Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα τραγουδιων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα τραγουδιων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Μια βραδιά στην Κέρκυρα

Πριν από 30 χρόνια, ένας νεαρός με μια δωδεκάχορδη κιθάρα και μια φυσαρμόνικα κέρδιζε το τρίτο βραβείο στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα. Λίγοι ήταν τότε εκείνοι που μπόρεσαν να αντιληφθούν αμέσως το ρόλο που θα έπαιζε αυτός και ο δίδυμος αδερφός του στη διαμόρφωση της νεότερης ελληνικής τραγουδοποιίας. Η συμμετοχή του Πάνου Κατσιμίχα με το Μια βραδιά στο Λούκι στους Αγώνες της Κέρκυρας, έμελλε να αποτελέσει την πρώτη δισκογραφική καταγραφή τραγουδιού των αδερφών Κατσιμίχα, τρία χρόνια πριν εκδοθούν τα Ζεστά ποτά.
Με άξονα μια παλιότερη συζήτηση με τον Πάνο Κατσιμίχα, φωτίζουμε τη συμμετοχή του στους Δεύτερους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού.
Ο Πάνος Κατσιμίχας στους Δεύτερους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, 1982
Οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού διοργανώθηκαν για δύο χρονιές, το ‘81 και ‘82, από τον Μάνο Χατζιδάκι. Αξιοποιώντας τη θέση του ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ο Χατζιδάκις οργάνωσε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μια σειρά από εκδηλώσεις με απώτερο σκοπό την έρευνα και διάδοση της παραδοσιακής μουσικής (με τις Μουσικές Γιορτές και τους Αγώνες Λύρας στα Ανώγεια), καθώς και τον περίφημο Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο της Κρήτης με προσκεκλημένους καλλιτέχνες διεθνούς φήμης όπως ο Astor Piazzola, ο Nicola Piovani και η Gizela May. Στα πλαίσια αυτών των αναζητήσεων, οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα αποτέλεσαν το σημαντικότερο βήμα διερεύνησης και προώθησης νέων δημιουργών, και παράλληλα μια εναλλακτική απάντηση στο ήδη παρηκμασμένο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μα πάνω απ’ όλα, οι δύο χρονιές των Αγώνων στάθηκαν η καλύτερη ευκαιρία για να γνωρίσουμε έναν σημαντικό αριθμό νέων δημιουργών, ορισμένοι από τους οποίους καθόρισαν το ελληνικό τραγούδι στα επόμενα χρόνια.
Ο Πάνος Κατσιμίχας θυμάται: «Μετά από 30 χρόνια, θυμάμαι κάποια πράγματα και πρόσωπα εντελώς αποσπασματικά από τους Αγώνες της Κέρκυρας του 1982. Θυμάμαι ας πούμε τον Ηλία Λιούγκο, γιατί γνωριζόμασταν κάποια χρόνια πριν, όταν είχαμε συναντηθεί και τραγουδήσει μαζί στους Αχαρνής του Διονύση Σαββόπουλου, το 1976. Θυμάμαι επίσης την υπέροχη τραγουδίστρια τη Μαίρη Δαλάκου, την εξίσου σπουδαία Σαβίνα Γιαννάτου και δύο τραγουδοποιούς που μου είχαν κάνει εντύπωση, τον Κλέωνα Αντωνίου (που τώρα είναι στους Mode Plagal) με το τραγούδι Ταξίδι στο χάρτη, και τον Σταύρο Τσάκο με το τραγούδι Έρχεται κρύο. Περίεργο πράγμα! Δεν ξέχασα ποτέ το ρεφραίν του Έρχεται κρύο. Δύο φορές το άκουσα εκείνο το βράδυ και μπορώ ακόμα να σου τραγουδήσω το ρεφραίν. Το περίεργο είναι, ότι το τραγούδι αυτό ποτέ δεν έκανε την επιτυχία που πιστεύω ότι του άξιζε».

Η συμμετοχή του Πάνου στους Δεύτερους Αγώνες της Κέρκυρας έγινε με το Μια βραδιά στο Λούκι που είχε γράψει λίγα χρόνια πριν ο Χάρης. Το μπαρ Λούκι βρισκόταν στην οδό Χάριτος και αποτέλεσε για αρκετά χρόνια στέκι των αδερφών Κατσιμίχα. Στο τραγούδι, ο Χάρης αφηγείται ένα πραγματικό περιστατικό, όταν μια βραδιά μαζί με ένα φίλο του τα έπιναν στο αγαπημένο τους στέκι. Ο φίλος του αυτός ήταν ο Νίκος Ζιώγαλας, για τον οποίο υπάρχει και η σχετική αναφορά στο τραγούδι ("γυρίζω στον δικό μου / ο τύπος μου, Νικόλα”)
Ο Χάρης και ο Πάνος μαζί με το Μια βραδιά στο Λούκι είχαν στείλει κατά την προκριματική φάση των Αγώνων το Γέλα πουλί μου και τον Φάνη τα οποία τελικά δεν διαγωνίστηκαν. Ο Πάνος θυμάται πώς ξεκίνησαν όλα: «Όταν στείλαμε την κασέτα με το τραγούδι μας στη διεύθυνση που είχε δώσει ο Χατζιδάκις, δεν πιστεύαμε ότι θα προκριθεί, αλλά και από την άλλη σκεφτόμασταν “δεν ξέρεις ποτέ... Χατζιδάκις είναι”! Δεν είχαμε άδικο σ' αυτό, γιατί γνωρίζω από το Νίκο Κυπουργό, ότι το τραγούδι το επέλεξε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα ο ίδιος ο Χατζιδάκις». Και συνεχίζει: «Δεν θα στέλναμε αυτή την κασέτα αν δεν είχαν προηγηθεί οι Πρώτοι Αγώνες του 1981, όπου εκεί είχαμε ακούσει με το Χάρη δύο μεγάλα ταλέντα: τον Γιώργο Μακρή και τον Βασίλη Νικολαΐδη. Σπουδαίοι τραγουδοποιοί! Σκέφτομαι πολλές φορές, είναι δυνατόν να μην υπάρχουν στο ελληνικό τραγούδι ο Μακρής και ο Νικολαΐδης; Κρίμα. Εμείς χάνουμε. Ο Νικολαΐδης, είναι και ο μόνος φίλος που έκανα λόγω της Κέρκυρας. Έχω να τον δω πολύ καιρό, αλλά τον συζητάω με τον Χάρη πολύ συχνά, ακούμε τα τραγούδια του και του στέλνουμε την αγάπη μας. Έβαλε το χέρι του (σαν ιταλομαθής που είναι) και μας βοήθησε στην απόδοση στα ελληνικά του Μάρκος και Άννα του Lucio Dalla. Τον ευχαριστούμε πάντα γι' αυτό. Τον Γιώργο Μακρή δεν τον γνώρισα, αλλά ποτέ δεν είναι αργά».
Το κλίμα των Αγώνων ήταν περισσότερο εορταστικό και λιγότερο διαγωνιστικό. Ο Πάνος μάς μεταφέρει λίγο από την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών: «Θυμάμαι τον Μίνωα Αργυράκη (που είχε κάνει και τα σκηνικά), να ανεμίζει ένα κόκκινο μπουφάν όταν τραγουδούσα το Μια βραδιά στο Λούκι. Το έκανε και τις δύο φορές που το τραγούδησα. Τη δεύτερη φορά, κατάλαβα ότι θα είμαι μέσα στα βραβεία. Νομίζω ότι τα τρία πρώτα βραβεία ήταν: ο Πάνος Τσαπάρας με το Οχυρωμένος στις πλαγιές του σεντονιού, δεύτερο το Αμαρτωλό της Γαλάτιας Καζαντζάκη σε μουσική Ν. Θωμά και τρίτο το Λούκι. Τα υπόλοιπα τραγούδια, μετά από 30 χρόνια, δεν τα θυμάμαι». 
Ο Χατζιδάκις, παρόν σε όλα τα στάδια της διοργάνωσης, είχε αναλάβει και τη διεύθυνση της ορχήστρας. Ο Πάνος σκαλίζει τις μνήμες του και μας αφηγείται: «Θυμάμαι  επίσης το γλυκό χαμόγελο του Χατζιδάκι και το πώς με ενθάρρυνε με το βλέμμα του όταν διηύθυνε  την ορχήστρα και εγώ τραγουδούσα. Μου φέρθηκε σαν να ήμασταν ''ίσα κι όμοια'', που λένε. Άρχοντας! Θέλω να το πω: Δε γνωριζόμασταν καθόλου μέχρι εκείνο το βράδυ. Συναντηθήκαμε πάλι τρία χρόνια αργότερα, δύο μήνες αφού βγήκαν τα Ζεστά ποτά. Είχε τη μεγαλοσύνη να κάνει τον κόπο να βρει το τηλέφωνό μας και να τηλεφωνήσει στο σπίτι μας ο ίδιος για να μας καλέσει στον Μαγεμένο Αυλό. Πήγαμε, μας έκανε το τραπέζι και μας μίλησε με απίστευτες λεπτομέρειες και κολακευτικά λόγια για τα Ζεστά ποτά. Φαινόταν ότι τα είχε ακούσει με μεγάλη προσοχή. Στην παρέα ήταν και δύο από τα αγαπημένα παιδιά του: ο Νίκος Κυπουργός και ο Ηλίας Λιούγκος. Τρία χρόνια αργότερα, μας κάλεσε και πήραμε μέρος στην παράσταση Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά που παρουσίασε στο ZOOM στην Πλάκα».
Η συμμετοχή του Πάνου στους Αγώνες δεν άνοιξε άμεσα τον δρόμο για την πρώτη δισκογραφική δουλειά των Κατσιμίχα. Όπως επισημαίνει κι ο ίδιος, «οι Αγώνες της Κέρκυρας μας βοήθησαν πάρα πολύ, αλλά έμμεσα. Τα Ζεστά ποτά βγήκαν 3,5 χρόνια μετά, όταν η Κέρκυρα είχε σχεδόν ξεχαστεί, αλλά το Μια βραδιά στο Λούκι παιζόταν καθημερινά στο ραδιόφωνο και είχε γίνει επιτυχία, χωρίς ο κόσμος να πολυγνωρίζει τους δημιουργούς. Όταν βγήκαν τα Ζεστά ποτά, και μέσω συνεντεύξεων, τηλεόρασης κλπ, έγιναν γνωστά τα πρόσωπά μας, τότε όλοι θυμήθηκαν την Κέρκυρα και... έδεσε το γλυκό». Ίσως δεν είναι τυχαίο που μέχρι και σήμερα, περισσότερες φορές θα ακούσει κανείς στο ραδιόφωνο την πρώτη εκείνη εκτέλεση του τραγουδιού από την ζωντανή ηχογράφηση στην Κέρκυρα, και λιγότερο αυτήν που εντάχθηκε αργότερα στα Ζεστά ποτά. Παράλληλα, ο διπλός δίσκος που εκδόθηκε με τα 25 τραγούδια των Δεύτερων Αγώνων, προσφέρει και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να διερευνήσουμε την ιδιαίτερη αισθητική του συνόλου των τραγουδιών που προβλήθηκαν, σε αντιπαραβολή με την επικρατούσα αισθητική της εποχής τους. 
Και πάλι ο Πάνος μάς δίνει με σαφήνεια το μουσικό κλίμα της εποχής και το ιδιαίτερο στίγμα που άφησε η Κέρκυρα: «Την εποχή των Αγώνων, κυριαρχούσε στην μεν ξένη μουσική η Disco και το Νew Wave που μόλις είχε αρχίσει να γίνεται ''κατάσταση”, και από ελληνικά πήγαινε να ξεφουσκώσει το αντάρτικο, κυριαρχούσαν κυρίως οι ρεμπέτικες κομπανίες και οι γνωστοί τραγουδιστές της εποχής, Πάριος, Αλεξίου, Νταλάρας κλπ. Η Κέρκυρα ήταν, αν θέλεις τη γνώμη μου, σαν τη μύγα μέσα στο γάλα τότε. Ένα  μικρό UFO που ήρθε, προσγειώθηκε για λίγο, κι έφυγε αθόρυβα για τον Σείριο, το γενέθλιο τόπο  του εμπνευστή της. Την θυμάμαι με νοσταλγία. Συνήθως θυμόμαστε με νοσταλγία τις φωτεινές, ουσιαστικές στιγμές της ζωής μας. Αυτό είναι για μένα και η συμμετοχή μου στους Αγώνες της Κέρκυρας. Μια φωτεινή, ουσιαστική, πολύτιμη εμπειρία».
.
.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μετρονόμος στο τεύχος 44 (Ιανουάριος - Μάρτιος 2012) στα πλαίσια του μεγάλου αφιερώματος στους αδερφούς Κατσιμίχα που επιμελήθηκε ο Σπύρος Αραβανής και ο Θανάσης Συλιβός.

