Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα συνθετων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα συνθετων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Ο Λόρκα στο ελληνικό τραγούδι

Μια περιδιάβαση στα μουσικά μονοπάτια του «γελαστού ποιητή»

των Μάκη Γκαρτζόπουλου και Ηρακλή Οικονόμου
.

Πρόσφατα, το ισπανικό κράτος αποφάσισε να προχωρήσει στην εκταφή των οστών του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελεσμένος από τους φασίστες του Φράνκο, ο «γελαστός ποιητής» συνεχίζει να απασχολεί τη συλλογική μνήμη της πατρίδας του αλλά και του ελληνικού τραγουδιού.

«Πάνω απ' όλα μουσικός»
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε το 1898 έξω απ’ τη Γρανάδα. Τριάντα οχτώ χρόνια μετά, στις 19 Αυγούστου 1936, έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες των φαλαγγιτών «μες στου Βιθνάρ το ρέμα». Στη σύντομη ζωή του πρόλαβε να σημαδέψει ανεξίτηλα τα Ισπανικά γράμματα, ως ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Μια άλλη, λιγότερο γνωστή πτυχή της πολύπλευρης προσωπικότητάς του είναι η μουσική. Ο ίδιος ήταν ταλαντούχος μουσικός, έχοντας λάβει μαθήματα από τον πιανίστα Αντόνιο Σεγούρα και τον περίφημο Μανουέλ ντε Φάλλια. Στην ποίηση, εξάλλου, στράφηκε μόνο όταν οι γονείς του απαγόρεψαν να συνεχίσει τις μουσικές του σπουδές στο Παρίσι. Στον ποιητή άρεσαν πολύ τα Τσιγγάνικα τραγούδια και η λαϊκή μουσική τέχνη της Ισπανίας, και γι’ αυτό είχε διοργανώσει ως και μουσικά φεστιβάλ, ενώ χαρακτηριστική είναι η παρουσία μουσικών όρων στα ποιήματά του. Αποκορύφωμα της μουσικής του δραστηριότητας στάθηκε ο δίσκος Collecion de Canciones Populares Españolas. Πρόκειται για διασκευές παραδοσιακών ισπανικών τραγουδιών που γραμμοφωνήθηκαν το 1931 με την τραγουδίστρια του φλαμέγκο, Argentinita και τον τον ποιητή στο πιάνο.

Ο Λόρκα των ελλήνων συνθετών
Η πρώτη συνάντηση του Λόρκα με τους έλληνες συνθέτες πραγματοποιείται το 1948, με αφορμή την παράσταση του Ματωμένου γάμου από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Ο μόλις 23 ετών Μάνος Χατζιδάκις, γράφει τη μουσική και μελοποιεί πέντε τραγούδια σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου. Το έργο παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι το 1965, όταν εκδόθηκε με ερμηνευτή τον Λάκη Παππά. Ο Χατζιδάκις έγραψε μουσικές και τραγούδια και για άλλες θεατρικές παραστάσεις έργων του Λόρκα. Στη δισκογραφία συναντάμε στον Μεγάλο Ερωτικό την αξεπέραστη ερμηνεία της Φλέρυς Ντανωνάκη στο τραγούδι Πέρα στο θολό ποτάμι από το έργο Περλιμπλίν και Μπελίσα, αλλά και το Τριαντάφυλλο, τραγούδι που ακούστηκε πρώτη φορά στην παράσταση Δόνια Ροζίτα του 1959 και ηχογραφήθηκε στη Λαϊκή Αγορά με ερμηνευτή τον Βασίλη Λέκκα.
