.
---------------------
Μια βραδιά στο Λούκι. Πρώτη εκτέλεση από τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα το 1982.
εργαστηριο ακριβων αρωματων του ελληνικου τραγουδιου
Σχεδόν παράλληλα με την εμφάνισή της ως ερμηνεύτρια στο πλευρό του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Μαμαγκάκη, η Νένα Βενετσάνου έδωσε το στίγμα της ως δημιουργός ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο δίσκος όμως που την καθιέρωσε ως συνθέτη στη συνείδηση του κοινού ήταν Το κουτί της Πανδώρας που εκδόθηκε το 1984 και περιελάμβανε μελοποιήσεις ποιημάτων της Μαρίας Πολυδούρη, της Γαλάτιας Καζαντζάκη και της Μυρτιώτισσας, καθώς και στίχους της Αιμιλίας Δάφνη και Μπέτης Κομνηνού. Δέκα χρόνια μετά, ο δίσκος επανεκδόθηκε σε ψηφιακή μορφή και αδικήθηκε παράφορα από την εταιρεία, αφού προτιμήθηκε η σύμπτυξη του πρώτου δίσκου της Βενετσάνου με Το κουτί της Πανδώρας, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν ορισμένα τραγούδια και από τους δύο δίσκους κι έτσι να καταστραφεί εντελώς η ομοιογένεια και των δύο.
Από τις 40 περίπου κωμωδίες που έγραψε ο Αριστοφάνης από το 425π.Χ. έως το 388 π.Χ., έχουν σωθεί μονάχα οι 11. Ανάμεσα σ’ αυτές, η Λυσιστράτη αποτελεί σίγουρα τη δημοφιλέστερη και πιο πολυπαιγμένη αριστοφανική κωμωδία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Γράφτηκε το 411 π.Χ. και όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, το περιεχόμενό της παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο προσφέροντας στους σύγχρονους μεταφραστές, σκηνοθέτες και ηθοποιούς ένα πλούσιο πεδίο για πολλαπλές αναγνώσεις. Το ζήτημα των μεταφράσεων και διασκευών αυτών των έργων είναι τεράστιο, και έχει απασχολήσει – και απασχολεί ακόμα – τους λογοτέχνες και μεταφραστές που έχουν καταπιαστεί με τα κείμενα του Αριστοφάνη. Ειδικά οι μεταφράσεις για τη Λυσιστράτη, έχουν κατά καιρούς αναθερμάνει συζητήσεις για τα όρια μεταξύ της πιστής μετάφρασης απ’ το πρωτότυπο και της ελεύθερης απόδοσης – διασκευής, ξεσηκώνοντας κάποιες φορές και ολόκληρη διαμάχη στους λογοτεχνικούς και θεατρικούς κύκλους. Ανάμεσα στις μεταφράσεις - διασκευές που προκάλεσαν τέτοιου είδους συζητήσεις, ξεχωρίζει η μετάφραση στη Λυσιστράτη του Κώστα Ταχτσή το 1977 που ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, αλλά και η μεταγενέστερη ελεύθερη απόδοση του κειμένου από τον Λάκη Λαζόπουλο που παρουσιάστηκε το 1986 σε σκηνοθεσία Αντρέα Βουτσινά. Για διαφορετικούς λόγους, και οι δύο αυτές αποδόσεις του αριστοφανικού έργου
Απ’ την άλλη μεριά, ο Κραουνάκης αντιμετωπίζει το ίδιο απόσπασμα βάζοντας την Λυσιστράτη να ερμηνεύει ένα τραγούδι, που με τους στίχους της Νικολακοπούλου αποκτά μία αυτονομία και παράλληλα εντάσσεται απόλυτα στο κλίμα της παράστασης. Ο ρυθμός, το μπρίο και η τσαχπινιά, η πιο ενεργή υποστήριξη του γυναικείου χορού στο δρώμενο, αλλά παράλληλα και η σοβαρότητα των λεγόμενων της πρωταγωνίστριας, μετουσιώνονται από τον Κραουνάκη σε μουσική που παραπέμπει σε σκηνές μπουλουκιών και περιπλανώμενων θιάσων του μεσοπολέμου. Η μουσική και τα τραγούδια εκδόθηκαν τον ίδιο χρόνο σε δίσκο με ερμηνευτές τα μέλη του θιάσου, καθώς επίσης και τη συμμετοχή της Άλκιστις Πρωτοψάλτη και του Μανώλη Μητσιά.