--------------------- 
Μια βραδιά στο Λούκι. Πρώτη εκτέλεση από τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα το 1982.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

“Στο μπαλκόνι βγες – ανοίγω, κάτω οι ζωές μας πιάτο…”

Περιμένοντας τις Μέρες του φωτός, τον καινούργιο δίσκο του Θέμη Καραμουρατίδη και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, η βελόνα του Αρώματος του Τραγουδιού έχει κολλήσει σε ένα απόσπασμα από την εκπομπή Στην υγειά μας που προβλήθηκε στην ΝΕΤ στις 3 Μαρτίου.
Η Νατάσσα Μποφίλιου είχε την τιμητική της, και ανάμεσα στους πολλούς καλεσμένους ήταν και ο Στάμος Σέμσης. Όταν η Μποφίλιου κάθισε στο πιάνο και ο Σέμσης πήρε στα χέρια του την βιόλα, δε φανταζόμουν τι ακριβώς θα ακολουθήσει. Ένα παλιότερο τραγούδι σε μουσική του Σέμση και στίχους του Νίκου Μωραϊτη, που πρώτη είχε ερμηνεύσει η Έλλη Πασπαλά στο δίσκο Σε ποιο Θεό να πιστέψω πριν από 10 χρόνια, μεταμόρφωσε την οθόνη της τηλεόρασης σε χοάνη – όπως θά 'λεγε και η Λένα Πλάτωνος – που από μέσα της μπορούσε ο καθένας να αφουγκραστεί τους ήχους ενός γκρίζου αστικού τοπίου που μας πνίγει, κι εκεί, την ίδια στιγμή, μας ελευθερώνει. Ένα απ’ τα ωραιότερα τραγούδια της προηγούμενης δεκαετίας, σε μια μοναδική εκτέλεση που στο μέλλον θα καταγραφεί ως συλλεκτική. Από τις ελάχιστες φορές τα τελευταία χρόνια που η τηλεόραση προσφέρει τέτοια μοναδικά στιγμιότυπα.


Ζω εδώ
μ' έναν ήλιο γκρι
μες στην Αττική
που αλλάζει.
Εδώ
ζέστη και σκουριά
κρύβεται η καρδιά
τρομάζει.

Στο μπαλκόνι βγες - ανοίγω
κάτω οι ζωές μας πιάτο,
μας τραβούν γλυκά στον πάτο
όμως τώρα λες θα φύγω.

Ζω εδώ
μες στην Αττική
μ' έναν ήλιο γκρι
στα μάτια.
Εδώ
ζέστη και σκουριά
κρύβεται η καρδιά
τρομάζει.

Στο μπαλκόνι βγες - ανοίγω
κάτω οι ζωές μας πιάτο,
μας τραβούν γλυκά στον πάτο
όμως τώρα λες θα φύγω.

Βάλε μουσική - να φύγω
βάλε και καρδιά - να φύγω
πάρε με αγκαλιά - να φύγω
απ' την πόλη αυτή - να φύγω.

 

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

“Κι ο δρόμος θα σε φέρει, κοριτσάκι μου, ψηλά στις Αμαζόνες και στον Καύκασο…”

Σχεδόν παράλληλα με την εμφάνισή της ως ερμηνεύτρια στο πλευρό του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Μαμαγκάκη, η Νένα Βενετσάνου έδωσε το στίγμα της ως δημιουργός ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο δίσκος όμως που την καθιέρωσε ως συνθέτη στη συνείδηση του κοινού ήταν Το κουτί της Πανδώρας που εκδόθηκε το 1984 και περιελάμβανε μελοποιήσεις ποιημάτων της Μαρίας Πολυδούρη, της Γαλάτιας Καζαντζάκη και της Μυρτιώτισσας, καθώς και στίχους της Αιμιλίας Δάφνη και Μπέτης Κομνηνού. Δέκα χρόνια μετά, ο δίσκος επανεκδόθηκε σε ψηφιακή μορφή και αδικήθηκε παράφορα από την εταιρεία, αφού προτιμήθηκε η σύμπτυξη του πρώτου δίσκου της Βενετσάνου με Το κουτί της Πανδώρας, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν ορισμένα τραγούδια και από τους δύο δίσκους κι έτσι να καταστραφεί εντελώς η ομοιογένεια και των δύο.
Ανάμεσα στα τραγούδια που τελικά εντάχθηκαν στην ψηφιακή έκδοση, βρίσκουμε και Το σανδαλάκι σε στίχους της Μπέτης Κομνηνού. Αλλά κι εδώ, παρατηρούμε ότι ο τίτλος του τραγουδιού άλλαξε για τις ανάγκες της έκδοσης του cd(!). Ο αρχικός τίτλος είναι Α-μαζών Το σανδαλάκι, κάτι που βεβαίως έχει τη δική του σημασία για τις δημιουργούς του τραγουδιού. Στη Βικιπαίδεια βρίσκουμε ορισμένες κατατοπιστικές πληροφορίες: «Οι Αμαζόνες ήταν πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας. Μυθικός λαός κυνηγών και πολεμιστριών που κατάγονταν από τον θεό του πολέμου, Άρη, και τη νύμφη Αρμονία, ή κατά άλλη εκδοχή τη θεά Αθηνά. Το όνομά τους προέρχεται κατά μία εκδοχή από το στερητικό άλφα και τη λέξη μαζός που σημαίνει στήθος, επειδή ακρωτηρίαζαν ή συνέθλιβαν το δεξί στήθος των κοριτσιών τους για να διευκολύνουν το χειρισμό του τόξου.(…) Ο Όμηρος στην Ιλιάδα τις τοποθετεί στη Φρυγία και τη Λυκία. Όμως, πατρίδα των Αμαζόνων ήταν η Θεμίσκυρα του Ευξείνου Πόντου, που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Θερμώδοντα.(…) Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι κατέφυγαν σε βορειότερες περιοχές, στο βόρειο Καύκασο, μετά την ήττα τους από τον Ηρακλή, ο οποίος σε έναν άθλο του έπρεπε να πάρει τη ζώνη της βασίλισσας των Αμαζόνων, Ιππολύτης.»

.

Η συγκλονιστική φωνή της Βενετσάνου και ο καλπασμό του αλόγου στην εισαγωγή του τραγουδιού καθηλώνουν τον ακροατή, ενώ η λιτή ερμηνεία του Κώστα Γρηγορέα στην κιθάρα επιβάλλει με τη σειρά της ένα κλίμα μυσταγωγίας μοναδικό.