Το 1967, ο Μίκης Θεοδωράκης ολοκληρώνει την μελοποίηση τού Romancero Gitano σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αρχικά, το έργο προοριζόταν να κυκλοφορήσει με ερμηνεύτρια την Αρλέτα. Η επιβολή της δικτατορίας ακύρωσε την έκδοση του έργου, το οποίο τελικά κυκλοφόρησε το 1975 με τη Μαρία Φαραντούρη και το 1978 με την Αρλέτα. Το έργο ηχογραφήθηκε ξανά για φωνή και κιθάρα με τη Φαραντούρη και τον διεθνούς φήμης κιθαρίστα John Williams.
Μέσα στη δικτατορία, το 1969, συναντάμε την ιδιαίτερα αξιόλογη προσέγγιση του Γιάννη Γλέζου στα 12 τραγούδια του Λόρκα, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο και τη συμμετοχή της Έλενας Κυρανά. Την απόδοση των στίχων υπογράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ενώ την εξαιρετική ενορχήστρωση επιμελείται ο Νίκος Μαμαγκάκης. Το 1974, ο Γλέζος καταπιάνεται ξανά με την ποίηση του Λόρκα, μελοποιώντας τον Αντόνιο Τόρες Χερέδια, με ερμηνεύτρια την Μαρία Δημητριάδη. Σημαντικός σταθμός στις μελοποιήσεις Λόρκα αποτελεί η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου στο ποίημα Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, εμπνευσμένο από τον θάνατο στην αρένα τού ομώνυμου φίλου τού. Η μετάφραση του έργου ανήκει στον Νίκο Γκάτσο, και το έργο ερμήνευσαν ο βαρύτονος Κώστας Πασχάλης και ο Μάνος Κατράκης στο ρόλο του αφηγητή. Το 1974, ο Χρήστος Λεοντής μελοποίησε Λόρκα στο δίσκο Αχ Έρωτα, σε ερμηνεία Τάνιας Τσανακλίδου και Μανώλη Μητσιά, και απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τραγούδια όπως Μέρα γεμάτη θλίψη, Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ και φυσικά το Λούζεται η αγάπη μου αγαπήθηκαν από το κοινό για τον αβίαστο λυρισμό τους.
Εξίσου επιτυχημένη υπήρξε και η συνάντηση του Λόρκα με τον Νίκο Μαμαγκάκη το 1983, στον κύκλο τραγουδιών Του έρωτα και του πάθους, σε μετάφραση Αγαθής Δημητρούκα. Ο δίσκος περιλαμβάνει τα παραδοσιακά τραγούδια που ο ίδιος ο Λόρκα είχε διασκευάσει στη Collecion de Canciones Populares Españolas, σε εναρμόνιση του Μαμαγκάκη και ερμηνεία της Νένας Βενετσάνου. Tο έργο κυκλοφόρησε ξανά το 2008 με ερμηνευτές τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και τη Ναταλί Ρασούλη.
Ο Λόρκα έχει εμπνεύσει και δημιουργούς που έχουν πειραματιστεί με πιο λόγιες μουσικές φόρμες, όπως ο Γιώργος Κουρουπός που έγραψε τα 8 τραγούδια σε ποίηση Λόρκα σε μετάφραση Αντρέα Αγγελάκη με ερμηνευτή τον Σπύρο Σακκά. Ο Λόρκα απασχολεί και εμπνέει και μια νεότερη γενιά δημιουργών όπως ο Δημήτρης Μαραμής, που το 2006 παρουσίασε τον δίσκο Του Σκοτεινού Έρωτα σε απόδοση Σωτήρη Τριβιζά και ερμηνεία Μίνωα Θεοχάρη, ενώ τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε τον Σκοτεινό Έρωτα με τον Μάριο Φραγκούλη.