Πρώτα παίρνουμε το νήμα, το μαλλί το κατσιασμένο
κι όπως είναι μπερδεμένο το πετάμε στο νερό
μ’ ένα κόπανο στο χέρι, το χτυπάμε το καημένο
για να γίνει αγνό παρθένο να ‘χει χρώμα ζωηρό.
Μετά το πλένουμε καλά, το στύβουμε γερά
να διώξουμε τη λέρα κι όλα τ’ άλλα βλαβερά.
Γιατί υπάρχουν και πολλοί που πάνε για μαλλί
πατρίδα μου καημένη και σ’ αφήνουνε γουλί.
Το καθήκον με καλεί – το μαλλί, το μαλλί
που μπερδεύτηκε πολύ – στη Βουλή, στη Βουλή
κι έγιναν μαλλιά κουβάρια της Βουλής τα παλικάρια
ποιος θα φάει πιο πολύ…
Κι είναι θέμα εθνικό – το μαλλί, το μαλλί
μες στο μαύρο πανικό – στη Βουλή, στη Βουλή
να ‘ρχεται το κάθε τσόλι, να ρωτάει σ’ αυτή την πόλη
πως θα γίνει αφεντικό.
Τι ρωτάς, τι θες
του κάτω κόσμου οι πυρκαγιές έχουν ανάψει
κι ότι και να πω
σαν υφαντό στον αργαλειό πού ‘χει ξεβάψει.
Μα είναι ζήτημα τιμής – το μαλλί, το μαλλί
στον καιρό της παρακμής – πιο πολύ, πιο πολύ
να ξεκαθαρίσει ο χώρος, πριν να μάθει ο κάθε σκώρος
εξουσία
εξουσία
εξουσία τι θα πει.
(άμα πια…)
Το κείμενο του Αριστοφάνη για τη Λυσιστράτη, σε οποιαδήποτε από τις δύο μεταφράσεις ή και σε άλλες ακόμα εξίσου γνωστές, δεν αφήνει κανένα περιθώριο στον θεατή – αναγνώστη για αμφισβήτηση του πνεύματος και της διορατικότητας του μεγαλύτερου κωμικού συγγραφέα της αρχαιότητας. Το να αναλωθούμε τώρα σε τετριμμένες διαπιστώσεις του τύπου: και να σκεφτεί κανείς ότι αυτά γράφτηκαν πριν από 2.500 χρόνια, από τότε τίποτα δεν έχει αλλάξει, κ.ο.κ., είναι ίσως περιττό. Ας αφήσουμε το ίδιο το κείμενο με τις μουσικές του Κουρουπού και του Κραουνάκη να μας παρασύρουν στον πηγαίο λόγο του Αριστοφάνη, και τότε ίσως το κέρδος μας να είναι πολλαπλάσιο.
.
ΥΓ: θα άξιζε κάποια στιγμή να συγκεντρωθούν όλες οι ηχογραφήσεις που έχουν γίνει με αφορμή παραστάσεις της καταπληκτικής αυτής κωμωδίας του Αριστοφάνη, και να παρουσιαστούν παράλληλα οι μουσικές και μεταφραστικές εκδοχές του χορικού του Μύθου, ξεκινώντας βεβαίως από την ιστορική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και φτάνοντας μέχρι και τις νεότερες. Επιφυλάσσομαι…
Οποιαδήποτε αναφορά στην κοινή δημιουργική πορεία του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου, θα σκόνταφτε μοιραία στην παγίδα της επανάληψης και δε θα πρόσθετε τίποτα στα όσα έχουν ήδη γραφτεί. Η συνάντησή τους καθόρισε το ελληνικό τραγούδι και άφησε πίσω της κύκλους τραγουδιών ανεπανάληπτης πληρότητας, παράλληλα με τα δεκάδες τραγούδια από το θέατρο με τις μεταφράσεις του Νίκου Γκάτσου. Από την πρώτη τους ευτυχή συνάντηση στο Θέατρο Τέχνης με αφορμή το Λεωφορείον ο Πόθος του Τεννεσσή Ουίλλιαμς το 1948, μέχρι τους Μύθους μιας γυναίκας και τους Αντικατοπτρισμούς, δημιούργησαν από κοινού ένα ολόκληρο σύμπαν λόγου και μουσικής που παντρεύτηκε μοναδικά, και που προσδιόρισε το λαϊκό τραγούδι σε καινούργια ποιητικά πλαίσια στιγματίζοντας για πάντα το ελληνικό τραγούδι στο σύνολό του και κατ’ επέκταση τον σύγχρονο ελληνικό Πολιτισμό.