Όταν θα μεγαλώσεις, κοριτσάκι μου
θα πάρεις ένα δρόμο, δρόμο δύσκολο
μακρύ πολύ, να ξέρεις, δρόμο αλαργινό
τον κόσμο θα γνωρίσεις, αχ να σε χαρώ
να και το σανδαλάκι για το γυρισμό
μήλο μου μυρωμένο, μήλο μου μικρό.

Κι ο δρόμος θα σε φέρει, κοριτσάκι μου
ψηλά στις Αμαζόνες και στον Καύκασο
στην έρημο να ψάξεις και στην άβυσσο
την άμμο να τρυπήσεις και να βρεις νερό
να και το σανδαλάκι για το γυρισμό
μήλο μου μυρωμένο, μήλο μου μικρό.

Κι απ’ το νερό της άμμου μες στο φως θα βγει
το δέντρο αυτό του Νείλου, να λευτερωθεί
να και το σανδαλάκι για το γυρισμό
μήλο μου μυρωμένο, μήλο μου μικρό.

Είναι από εκείνες τις φορές που δε χωρούν καθόλου λόγια για να περιγράψει κανείς ένα έργο Τέχνης, όπως είναι αυτό το μοναδικό τραγούδι. Μέσα σε μόλις δύο λεπτά που διαρκεί, η Βενετσάνου και η Κομνηνού ολοκληρώνουν ένα νανούρισμα και την ίδια στιγμή ένα μίνι φεμινιστικό μανιφέστο, μια τρυφερή μπαλάντα και παράλληλα έναν ύμνο στη γυναικεία χειραφέτηση.
Κι αν Το Άρωμα του Τραγουδιού ήταν ραδιοφωνική εκπομπή, θα μετέδιδε αυτό το τραγούδι “αφιερωμένο εξαιρετικά”. Αλλά και τώρα, που είναι μονάχα ένα blog, πάλι αφιερωμένο εξαιρετικά το μεταδίδει...

Καλή Χρονιά σε όλους

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

“… να ρίξετε σ’ ένα πανέρι πανανθρώπινης αδελφοσύνης το καθαρό μαλλί…”

.
Από τις 40 περίπου κωμωδίες που έγραψε ο Αριστοφάνης από το 425π.Χ. έως το 388 π.Χ., έχουν σωθεί μονάχα οι 11. Ανάμεσα σ’ αυτές, η Λυσιστράτη αποτελεί σίγουρα τη δημοφιλέστερη και πιο πολυπαιγμένη αριστοφανική κωμωδία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Γράφτηκε το 411 π.Χ. και όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, το περιεχόμενό της παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο προσφέροντας στους σύγχρονους μεταφραστές, σκηνοθέτες και ηθοποιούς ένα πλούσιο πεδίο για πολλαπλές αναγνώσεις. Το ζήτημα των μεταφράσεων και διασκευών αυτών των έργων είναι τεράστιο, και έχει απασχολήσει – και απασχολεί ακόμα – τους λογοτέχνες και μεταφραστές που έχουν καταπιαστεί με τα κείμενα του Αριστοφάνη. Ειδικά οι μεταφράσεις για τη Λυσιστράτη, έχουν κατά καιρούς αναθερμάνει συζητήσεις για τα όρια μεταξύ της πιστής μετάφρασης απ’ το πρωτότυπο και της ελεύθερης απόδοσης – διασκευής, ξεσηκώνοντας κάποιες φορές και ολόκληρη διαμάχη στους λογοτεχνικούς και θεατρικούς κύκλους. Ανάμεσα στις μεταφράσεις - διασκευές που προκάλεσαν τέτοιου είδους συζητήσεις, ξεχωρίζει η μετάφραση στη Λυσιστράτη του Κώστα Ταχτσή το 1977 που ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, αλλά και η μεταγενέστερη ελεύθερη απόδοση του κειμένου από τον Λάκη Λαζόπουλο που παρουσιάστηκε το 1986 σε σκηνοθεσία Αντρέα Βουτσινά. Για διαφορετικούς λόγους, και οι δύο αυτές αποδόσεις του αριστοφανικού έργου προκάλεσαν αντιδράσεις τόσο για την ορθότητα της μετάφρασης στην περίπτωση του Ταχτσή, όσο και για το συνολικό αποτέλεσμα στην παράσταση του Αντρέα Βουτσινά, περιλαμβανομένων βεβαίως και των “αυθαιρεσιών” (κατά τους επικριτές) τού Λαζόπουλου στην απόδοση του κειμένου.
Ο Ανδρέας Βουτσινάς σκηνοθέτησε δύο φορές την Λυσιστράτη με δύο διαφορετικούς θιάσους: την πρώτη με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 1983 σε μετάφραση του Κώστα Ταχτσή και πρωταγωνίστρια την Αλέκα Παϊζη, και τη δεύτερη τρία χρόνια αργότερα με πρωταγωνιστή τον Λάκη Λαζόπουλο. Στην παράσταση του ΚΘΒΕ την μουσική υπέγραψε ο Γιώργος Κουρουπός μελοποιώντας τους στίχους του μεταφραστή, ενώ στη δεύτερη ο Σταμάτης Κραουνάκης συνέθεσε τα τραγούδια πάνω στους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Δύο κατά τα άλλα διαφορετικές προσεγγίσεις της αριστοφανικής κωμωδίας, επέτρεψαν στον Βουτσινά να εφαρμόσει τις πρωτοποριακές σκηνοθετικές του ιδέες έχοντας σαν υλικό το ιδιοφυές κείμενο του Αριστοφάνη αλλά και μία πλειάδα ηθοποιών που σε κάθε μία απ’ τις περιπτώσεις υπηρέτησαν τη σκηνοθετική του ματιά με ακρίβεια. Όπως είναι φυσικό, με διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισαν και οι συνθέτες το υλικό που τους ανατέθηκε, με πρώτα τον Κουρουπό να ακολουθεί πιστά τη μετάφραση του Ταχτσή και να μελοποιεί αποσπάσματα του κειμένου, δανειζόμενος στοιχεία από ένα ευρύ μουσικό φάσμα που περιλαμβάνει επιρροές απ’ το παραδοσιακό τραγούδι μέχρι και κάποιες αποχρώσεις της τζαζ. Απ’ την άλλη μεριά ο Κραουνάκης, πατώντας βεβαίως και στην ελεύθερη απόδοση του κειμένου από τον Λαζόπουλο αλλά και ολόκληρο το κλίμα της παράστασης (να θυμίσω ότι στην παράσταση συμμετείχαν μονάχα άντρες ηθοποιοί οι οποίοι ενσάρκωναν και τους γυναικείους ρόλους), μελοποιεί τους στίχους της Νικολακοπούλου με άφθονα στοιχεία από την επιθεώρηση και το βαριετέ.
Ένα από τα πιο ευφυή σημεία στο κείμενο του Αριστοφάνη είναι όταν η Λυσιστράτη λογομαχεί με τον Πρόβουλο, ο οποίος βρίσκει εντελώς ανάρμοστη τη συμπεριφορά των γυναικών να θέλουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την λήξη του πολέμου. Στα πλαίσια αυτής της αντιπαράθεσης (παρουσία του γυναικείου και αντρικού χορού), η Λυσιστράτη εκθέτει τα επιχειρήματά της επικαλούμενη την επεξεργασία του μαλλιού που ακολουθούσαν οι γυναίκες της εποχής για τον καθαρισμό και την τελική του μετατροπή σε νήμα. Στην παράσταση του ΚΘΒΕ, ο Κουρουπός επιλέγει να τοποθετήσει μια χαμηλών τόνων μουσική υπόκρουση που συνοδεύει το μονόλογο, η οποία θα μπορούσε να πει κανείς ότι παραπέμπει σε παραδοσιακά σκωπτικά τραγούδια (με πρώτο να έρχεται στο νου το γνωστό Πως το τρίβουν το πιπέρι). Η κορυφαία ηθοποιός Αλέκα Παϊζη ως Λυσιστράτη, ξεδιπλώνει το κείμενο κάνοντας παύσεις στα σημεία όπου ο γυναικείος χορός την υποστηρίζει τραγουδώντας με σταδιακές κορυφώσεις τη φράση “πως υφαίνουμε μια κάπα”.
Η μουσική και τα τραγούδια του Γιώργου Κουρουπού εκδόθηκαν σε έναν διπλό δίσκο βινυλίου (ο οποίος δεν επανεκδόθηκε ποτέ σε cd) με τον τίτλο Μουσική για το θέατρο, και περιελάμβανε τις εργασίες του σε 6 παραστάσεις του ΚΘΒΕ. Στο δίσκο ηχογραφήθηκε η φωνή της Αλέκας Παϊζη, ενώ τον ρόλο του γυναικείου χορού ερμήνευσε η Έλλη Πασπαλά.