Στην ελληνική δισκογραφία συναντάμε πλήθος σκόρπιων μελοποιήσεων του Λόρκα. Ο ποιητής σημάδεψε το δισκογραφικό ντεμπούτο του Μάνου Λοΐζου με το Τραγούδι του Δρόμου σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, που πρωτοηχογραφήθηκε το 1962 σε δίσκο 45 στροφών με τη φωνή του Γιώργου Μούτσιου και ηχογραφήθηκε ξανά με ερμηνεία του συνθέτη στα Τραγούδια του δρόμου. Τους στίχους ανακαλύπτει ο Λοΐζος στην Επιθεώρηση Τέχνης, το ιστορικό περιοδικό της Αριστεράς. Ο Θεοδωράκης συνέθεσε το τραγούδι Φεύγω για το Σαντιάγκο, που ερμήνευσε πρώτα ο Ζωρζ Μουστακί και στη συνέχεια η Αλίκη Καγιαλόγλου σε απόδοση Μιχάλη Μπουρμπούλη. Τρία μεμονωμένα ποιήματα του Λόρκα σε μετάφραση Ξενοφώντα Κοκόλη και μουσική του Μαμαγκάκη τραγουδάει η Λιζέτα Καλημέρη στο δίσκο Αιφνιδιασμός. Στο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου Η βροχή από κάτω βρίσκουμε την Άυπνη πόλη σε απόδοση Μαρίας Ευσταθιάδη, ενώ και οι Όναρ τραγούδησαν τη Μπαλάντα του νερού της θάλασσας στο δίσκο Μην πετάς θα σε δουν.
Άξιες προσοχής είναι οι μελοποιήσεις ελλήνων συνθετών σε ποιήματα του Λόρκα απευθείας απ’ το πρωτότυπο. Ενδεικτικά, αναφέρουμε το ποίημα Στις 27 του Αυγούστου και το γνωστό Τώρα νυφούλα μου χρυσή από τον Ματωμένο γάμο που μελοποίησε απ’ τα ισπανικά ο Ηρακλής Πασχαλίδης και περιλαμβάνονται στο δίσκο 12 μουσικά κομμάτια και 6 τραγούδια. Η Λαμπρινή Σκλήνου έχει μελοποιήσει απ’ το πρωτότυπο τις Πληγές της αγάπης στο δίσκο Οι ένδοξες κατακτήσεις ενός κούκου και ο Επαμεινώνδας Παπαμιχαήλ το Αίνιγμα της κιθάρας στο δίσκο Βλέποντας το θρίλερ.
Οι δισκογραφημένες συνθέσεις για θεατρικά έργα του Λόρκα στα ελληνικά είναι αμέτρητες, με πρώτο φυσικά διδάξαντα τον Χατζιδάκι και τον «Ματωμένο Γάμο» του. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις δουλειές του Νίκου Κυπουργού στη Γερμα από τον δίσκο Music on Stage και του Τάσου Καρακατσάνη στη Θαυμαστή μπαλωματού που κυκλοφόρησε στο δίσκο Έξι ενότητες θεατρικής μουσικής. Ξεχωριστή θέση κατέχει και Το τραγούδι της Χοσέφα σε μουσική Νότη Μαυρουδή, φτιαγμένο για Το σπίτι της Μπερνέρντα Άλμπα. Το έργο ανέβηκε το καλοκαίρι του 1987 στις γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού από ομάδα κρατουμένων, ενώ το τραγούδι ερμήνευσε η Αρλέτα στο δίσκο Κάπου ανατολικοδυτικά. Και ο Γιάννης Αγγελάκας μελοποίησε ποίηση του Λόρκα, για τις ανάγκες του θεατρικού έργου Μοργκεντάου.
Τέλος, αμέτρητες είναι οι επανεκτελέσεις τραγουδιών του Λόρκα. Ξεχωρίζουμε ενδεικτικά τη ζωντανή ηχογράφηση Του φεγγαριού τα πάθη (2002), όπου η Μαρία Φαραντούρη ερμηνεύει τρεις κύκλους του Λόρκα: τον Ματωμένο Γάμο σε μουσική Χατζιδάκι, τα Canciones Populares και το Romancero Gitano του Θεοδωράκη.