Έχοντας πλήρως αφομοιωμένα όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το γνήσια λαϊκό και δημοτικό τραγούδι, τον ρυθμό, την ισορροπία, την έκπληξη, τη λιτότητα και την ποίηση, ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος στήνουν ο καθένας από τον δικό του ρόλο και με τα δικά του εργαλεία ένα μοναδικό σκηνικό. Από τη μία μεριά η ορχήστρα, αποτελούμενη από σολίστες πρώτης γραμμής (μεταξύ άλλων: τον Θανάση Πολυκανδριώτη στο μπουζούκι, τον Γεράσιμο Μηλιαρέση και τον Δημήτρη Φάμπα στις κιθάρες, τον Ανδρέα Ροδουσάκη στο κοντραμπάσο και την Αλίκη Κρίθαρη στην άρπα), ηχεί τελετουργικά, σχεδόν πένθιμα, στον οικείο ρυθμό των 2/4 και μια μελωδία απρόβλεπτη απ’ τη εισαγωγή της ακόμα, μέχρι το επαναλαμβανόμενο σιγανό κλείσιμο του φινάλε. Ο Χατζιδάκις τυλίγει τα λόγια του Νίκου Γκάτσου με τη λιτότητα που επιβάλουν οι ίδιες οι φράσεις και ο ρυθμός των στίχων. Και ο Μητσιάς χαμηλόφωνα, εξίσου τελετουργικά, επωμίζεται το βάρος των στίχων: από το “γυναίκα σκύψε το κεφάλι” του πρώτου στίχου, τη συγκλονιστική σκηνή που πήρανε τον Γιακουμή “μέσα απ’ το ίδιο του το σπίτι” την – ιερή – “ώρα που έτρωγε ψωμί”, μέχρι εκείνο το “να με θυμάσαι κάπου κάπου, και να προσέχεις τα παιδιά”!
Η ένταση των στίχων του Νίκου Γκάτσου και ο τρόπος που στήνει τούτο το σκηνικό, καθορίζει ολόκληρο το τραγούδι από την αρχή μέχρι και το τέλος του. Οι αναφορές στη Σαρακοστή, στη σταύρωση, στη θυσία και στην εγκαρτέρηση, καθώς και ο ίδιος ο τίτλος του τραγουδιού, παραπέμπουν θα έλεγε κανείς στην ανάπτυξη θρησκευτικού κειμένου. Ίσως να είναι επιπόλαιο να επιχειρήσει κανείς να βρει την πηγή έμπνευσης των στίχων του τραγουδιού, θα τολμήσουμε όμως μία προσέγγιση, επισημαίνοντας εξ αρχής ότι πρόκειται μονάχα για εικασία και δε βασίζεται σε καμία γραπτή ή προφορική πηγή προερχόμενη από τον ίδιο τον ποιητή. Πιθανόν όμως να μην αποτελεί σύμπτωση ότι, τη φράση “οι μέρες είναι πονηρές” τη συναντάμε και στην επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Εφεσίους, και μάλιστα στο κεφάλαιο εκείνο στο οποίο αναλύει τους κανόνες που διέπουν ένα γάμο και τη σχέση του ανδρόγυνου. Πρόκειται για το 5ο κεφάλαιο της Επιστολής, που σίγουρα όλοι μας έχουμε ακούσει πολλές φορές κατά την τέλεση των γάμων, και το οποίο καταλήγει με το δημοφιλές “ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα”. Στις παραγράφους 15 και 16 της Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Εφεσίους λοιπόν, αναφέρεται: «15. Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ' ὡς σοφοί, 16. ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ίσως λοιπόν εκεί να βρίσκεται η κρυμμένη πηγή απ’ όπου ανάβλυσε η έμπνευση του Νίκου Γκάτσου, για να παραδώσει πρώτα στον Μάνο Χατζιδάκι και έπειτα σε εμάς τα λόγια ενός από τα κρυμμένα διαμάντια της κοινής τους δημιουργίας.
Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με τέτοιας δύναμης στίχους, με τέτοιας πληρότητας ερμηνείες και τέτοιας αισθητικής τραγούδια, έχει μάλλον μικρή σημασία να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε τις πηγές που ώθησαν την έμπνευση των δημιουργών τους. Τι κι αν ο Γκάτσος πάτησε στα χνάρια του εκκλησιαστικού αυτού κειμένου για να γράψει ένα τέτοιο ποίημα αμέσως μετά τη δικτατορία, που θα μπορούσε να φωτογραφίζει μέσα από μια σειρά αλληγορίες τις μέρες εκείνες της επταετίας ή παλιότερα τις μέρες της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου, ή ακόμα και όλες τις σκοτεινές μέρες όπου “χάθηκαν οι φίλοι” κι “έγινε φίδι ο αδερφός”. Κρατάμε πολύτιμη παρακαταθήκη τραγούδια σαν το Οι μέρες είναι πονηρές, κι ας μην καταφέρουμε ποτέ να αγγίξουμε τους συνειρμούς και τις πηγές έμπνευσης των δημιουργών τους. Μας αρκεί που μπορούν να συντροφεύουν και σήμερα τους δικούς μας συνειρμούς. Σήμερα που – ίσως - τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
.
Σημείωση: Τα έργα στο εξώφυλλο και στο ένθετο του δίσκου είναι του Γιώργου Σταθόπουλου.
.
.
Με μεγάλη έκπληξη, διαπιστώνουμε ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά αποκλειστικά τις παλαιότερες δεκαετίες, αλλά φτάνει μέχρι και τις αρχές του ’90! Συγκεκριμένα, στο δίσκο της Λένας Πλάτωνος, «Μη μου τους κύκλους τάρατε» του 1991, συναντάμε το τραγούδι «Υπεραγορά Ι» το οποίο λογοκρίθηκε με την υπ’ αριθ. Γεν. Πρωτ. 23015/Ζ1/2173 απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής ελέγχου τραγουδιού. Στο τραγούδι, η Πλάτωνος τροποποίησε το «Σύμβολο της Πίστεως», κρατώντας τον κύριο κορμό του κειμένου και αντικαθιστώντας λέξεις και φράσεις, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της επιτροπής λογοκρισίας. Το “βλάσφημο” περιεχόμενο του «Πιστεύω» της Πλάτωνος δεν ηχογραφήθηκε ποτέ, και η δημιουργός υποχρεώθηκε να εκδώσει το τραγούδι αφήνοντας μονάχα τη μουσική να παίζει χωρίς να ακούγονται οι επίμαχοι στίχοι. Ωστόσο, στο εσώφυλλο της πρώτης έκδοσης του βινυλίου, αναγράφονταν όλοι οι στίχοι του τραγουδιού χωρίς περικοπές, ως δείγμα “ανοχής” μιας λογοκρισίας που μπορεί μεν να είχε “εκδημοκρατιστεί”, δεν έπαυε όμως να παρεμβαίνει δραστικά κάθε φορά που οι δημιουργοί “ξεπερνούσαν τα όρια” που έθετε ο νόμος.
