Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το Αυγό του Μανώλη Ρασούλη

Μανώλης Ρασούλης ο στιχουργός, ο τραγουδοποιός, ο ερμηνευτής, ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος, ο λεξιπλάστης, ο πρωτοπόρος, ο φλεγόμενος ιδεολόγος. Μια από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου Πολιτισμού, έφυγε σε ηλικία 66 χρονών αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη για το ελληνικό τραγούδι και όχι μόνο. Αντιγράφουμε το παρακάτω απόσπασμα που βρίσκεται στο επίσημο site του δημιουργού (http://www.rasoulis.gr), αντί βιογραφικού: «Γνωστός για τις πρωτότυπες και ανεξάρτητες ιδέες του, γεφύρωσε το πιο αυθεντικό, βαθύ και λαϊκό στοιχείο του Έλληνα με τα πιο υγιή οικουμενικά ρεύματα, πυροδοτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ιδεολογική επανάσταση, κάτι που δεν άρεσε στα παντός είδους κατεστημένα. Συνεπής, εδώ και δεκαετίες, στην βασική του ιδέα ότι η Ελλάδα από φύση και θέση πρέπει να στραφεί προς τον πολιτισμό και όχι καταστροφικά προς τον μιλιταρισμό, ώστε να παίξει ένα πρωτοποριακό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αντί να είναι ουραγός όπως τώρα». 
Στο ενεργητικό του είχε δεκάδες στίχους τραγουδιών που μελοποίησαν συνθέτες όπως ο Μάνος Λοϊζος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Νίκος Ξυδάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Πέτρος Βαγιόπουλος και άλλοι, καθώς επίσης και 9 βιβλία αλλά και το ιστορικό περιοδικό Το Αυγό, μια εκδοτική προσπάθεια που ξεκίνησε μαζί με την Βάσω Αλλαγιάννη στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Τα λιγοστά σε αριθμό τεύχη του περιοδικού (μόλις τέσσερα σε διάρκεια δύο ετών) είναι αποκαλυπτικά ως προς το πνεύμα και την διορατικότητα του Ρασούλη, αφού ουσιαστικά πρόκειται για κείμενα που έγραφε σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος και η θεματολογία τους εκτείνονταν από τη λογοτεχνία, τη μουσική και το τραγούδι, μέχρι τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και φυσικά την πολιτική. Η Βάσω Αλλαγιάννη θυμάται: «Ήτανε ένα φιλοσοφικοκοινωνικοπολιτικό περιοδικό που το αγκάλιασε και το υποστήριξε πάρα πολύς κόσμος. Το πρώτο τεύχος το βγάλαμε το 1979, ήτανε η εποχή που δεν καταφέρναμε να πληρώνουμε ούτε το νοίκι μας, το μόνο που θέλαμε ήτανε να βγάζουμε Το Αυγό. Θυμάμαι τα εικοσαύγουστα που κάναμε κάθε χρόνο στην Κρήτη. Ξεκινούσαμε μαζί με πολλούς αναγνώστες από παντού απ’ όλη την Ελλάδα και κάναμε χάπενινγκ στους δρόμους όλης της Κρήτης. Όπου στη διαδρομή και άλλοι πολλοί μας ακολουθούσαν και έπαιρναν μέρος σε ένα απίστευτο πανηγύρι, από θέατρο δρόμου έως μουσική και τραγούδι. Αναστατώναμε όλη την Κρήτη». (πηγή: Pathfinder http://clubs.pathfinder.gr/ALLAGIANNH/360867)

Από το δυσεύρετο πλέον πρώτο τεύχος του περιοδικού, αντιγράφουμε το χειμαρρώδες εισαγωγικό κείμενο του Μανώλη Ρασούλη με τίτλο «Το γιατί αυτής της έκδοσης». Σε αυτό το τεύχος (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1979) κάτω από τον τίτλο του περιοδικού και τον υπότιτλο «Το πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων», αναγράφονται ως μοναδικοί συντελεστές η «Ιδιοκτήτρια – Εκδότρια: Βάσω Αλλαγιάννη – Πνευματικού» και ο «Υπεύθυνος για την ύλη: Μανώλης Ρασούλης».
Στην πρώτη σελίδα του διαβάζουμε: «Να θυμάσαι πάντα: οι τέσσερεις θεμέλιοι λίθοι του ανθρώπινου γένους ο Διογένης, ο Σωκράτης, ο Χριστός και ο Μαρξ έζησαν και πέθαναν επαιτώντας και απαιτώντας».
.