Εμείς μυαλό που το ‘χουμε ή εσείς; Βρε, αν είχατε τόσο δα μυαλό, θα κάνατε ό,τι κάνουμε εμείς με το μαλλί.
(Πως υφαί- πως υφαίνουμε μια κάπα)
Πρώτον, το πλένουμε καλά-καλά στη σκάφη να φύγει όλ’ η λέρα. Ύστερα το χτυπάμε με τον κόπανο να φύγουνε οι σγρόμποι και οι κολλιτσίδες. Έτσι ακριβώς θα έπρεπε να ξεπλύνετε κι εσείς το κράτος απ’ τις λέρες, να κοπανίσετε τις κολλιτσίδες στο κεφάλι, κι όλες τις κλίκες που μαζεύονται σα σγρόμποι και συνωμοτούν για να λυμαίνονται την εξουσία. Ύστερα θα ‘πρεπε, πάλι όπως εμείς, να ρίξετε σ’ ένα πανέρι πανανθρώπινης αδελφοσύνης το καθαρό μαλλί – όλους τους άξιους και χρηστούς πολίτες, όχι μόνο τους γέρους, μα και τους νέους, και τις γυναίκες, και τους φτωχούς που είναι καταχρεωμένοι στο δημόσιο, και τους μέτοικους, ακόμα και τους ξένους όσους μας αγαπάν αληθινά – και να τους ανακατέψετε όλους μαζί καλά-καλά… Και, μα το Δία, ας μην ξεχνάμε και τις πόλεις, που έχουν αποικίσει οι δικοί μας, σ’ όποια γωνιά της γης κι αν βρίσκονται. Πρέπει να καταλάβουμε ότι κι αυτοί είναι καθώς οι τούφες του μαλλιού, πού ‘πεσαν χάμω και σκορπίστηκαν εδώ κι εκεί… Κι αυτούς λοιπόν να τους μαζέψετε κοντά σας, και μ’ αυτή την πελώρια ανθρώπινη τουλούπα, να υφάνετε για όλο το λαό μια ζεστή μεγάλη κάπα!...

Απ’ την άλλη μεριά, ο Κραουνάκης αντιμετωπίζει το ίδιο απόσπασμα βάζοντας την Λυσιστράτη να ερμηνεύει ένα τραγούδι, που με τους στίχους της Νικολακοπούλου αποκτά μία αυτονομία και παράλληλα εντάσσεται απόλυτα στο κλίμα της παράστασης. Ο ρυθμός, το μπρίο και η τσαχπινιά, η πιο ενεργή υποστήριξη του γυναικείου χορού στο δρώμενο, αλλά παράλληλα και η σοβαρότητα των λεγόμενων της πρωταγωνίστριας, μετουσιώνονται από τον Κραουνάκη σε μουσική που παραπέμπει σε σκηνές μπουλουκιών και περιπλανώμενων θιάσων του μεσοπολέμου. Η μουσική και τα τραγούδια εκδόθηκαν τον ίδιο χρόνο σε δίσκο με ερμηνευτές τα μέλη του θιάσου, καθώς επίσης και τη συμμετοχή της Άλκιστις Πρωτοψάλτη και του Μανώλη Μητσιά.

Πρώτα παίρνουμε το νήμα, το μαλλί το κατσιασμένο
κι όπως είναι μπερδεμένο το πετάμε στο νερό
μ’ ένα κόπανο στο χέρι, το χτυπάμε το καημένο
για να γίνει αγνό παρθένο να ‘χει χρώμα ζωηρό.
Μετά το πλένουμε καλά, το στύβουμε γερά
να διώξουμε τη λέρα κι όλα τ’ άλλα βλαβερά.
Γιατί υπάρχουν και πολλοί που πάνε για μαλλί
πατρίδα μου καημένη και σ’ αφήνουνε γουλί.

Το καθήκον με καλεί – το μαλλί, το μαλλί
που μπερδεύτηκε πολύ – στη Βουλή, στη Βουλή
κι έγιναν μαλλιά κουβάρια της Βουλής τα παλικάρια
ποιος θα φάει πιο πολύ…
Κι είναι θέμα εθνικό – το μαλλί, το μαλλί
μες στο μαύρο πανικό – στη Βουλή, στη Βουλή
να ‘ρχεται το κάθε τσόλι, να ρωτάει σ’ αυτή την πόλη
πως θα γίνει αφεντικό.

Τι ρωτάς, τι θες
του κάτω κόσμου οι πυρκαγιές έχουν ανάψει
κι ότι και να πω
σαν υφαντό στον αργαλειό πού ‘χει ξεβάψει.

Μα είναι ζήτημα τιμής – το μαλλί, το μαλλί
στον καιρό της παρακμής – πιο πολύ, πιο πολύ
να ξεκαθαρίσει ο χώρος, πριν να μάθει ο κάθε σκώρος
εξουσία
εξουσία
εξουσία τι θα πει.
(άμα πια…)

Το κείμενο του Αριστοφάνη για τη Λυσιστράτη, σε οποιαδήποτε από τις δύο μεταφράσεις ή και σε άλλες ακόμα εξίσου γνωστές, δεν αφήνει κανένα περιθώριο στον θεατή – αναγνώστη για αμφισβήτηση του πνεύματος και της διορατικότητας του μεγαλύτερου κωμικού συγγραφέα της αρχαιότητας. Το να αναλωθούμε τώρα σε τετριμμένες διαπιστώσεις του τύπου: και να σκεφτεί κανείς ότι αυτά γράφτηκαν πριν από 2.500 χρόνια, από τότε τίποτα δεν έχει αλλάξει, κ.ο.κ., είναι ίσως περιττό. Ας αφήσουμε το ίδιο το κείμενο με τις μουσικές του Κουρουπού και του Κραουνάκη να μας παρασύρουν στον πηγαίο λόγο του Αριστοφάνη, και τότε ίσως το κέρδος μας να είναι πολλαπλάσιο.



.
ΥΓ: θα άξιζε κάποια στιγμή να συγκεντρωθούν όλες οι ηχογραφήσεις που έχουν γίνει με αφορμή παραστάσεις της καταπληκτικής αυτής κωμωδίας του Αριστοφάνη, και να παρουσιαστούν παράλληλα οι μουσικές και μεταφραστικές εκδοχές του χορικού του Μύθου, ξεκινώντας βεβαίως από την ιστορική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και φτάνοντας μέχρι και τις νεότερες. Επιφυλάσσομαι…

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

“…κόψε την καύτρα στο καντήλι, να ‘χουμε απόψε λίγο φως.”

Οποιαδήποτε αναφορά στην κοινή δημιουργική πορεία του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου, θα σκόνταφτε μοιραία στην παγίδα της επανάληψης και δε θα πρόσθετε τίποτα στα όσα έχουν ήδη γραφτεί. Η συνάντησή τους καθόρισε το ελληνικό τραγούδι και άφησε πίσω της κύκλους τραγουδιών ανεπανάληπτης πληρότητας, παράλληλα με τα δεκάδες τραγούδια από το θέατρο με τις μεταφράσεις του Νίκου Γκάτσου. Από την πρώτη τους ευτυχή συνάντηση στο Θέατρο Τέχνης με αφορμή το Λεωφορείον ο Πόθος του Τεννεσσή Ουίλλιαμς το 1948, μέχρι τους Μύθους μιας γυναίκας και τους Αντικατοπτρισμούς, δημιούργησαν από κοινού ένα ολόκληρο σύμπαν λόγου και μουσικής που παντρεύτηκε μοναδικά, και που προσδιόρισε το λαϊκό τραγούδι σε καινούργια ποιητικά πλαίσια στιγματίζοντας για πάντα το ελληνικό τραγούδι στο σύνολό του και κατ’ επέκταση τον σύγχρονο ελληνικό Πολιτισμό.

Το 1976 κυκλοφόρησε από την Columbia ο δίσκος Αθανασία με ερμηνευτές τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη. Μέσα στον συγκεκριμένο κύκλο τραγουδιών και ανάμεσα σε τραγούδια – σταθμούς, όπως ο Τσάμικος, Παράξενη Πρωτομαγιά, Ένα σπίρτο στο τραπέζι, Αθανασία και Μεθυσμένο καράβι, συναντάμε κι ένα τρίλεπτο αριστούργημα με τίτλο Οι μέρες είναι πονηρές, ερμηνευμένο από τον Μανώλη Μητσιά. Ένα υπέροχο χασάπικο από εκείνα που μόνο ο Χατζιδάκις ήξερε να φτιάχνει, και μια ομάδα εξαιρετικών μουσικών να πλαισιώνουν τον Μητσιά σε μία από τις κορυφαίες του ερμηνείες.

Γυναίκα σκύψε το κεφάλι
γιατί έρχεται Σαρακοστή
και θα σταυρώσουνε και πάλι
τον άγγελο και το ληστή.

Λένε πως πήγανε την Τρίτη
και πήρανε το Γιακουμή
μέσ’ απ’ το ίδιο του το σπίτι
την ώρα πού ‘τρωγε ψωμί.

Κλείσ’ το παράθυρο γυναίκα
κοντεύει δώδεκα και δέκα
σου το ‘χω πει τόσες φορές
οι μέρες είναι πονηρές.

Γυναίκα χάθηκαν οι φίλοι
έγινε φίδι ο αδερφός
κόψε την καύτρα στο καντήλι
να ‘χουμε απόψε λίγο φως.

Πες μου τον όρκο του προπάππου
κι αν δε γυρίσω μια βραδιά
να με θυμάσαι κάπου κάπου
και να προσέχεις τα παιδιά.