Η Κατερίνα Κούκα ερμήνευσε το “βλάσφημο” tango της Λένας Πλάτωνος, ενώ η ίδια ανέλαβε με την απαγγελία της το ρόλο του “κοριτσιού των ταμείων”, αφήνοντας στη μέση την αφήγησή της κατ’ εντολή της επιτροπής λογοκρισίας. Θεωρώ πως δε χρειάζεται να υπερασπιστούμε εμείς για λογαριασμό της δημιουργού τόσο το δικαίωμά της στην ελευθερία του λόγου, όσο και το ίδιο το ποιητικό και βαθιά πολιτικό περιεχόμενο του τραγουδιού. Άλλωστε, το έπραξε η ίδια, με το να συμπεριλάβει στο δίσκο την «Υπεραγορά Ι» χωρίς να δεχτεί να αφαιρέσει το μουσικό μέρος που συνόδευε τους λογοκριμένους στίχους, παραπέμποντας την ίδια στιγμή τον ακροατή στο εσώφυλλο του δίσκου για να “απαγγείλει” πλέον ο ίδιος το κείμενο που κόπηκε. Ούτε βεβαίως χρειάζεται εμείς να μιλήσουμε για το αυτονόητο: ότι δηλαδή, πρόκειται για ένα εκπληκτικό τραγούδι που με τον πιο σκληρό τρόπο πραγματοποιεί ένα βαθύ και ουσιαστικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη υπερκαταναλωτική κοινωνία, την αλλοτρίωση και τη μοναξιά, την πραγματική φτώχεια που στριμώχνεται στις φουσκωμένες από ψώνια πλαστικές σακούλες του supermarket. Τα “εξουδετερωμένα εργατικά χέρια” των κοριτσιών των ταμείων, το “αγγελικό τους χαμόγελο”, η “αφήγηση μέσα απ’ την τσέπη” μας, όλ’ αυτά συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό που είναι τελικά μέρος της καθημερινότητας όλων μας. Και το καινούργιο «Πιστεύω» της σύγχρονης κοινωνίας, αναδύεται μέσα από τους στίχους και τη μουσική της Πλάτωνος, αφήνοντας κυριολεκτικά εμβρόντητο όποιον αντέχει να αντικρίσει κατάματα αυτή την πραγματικότητα, απαλλαγμένος από θρησκευτικές ή άλλες προκαταλήψεις.
.
Επαγγελματικός προσανατολισμός
Να γίνει ένας μηχανικός, να γίνει γεωπόνοςήρθε ο καιρός του έχε γειά, τί να την κάνεις πιά την περηφάνια.
Παράξενη Πρωτομαγιά, ο ήλιος καίει το πέλαγο στη Δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά, πού θα βρεθεί ποτάμι να τη σβήσει.
Στα δυό σου μάτια τα χρυσαφιά, σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιές μπόρες φέρνεις, και ποιές βροχές, σε κουρασμένες, νεκρές ψυχές.
.
.
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις - στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μανώλης Μητσιάς - Δήμητρα Γαλάνη
.
Ο Μιχάλης Τερζής είναι ένας συνθέτης που, αν και έχει συμπληρώσει ήδη 30 ολόκληρα χρόνια στην ελληνική δισκογραφία, το όνομά του δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό στο κοινό. Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, έχουν εκδοθεί πάνω από 15 δίσκοι με τραγούδια του συνθέτη που έχουν τραγουδηθεί από πολλούς αξιόλογους ερμηνευτές, όπως ο Γιώργος Ζωγράφος, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Κρίστη Στασινοπούλου, η Γλυκερία κ.α. Έχει επίσης γράψει μουσικές για θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικές σειρές. Ανάμεσα στις δισκογραφικές εργασίες του Μιχάλη Τερζή (δυσεύρετες οι περισσότερες στο εμπόριο, αφού οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν επανεκδώσει πολύ μικρό μέρος της εργογραφίας του), συναντάμε και τη μουσική που έγραψε το 1988 για την ταινία του Δημήτρη Σπύρου «Ο ψύλλος». Ανάμεσα στα μουσικά κομμάτια που συνέθεσε ο Τερζής για τις ανάγκες της ταινίας, υπάρχει κι ένα υπέροχο τραγούδι σε στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση που ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου. Ένα τραγούδι μικρής διάρκειας, πραγματικό διαμάντι, με τον τίτλο «Μια σημύδα».