.
ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΜΑΣ

Το περιοδικό αυτό βγαίνει γιατί έτσι. Γιατί αν απαριθμίσωμε τα γιατί ακόμα κι αυτός ο Ιώβ θα πάθαινε εγκεφαλικό πέρα δώθε απ’ τα πηλίκα και τ’ άλλα. Η κατάσταση είναι έγκυος. Οι ύλες και τα πνεύματα νεύματα και σπέρματα βρίσκονται σ’ ενδιαφέρουσα αλληλουχία κι αλληλεξάρτηση κι αλληλοδιαμόρφωση κι όλος ο υπόλοιπος Πόλιτσερ. 
Το έντυπο αυτό είναι μια σύλληψη μέσα στις άλλες συλλήψεις. Βέβαια δεν είμαστε ενάντια στις εκτρώσεις αλλά παρά άμβλωση το ζυγιάσαμε και βρήκαμε ότι 90% έπρεπε να τ’ αφήσομε να τοκευτεί. Βέβαια το ζόρι είναι να μη βγει κανένα μογγολάκι μ’ όλο αυτό το προσωποκρατικό του ενός αρθογράφου και με τον, κατά τα άλλα συμπαθή τίτλο. Θα μπορούσε να ονομαστεί Μπούμεραγκ αλλά θυμίζει λίγο εκδίκηση ρίγκους και τέτοια ή σπέρμα ή σταυροδρόμι και πολλά άλλα. Αλλά Αυγό (παρ’ ότι λένε κάτι φίλοι: είναι διανοουμενιάρικο), είναι ταπεινή λέξη. Για φανταστείτε! Αυγό! Πόσοι διανοουμενιστές ή όχι δεν έχουν επιβιώσει με αυγά. Και πόσοι δεν έχουν πει την κουβέντα: το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό; 
Λιγότεροι βέβαια έχουν μιλήσει για φιλοσοφικό αυγό το πρώτο σύμβολο του σύμπαντος. Έτσι λοιπόν έχουμε ένα αυγό, ταπεινό, κότας κοτετσιού, έστω ορνιθοτροφείου κι ένα συμπαντικό. 
Κι ούτε που μπορούμε να πούμε ποιο έκανε το άλλο. Άραγε να μπορούσαμε να ξέραμε αυτό τ’ αυγό πού ‘χομε στα χέρια μας είναι κλούβιο ή όχι; Μπορούμε να το βράσουμε να το κάνουμε ομελέτα ή μάτι ή να το βάψουμε το Πάσχα να το στήσουμε σαν τον Κολόμβο ή το πετάξουμε στους τοίχους καμμιανής πρεσβείας; Να ‘ναι άραγε αυγό φιδιού; Δεν το νομίζω. Μάλλον πουλί πρέπει να ‘χει μέσα στον κρόκο του. Δεν έχουμε παρά να το εκκολάψομε όλοι κι όλοι, για να δούμε τι είδους στρουθοκάμηλος θα βγει. Δεν πουλάμε ραδιοκασετόφωνα για να δίνουμε προσπέκτους με καραντί. Εξαρτάται από μας, από σας, από τους ενδιάμεσους, απ’ την κατάλληλη θερμοκρασία, απ’ την ανθρώπινη ζέστα κι απ’ όλα τα ορατά κι αόρατα. 
Βέβαια Αυγό είναι λίγο αστείο. Θα κομπιάζουν ορισμένοι στο περίπτερο. Κι αν ο περιπτεράς δεν έχει θα τους πει: στο μπακάλη να πάρτε αυγά. Δεν θα ‘χουν άδικο. Άλλοι σαρκαστιάρηδες θα λένε για τσόφλια και θα περιγελούνε αλλά το περιοδικό θα τους έχει προλάβει γιατί πρώτο αυτό θα σαρκάζει τον εαυτό του. Κι αφού θα αυτοσαρκάζεται θα μπορεί συνεπώς να σαρκάζει και τους απεναντινούς του ακόμη και τους καλόβολους αναγνώστες του. Γιατί εδώ δεν πρόκειται να καλοβολευτούμε ούτε να αναγνωστοποιηθούμε. 
