Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

“Ήρθεν ο Μάης κι από δω, Μάης κακός και ψεύτης…”


Τα Γράμματα από τη Γερμανία είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς κύκλους τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη, και παράλληλα σηματοδοτούν την πρώτη ολοκληρωμένη στιχουργική εργασία του Φώντα Λάδη. Οι στίχοι γράφτηκαν τον Μάρτιο του 1966 κατόπιν παραγγελίας του Θεοδωράκη στον Φώντα Λάδη, και μελοποιήθηκαν τον Απρίλιο. Παρουσιάστηκαν πρώτη φορά τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στη μπουάτ Εσπερίδες του Γιάννη Αργύρη από τον Γιώργο Ζωγράφο με τη συνοδεία του Τάσου Καρακατσάνη στο πιάνο, ενώ τον Αύγουστο πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσημη παρουσίασή τους στο θέατρο Λυκαβηττού στα πλαίσια του Μουσικού Αύγουστου. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να δισκογραφηθούν ενέσκηψε η λογοκρισία και ένα χρόνο αργότερα η δικτατορία, για να εκδοθούν τελικά 10 χρόνια αργότερα, το 1975.
.
Φώντας Λάδης - Μίκης Θεοδωράκης.
Θέατρο Λυκαβηττού, 1966
Πρώτη παρουσίαση του κύκλου Γράμματα από τη Γερμανία