Φωτογραφία από την ταινία «Ο ψύλλος» του Δημήτρη Σπύρου
Απ’ την άλλη μεριά, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ιδανικότερη ερμηνεύτρια γι’ αυτό το τραγούδι από τη Νένα Βενετσάνου! Η καθαρή, σα γάργαρο νερό φωνή της, οι τονισμοί και το βιμπράτο της, μα πάνω απ’ όλα η υπόγεια δύναμη με την οποία η Βενετσάνου ερμηνεύει το «Μια σημύδα», δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να περάσει το τραγούδι απαρατήρητο απ’ τον ακροατή. Η κλασσική παιδεία και η άρτια τεχνική της, γίνεται τελικά το πιο κατάλληλο όχημα για να μεταφέρει τη συγκίνηση ενός τραγουδιού που, μπορεί να μην έχει μεγάλες απαιτήσεις όσον αφορά την αρμονία του, έχει όμως ιδιαίτερη δυσκολία στην έκφραση και στα μέσα τα οποία οφείλει να επιστρατεύσει ο ερμηνευτής για να αποδώσει τις εικόνες του. Το τραγούδι ακούγεται στην ταινία σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις: η μία ερμηνευμένο με ένα πιάνο και συνθεσάιζερ και η άλλη a capella. Την εκτέλεση με το πιάνο τη συναντάμε και σε έναν άλλο δίσκο του Μιχάλη Τερζή, «Τα κορίτσια της Κυριακής», ανάμεσα σε δεύτερες εκτελέσεις παλαιότερων τραγουδιών του συνθέτη. Στο soundtrack της ταινίας όμως, υπάρχουν και οι δύο ηχογραφήσεις με τη Βενετσάνου που, μοιάζει να αντιμετωπίζει την κάθε μια με εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Στη μεν μία η φωνή της γίνεται ένα ακόμα μουσικό όργανο δίπλα τα πλήκτρα του πιάνου, στην δε άλλη, η φωνή της πολλαπλασιάζεται σε κάθε επανάληψη και κει ακριβώς είναι που αναδεικνύεται η καταγωγή της μελωδίας του Τερζή, στις ρίζες του παραδοσιακού τραγουδιού.
Είναι πολλοί οι συνθέτες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού που βρήκαν τρόπους να στηρίξουν τις μελωδίες τους πάνω στο στέρεο έδαφος του δημοτικού τραγουδιού. Αυτή η “παράδοση” κρατάει από το Νέο Κύμα της δεκαετίας του ’60 και τους τότε εκφραστές του, και φτάνει μέχρι και τους σύγχρονους τραγουδοποιούς (από τα πιο λαμπρά παραδείγματα είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου). Ο Μιχάλης Τερζής έχοντας τη γνώση και την ευαισθησία, σκάλισε ένα τραγούδι που δε μιμείται και δεν αντιγράφει το ύφος των παραδοσιακών τραγουδιών˙ αντίθετα, χρησιμοποιεί σαν μαγιά την κληρονομιά αυτή και πλάθει ένα τραγούδι στο βάθος του πένθιμο, λυπημένο, όμοιο με κείνα τα πονεμένα άσματα της ξενιτιάς και του έρωτα που μέσα απ’ τις φωνές ανώνυμων τραγουδιστών έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Σε μία συλλογή όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα σύγχρονα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας που έχουν ευθεία μουσική αναφορά στο παραδοσιακό τραγούδι, σίγουρα το «Μια σημύδα» θα είχε την δική του θέση ανάμεσα στο «Ξενιτεμένο μου πουλί» του Χρήστου Λεοντή, στο «Ηπειρώτικο τραγούδι» της Αφροδίτης Μάνου, στο «Πως περνούν οι άνθρωποι» της Δήμητρας Γαλάνη και σε πολλά άλλα.
.