Το περιοδικό θα βγαίνει όποτε θα υπάρχει η κατάλληλη ύλη. Στο επόμενο θα μειωθεί αισθητά η προσωπική παρουσία του βοναπάρτη υπεύθυνου όλης αυτής της ύλης με συνεργασίες επιλεγμένες αυστηρώς παρ’ όλες τις καουτσουκένιες αρετές του περιοδικού. Δεν γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να βγει το πρώτο τεύχος να γίνει η αρχή έστω και επεισοδιακά. Θα μου πείτε ίσως: η αρχή είναι η μέση του τέλους. Ναι αλλά μηδένα προ του τέλους κακάριζε. 
Τι φρονεί το περιοδικό; Θα προσπαθήσει να είναι ξέφρενο όσο μπορεί. Και στα μπλα μπλα του και στα πολιτικά του και στα ερωτικά του. Να ‘ναι ένα περιοδικό των νέων γενιών των καπελωμένων από τις προηγούμενες που η κληρονομιά τους η κοινωνική και η υπολοιπική μοιάζει με κείνη που οι κληρονόμοι πληρώνουν και τα φέσια που ‘χε αφήσει ο μακαρίτης. 
Γι’ αυτό πρόκειται: Για να μη πληρώσουν τα φέσια αυτοί που δεν φταίξαν. Το περιοδικό οριοθετεί τις γενιές αλλά δεν φετιχοποιεί τη νεολαία και τις θερμίδες της. Το ήθος του περιοδικού ανεβάζει του ηλικιωμένους στην ψηλότερη βαθμίδα εκτίμησης και σεβασμού απ’ όλες τις άλλες συνολικότητες. Όχι ότι δέχεται τη συντηρητικότητά τους ή τη μανία τους να κατακρατούν στα χέρια τους τον πλούτο, εκβιάζοντας έτσι τους νέους ανθρώπους, φέρνοντας τους στο αδιέξοδο, αλλοτριώνοντας τους σιγά σιγά, γερνώντας τους πριν την ώρα τους. 
Οι μεταπολεμικοί νέοι άνθρωποι είχαν κι αυτοί τους πολέμους τους, την Αλβανία τους, την καθημερινή σύγκρουση με την οικογένεια, με τους θεσμούς. Μια Αλβανία με πολλά ψυχικά θύματα, σ’ ένα έπος μέσα στους παγετώνες και τις εκπυρώσεις της καθημερινής ρουτίνας, της εγκλώβισης σε μια ζωή πλαισιωμένη, σχεδόν δοσμένη από τα πριν. Οι νέοι αντέδρασαν, όχι τόσο θεαματικά βέβαια όπως η αμερικάνικη νεολαία, ή αντιδρούν καθημερινά με κάθε τρόπο. Όμως πώς να νικήσουν έναν εχθρό που τους θίγει τα θυμικά μέσ’ από ‘να συναισθηματισμό και ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Υπήρξαν πατεράδες που προτίμησαν να παραδώσουν τους γιούς τους στην Ασφάλεια και να ‘ναι φυλακή παρά να διαμορφώνουν ελεύθεροι μια γνώμη ανάμεσα σε άλλους μιας ομάδας αριστερών ή διαφορετικών κοινωνικών ή πολιτικών συμπεριφορών. Κάτι τέτοια τραγικά δεδομένα και άλλα κωμικά συνδράμουν στο να υπάρξει επιτέλους μια συνειδητοποίηση ενός τέτοιου ανήλεου πολέμου που κάποια στιγμή πρέπει να αποχτήσει την έκβασή του. 
Τι σχέση έχει το Αυγό με όλα αυτά: Πάντα ένα αυγό έχει λειτουργικές ή μη σχέσεις με το τηγάνι των κοινωνικών συγκυριών. Αν εκκολαφτεί θα πηδήξει πάνω απ’ το τσιτσίρισμα και θα φύγει στον ορίζοντα. Ο κάθε αναγνώστης έχει ένα ανοιχτό ορίζοντα μέσα του, ας τον καταθέσει για τούτη τη διεκπεραίωση. Αργότερα μπορεί και να νοιώσει ότι το πουλί μέσα απ’ αυτό το αυγό, που πέταξε στον ορίζοντά του, ήταν η ίδια του η ψυχή. Αλλά και να μην το νοιώσει εμείς πάλι εδώ θα ‘μαστε να επιμένομε με διάφορους θρεπτικούς τρόπους στην ουτοπία μας. ΟΒΕΡ.


