε μια ακόμα γιορτή τους. Μέσα στο δίσκο εκτός των άλλων, βρίσκουμε μελοποιημένο ένα ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά και το «Μεθυσμένο καράβι» του Αρθούρου Ρεμπώ.


Ο Σείριος φιλοξενεί έναν ακόμα δίσκο τους το 1991. Στην «Ιχνογραφία», μεταξύ των τραγουδιών, συναντάμε μελοποιημένα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, και του Ανδρέα Κάλβου. Σε αυτό το δίσκο οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω κατασκευάζουν ένα πελώριο τελάρο και ζωγραφίζουν απάνω του με έντονα χρώματα τις μουσικές τους. Προσωπογραφίες, τοπία καλοκαιρινά και σκηνές δρόμου, συνθέτουν ένα κολάζ τέλειας αισθητικής, με κορυφαίο (κατά τη γνώμη μου) το τραγούδι - διάλογο του Van Gogh με μια πόρνη του 20ου αιώνα, με τους ευφυείς στίχους του Βασίλη Νικολαΐδη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τις μουσικές τους. Ακροβατούν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και μας προσφέρουν απλόχερα το αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο, από ένα τραγούδι πηγαίο και αληθινό.

Το 1995 οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βγάζουν το δίσκο «Πέρα στου κεχριού τον κάμπο» στην εταιρεία MBI. Εδώ, τον πρώτο ρόλο στην ερμηνεία των τραγουδιών αναλαμβάνει η μεσόφωνος Άννα Καραγεωργιάδου και η παιδική χορωδία του Γιάννη Τσιαμούλη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σε αυτό το δίσκο, γίνονται κυριολεκτικά παιδιά! Ανακατεύονται με τα πιτσιρίκια της παιδικής χορωδίας, γελάνε και “ευθείς μελαγχολούν” όπως εκείνα τα «Παιδιά κάτω στον κάμπο» του Χατζιδάκι, αποκαλύπτουν το παιδί που κρύβουμε μέσα μας και το φέρνουν στην επιφάνεια μέσα από τα τραγούδια τους. Τραγούδια πολύχρωμα σαν παιδικές ζωγραφιές, μουσικές που ξαφνιάζουν και στίχοι με αθωότητα και νάζι.


Το 1998 βρίσκει τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω να επιστρέφουν στο δισκογραφικό “σπίτι” του Μάνου Χατζιδάκι, 4 χρόνια μετά το ταξίδι του προς τα άστρα! Η επιστροφή στο Σείριο σηματοδοτεί τη συνεργασία του συγκροτήματος με τη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα. Στο δίσκο «Προς την αθανασία τη μαρτυρική», για πρώτη φορά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω υπογράφουν μόνο τη μουσική και την ενορχήστρωση, αφού οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στην Αγαθή Δημητρούκα και η ερμηνεία τους στον Βασίλη Γισδάκη και την Αλεξία Μουστάκα. Οι ερμηνείες των δύο νέων τραγουδιστών είναι εξαιρετικές! Τραγούδια άμεσα, αληθινά, με τον γήινο λυρισμό των στίχων της Δημητρούκα και τις ανάλαφρες μελωδίες του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιππάκη, ο δίσκος είναι από τις ωραιότερες δουλειές που εκδόθηκαν από το Σείριο μετά το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι.


Ένα χρόνο αργότερα, εκδίδεται ο δίσκος «Ένα ευχαριστώ». Πρόκειται για δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών από την 17χρονη πορεία του συγκροτήματος, που ερμηνεύουν διάφοροι τραγουδιστές. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω καλούν τους φίλους τους και τους αφήνουν ελεύθερα να διασκευάσουν και να ερμηνεύσουν τα τραγούδια τους. Στο κάλεσμά τους ανταποκρίνονται αμέσως: Νένα Βενετσάνου, Σπύρος Σακκάς, Βασίλης Γισδάκης, Άννα Καραγεωργιάδου, Γιώργος Μακρής, Βασίλης Νικολαϊδης, Χρήστος Τσιαμούλης, Μιχάλης Σιγανίδης, Μαίρη-Ελεν Νέζη, Γιάννης Bach Σπυρόπουλος. Όπως όλα ξεκίνησαν το 1982 σαν παιχνίδι, έτσι και τώρα, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω μπλέκουν στο παιχνίδι τους κι άλλους δημιουργούς, τους δίνουν απλόχερα τα τραγούδια τους και ο καθένας τα ερμηνεύει σύμφωνα με την δική του αισθητική. Και σαν τα σκανταλιάρικα παιδιά, κάθονται απέναντι και χαζεύουν το παιχνίδι των φίλων τους, που-και-που πετάγονται και λένε κι αυτοί μια φράση, ένα τραγούδι, ζουν τα τραγούδια τους μέσω των άλλων δημιουργών και απολαμβάνουν το καινούργιο άκουσμα των δικών τους παλιών τραγουδιών.