Έχοντας πλήρως αφομοιωμένα όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το γνήσια λαϊκό και δημοτικό τραγούδι, τον ρυθμό, την ισορροπία, την έκπληξη, τη λιτότητα και την ποίηση, ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος στήνουν ο καθένας από τον δικό του ρόλο και με τα δικά του εργαλεία ένα μοναδικό σκηνικό. Από τη μία μεριά η ορχήστρα, αποτελούμενη από σολίστες πρώτης γραμμής (μεταξύ άλλων: τον Θανάση Πολυκανδριώτη στο μπουζούκι, τον Γεράσιμο Μηλιαρέση και τον Δημήτρη Φάμπα στις κιθάρες, τον Ανδρέα Ροδουσάκη στο κοντραμπάσο και την Αλίκη Κρίθαρη στην άρπα), ηχεί τελετουργικά, σχεδόν πένθιμα, στον οικείο ρυθμό των 2/4 και μια μελωδία απρόβλεπτη απ’ τη εισαγωγή της ακόμα, μέχρι το επαναλαμβανόμενο σιγανό κλείσιμο του φινάλε. Ο Χατζιδάκις τυλίγει τα λόγια του Νίκου Γκάτσου με τη λιτότητα που επιβάλουν οι ίδιες οι φράσεις και ο ρυθμός των στίχων. Και ο Μητσιάς χαμηλόφωνα, εξίσου τελετουργικά, επωμίζεται το βάρος των στίχων: από το “γυναίκα σκύψε το κεφάλι” του πρώτου στίχου, τη συγκλονιστική σκηνή που πήρανε τον Γιακουμή “μέσα απ’ το ίδιο του το σπίτι” την – ιερή – “ώρα που έτρωγε ψωμί”, μέχρι εκείνο το “να με θυμάσαι κάπου κάπου, και να προσέχεις τα παιδιά”!


Η ένταση των στίχων του Νίκου Γκάτσου και ο τρόπος που στήνει τούτο το σκηνικό, καθορίζει ολόκληρο το τραγούδι από την αρχή μέχρι και το τέλος του. Οι αναφορές στη Σαρακοστή, στη σταύρωση, στη θυσία και στην εγκαρτέρηση, καθώς και ο ίδιος ο τίτλος του τραγουδιού, παραπέμπουν θα έλεγε κανείς στην ανάπτυξη θρησκευτικού κειμένου. Ίσως να είναι επιπόλαιο να επιχειρήσει κανείς να βρει την πηγή έμπνευσης των στίχων του τραγουδιού, θα τολμήσουμε όμως μία προσέγγιση, επισημαίνοντας εξ αρχής ότι πρόκειται μονάχα για εικασία και δε βασίζεται σε καμία γραπτή ή προφορική πηγή προερχόμενη από τον ίδιο τον ποιητή. Πιθανόν όμως να μην αποτελεί σύμπτωση ότι, τη φράση “οι μέρες είναι πονηρές” τη συναντάμε και στην επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Εφεσίους, και μάλιστα στο κεφάλαιο εκείνο στο οποίο αναλύει τους κανόνες που διέπουν ένα γάμο και τη σχέση του ανδρόγυνου. Πρόκειται για το 5ο κεφάλαιο της Επιστολής, που σίγουρα όλοι μας έχουμε ακούσει πολλές φορές κατά την τέλεση των γάμων, και το οποίο καταλήγει με το δημοφιλές “ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα”. Στις παραγράφους 15 και 16 της Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Εφεσίους λοιπόν, αναφέρεται: «15. Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ' ὡς σοφοί, 16. ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ίσως λοιπόν εκεί να βρίσκεται η κρυμμένη πηγή απ’ όπου ανάβλυσε η έμπνευση του Νίκου Γκάτσου, για να παραδώσει πρώτα στον Μάνο Χατζιδάκι και έπειτα σε εμάς τα λόγια ενός από τα κρυμμένα διαμάντια της κοινής τους δημιουργίας.
Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με τέτοιας δύναμης στίχους, με τέτοιας πληρότητας ερμηνείες και τέτοιας αισθητικής τραγούδια, έχει μάλλον μικρή σημασία να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε τις πηγές που ώθησαν την έμπνευση των δημιουργών τους. Τι κι αν ο Γκάτσος πάτησε στα χνάρια του εκκλησιαστικού αυτού κειμένου για να γράψει ένα τέτοιο ποίημα αμέσως μετά τη δικτατορία, που θα μπορούσε να φωτογραφίζει μέσα από μια σειρά αλληγορίες τις μέρες εκείνες της επταετίας ή παλιότερα τις μέρες της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου, ή ακόμα και όλες τις σκοτεινές μέρες όπου “χάθηκαν οι φίλοι” κι “έγινε φίδι ο αδερφός”. Κρατάμε πολύτιμη παρακαταθήκη τραγούδια σαν το Οι μέρες είναι πονηρές, κι ας μην καταφέρουμε ποτέ να αγγίξουμε τους συνειρμούς και τις πηγές έμπνευσης των δημιουργών τους. Μας αρκεί που μπορούν να συντροφεύουν και σήμερα τους δικούς μας συνειρμούς. Σήμερα που – ίσως - τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
.
Σημείωση: Τα έργα στο εξώφυλλο και στο ένθετο του δίσκου είναι του Γιώργου Σταθόπουλου.
.
.


ΥΓ: η επιστροφή του Αρώματος του Τραγουδιού γίνεται κάτω από την πίεση των ημερών που “είναι πονηρές” και κάποιες φορές αιφνιδιαστικά δυσβάσταχτες. Παρ’ ολ’ αυτά, είμαστε ξανά εδώ με την πρώτη βροχή του φθινοπώρου, και για όσο καιρό χρειαστεί. Καλώς βρεθήκαμε και πάλι.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

“…οι τελευταίες γενιές των κοριτσιών, ψυχικές προεκτάσεις των ταμείων…”

.
Όταν σκεφτόμαστε τον όρο λογοκρισία στο ελληνικό τραγούδι, το μυαλό μας πηγαίνει αυτόματα στην περίοδο της επταετίας και τις απαγορεύσεις που υπέστη το πολιτικό τραγούδι. Βεβαίως, η επίσημη κρατική λογοκρισία, δεν είναι κάτι που αφορά μόνο το πολιτικό τραγούδι και φυσικά δεν έχει να κάνει μονάχα με μία περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας. Από το ρεμπέτικο και τις διώξεις κυρίως των τραγουδιών που είχαν σαφείς αναφορές σε ουσίες, μέχρι το πολιτικό ή μάλλον καλύτερα, κοινωνικό τραγούδι, ο κατάλογος των λογοκριμένων στίχων είναι μεγάλος. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα τραγούδια αυτά δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ, άλλες φορές εκδόθηκαν με τροποποιημένους τους στίχους και κάποιες άλλες, οι δημιουργοί αρνήθηκαν να αλλάξουν το περιεχόμενο των στίχων, που τελικά αντικαταστάθηκαν από το “σήμα κατατεθέν” της λογοκρισίας: το μακρόσυρτο “μπιπ”. Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» το 1979, αντικατέστησε τους λογοκριμένους στίχους με τον ήχο μιας μαγνητοταινίας που παίζει σε γρήγορη ταχύτητα, οι κομμένες φράσεις των στίχων στα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου στο soundtrack της ταινίας «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου καλύφθηκαν από το γνωστό μπιπ, και ένα σωρό άλλοι δημιουργοί αναγκάστηκαν να ανεχτούν παρόμοιες παρεμβάσεις προκειμένου να εκδώσουν τα τραγούδια τους, έστω και …κακοποιημένα.
.
Με μεγάλη έκπληξη, διαπιστώνουμε ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά αποκλειστικά τις παλαιότερες δεκαετίες, αλλά φτάνει μέχρι και τις αρχές του ’90! Συγκεκριμένα, στο δίσκο της Λένας Πλάτωνος, «Μη μου τους κύκλους τάρατε» του 1991, συναντάμε το τραγούδι «Υπεραγορά Ι» το οποίο λογοκρίθηκε με την υπ’ αριθ. Γεν. Πρωτ. 23015/Ζ1/2173 απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής ελέγχου τραγουδιού. Στο τραγούδι, η Πλάτωνος τροποποίησε το «Σύμβολο της Πίστεως», κρατώντας τον κύριο κορμό του κειμένου και αντικαθιστώντας λέξεις και φράσεις, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της επιτροπής λογοκρισίας. Το “βλάσφημο” περιεχόμενο του «Πιστεύω» της Πλάτωνος δεν ηχογραφήθηκε ποτέ, και η δημιουργός υποχρεώθηκε να εκδώσει το τραγούδι αφήνοντας μονάχα τη μουσική να παίζει χωρίς να ακούγονται οι επίμαχοι στίχοι. Ωστόσο, στο εσώφυλλο της πρώτης έκδοσης του βινυλίου, αναγράφονταν όλοι οι στίχοι του τραγουδιού χωρίς περικοπές, ως δείγμα “ανοχής” μιας λογοκρισίας που μπορεί μεν να είχε “εκδημοκρατιστεί”, δεν έπαυε όμως να παρεμβαίνει δραστικά κάθε φορά που οι δημιουργοί “ξεπερνούσαν τα όρια” που έθετε ο νόμος.
.
ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ Ι
.
Οι τελευταίες γενιές των κοριτσιών των ταμείων
πατάνε τα πλήκτρα των αριθμομηχανών μηχανικά
και οι σκέψεις τους ποιος ξέρει που πετάνε
σε ποια τοπία σεισμικά, σε ποια ροδοσταχτιά ουτοπία
με βλέμμα απλανές βγάζουν απ΄ το στόμα τους
άφωνες χάρτινες κραυγές λογαριασμών
το χρήμα γλιστράει, πως γλιστράει
κι ό,τι γλιστράει σαν τίποτα γλιστράει
μέσα από τα χέρια τους
χέρια εξουδετερωμένα εργατικά.

Γεμίζουν τις σακούλες με τα είδη των ειδών
οι τελευταίες γενιές των κοριτσιών
ψυχικές προεκτάσεις των ταμείων
πρόδρομοι των κωδικών μηχανισμών.