Όλο αυτό το διάστημα τα Γράμματα από τη Γερμανία έμειναν στην παρανομία. Κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα, τραγουδήθηκαν χαμηλόφωνα από “μυημένους” στο έργο του Θεοδωράκη ακολουθώντας μια μυστική διαδρομή, μέχρι την επίσημη κυκλοφορία τους σε δύο παράλληλες εκτελέσεις.  Η πρώτη με ερμηνευτή τον Γιώργο Ζωγράφο και τη συμμετοχή της νεαρής Άννας Βίσση και του Γιάννη Θωμόπουλου από την εταιρεία Μίνως, και η δεύτερη από τη Λύρα σε ενορχήστρωση του Θάνου Μικρούτσικου και ερμηνευτές τον Αντώνη Καλογιάννη, την επίσης νεαρή Αφροδίτη Μάνου και τον Γιάννη Σύρρη. Ήταν συχνό φαινόμενο την εποχή εκείνη η παράλληλη έκδοση ενός κύκλου τραγουδιών από διαφορετικές εταιρείες, ειδικά στις περιπτώσεις όπου τα τραγούδια αυτά είχαν παραμείνει για χρόνια εκτός δισκογραφίας λόγω της απαγόρευσής τους από τη δικτατορία. Παρ’ όλ’ αυτά, τα Γράμματα από τη Γερμανία δεν απέκτησαν ποτέ τη δημοφιλία που τους άξιζε, κυρίως λόγω ότι είχαν εντωμεταξύ εκδοθεί κύκλοι τραγουδιών του Θεοδωράκη που είχαν γίνει ευρέως γνωστοί (όπως η Ρωμιοσύνη σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη) αλλά και λόγω της ιδιαίτερης γραφής του Φώντα Λάδη που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της πολιτικοποιημένης στιχουργικής της εποχής του.
.
.
Εξώφυλλο της έκδοσης του 1966 με τους στίχους των τραγουδιών
.
Ο Λάδης τόλμησε μέσα από τους φαινομενικά απλούς στίχους του να περιγράψει τη ζωή των μεταναστών με τρόπο ρεαλιστικό, σπάζοντας ορισμένα από τα στεγανά που είχαν διαμορφωθεί στο ελληνικό τραγούδι σχετικά με το ευαίσθητο αυτό θέμα. Η νοσταλγική διάθεση για την πατρίδα, οι εμμονικές αναφορές στη μάνα και την αδερφή που περιμένουν πίσω στο χωριό, και ο αβάσταχτος καημός των ελλήνων μεταναστών όπως τραγουδήθηκε για παράδειγμα από τον Καζαντζίδη, εδώ παραγκωνίζονται, και τη θέση τους παίρνουν οι καθημερινές συνήθειές τους, οι αδυναμίες, ακόμα και οι υπερβολές τους. Τα πρόσωπα που εναλλάσσονται στα Γράμματα από τη Γερμανία είναι γήινα, ρεαλιστικά. Ανάμεσά τους “μια ξανθιά απ’ το Βισμπάντεν” που “τους ρωμιούς τους αγαπάει / γιατί ξέρουν στο κρεβάτι / να ‘ναι ντούροι και βαρβάτοι”, ο Μήτσος απ’ τα Φάρσαλα, “το καλό παιδί / κρυφά πουλάει μαύρη / έχει γκόμενα μια μαύρη”, αλλά κι εκείνος που στέλνει στην Ασφάλεια ραπόρτο για τις πολιτικές δράσεις των συμπατριωτών του, ζητώντας ανταλλάγματα: “Όταν βρεις λίγο καιρό / πέρνα απ’ την Ασφάλεια / πες τους να μου στείλουν / το πιστοποιητικό”. Οι έντονα πολιτικοποιημένοι στίχοι του Φώντα Λάδη αντικατοπτρίζουν τη ματιά του πάνω σε ένα πολυτραγουδισμένο θέμα – αυτό της μετανάστευσης – με τον απόλυτα προσωπικό του τρόπο. “Έλληνες, Τούρκοι κι Ιταλοί / κατεβήκαν σ’ απεργία / γιατί δυο Ισπανοί / θάφτηκαν στα μεταλλεία”, πιο κάτω: “Τέτοιο Μάη, μάνα μου, άλλο να μη μου στείλεις / να λέει, πως στην Ελλάδα μας σκοτώθηκε ο Απρίλης” και αλλού: “Έστειλα στο κόμμα, δέκα μάρκα ακόμα / μη γράψουν τ’ όνομά μου, μόνο τ’ αρχικά μου. Όχι πως φοβάμαι, - τι εργάτης θα ‘μαι - / για τόσα όμως δεν κάνει, να χαλάν μελάνι”.
.
Χτες στη Βιλλεμνστράσσε
Μέσα σε αυτό το στιχουργικό περιβάλλον, ο Θεοδωράκης γράφει μελωδίες λαϊκές στο γνώριμο ύφος του. Ρυθμικά και μελωδικά κινείται σε μονοπάτια ασφαλή, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις, με καλύτερες στιγμές του δίσκου τα τραγούδια Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί, Χτες το απόγευμα στο Άαχεν, και Γεια σου μάνα, γεια σου Στράτο. Αν και οι μελοποιήσεις του Θεοδωράκη δεν ακολούθησαν απόλυτα την συναισθηματική φόρτιση των στίχων του Φώντα Λάδη, εντούτοις ολοκληρώνουν ένα ομοιογενές μουσικό σύνολο που δίνουν στο κύκλο αυτών των τραγουδιών μία ιδιαίτερη ταυτότητα που ξεχωρίζει από την υπόλοιπη εργογραφία του εκείνης της περιόδου.
Κίνησ' ο Μάης για να 'ρθεί
Η υποδοχή που επιφύλαξαν οι κριτικοί και μερίδα του κοινού στα Γράμματα από τη Γερμανία την εποχή που γράφτηκαν, δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις ιδιαίτερα θερμή. Όπως αναφέρει και ο Φώντας Λάδης σε πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξη στον Αλέξη Βάκη1, κατά την πρώτη επίσημη παρουσίασή τους στη συναυλία του Θεοδωράκη στον Λυκαβηττό υπήρξαν ακόμα και αποχωρήσεις μερίδας του κοινού από το θέατρο, και από την επόμενη μέρα αρκετοί δημοσιογράφοι επιτέθηκαν ευθέως στους δημιουργούς χαρακτηρίζοντας τα τραγούδια ...χυδαία. Πολλοί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως ο Μίκης της Ρωμιοσύνης καταπιάστηκε με στίχους που παρουσίαζαν τους έλληνες μετανάστες να πουλάνε μαύρη ή ως παρακρατικούς να στέλνουν πληροφορίες στην Ασφάλεια για τη δράση των συναδέλφων τους. Τα τραγούδια δηλαδή, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μονάχα τη λογοκρισία, αλλά και μία μεγάλη μερίδα των “προοδευτικών” που όπως φάνηκε, δεν άντεχαν να βλέπουν να σπάει το καλούπι του πολιτικού τραγουδιού όπως εκείνοι το γνώριζαν ή το είχαν συνηθίσει, και να εισβάλει σε αυτό μια γλώσσα ωμή, ρεαλιστική και όπου χρειαζόταν αθυρόστομη. Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, οι επικριτές των τραγουδιών έμειναν μονάχα στο τολμηρό κομμάτι των στίχων και δεν “άκουσαν” τον ουσιαστικά προοδευτικό λόγο του νεαρού Φώντα Λάδη.

Έτσι, τα Γράμματα από τη Γερμανία δε βρήκαν τη θέση που πιθανόν τους ταίριαζε ανάμεσα στην εργογραφία του Θεοδωράκη. Ο Φώντας Λάδης, έκτοτε έδωσε σπουδαία δείγματα γραφής στο πολιτικοποιημένο τραγούδι, με αποκορύφωμα Τα τραγούδια μας σε μουσική Μάνου Λοϊζου και ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα, τα Τραγούδια της λευτεριάς του Θάνου Μικρούτσικου με τις αλησμόνητες ερμηνείες της Μαρίας Δημητριάδη, αλλά και μεμονωμένα τραγούδια, με κορυφαίο το Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει, σε μουσική επίσης του Μάνου Λοϊζου.

Γειά σου μάνα, γειά σου Στράτο
ΥΓ: Το 1966, όταν ολοκληρώθηκαν τα Γράμματα από τη Γερμανία, κυκλοφόρησε μια μικρή έκδοση με τους στίχους των τραγουδιών και χειρόγραφες σημειώσεις του Θεοδωράκη με τη μουσική. Αυτό το μικρό βιβλιαράκι που προστέθηκε πρόσφατα στο αρχείο του Αρώματος του Τραγουδιού, ήταν και η αφορμή να θυμηθούμε 46 χρόνια μετά αυτόν τον σημαντικό κύκλο τραγουδιών.
 