Το όνομα της Ελένης Καραϊνδρου είναι απόλυτα ταυτισμένο με τη μουσική για τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μόνιμη συνεργάτης του τα τελευταία 25 χρόνια, έχει ντύσει με τις μουσικές της ταινίες – σταθμούς, όπως το «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Ο μελισσοκόμος», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», μέχρι την πρόσφατη «Σκόνη του χρόνου». Παράλληλα, οι μουσικές της για ταινίες και άλλων σκηνοθετών του κινηματογράφου, από την Τόνια Μαρκετάκη και την κλασσική «Τιμή της αγάπης» μέχρι το «Καλή πατρίδα, σύντροφε» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, έχουν ξεχωρίσει και βραβευτεί σε ελληνικά και ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Πέρα όμως από τις γνωστές μουσικές για τον κινηματογράφο, η Ελένη Καραϊνδρου έχει να επιδείξει μεγάλο έργο και στη μουσική για το θέατρο. Έχοντας στο ενεργητικό της μουσικές για περισσότερες από 30 θεατρικές παραστάσεις, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους συνθέτες με τις περισσότερες μουσικές εργασίες για το θέατρο. Αυτή είναι μια πτυχή στην εργογραφία της που δεν είναι τόσο γνωστή, κυρίως λόγω του ότι μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί ένα μικρό μονάχα μέρος από τις μουσικές της για το θέατρο, σε αντίθεση με τις κινηματογραφικές που κυκλοφορούν σχεδόν όλες με τη μορφή ολοκληρωμένων έργων.
Το 1991 κυκλοφόρησε μία έκδοση που συγκέντρωνε ένα μεγάλο μέρος από τη μουσική της Ελένης Καραϊνδρου για το θέατρο αλλά και για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ανέκδοτες ηχογραφήσεις». Ο δίσκος περιελάμβανε μουσικές εργασίες της Καραϊνδρου από το 1976 έως το 1990, με ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική για το θέατρο και τις συνεργασίες της με το Εθνικό θέατρο, το Απλό Θέατρο και τη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή. Η έκδοση περιείχε 32 μουσικά κομμάτια και 2 τραγούδια, τα οποία αποδίδονται μοναδικά από μια πλειάδα εξαιρετικών μουσικών, ανάμεσά τους ο Τάσος Διακογιώργης, ο Ανδρέας Ροδουσάκης, ο Σωκράτης Άνθης, ο Γιάννης Σπάθας και ο Τάκης Φαραζής.
Μέσα απ’ το γνώριμο μουσικό της στιλ, η Καραϊνδρου φτιάχνει ένα τραγούδι που εντάσσεται πλήρως μέσα στο κλίμα του έργου και την σκηνοθετική άποψη του Ντασσέν. Ένα απόλυτα ερωτικό τραγούδι που, τόσο η μελωδία όσο και η δομή του, μάς παραπέμπει με τον τρόπο του σε εκείνο το «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς» του Μάνου Χατζιδάκι, αποκαλύπτοντας μια βαθιά συγγένεια μεταξύ αυτών των δύο τραγουδιών, αν και μεσολαβούν μεταξύ τους περίπου 45 χρόνια! Η λιτή μελωδία της Καραϊνδρου εξυπηρετεί στην παράσταση το πέρασμα από τη μία πράξη στην άλλη, διατηρώντας στο ακέραιο το κλίμα του έργου και προετοιμάζει την τέταρτη και τελευταία πράξη του «Γλάρου», σαν αποκορύφωμα του δράματος ενός απ’ τα ωραιότερα έργα του Τσέχωφ. «Το τραγούδι της λίμνης» όμως, δεν είναι μονάχα ένα τραγούδι που φτιάχτηκε για μία θεατρική παράσταση. Είναι και μια συνάντηση της μουσικού Ελένη Καραϊνδρου με την Αρλέτα στο ρόλο της στιχουργού!
Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την Αρλέτα ως στιχουργό (σε αρκετά από τα τραγούδια του δίσκου «Ταξιδεύοντας» έχει γράψει τους στίχους πάνω σε μουσικές του Ανέστη Τριανταφύλλου)· είναι όμως η πρώτη και μοναδική φορά που συνεργάζεται με την Καραϊνδρου και γράφει στίχους για ένα τραγούδι, το οποίο μάλιστα εντάσσεται σε μία θεατρική παράσταση. Όπως είναι φυσικό, η Αρλέτα ζωγραφίζει με την τέχνη και την ευαισθησία της εικόνες που ταιριάζουν απόλυτα στη μελωδία της Καραϊνδρου και εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τη λειτουργία τού τραγουδιού μέσα στην παράσταση. Και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει η Καραϊνδρου να ερμηνευτεί το τραγούδι, όχι από έναν μόνο τραγουδιστή αλλά από χορωδία, προσθέτει στο κομμάτι ακόμα περισσότερη θεατρικότητα. Κι εδώ ακριβώς είναι που «Το τραγούδι της λίμνης» παύει να είναι ένα απλό τραγούδι που ακούγεται ηχογραφημένο σε μία θεατρική παράσταση, και γίνεται τόπος συνάντησης!+1.jpg)
Η χορωδία που ακούγεται σ’ αυτή την πρώτη εκτέλεση του «Τραγουδιού της λίμνης», αποτελείται από δύο ηθοποιούς που έπαιρναν μέρος στην παράσταση, τον Χρήστο Καλαβρούζο και τον Δημήτρη Λιγνάδη, από τον σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαϊδη που στη συγκεκριμένη παράσταση είχε το ρόλο του βοηθού σκηνοθέτη δίπλα στον Ντασσέν, την ίδια την Ελένη Καραϊνδρου, την Αρλέτα και τη Μελίνα Τανάγρη. Μια χορωδία που μοιάζει να στήθηκε με μοναδικό κριτήριο το συναίσθημα. Σαν μια παρέα που τραγουδάει την αγάπη γύρω από ένα τραπέζι μετά από το τέλος ενός δείπνου ή σαν τους παλιούς κανταδόρους που γυρνούν στα καντούνια της Κέρκυρας και υμνούν την αγάπη κάτω απ’ τα μπαλκόνια με τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο «Γλάρος» μοιάζει να είναι μονάχα η αφορμή. Η πραγματική ανάγκη είναι να βρεθούν μουσικοί, τραγουδοποιοί και άνθρωποι του θεάτρου κάτω απ’ την ομπρέλα του τραγουδιού και να μοιραστούν στιγμές που ξεπερνούν το εφήμερο μιας θεατρικής παράστασης.
Πέραν του ότι το «Τραγούδι της λίμνης» είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν για θεατρική παράσταση κατά την δεκαετία του ’80, αποτελεί και μία ακόμα ακριβή στιγμή κατά την οποία, άνθρωποι της τέχνης που κάτω από άλλες συνθήκες δε θα συναντιόντουσαν ίσως και ποτέ, βρίσκουν τρόπους και αφορμές να βρεθούν, να κοινωνήσουν μέσω του τραγουδιού και μέσα απ’ την απλότητα να μας προσφέρουν ένα υπέροχο τραγούδι που μπορεί και μας συντροφεύει πέρα και έξω απ’ το θεατρικό σανίδι. Τέτοιες συναντήσεις (που η αλήθεια είναι πως βρίσκουμε όλο και πιο σπάνια σήμερα), από τη στιγμή που μας παραδόθηκαν, αξίζει να τις κρατάμε κι εμείς σαν δώρα ακριβά και τις ανασύρουμε απ’ τη μνήμη (συλλογική ή ατομική), όλο και πιο συχνά.
+2.jpg)
Γ. Δάνης, Κώστας Μπάλλας, Μιράντα Ζαφειροπούλου, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Χρήστος Καλαβρούζος.
.
.
Σημειώσεις:
1. Οι φωτογραφίες του προγράμματος και της παράστασης, είναι από το Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (εδώ)
2. Το «Τραγούδι της λίμνης» έχει επίσης τραγουδήσει η Αρλέτα («10 + 1 νύχτες», ζωντανή ηχογράφηση από το Θέατρο Περοκέ), η Μαρία Φαραντούρη («Ωδείο Ηρώδου Αττικού», ζωντανή ηχογράφηση στις 6 Σεπτεμβρίου 1988), η Τάνια Τσανακλίδου («Το μαγικό κουτί», ζωντανή ηχογράφηση στο «Μετρό»), και η Angelique Ionatos («Anthologie»).
.