Τώρα πια ένα απ’ τα κορίτσια αυτά
μέσα απ’ την τσέπη μου, μου διηγείται:
γεννήθηκα Κάρτα με αριθμό Κωδικό
σφραγίδα της Νέας Εποχής
άριστη η σχέση μου με την Εξουσία
το όνομά μου, Αναστασία
χαμόγελο αγγελικό, προκαλώ την έλξη.
Και πίσω από τη μάσκα ο άγνωστος Χ
με βυθίζεις μέσα στην τρύπα του υπολογιστή; να η εξυπηρέτηση
π.χ. Χρονική Κάρτα Απεριορίστων Διαδρομών
ο αριθμός της 666, ξέρεις
πιστεύω στο Χριστιανισμό:

Πιστεύω εις έναν Κωδικό Πατέρα Παντοκράτορα
ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων
και εις έναν Κύριον Αριθμόν τον Υιόν του Κωδικού τον μονογενή
του εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων.
Φως εκ φωτός. Κωδικόν αληθινόν εκ Κωδικού αληθινού
γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιω τω πατρί δι ου τα πάντα εγένετο.
Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν
κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκοθέντα εκ πνεύματος Συμφέροντος
και Απληστίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.
Και Σταυρωθέντα επί Ημερών Ενανθρωπήσεως
και παθόντα και ταφέντα εις τους Υπολογιστάς
και αναστάντα την τρίτην ημέρα κατά την Μαζικήν Πληροφόρησιν
και ανελθόντα εις τους ουρανοξύστας
και καθιζόμενον εκ δεξιών του Κωδικού Πατρός
και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης
κρίναι ζώντας και νεκρούς
ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.
Και εις την Κάρταν την Αγίαν την Ζωοποιόν
την εκ του Πατρός εκπορευομένην και συνδοξαζομένην
και λαλήσαν δια του Πολιτισμού.
Και εις μίαν Αγίαν Κωδικήν Εξουσίαν
ομολογώ εμβάπτισμα εις τας σχισμάς των Υπολογιστών
προσδοκώ ανάστασιν νεκρών
και ζωήν Κωδικήν του μέλλοντος αιώνος
αμήν, Αναστασία.




Η Κατερίνα Κούκα ερμήνευσε το “βλάσφημο” tango της Λένας Πλάτωνος, ενώ η ίδια ανέλαβε με την απαγγελία της το ρόλο του “κοριτσιού των ταμείων”, αφήνοντας στη μέση την αφήγησή της κατ’ εντολή της επιτροπής λογοκρισίας. Θεωρώ πως δε χρειάζεται να υπερασπιστούμε εμείς για λογαριασμό της δημιουργού τόσο το δικαίωμά της στην ελευθερία του λόγου, όσο και το ίδιο το ποιητικό και βαθιά πολιτικό περιεχόμενο του τραγουδιού. Άλλωστε, το έπραξε η ίδια, με το να συμπεριλάβει στο δίσκο την «Υπεραγορά Ι» χωρίς να δεχτεί να αφαιρέσει το μουσικό μέρος που συνόδευε τους λογοκριμένους στίχους, παραπέμποντας την ίδια στιγμή τον ακροατή στο εσώφυλλο του δίσκου για να “απαγγείλει” πλέον ο ίδιος το κείμενο που κόπηκε. Ούτε βεβαίως χρειάζεται εμείς να μιλήσουμε για το αυτονόητο: ότι δηλαδή, πρόκειται για ένα εκπληκτικό τραγούδι που με τον πιο σκληρό τρόπο πραγματοποιεί ένα βαθύ και ουσιαστικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη υπερκαταναλωτική κοινωνία, την αλλοτρίωση και τη μοναξιά, την πραγματική φτώχεια που στριμώχνεται στις φουσκωμένες από ψώνια πλαστικές σακούλες του supermarket. Τα “εξουδετερωμένα εργατικά χέρια” των κοριτσιών των ταμείων, το “αγγελικό τους χαμόγελο”, η “αφήγηση μέσα απ’ την τσέπη” μας, όλ’ αυτά συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό που είναι τελικά μέρος της καθημερινότητας όλων μας. Και το καινούργιο «Πιστεύω» της σύγχρονης κοινωνίας, αναδύεται μέσα από τους στίχους και τη μουσική της Πλάτωνος, αφήνοντας κυριολεκτικά εμβρόντητο όποιον αντέχει να αντικρίσει κατάματα αυτή την πραγματικότητα, απαλλαγμένος από θρησκευτικές ή άλλες προκαταλήψεις.
.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Δύο τραγούδια για τον «Επαγγελματικό προσανατολισμό»!

.
Με αφορμή την έναρξη των Πανελληνίων Εξετάσεων, το Άρωμα του Τραγουδιού θυμάται δύο καταπληκτικά τραγούδια που σημάδεψαν τη νιότη τού διαχειριστή τού blog, και έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη μετέπειτα “λαμπρή” επαγγελματική του σταδιοδρομία! Δυο διαχρονικά τραγούδια – ποταμοί, προφητικά και άκρως διδακτικά, που με τον πιο σαφή τρόπο βοηθούν τους υποψηφίους να πάρουν τις σωστές αποφάσεις για το μέλλον τους…
.
.
Πέρα απ’ την πλάκα, τα δύο αυτά τραγούδια, το πρώτο του Λουκιανού Κηλαηδόνη και το δεύτερο του Σταμάτη Κραουνάκη σε στίχους του Γιάννη Ξανθούλη, αν και γράφτηκαν αρκετά χρόνια πριν και τα χωρίζει μεταξύ τους μια δεκαετία, παραμένουν επίκαιρα παρ’ όλες τις “μεταρρυθμίσεις” τις παιδείας και τις “αλλαγές” στην ελληνική κοινωνία. Έχοντας και τα δύο τον ίδιο τίτλο («Επαγγελματικός προσανατολισμός»), σχολιάζουν εξαιρετικά εύστοχα μία πραγματικότητα που έχει ριζώσει για τα καλά εδώ και δεκαετίες στις συνειδήσεις παιδιών και γονέων. Σίγουρα το θέμα είναι μεγάλο και χωράει πολύ συζήτηση. Η πρόθεση του Αρώματος δεν είναι βεβαίως να ανοίξει καμία τέτοια συζήτηση γύρω απ’ το τεράστιο θέμα της παιδείας, των εξετάσεων και της επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά με αφορμή την πρεμιέρα των Πανελλαδικών να θυμίσει δυο επιθεωρησιακού τύπου τραγούδια (το δεύτερο μάλιστα ακουγόταν επί σκηνής στις παραστάσεις του Γιώργου Μαρίνου), να ευχηθεί από καρδιάς Καλή Επιτυχία στους υποψηφίους, και να ελπίζει ότι θα αυξηθούν γύρω μας οι άνθρωποι εκείνοι που θα κάνουν το μεράκι τους επάγγελμα!!

Επαγγελματικός προσανατολισμός

Αν τέλειωσες γυμνάσιο και θες να μορφωθείς
πριν πάρεις μιαν απόφαση, καλά να το σκεφτείς,
κι αυτά που λένε γύρω σου να μην τ’ ακούς ποτέ
μονάχος σου να ψάξεις να δεις τι γίνεται,
καλές οι επιστήμες και τα διπλώματα
το θέμα όμως είναι τι γίνεται μετά.

Λοιπόν που λες, το πρόβλημα δεν είναι το να μπεις
είναι που σου την έχουνε στημένη μόλις βγεις,
και όπως δεν υπάρχει και προγραμματισμός
αρχίζουνε τα κόλπα κι ο ανταγωνισμός,
καλό είν’ ένα δίπλωμα από Ανώτατη Σχολή
μα οι θέσεις είναι λίγες και οι απόφοιτοι πολλοί!

Γι’ αυτό σου λέω, σκέψου το και πρόσεξε πολύ
γιατί πριν από σένα την πάθανε πολλοί,
που πήραν το πτυχίο τους και με βαθμό καλό
κι αφού δουλειά δε βρήκαν, το κάνανε ρολό,
ρολό λοιπόν το κάναν κι όπως ήταν φυσικό
αφού το καμαρώσαν το βάλανε στον κ……….

Μουσική – στίχοι - ερμηνεία: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Δίσκος: Ψυχραιμία παιδιά (1979)

--------------------------

Επαγγελματικός προσανατολισμός

Να γίνει ένας μηχανικός, να γίνει γεωπόνος
να γίνει οδοντίατρος, να γίνει χορευτής,
να γίνει κάτι σαν Κουστώ, να γίνει ένα μασώνος
να γίνει ένας παιδίατρος, να γίνει σουβλατζής.

- Σουβλατζής;

Ας γίνει λίγο ιερεύς, ας γίνει ταγματάρχης
ας γίνει έστω μοντελίστ, ας γίνει χειρουργός,
ας γίνει βιομήχανος και εργοστασιάρχης
ας γίνει ένας υπάλληλος, ας γίνει υπουργός.

- Υπουργός;
Να γίνω τραπεζιτικός, να γίνω τραπεζίτης
να γίνω λίγο μαραγκός, να γίνω της ΔΕΗ,
να γίνω ένας κηπουρός, γιατρός κομπογιανίτης
να γίνω αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή.

Μη, μη, τζους, τζους!
Α πα πα πα πα!!
Ας γίνει ένας συγγραφεύς να γράψει Βίπερ Νόρα
ας γίνει ένας ναύαρχος, ας γίνει εφοπλιστής,
ας γίνει πρωταγωνιστής και όποιον πάρει η μπόρα
ας γίνει ένας δήμαρχος, ας γίνει νταβατζής.

- Νταβατζής;
Θα γίνω αποθηκάριος, θα γίνω αστροναύτης
θα γίνω ποδοσφαιριστής και ό,τι θέλω εγώ,
θα πάρω πλοίο την Αργώ, θα γίνω αργοναύτης
θα πάω να βρω τη Μήδεια και θα την παντρευτώ.