Υστερόγραφο
Δεν σας είπα το συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο έδωσε το πράσινο φως γι’ αυτή την έκδοση. Στεκόμουνα μία μέρα στον Εθνικό κήπο, στη λιμνούλα που είναι προς την είσοδο της Βασιλίσσης Σοφίας. Περίμενα να πιω νερό στις βρύσες. Δίπλα μου μια οικογένεια, ο μπαμπάς, η μαμά, η γιαγιά και τα δύο παιδιά. Ο πατέρας μάλλον εργαζόμενος, ίσως ιδιοκτήτης ενός μικρού επιπλοποιείου, με τη σχετική αναγκαία κοιλίτσα που σημαίνει εκτός του κρασιού απ’ το χωριό, και 4-5 μπύρες στο ψυγείο. Ενώ λοιπόν τα παιδιά πίνανε νερό, ο σπορέας τους γύρισε ξαφνικά και είπε στη γυναίκα του μισοθριαμβολογώντας: «το είδες; το είδες; ένα χρυσόψαρο, να ένα πράμα! Πετάχτηκε μέχρι κει πάνω απ’ το νερό. Να το ρίξεις αυτό στο τηγάνι, κάνεις μια τηγανιά μούρλια!!» Τζίζας! που λένε κι οι αγγλοφωνείς. Αιώνων πείνα; Βουλιμία από κεχτημένη ταχύτητα; Ο Παύλωφ εν θριάμβω; Πάντως δεν φαινόταν άνθρωπος πεινασμένος. Νοσηρό ανανακλαστικό; Βρέστε το και πάρτε το. 
Όπως και να ‘χει, έχω διαπιστώσει, ότι αυτός ο πειναλέος ωφελιμισμός κυριαρχεί στην ιδεολογία, την ψυχολογία και την ηθική αυτής της χώρας. 
Τα περιεχόμενα του 1ου τεύχους (1979)
Κι επειδή καμιά φορά μέσα σε όλα τούτα έχω παραισθήσεις νομίζοντας ότι είμαι ψάρι και μάλιστα μισοτηγανισμένο και νιώθω κάθε στιγμή ένα Δαμόκλειο τηγάνι κι έναν καλόγερο πεινάλα να με καρτερεί, είπα κι εγώ βουρ προκειμένου να χάσομε τ’ αυγά και τα πασχάλια μας, κι ας μην υπάρχει περίπτωση να απαντήσει στην ερώτηση: και μ’ αυτό εδώ θα σώσεις τον κόσμο ρε φίλε ναπουμ; Ο κόσμος ναπουμ θα σωθεί μόνος του. Κι εμείς κόσμος είμαστε και άτομα είμαστε και το … γνέφει σ’ αυτό το προπονιόμαστε και στο κάτω κάτω γινόμαστε και κομπλεξικοί άμα λάχει που λέει κι ο Α.Μ. κι εμείς θα σώσουμε τη μυθολογία και η μυθολογία θα σώσει τα ψάρια και το καλό θα σώσει το κακό και τανάπαλιν εσείς θα σωθείτε από μένα εγώ από σας και η ζωή και τα τρόφιμα θα σώνονται, ολοένα κατά προέκταση οι ιδεολογίες ως αντιστρόφως ανάλογα θα φαιδρύνονται θα ουρανοξύνονται και ο φιλόσοφος θα κρατάει το τηγάνι για να πέσει το χρυσόψαρο του εν λόγω εργαζόμενου και ο πραχτικός επιστήμων θα ρίχνει το λάδι κι ο Ηράκλειτος θ’ ανάβει τη γκαζιέρα ή την Ιζόλα αν προτιμάτε, και καλά κάναμε κι εμείς οι μικροί στο Ηράκλειο που λέγαμε: Η Σάντος Βραζιλίας την έφαε από τον Ολυμπιακό, ο Ολυμπιακός την έφαε από τον ΟΦΗ, ο ΟΦΗ από τον Εργοτέλη, ο Εργοτέλης από την ΕΓΟΗ Ηρακλείου, η ΕΓΟΗ από την ομάδα του χωριού Αρκαλοχώρι, άρα το χωριό Αρκαλοχώρι Ηρακλείου, ποδοσφαιρικά μιλώντας, νικάει τη Βραζιλία. Έπρεπε να μεγαλώσομε, να ωριμάσομε, για να καταλάβομε ότι οι μικροί έχουν πάντα δίκιο. Ας προχωρήσομε λοιπόν στα ενδότερα του Αυγού κι ας ελπίσομε ότι δεν θα αποτελέσουμε το λεμόνι ή άλλη γευστική διακόσμηση σ’ αυτή την κρύα κοινωνική σούπα αυγολέμονο που διαπλέουμε και που του μέγα μάγειρα από τα σλόγκαν στιλ: όλοι είμαστε παιδιά του Θεού, ειρήνη, αφοπλισμός, του κόπηκε τ’ αυγό και η μια τέτοια μοιραία διαλεχτική μάς έκανε τ’ αυγά καρύδες αλεξανδρινές και η διάροια ιδεών εγκαθίσταται ως αιθάλη πάνω απ’ την πρωτεύουσα του εαυτού μας και ζαλιζόμαστε και καίνε τα μάτια μας, κι αν γίνει κάποια στιγμή Μέγαρα – γιατί αιωνίως ο κοσμάκης δεν …βυζαίνει το δάχτυλο – δεν θα φταίει μόνο που ο Κρόνος μπήκε στον Αστερισμό του Δία και αν πάνε στα κομ…μάτ…ια οι κυβερνητικοί αιθαλομιχλείς εμείς θα προβούμε ευχαρίστως σ’ ένα σχετικό ρεπορτάζ περί τούτου και θα εφοδιάσομε όλους τους υπεύθυνους της μιζέριας μας με τουριστικά προσπέκτους για του διαβόλου τη μάννα, να ησυχάσουν οι άνθρωποι απ’ τις παρούσες τους σκοτούρες κι όλοι εμείς από υστερόγραφα τέτοιου βεληνεκούς. 
Στείλτε λοιπόν τις παρατηρήσεις, τις συμμετοχές, τις συνεργασίες, γραπτές, οπτικές, ακουστικές, ακόμα και τις συνεισφορές, τις διαφωνίες, τα πλεγμένα εγκόσμιά σας, την εχθρότητά σας, με τους πρέποντες δισταγμούς, τις αναγκαίες οικειότητες, το απαραίτητο …γνέθει σ’ αυτόν, και κατά τα άλλα ευτυχείτε.
Ο υπεύθυνος