Το «φαινόμενο Λόρκα» και η ερμηνεία του
«Στην Ισπανία» είπε κάποτε ο Λόρκα, «οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους νεκρούς οποιασδήποτε άλλης χώρας στον κόσμο». Στην Ελλάδα, ο Λόρκα είναι πιο ζωντανός παρά ποτέ, στα τραγούδια του. Με διαφορά ο πιο ευρέως μελοποιημένος ξένος ποιητής, ο Λόρκα ενέπνευσε μια τεράστια γκάμα ελλήνων συνθετών. Η επιρροή του στην ελληνική μουσική επιτρέπει να τον θεωρήσουμε ως «δικό μας», ως εγχώριο ποιητή. Ενδεικτικά της απήχησης του υπήρξαν και τραγούδια άλλων γι’ αυτόν: το ποίημα Federico Garcia Lorca του Νίκου Καββαδία που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος, και το τραγούδι Ο θάνατος του ποιητή σε στίχους Πυθαγόρα και μουσική Απόστολου Καλδάρα: «Γιατί τον σκότωσαν, γιατί / τον γελαστό τον ποιητή;»
Ποιοι παράγοντες όμως έδωσαν στον Λόρκα αυτή την περίοπτη θέση στο τραγούδι; Καταρχήν, το μέγεθος της ποίησής του και ο αντίκτυπος της σε συνθέτες που διψούσαν να μελοποιήσουν ποιητικό λόγο. Ο Λόρκα ενσάρκωσε το διττό αίτημα της πρωτοπορίας και της λαϊκότητας που οι Έλληνες δημιουργοί είχαν ως σημαία στο έργο τους. Ο εκλεκτός των συνθετών Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει στα 1942: «Ο ποιητής που αυτή τη στιγμή μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, είναι ο Ισπανός Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Στην ποίηση του Λόρκα, οι Έλληνες συνθέτες συνάντησαν γνώριμα Μεσογειακά μοτίβα. Όπως λέει ο Μαμαγκάκης, «σαν Μεσογειακός ποιητής, ο Λόρκα μας άρπαξε απ’ την καρδιά και το μυαλό». Ταυτόχρονα, οι συνθέτες ανακάλυψαν στο έργο του ένα δημιουργικό χώνεμα τής παράδοσης μέσα σε νεωτεριστικές αισθητικές μορφές, που δεν μπορούσε παρά να έλξει μια γενιά δημιουργών ταγμένων στην αναζήτηση της «ελληνικότητας», στην «επιστροφή στις ρίζες» και σε ένα όραμα εθνικής και κοινωνικής αυτογνωσίας. Εξάλλου, και η ίδια η σχέση του Λόρκα με τη μουσική έκανε το έργο του ιδιαίτερα ελκυστικό για τους συνθέτες. Η ποίησή του εμπεριέχει ρυθμό και μουσικότητα που επέτρεψε την αβίαστη μελοποίησή της.
Επίσης, η ποίηση του Λόρκα αναδύθηκε σε συνθήκες όμοιες με αυτές μιας Ελλάδας καταπιεσμένης και ανελεύθερης, εκείνης δηλαδή της Ελλάδας που βίωσε η γενιά του έντεχνου-λαϊκού τραγουδιού των δεκαετιών του ’60 και ’70. Το έργο του Λόρκα ήταν απαγορευμένο στην ίδια τη χώρα του μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, μετά πέρασε μέσα από το ψαλίδι της λογοκρισίας, και έπρεπε να περιμένει τον θάνατο του Φράνκο το 1975 για να ακολουθήσει ελεύθερο την πορεία του. Τραγούδια του ποιητή βρέθηκαν στο στόμα των Δημοκρατικών στις μάχες κατά του Φράνκο. Η πολιτική διάσταση του σοσιαλιστή Λόρκα δεν άφησε ασυγκίνητους τους Έλληνες δημιουργούς.