Μη, μη, τζους, τζους!
Α πα πα πα πα!!
Μη μη τη Μήδεια γιατί είναι μαγίστρα.

- Θα γίνω ό,τι θέλω εγώ και ό,τι μου γουστάρει!

Σύνελθε και κοίταξε να μην καταστραφείς.

- Θα γίνω πρωταγωνιστής, θα ρίξω ζάρι!

Θα καταντήσεις ζιγκολό, Παρθένα Βαγγελίστρα.

- Θα κυνηγήσω το σουξέ, θα φτάσω στο φεγγάρι!

Θα γίνεις ένα τίποτα κι ένα μηδενικό.

- Δουλειά σας!…


Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - στίχοι: Γιάννης Ξανθούλης
Ερμηνεία: Γιώργος Μαρίνος - χορωδία
Δίσκος: Αυτός, ο Γιώργος (1989)

.
.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Παράξενη πρωτομαγιά...

. .
Παράξενη Πρωτομαγιά, μ'αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ήρθε ο καιρός του έχε γειά, τί να την κάνεις πιά την περηφάνια.

Παράξενη Πρωτομαγιά, ο ήλιος καίει το πέλαγο στη Δύση

μα της καρδιάς την πυρκαγιά, πού θα βρεθεί ποτάμι να τη σβήσει.

Στα δυό σου μάτια τα χρυσαφιά, σκοτάδι πέφτει και συννεφιά

ποιές μπόρες φέρνεις, και ποιές βροχές, σε κουρασμένες, νεκρές ψυχές.
.
.

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις - στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Μανώλης Μητσιάς - Δήμητρα Γαλάνη

.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

“Αχ κρυστάλλινο νερό, φεύγεις πας με τον καιρό.”

.
Ο Μιχάλης Τερζής είναι ένας συνθέτης που, αν και έχει συμπληρώσει ήδη 30 ολόκληρα χρόνια στην ελληνική δισκογραφία, το όνομά του δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό στο κοινό. Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, έχουν εκδοθεί πάνω από 15 δίσκοι με τραγούδια του συνθέτη που έχουν τραγουδηθεί από πολλούς αξιόλογους ερμηνευτές, όπως ο Γιώργος Ζωγράφος, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Κρίστη Στασινοπούλου, η Γλυκερία κ.α. Έχει επίσης γράψει μουσικές για θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικές σειρές. Ανάμεσα στις δισκογραφικές εργασίες του Μιχάλη Τερζή (δυσεύρετες οι περισσότερες στο εμπόριο, αφού οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν επανεκδώσει πολύ μικρό μέρος της εργογραφίας του), συναντάμε και τη μουσική που έγραψε το 1988 για την ταινία του Δημήτρη Σπύρου «Ο ψύλλος». Ανάμεσα στα μουσικά κομμάτια που συνέθεσε ο Τερζής για τις ανάγκες της ταινίας, υπάρχει κι ένα υπέροχο τραγούδι σε στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση που ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου. Ένα τραγούδι μικρής διάρκειας, πραγματικό διαμάντι, με τον τίτλο «Μια σημύδα».
.
Μια σημύδα σ’ ένα δάσος
αγαπούσε τρυφερά
το μικρό το ποταμάκι
που στα πόδια της κυλούσε.

- Αχ κρυστάλλινο νερό
φεύγεις πας με τον καιρό.

Με το νου μου ταξιδεύω
πάω σε χώρες μακρινές
θα ‘θελα να ‘ρθω μαζί σου
μα είν’ οι ρίζες μου βαθιές.
.
.
Από την Βικιπαίδεια αντιγράφουμε: «Η σημύδα είναι φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει σε ύψος τα 20 – 25 μέτρα. Είναι ψυχρόβιο είδος και φύεται σε μεγάλα υψόμετρα της Βορείου Ελλάδας (Ροδόπη, Φαλακρό όρος, Παγγαίο, κ.ά.). Έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε φως σε σχέση με τα άλλα πλατύφυλλα και αναπτύσσεται καλύτερα σε βαθιά νωπά πηλοαμμώδη εδάφη».
Ο Μιχάλης Τερζής παίρνει τους στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση και σκαλίζει μια απλή μα εξαιρετικά μεστή μελωδία, που σε μεγάλο βαθμό θυμίζει τη δομή και την αρμονία των δημοτικών τραγουδιών. Αναπόφευκτα τον οδηγούν προς τα κει τόσο η δομή όσο και το περιεχόμενο των στίχων, με το “διάλογο” ανάμεσα στη σημύδα και το νερό του μικρού ποταμού να παραπέμπει σε αντίστοιχους “διαλόγους” που αναπτύσσονται στα δημοτικά τραγούδια ανάμεσα σε δέντρα, πουλιά, ποτάμια και άλλα στοιχεία της φύσης. Το αρχέγονο πάθος για φυγή με κινητήριο μοχλό τον έρωτα, βρίσκει εδώ το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθεί μέσα σ’ ένα τραγούδι φτιαγμένο για τις ανάγκες μιας κινηματογραφικής ταινίας. Και ο συνθέτης δε χάνει την ευκαιρία να πατήσει απάνω στην παράδοση και να ακολουθήσει τους μουσικούς δρόμους των πολυφωνικών τραγουδιών της Ηπείρου, με τον ίδιο λιτό τρόπο που οι εμπειρικοί ανώνυμοι μουσικοί της υπαίθρου σκάλιζαν τις μελωδίες τους τις εμπνευσμένες από τους ήχους της φύσης.

Φωτογραφία από την ταινία «Ο ψύλλος» του Δημήτρη Σπύρου


Απ’ την άλλη μεριά, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ιδανικότερη ερμηνεύτρια γι’ αυτό το τραγούδι από τη Νένα Βενετσάνου! Η καθαρή, σα γάργαρο νερό φωνή της, οι τονισμοί και το βιμπράτο της, μα πάνω απ’ όλα η υπόγεια δύναμη με την οποία η Βενετσάνου ερμηνεύει το «Μια σημύδα», δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να περάσει το τραγούδι απαρατήρητο απ’ τον ακροατή. Η κλασσική παιδεία και η άρτια τεχνική της, γίνεται τελικά το πιο κατάλληλο όχημα για να μεταφέρει τη συγκίνηση ενός τραγουδιού που, μπορεί να μην έχει μεγάλες απαιτήσεις όσον αφορά την αρμονία του, έχει όμως ιδιαίτερη δυσκολία στην έκφραση και στα μέσα τα οποία οφείλει να επιστρατεύσει ο ερμηνευτής για να αποδώσει τις εικόνες του. Το τραγούδι ακούγεται στην ταινία σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις: η μία ερμηνευμένο με ένα πιάνο και συνθεσάιζερ και η άλλη a capella. Την εκτέλεση με το πιάνο τη συναντάμε και σε έναν άλλο δίσκο του Μιχάλη Τερζή, «Τα κορίτσια της Κυριακής», ανάμεσα σε δεύτερες εκτελέσεις παλαιότερων τραγουδιών του συνθέτη. Στο soundtrack της ταινίας όμως, υπάρχουν και οι δύο ηχογραφήσεις με τη Βενετσάνου που, μοιάζει να αντιμετωπίζει την κάθε μια με εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Στη μεν μία η φωνή της γίνεται ένα ακόμα μουσικό όργανο δίπλα τα πλήκτρα του πιάνου, στην δε άλλη, η φωνή της πολλαπλασιάζεται σε κάθε επανάληψη και κει ακριβώς είναι που αναδεικνύεται η καταγωγή της μελωδίας του Τερζή, στις ρίζες του παραδοσιακού τραγουδιού.

Είναι πολλοί οι συνθέτες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού που βρήκαν τρόπους να στηρίξουν τις μελωδίες τους πάνω στο στέρεο έδαφος του δημοτικού τραγουδιού. Αυτή η “παράδοση” κρατάει από το Νέο Κύμα της δεκαετίας του ’60 και τους τότε εκφραστές του, και φτάνει μέχρι και τους σύγχρονους τραγουδοποιούς (από τα πιο λαμπρά παραδείγματα είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου). Ο Μιχάλης Τερζής έχοντας τη γνώση και την ευαισθησία, σκάλισε ένα τραγούδι που δε μιμείται και δεν αντιγράφει το ύφος των παραδοσιακών τραγουδιών˙ αντίθετα, χρησιμοποιεί σαν μαγιά την κληρονομιά αυτή και πλάθει ένα τραγούδι στο βάθος του πένθιμο, λυπημένο, όμοιο με κείνα τα πονεμένα άσματα της ξενιτιάς και του έρωτα που μέσα απ’ τις φωνές ανώνυμων τραγουδιστών έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Σε μία συλλογή όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα σύγχρονα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας που έχουν ευθεία μουσική αναφορά στο παραδοσιακό τραγούδι, σίγουρα το «Μια σημύδα» θα είχε την δική του θέση ανάμεσα στο «Ξενιτεμένο μου πουλί» του Χρήστου Λεοντή, στο «Ηπειρώτικο τραγούδι» της Αφροδίτης Μάνου, στο «Πως περνούν οι άνθρωποι» της Δήμητρας Γαλάνη και σε πολλά άλλα.

.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

“…είσαι βοριάς, παγώνεις τα φτερά μου, κι ύστερα μ’ ένα φιλί ψηλά με πας.”