Δημοσιεύτηκε στο www.musicpaper.gr

-------------------------------------------------------------------------------------------------
Με φουρτουνιάζει ο έρωτας (μουσική: Μάνος Λοϊζος, στίχοι - ερμηνεία: Μανώλης Ρασούλης. Από το δίσκο "Ναι στο ναι, ναι στο όχι")


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Εδώ Λιλιπούπολη (ξανά...)

.
Λόγω της ημέρας, το Άρωμα του Τραγουδιού σκαλίζει το αρχείο του και γυρίζει 30 χρόνια πίσω, στην 1η Ιανουαρίου του 1980 και στην πρωτοχρονιάτικη εκπομπή της ΛΙΛΙΠΟΥΠΟΛΗΣ, όπως μεταδόθηκε από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας του Μάνου Χατζιδάκι.

Στο επεισόδιο, μεταξύ άλλων, ακούγονται: η Σαπφώ Νοταρά στο ρόλο της Μάγισσας Μπρουνχίλντα και ο Μίμης Χρυσομάλλης στο ρόλο του ποιητή Κουκουτούζ.
Επίσης, ακούγονται τα τραγούδια όπως ηχογραφήθηκαν για τις ραδιοφωνικές εκπομπές, και όχι η αναθεωρημένη εκδοχή τους που όλοι γνωρίσαμε αργότερα στο δίσκο με τα τραγούδια της Λιλιπούπολης. Ακούστε τον ανέκδοτο “Χορό της ντομάτας” με τη φωνή της Κρίστης Στασινοπούλου, την “Κυρία Φωτεινή”, τον “Αγρό το Λιλιγρό”, τον γνωστό “Χορό των μπιζελιών” στην πρώτη του εκτέλεση, και το “Που πάει ο καιρός που φεύγει” με τον Αντώνη Κοντογεωργίου και τη Λένα Πλάτωνος (αντί της Σαβίνας Γιαννάτου).
.

.
Τις πιο θερμές ευχές μας για το 2010, με υγεία,
αγαπημένους φίλους και όμορφες μουσικές.
.

.
.
"(...) Χρόνια πολλά σας εύχεται η λιλι-εκπομπή σας
κι ευχαριστούμε φίλοι μας για την προτίμησή σας.
Κι όσοι μας προτιμήσατε, κι όσοι μας συμπαθείτε,
πάρτε μας στο τηλέφωνο για να μας ευχηθείτε:
Χρόνια πολλά στην εκπομπή
ποτέ να μην τελειώσει
και η ακροαματικότητα
κι άλλο να μεγαλώσει…"

Άντε, "και του χρόνου… στη Λιλιπούπολη"!!!
.
.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Χρήστου Βακαλόπουλου: «Έντεκα συνειρμοί και τα ανάλογα Τραπεζάκια»