Πηγές:
  1. Ραδιοφωνική συνέντευξη του Φώντα Λάδη στον Αλέξη Βάκη στις 24/3/2012 στο σταθμό Στο Κόκκινο 105,5 (εδώ ολόκληρη η εκπομπή)
  2. Επίσημη ιστοσελίδα του Φώντα Λάδη: http://www.fondasladis.com/ 

2 σχόλια:

Xantimenos είπε...

Τα ‘Γράμματα απ’ τη Γερμανία’ είναι ελάχιστα γνωστά στη Γερμανία, μάλλον μέσα στους Έλλινες που ζούν εδώ. Αυτό είναι κρίμα, επειδή τα θέματα που πιάνωνται στα τραγούδια θα οφείλανε να εντιαφέρουν και εμάς, τους Γερμανούς. Αλλά δεν είναι θαύμα πως ειναι άγνωστα, αφού τα ‘Γράμματα’ εδώ δε κυκλοφόρησαν ποτέ, αντίθετα προς άλλους κύκλους του Θεοδωράκη, π.χ. Τα λαϊκά, Τα τραγούδια του Αντρέα, Τα λυρικά. Εγώ τα ξέρω τα ’Γραμματα’ μονάχα γιατί προ πολλού αγόρασα μια κασέτα (αυτή με τη Μανού και τον Καλογιάννη) στην Ελλάδα. Η πρόσβαση όμως σ’αυτά τα τραγούδια δεν είναι εύκολη για κάποιον που δεν είναι Έλληνας. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ύφος που χρησιμοποιεί ο Φώντας Λάδης εδώ. Μετά από το διάβασμα του blog-post καταλαβαίνω το λόγο γιατί το έκανε έτσι. Δυστυχώς όμως δεν μπορώ να αποκρυπτογράφω κάτι ιδιωτισμούς. Πάντως, τόσο καταλαβαίνω που μπορώ να υπομειδιώ ακούοντας ‘Μια ξανθιά απ' το Βισμπάντεν’ (Eine Blondine aus Wiesbaden), αλλά που είμαι λυπημένος κατά το ‘Χτες στην Βιλλεμνστράσσε’ (Gestern in der Wilhelmstrasse) γι’ αυτό που έπαθε η Έλλαδα κατά τη κατοχή γερμανική ( ‘όπως τότε στην Ελλάδα,που χτυπούσες τα μωρά’). Αλλά δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει ‘Πήξαμ’ από δαύτους’. Όταν τραγουδάει η Αφροδήτη Μανού ‘Και του λέω...’ ακούω σε μια στιγμή το ύμνο ‚Brueder, zur Sonne, zur Freiheit’ (Αδελφοί, στο ήλιο, στη λευτεριά) που τραγουδούν οι εργάτες. Αυτός ο ύμνος ρίχνεται στους αδιορθωτούς.

Όταν συνάντησα πρόσφατα σ’αυτή τη σελίδα, αυτό ήταν δώρο για μένα γιατί έμαθα μια ποσότητα για τη διαμόρφωση ένας κύκλου τραγουδιών που ξεχάστηκε σχεδόν. Ευχαριστώ γι’ αυτό.

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@Xantimenos: Το σχόλιό σας με συγκίνησε ειλικρινά. Σας ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και τα καλά σας λόγια.
Δυστυχώς, δε μου κάνει εντύπωση που ο κύκλος αυτός των τραγουδιών του Θεοδωράκη είναι ελάχιστα γνωστός στους Έλληνες της Γερμανίας. Μη νομίζετε ότι και εδώ στην Ελλάδα τα τραγούδια αυτά έγιναν ιδιαίτερα γνωστά. Μόνο σε κάποιους κύκλους ανθρώπων έκαναν πραγματικά αίσθηση και αγαπήθηκαν. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό, όπως αναφέρω και στο κείμενο, έπαιξε και η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Φώντας Λάδης. Όπως κι εσείς επισημαίνετε, είναι γεμάτη ιδιωματισμούς που δύσκολα συναντάει κανείς σε τραγούδια (με εξαίρεση τα ρεμπέτικα)
Για να σας διευκολύνω πάντως λιγάκι, η έκφραση «πήξαμ’ από δαύτους» σημαίνει ότι «τους συναντάμε παντού», «βρίσκονται παντού», αναφερόμενος στους ναζί.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό που αναφέρετε για τον ύμνο «Brueder, zur Sonne, zur Freiheit’ (Αδελφοί, στο ήλιο, στη λευτεριά)» τον οποίο δε γνωρίζω και δεν έχω ακούσει ποτέ. Μήπως θα μπορούσατε να μου δώσετε περισσότερα στοιχεία; Εάν το έχετε, ίσως θα μπορούσατε να μου το στείλετε και με mail (το mail μου μπορείτε να το βρείτε στο ‘προφίλ’).

Σας ευχαριστώ και πάλι για την επίσκεψη κα τα καλά σας λόγια