.
Το όνομα της Ελένης Καραϊνδρου είναι απόλυτα ταυτισμένο με τη μουσική για τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μόνιμη συνεργάτης του τα τελευταία 25 χρόνια, έχει ντύσει με τις μουσικές της ταινίες – σταθμούς, όπως το «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Ο μελισσοκόμος», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», μέχρι την πρόσφατη «Σκόνη του χρόνου». Παράλληλα, οι μουσικές της για ταινίες και άλλων σκηνοθετών του κινηματογράφου, από την Τόνια Μαρκετάκη και την κλασσική «Τιμή της αγάπης» μέχρι το «Καλή πατρίδα, σύντροφε» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, έχουν ξεχωρίσει και βραβευτεί σε ελληνικά και ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Πέρα όμως από τις γνωστές μουσικές για τον κινηματογράφο, η Ελένη Καραϊνδρου έχει να επιδείξει μεγάλο έργο και στη μουσική για το θέατρο. Έχοντας στο ενεργητικό της μουσικές για περισσότερες από 30 θεατρικές παραστάσεις, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους συνθέτες με τις περισσότερες μουσικές εργασίες για το θέατρο. Αυτή είναι μια πτυχή στην εργογραφία της που δεν είναι τόσο γνωστή, κυρίως λόγω του ότι μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί ένα μικρό μονάχα μέρος από τις μουσικές της για το θέατρο, σε αντίθεση με τις κινηματογραφικές που κυκλοφορούν σχεδόν όλες με τη μορφή ολοκληρωμένων έργων.
Το 1991 κυκλοφόρησε μία έκδοση που συγκέντρωνε ένα μεγάλο μέρος από τη μουσική της Ελένης Καραϊνδρου για το θέατρο αλλά και για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ανέκδοτες ηχογραφήσεις». Ο δίσκος περιελάμβανε μουσικές εργασίες της Καραϊνδρου από το 1976 έως το 1990, με ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική για το θέατρο και τις συνεργασίες της με το Εθνικό θέατρο, το Απλό Θέατρο και τη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή. Η έκδοση περιείχε 32 μουσικά κομμάτια και 2 τραγούδια, τα οποία αποδίδονται μοναδικά από μια πλειάδα εξαιρετικών μουσικών, ανάμεσά τους ο Τάσος Διακογιώργης, ο Ανδρέας Ροδουσάκης, ο Σωκράτης Άνθης, ο Γιάννης Σπάθας και ο Τάκης Φαραζής.

Ανάμεσα στα κομμάτια, υπάρχει κι ένα τραγούδι που ακουγόταν στον «Γλάρο» του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Στην παράσταση που έκανε πρεμιέρα στις 23 Ιανουαρίου 1988, πρωταγωνιστούσαν η Μιράντα Ζαφειροπούλου, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Δημήτρης Λιγνάδης και πολλοί άλλοι κορυφαίοι ηθοποιοί του Εθνικού. Το τραγούδι ακουγόταν ανάμεσα στην Γ’ και Δ’ πράξη, και στον δίσκο περιλαμβάνεται στην ίδια εκτέλεση που ακουγόταν και στην παράσταση. Ο τίτλος του είναι «Το τραγούδι της λίμνης», και είναι ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που έχει συνθέσει η Ελένη Καραϊνδρου, ενώ παράλληλα, αποτελεί και ένα σημείο συνάντησης ανθρώπων της τέχνης (όχι μόνο της μουσικής) που όμοιό του σπάνια συναντάμε στο τραγούδι.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
και γω ψαράς με δίχτυ αδειανό,
θάλασσα εσύ και γω ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.

Είσαι νοτιάς και γω πουλί χαμένο
εκεί που θέλεις με πηγαίνεις, με πετάς
είσαι βοριάς παγώνεις τα φτερά μου
κι ύστερα μ’ ένα φιλί ψηλά με πας.

Κρατάς εσύ τιμόνι και πανιά
και γω παιδί χαμένο, μοναχό
μάγισσα εσύ κι εγώ ακόλουθός σου
χωρίς εσένα δεν ξέρω να ζω.
.
.
Μέσα απ’ το γνώριμο μουσικό της στιλ, η Καραϊνδρου φτιάχνει ένα τραγούδι που εντάσσεται πλήρως μέσα στο κλίμα του έργου και την σκηνοθετική άποψη του Ντασσέν. Ένα απόλυτα ερωτικό τραγούδι που, τόσο η μελωδία όσο και η δομή του, μάς παραπέμπει με τον τρόπο του σε εκείνο το «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς» του Μάνου Χατζιδάκι, αποκαλύπτοντας μια βαθιά συγγένεια μεταξύ αυτών των δύο τραγουδιών, αν και μεσολαβούν μεταξύ τους περίπου 45 χρόνια! Η λιτή μελωδία της Καραϊνδρου εξυπηρετεί στην παράσταση το πέρασμα από τη μία πράξη στην άλλη, διατηρώντας στο ακέραιο το κλίμα του έργου και προετοιμάζει την τέταρτη και τελευταία πράξη του «Γλάρου», σαν αποκορύφωμα του δράματος ενός απ’ τα ωραιότερα έργα του Τσέχωφ. «Το τραγούδι της λίμνης» όμως, δεν είναι μονάχα ένα τραγούδι που φτιάχτηκε για μία θεατρική παράσταση. Είναι και μια συνάντηση της μουσικού Ελένη Καραϊνδρου με την Αρλέτα στο ρόλο της στιχουργού!
Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την Αρλέτα ως στιχουργό (σε αρκετά από τα τραγούδια του δίσκου «Ταξιδεύοντας» έχει γράψει τους στίχους πάνω σε μουσικές του Ανέστη Τριανταφύλλου)· είναι όμως η πρώτη και μοναδική φορά που συνεργάζεται με την Καραϊνδρου και γράφει στίχους για ένα τραγούδι, το οποίο μάλιστα εντάσσεται σε μία θεατρική παράσταση. Όπως είναι φυσικό, η Αρλέτα ζωγραφίζει με την τέχνη και την ευαισθησία της εικόνες που ταιριάζουν απόλυτα στη μελωδία της Καραϊνδρου και εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τη λειτουργία τού τραγουδιού μέσα στην παράσταση. Και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει η Καραϊνδρου να ερμηνευτεί το τραγούδι, όχι από έναν μόνο τραγουδιστή αλλά από χορωδία, προσθέτει στο κομμάτι ακόμα περισσότερη θεατρικότητα. Κι εδώ ακριβώς είναι που «Το τραγούδι της λίμνης» παύει να είναι ένα απλό τραγούδι που ακούγεται ηχογραφημένο σε μία θεατρική παράσταση, και γίνεται τόπος συνάντησης!
.

Η χορωδία που ακούγεται σ’ αυτή την πρώτη εκτέλεση του «Τραγουδιού της λίμνης», αποτελείται από δύο ηθοποιούς που έπαιρναν μέρος στην παράσταση, τον Χρήστο Καλαβρούζο και τον Δημήτρη Λιγνάδη, από τον σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαϊδη που στη συγκεκριμένη παράσταση είχε το ρόλο του βοηθού σκηνοθέτη δίπλα στον Ντασσέν, την ίδια την Ελένη Καραϊνδρου, την Αρλέτα και τη Μελίνα Τανάγρη. Μια χορωδία που μοιάζει να στήθηκε με μοναδικό κριτήριο το συναίσθημα. Σαν μια παρέα που τραγουδάει την αγάπη γύρω από ένα τραπέζι μετά από το τέλος ενός δείπνου ή σαν τους παλιούς κανταδόρους που γυρνούν στα καντούνια της Κέρκυρας και υμνούν την αγάπη κάτω απ’ τα μπαλκόνια με τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο «Γλάρος» μοιάζει να είναι μονάχα η αφορμή. Η πραγματική ανάγκη είναι να βρεθούν μουσικοί, τραγουδοποιοί και άνθρωποι του θεάτρου κάτω απ’ την ομπρέλα του τραγουδιού και να μοιραστούν στιγμές που ξεπερνούν το εφήμερο μιας θεατρικής παράστασης.

Πέραν του ότι το «Τραγούδι της λίμνης» είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν για θεατρική παράσταση κατά την δεκαετία του ’80, αποτελεί και μία ακόμα ακριβή στιγμή κατά την οποία, άνθρωποι της τέχνης που κάτω από άλλες συνθήκες δε θα συναντιόντουσαν ίσως και ποτέ, βρίσκουν τρόπους και αφορμές να βρεθούν, να κοινωνήσουν μέσω του τραγουδιού και μέσα απ’ την απλότητα να μας προσφέρουν ένα υπέροχο τραγούδι που μπορεί και μας συντροφεύει πέρα και έξω απ’ το θεατρικό σανίδι. Τέτοιες συναντήσεις (που η αλήθεια είναι πως βρίσκουμε όλο και πιο σπάνια σήμερα), από τη στιγμή που μας παραδόθηκαν, αξίζει να τις κρατάμε κι εμείς σαν δώρα ακριβά και τις ανασύρουμε απ’ τη μνήμη (συλλογική ή ατομική), όλο και πιο συχνά.

Γ. Δάνης, Κώστας Μπάλλας, Μιράντα Ζαφειροπούλου, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Χρήστος Καλαβρούζος.

.

.

Σημειώσεις:
1. Οι φωτογραφίες του προγράμματος και της παράστασης, είναι από το Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (
εδώ)

2. Το «Τραγούδι της λίμνης» έχει επίσης τραγουδήσει η Αρλέτα («10 + 1 νύχτες», ζωντανή ηχογράφηση από το Θέατρο Περοκέ), η Μαρία Φαραντούρη («Ωδείο Ηρώδου Αττικού», ζωντανή ηχογράφηση στις 6 Σεπτεμβρίου 1988), η Τάνια Τσανακλίδου («Το μαγικό κουτί», ζωντανή ηχογράφηση στο «Μετρό»), και η Angelique Ionatos («Anthologie»).

.