.
Οι παλαιότεροι ίσως και να το θυμούνται. Το ΝΤΕΦΙ, ήταν ένα διμηνιαίο περιοδικό για το τραγούδι, που κυκλοφόρησε απ’ τις αρχές μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80. Διαβάζοντας τα ονόματα των υπευθύνων, συναντάμε τους εκδότες Γιάννη Μπασιπαγλή και Σωτήρη Νικολακόπουλο, στους συνεργάτες, μεταξύ άλλων, τον Θοδωρή Μανίκα, τον Στέλιο Κούλογλου, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Μανώλη Ρασούλη και τον Γιάννη Καλαϊτζή, ενώ η επιτροπή του περιοδικού αποτελούνταν από τους Άκη Πάνου, Γιώργο Κοντογιάννη, Γιώργο Παπαδάκη, Δημήτρη Θ. Αρβανίτη, Στέλιο Ελληνιάδη και Τάσο Φαληρέα. Και μόνο από τα ονόματα που ενδεικτικά αναφέρθηκαν, μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς ότι, το Ντέφι ήταν μια απ’ τις πιο σοβαρές και ολοκληρωμένες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας και της επικαιρότητας του τραγουδιού, σε μια δεκαετία όπου πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες και ίσως πιο καθοριστικές ζυμώσεις στο ελληνικό τραγούδι.
.
Το εξώφυλλο του 6ου τεύχους του περιοδικού, σχεδιασμένο από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο
.
Στο αρχείο του Αρώματος του Τραγουδιού, υπάρχουν ορισμένα απ’ τα παλιά εκείνα τεύχη του περιοδικού, μεταξύ των οποίων και το Νο6 που κυκλοφόρησε το δίμηνο Απριλίου – Μαΐου 1983 (για την ιστορία, να αναφέρω ότι η τιμή πώλησής του ήταν 100 δραχμές!). Ολόκληρο το τεύχος ήταν αφιερωμένο στον Διονύση Σαββόπουλο και ειδικά στα «Τραπεζάκια έξω» που μόλις είχαν κυκλοφορήσει. Με μία σειρά από άρθρα για τον τραγουδοποιό και τον καινούργιο του δίσκο, συντάκτες του περιοδικού μοιράζονται τις σελίδες του τεύχους με σημειώσεις από τις συναυλίες που πραγματοποίησε εκείνη την περίοδο (η μεγάλη συναυλία στο Ολυμπιακό Στάδιο έγινε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς), κείμενα για την μέχρι τότε καλλιτεχνική του πορεία και σχόλια για τα τραγούδια του δίσκου. Είναι αποκαλυπτικό να διαβάζει κανείς έπειτα από 26 ολόκληρα χρόνια κείμενα για τα «Τραπεζάκια έξω», ενός δίσκου που πλέον θεωρείται κλασσικός, ενώ εκείνη την περίοδο ήταν το καινούργιο, το φρέσκο, ακόμα και το “περίεργο” νέο lp του Σαββόπουλου, που για πολλούς σήμανε και την καλλιτεχνική – πολιτική του “στροφή”.
Ανάμεσα στα διάφορα άρθρα, υπάρχει κι ένα του συγγραφέα, σκηνοθέτη και ραδιοφωνικού παραγωγού Χρήστου Βακαλόπουλου με τίτλο «Έντεκα συνειρμοί και τα ανάλογα Τραπεζάκια». Με αυτό το κείμενο, το Άρωμα του Τραγουδιού ανοίγει το αρχείο του, με αναδημοσιεύσεις άρθρων και ντοκουμέντων που αφορούν το ελληνικό τραγούδι και την εποχή του. Τα «Τραπεζάκια έξω» του Διονύση Σαββόπουλου και οι ανάλογοι «συνειρμοί» του Χρήστου Βακαλόπουλου, είναι ίσως η καλύτερη ευκαιρία για να ξαναθυμηθούμε (άραγε, ξεχάσαμε ποτέ;) ένα δίσκο – σταθμό, αλλά κυρίως να μελετήσουμε τα αντανακλαστικά και την πρώτη αίσθηση που προκάλεσαν στον συντάκτη το περιοδικού τα ολοκαίνουργια τραγούδια του δίσκου. Α! και βεβαίως, να θυμηθούμε και την εποχή: τα λιγοστά παραλιακά τζουκ-μποξ, την πολαρόιντ, τις ντισκοτέκ, τους δίσκους που κάποτε είχαν πρώτη και δεύτερη πλευρά…



ΕΝΤΕΚΑ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΛΟΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙΑ

του Χρήστου Βακαλόπουλου


(Τα τραγούδια που μου ανοίγουν τις πύλες τους είναι διαδρομές που με οδηγούν, είναι πέτρες που δημιουργούν παράλληλους κύκλους στη λίμνη του νου μου. Έρχονται από μακριά κουβαλώντας μνήμες και προφητείες και μου κάνουν ένα νεύμα να τα ακολουθήσω)΄.