Μεσολαβούν περίπου 10 χρόνια μέχρι την πιο πρόσφατη δισκογραφική εργασία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Τον Μάρτιο του 2009, κυκλοφορεί από την νεοσύστατη ανεξάρτητη εταιρεία Yafka Records το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας / Για μιας μέρας το στοίχημα» (στο Άρωμα του Τραγουδιού είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε κάποια από τα τραγούδια του δίσκου, πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα δισκοπωλεία εδώ). Πρόκειται για δύο ενότητες τραγουδιών σε μουσική του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιπάκη, με τους στίχους της Λυδίας Βενιέρη και επίμετρο του Βασίλη Νικολαϊδη στο «Ημερολόγιο μιας γυναίκας», και του Χάρη Καβαλλιεράτου και Βασίλη Νικολαϊδη στο «Για μιας μέρας το στοίχημα». Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω αναθέτουν στη μεσόφωνο Θεοδώρα Μπάκα την ερμηνεία του «Ημερολογίου», ενώ η ίδια μοιράζεται και τις ερμηνείες στης «Μέρας το στοίχημα» μαζί με τον Σπύρο Σακκά και τον Χάρη Καβαλλιεράτο. Και στους δύο αυτούς κύκλους τραγουδιών, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δείχνουν να πηγαίνουν την Τέχνη τους ένα βήμα παρακάτω. Εκεί που το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας» αποτελεί μια ποιητική σπουδή πάνω στην διαχρονική γυναικεία μορφή, της «Μιας μέρας το στοίχημα» μας ταξιδεύει σε τοπία του μέσα κόσμου μας και αναγκάζει τις αισθήσεις σε κάθαρση με μοναδικό μέσο την γαλήνια αισθητική των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Δύο κύκλοι τραγουδιών που, καθόλου τυχαία, εκδόθηκαν σε έναν δίσκο και προσφέρονται για συνεχείς ακροάσεις με σκοπό την σταδιακή αποκάλυψη του βαθύτερου περιεχομένου τους. Σπουδαίοι είναι και οι μουσικοί που συμπράττουν με το συγκρότημα σε αυτή την εργασία: από τον Θόδωρο Κοτεπάνο και τον Νίκο Τουλιάτο, μέχρι τον Τάκη Φαραζή και τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο στο τσέμπαλο.


Μπορεί η παρουσία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω στη δισκογραφία να μην είναι πολύ τακτική, τα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στις εργασίες που εκδίδουν να είναι κάποιες φορές αρκετών ετών και οι ζωντανές εμφανίσεις τους να μην είναι πολύ συχνές, όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν παίζουν μουσική. Ίσως είναι το μοναδικό ελληνικό συγκρότημα που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άντεξε όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να ακολουθήσει το κάθε μέλος του διαφορετική πορεία όπως συμβαίνει συνήθως. Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα συγκροτημάτων που δεν άντεξαν στο χρόνο (Φατμέ, Μουσικές Ταξιαρχίες, Τρύπες, Τερμίτες, Δυνάμεις του Αιγαίου, Συνήθεις Ύποπτοι, κ.α.), με εξαίρεση τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω (καθώς επίσης και τους Χειμερινούς Κολυμβητές, μια επίσης ιδιαίτερη περίπτωση ελληνικού συγκροτήματος που αντέχει ακόμα)! Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω ξεκίνησαν σαν μια παρέα εφήβων που βασική τους ανάγκη ήταν να μαζευτούν να παίξουν μουσική και έτσι παρέμειναν. Χωρίς βεντετισμούς, χωρίς “πρώτα” ονόματα, χωρίς ανάγκες πέρα της κοινωνίας μέσω του τραγουδιού. Και αυτή τη διάθεση κρατούν μέχρι και σήμερα. Αν θέλει κάποιος να τους βρει, θα τους συναντήσει να ηχογραφούν στο Τρίτο Πρόγραμμα, να κάνουν παραστάσεις σε μικρές μουσικές σκηνές με παραμύθια και μαριονέτες (!), να γράφουν μουσική για θεατρικές παραστάσεις και να πραγματοποιούν επιλεκτικές ζωντανές εμφανίσεις.


Απλά, πρέπει να ψάξει λιγάκι κανείς για να τους συναντήσει.

Αξίζει όμως!