Νέο Κύμα. Αν δεν ήταν τραγούδι θα ήταν μια μοναχική διαδρομή με τον ηλεκτρικό στην Κηφισιά. Κάθομαι στο άδειο βαγόνι και θέλω να εξομολογηθώ σε κάποιον, στο τέλος όμως τα λέω στον εαυτό μου ανάβοντας παράνομο τσιγαράκι. Στο τέρμα της διαδρομή σκέφτομαι πάντα ότι υπάρχει περίπτωση κάποιος να έχει φανταστεί τη ζωή μας από την πρώτη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ακριβώς όπως ο υπεύθυνος της εταιρείας δίσκων σκαρφίστηκε τον όρο «Νέο Κύμα».
Μας βαράνε ντέφια. Η Αθήνα έγραψε αυτό το κομμάτι, αυτή η μυστηριώδης πόλη που ξέρει ακόμα να ανάβει ολόκληρη όταν χρειάζεται, ακριβώς όπως η κοπέλα που αναφέρεται στους στίχους. Αυτό το δημώδες rap ηχεί σαν τον ύμνο της βαθύτερης επικοινωνίας. Τραγούδι για το πρωινό ξύπνημα, εκεί γύρω στις δύο το μεσημέρι, όταν ο καφές έχει τελειώσει και η ζέστη του καλοκαιριού δε συγκρίνεται με τίποτα με την απίστευτη θέρμη των ψυχών και των σωμάτων. Επίσης, ιδανικό για τα τζουκ μποξ στα παραλιακά κέντρα (όσα αντιστέκονται και επιμένουν ακόμα).
Χουλιγκάνοι. Χειμερινό άσμα, ο νεαρός που το ακούει είναι σκεπτικός, φοράει τα γάντια του κι είναι έτοιμος να βγει έξω και να τα σπάσει. Κρυώνει και δεν έχει να πληρώσει το νοίκι. Θαυμάζει τις αμερικάνικες ταινίες, η ψυχή του όμως είναι εδώ, κολλημένη στην άσφαλτο. Αυτή τη σκηνή θα τη θυμηθεί πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο γιος του θα τον ρωτήσει “Μπαμπά, τι είναι αυτός ο δίσκος με τον ουρανό και τα τραπεζάκια;”. Υποψιάζομαι ότι θα απαντήσει: “Τίποτα, έχει ένα ωραίο κομμάτι, που το άκουγα όταν έκανε πολύ κρύο”.
Όπως παρατήρησε σωστά ο Γιώργος Κουτσονάσιος, η ορχήστρα στο τέλος ηχεί σαν την απογειωμένη φασαρία που συνοδεύει τις λαϊκές φίρμες στα μεγάλα μπουζουξίδικα. Εγώ θα πρόσθετα την κυκλοφορία της φωνής από τη μοναξιά του κοντέρ στο πάθος του ντισκ τζόκεϋ.
Μυστικό τοπίο. Νυχτερινή προσευχή, απ’ αυτές που σου σφίγγουν το στομάχι όταν τις ακούς τυχαία ανοίγοντας το ραδιόφωνο ενώ ορμάς σα διάβολος στην Εθνική, τα καύσιμα έχουν τελειώσει κι όλα τα βενζινάδικα είναι κλειστά. Η Χαρά που οδηγεί δίπλα μου είναι αμίλητη κι ο Γιώργος στο πίσω κάθισμα πίνει μια γουλιά βότκα. Αυτοί οι δύο είχαν γνωριστεί παλιά στο Κύτταρο, όταν είχε κυκλοφορήσει το «Βρόμικο ψωμί». Τώρα πια είναι φίλοι κι έχουν σταθεί πολλές φορές μπροστά στην πολαρόιντ γελαστοί. Έχουν περάσει δέκα χρόνια, ζωγραφίζοντας αθόρυβα ένα μυστικό τοπίο.
Δεν είναι ρυθμός. Η μεγαλοφυής ιδέα εδώ είναι τα χειροκροτήματα που αγκαλιάζουν το τραγούδι, αλλά και το ευλύγιστα σίγουρο σόλο του Σαλέα που εμφανίζεται πάνοπλος, σαν μοναχικός καβαλάρης. Είναι περίεργο, αλλά αυτός ο λαϊκός ψαλμός μού φέρνει στο νου την Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού. Το ίδιο πάθος που περισσεύει, μια θεσπέσια και σχεδόν άναρθρη κατάσταση.
Πρωτομαγιά. Αυτός είναι ένα πίνακας χωρίς καταπιεστική “τεχνοτροπία”. Κάθομαι μόνος στην αίθουσα του μουσείου και τον παρατηρώ. Πως μπορεί ένας άνθρωπος να ζωγραφίζει με τη φωνή του; Μήπως είμαι υπερβολικός; Μάλλον όχι, γιατί οι εικόνες κάποια σχέση πρέπει να έχουν με αυτό που υπάρχει μέσα μας. Κι αυτοί οι αφηρημένοι στίχοι είναι πετυχημένοι γιατί λειτουργούν σαν πινελιές κι όχι ως προγραμματικές δηλώσεις. Άλλωστε η ζωγραφική μου αρέσει γιατί μου λέει μια ιστορία, γιατί κάποιο ανθρώπινο χέρι είναι από πίσω. Το ίδιο και το τραγούδι που κλείνει όμορφα την πρώτη πλευρά.
Φλόγες. Εσωστρεφής στιγμή που όμως σε παρασύρει, άλλο ένα κομμάτι που δεν γράφτηκε ποτέ από τους άτολμους εκπροσώπους του νέου κύματος. Το ακούω αργά το βράδυ όταν γυρνάω σπίτι κι έχουν κλείσει τα πάντα. Δεν είναι ακόμα η εποχή για να την πέσω στις βεράντες, ας χωθώ μέσα στο πικάπ. Τα γυναικεία φωνητικά θαυμάσια, σαν κοφτερά ξίφη, μπαινοβγαίνουν κλείνοντας με προσοχή πίσω τους τις πόρτες. Ο Σαββόπουλος, από τη Ρεζέρβα και μετά, έχει επιδοθεί σε μια απελπισμένη προσπάθεια να βγάλει ένα – ένα, με το τσιμπιδάκι, τα ανόητα φτιασίδια που κόλλησαν στις γυναικείες φωνές που διαθέτουμε, λογής λογής έντεχνοι.
Ας κρατήσουν οι χοροί. Με συγκινεί αυτή η αντίληψη των ελλήνων εξωγήινων που έχουν μυριστεί ότι τα κόλπα είναι αλλού. Πολλοί από μας αισθανόμαστε έτσι, όπως αισθανόντουσαν πολλοί από τους προγόνους μας. Κι ας χορεύεις άρυθμα στα μπαρ του Παγκρατίου ή στις ντισκοτέκ της Γλυφάδας, κατά βάθος ξέρεις τι είναι οι συνάξεις μας, αγαπητή μου φίλη. Πέρασες κι εσύ από κει, δεν είναι δύσκολο να δεις ποιο είναι το τέρμα του δρόμου. Στο μεταξύ, βάλε σε λειτουργία τους πομπούς, ίσιωσε τις κεραίες!
Canto. Το τραγούδι – κλειδί του δίσκου γιατί μιλάει για μια συγκεκριμένη παρέα και ταυτόχρονα για όλες τις παρέες, δηλαδή για τις ανώτερες μορφές οργανωμένης συνύπαρξης που γνωρίζει αυτός ο έρημος πολιτισμός. Κι ο δίσκος αυτός δεν θα υπήρχε χωρίς αυτές, όπως κι όλοι οι προηγούμενοι του τραγουδοποιού, αφού ότι κάνουμε το κάνουμε πρώτα απ’ όλα για τους φίλους μας κι ίσως μόνο γι’ αυτούς. Πως λοιπόν κάτι τυπικά περιορισμένο, απελευθερώνεται από τα όριά του και μιλάει σαν βέλος που χτυπάει τις καρδιές των αγνώστων; Αυτές είναι οι περιπέτειες της “γλώσσας”, αυτό είναι το θέμα του Canto, τραγουδιού που με αγγίζει ελαφρά στον ώμο.
Το χειμώνα ετούτο. Ο Ντύλαν έχει γράψει ανάλογα πράγματα και τα έχει τραγουδήσει με την ίδια επαναληπτική μελαγχολική διάθεση. Βαλκανικό ροκ λοιπόν, το παλιό σχέδιο που δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλειφθεί, αυτό το μυρίζομαι και το ξέρω. Το κομμάτι που μου έρχεται στο νου είναι το Tombstone Blues, τρία ακόρντα συνέχεια και ο ηχολήπτης να έχει μείνει άναυδος. Τραγούδι που μπορεί να βάλει φωτιά στα ηχεία των ντισκοτέκ, οι τελευταίες όμως είναι αφιλόξενοι χώροι, σχεδόν φυλακές διασκέδασης. Κι ο Κηλαηδόνης θα έπρεπε να το ακούσει και πολλοί άλλοι που ενώ δεν είναι ούτε ΠΑΣΟΚ ούτε ΚΚΕ, δεν είναι ότι είναι κι ότι τραγουδούν γι’ αυτές, παρά με πολύ σπρώξιμο.
Τσάμικο. Εδώ καταθέτω τα όπλα και ακούω. Δεν μπορώ να γράψω γιατί κάποιος τραγουδάει πραγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα γιατί κάποιος μου απευθύνεται. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να σου τηλεφωνήσω στο Παρίσι, εκεί που μπλέχτηκες με τους αποικιοκράτες και να σου βάλω αυτό το δίλεπτο κομμάτι.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ντέφι, στο τεύχος Νο6, Απρίλιος-Μάιος 1983. Η αναδημοσίευση, αφιερώνεται στη μνήμη τού συντάκτη του).

.

.