Αντί επιλόγου, παραθέτουμε τα λόγια του ποιητή: «Σ’ αυτή τη δραματική στιγμή του κόσμου, ο καλλιτέχνης πρέπει να κλαίει και να γελάει με το λαό του… Ο πόνος του ανθρώπου και η σταθερή αδικία που βασιλεύει στον κόσμο μ’ εμποδίζουν να μεταφέρω το σπίτι μου στ’ άστρα». Ας δώσουμε τώρα το λόγο στη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα, τους συνθέτες Νίκο Μαμαγκάκη και Δημήτρη Μαραμή, και την τραγουδίστρια Μαρία Φαραντούρη, το έργο των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον Ισπανό ποιητή. Τους ευχαριστούμε θερμά για την ανταπόκριση.

Αγαθή Δημητρούκα
«Κορίτσι δεκατριών δεκατεσσάρων χρόνων», παραφράζοντας ένα στίχο του φίλου Χρονά, ξόδευα το χαρτζιλίκι μου στα βιβλιοπωλεία κάποιας επαρχίας. Το όνομα Γκάτσος μού ήταν οικείο από τα τραγούδια που θαύμαζα και το θέατρο της Τετάρτης, που άκουγα στο ραδιόφωνο. Έτσι πήρα το Ματωμένο γάμο κι ώσπου να τελειώσω το διάβασμά του, μου έγινε και το όνομα Λόρκα οικείο. Κι όταν, αργότερα, ο ίδιος ο Γκάτσος μού διάβασε αγαπημένα του αποσπάσματα από το πρωτότυπο, αποφάσισα να μάθω κι εγώ ισπανικά. Γι’ αυτό, λίγο μετά το ’80 και μπρος στην άρνηση του Γκάτσου –λόγω έλλειψης χρόνου– να αποδώσει στα ελληνικά τα παραδοσιακά ισπανικά τραγούδια που ο Λόρκα είχε συλλέξει και εναρμονίσει, ο Πατσιφάς τον ρώτησε «Μήπως μπορεί η Αγαθή;» κι εκείνος απάντησε «Θα μπορέσει· θα τη βοηθήσω κι εγώ».
Όταν μεταφράζει κανείς ένα τραγούδι, λαμβάνει υπόψη του και το αίσθημα που του δίνει η μελωδία. Έτσι, στο τραγούδι Το παλιό το καφενείο, σε μια μελωδία που μου έβγαζε μελαγχολία, προτίμησα ένα δραματικό τέλος αντί για το ευτυχές που αφηγούνται οι ισπανικοί στίχοι. Ως προς τη γλώσσα, ακολούθησα το δημοτικό ύφος του πρωτοτύπου χωρίς αστικά ή λόγια στοιχεία. Γι’ αυτό με ξένισε η μουσική απόδοσή τους, όπως με ξένισε και ο τίτλος Του έρωτα και του πάθους, επειδή παραπέμπει σε μια αντίληψη περί εξωτισμού της Ισπανίας. Τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια, με παράλλαξη των στίχων τους, είχαν γίνει εμβατήρια και παιάνες των δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο. Για παράδειγμα, το τραγούδι Τα τέσσερα παλικάρια, θρυλούσε την αντίσταση της Μαδρίτης.
Συχνά ανατρέχω στα άπαντα του Λόρκα, είτε για να διαβάσω είτε για να μεταφράσω κάποιο ποίημά του ή κάτι που είχε πει. Πάντα, όμως, αναζητώ πίσω απ’ τα κείμενα την εικόνα του όπως αποτυπώθηκε σε χρονικά της εποχής: με τη φόρμα της Barraca, να εκπέμπει μια γλυκιά αύρα και να ίπταται κάμποσους πόντους από το έδαφος, σαν να είχε ξεκινήσει την πορεία του προς τον ουρανό.

Νίκος Μαμαγκάκης
Η γοητεία του Λόρκα ήρθε σε μένα βλέποντας τα θεατρικά του έργα, και ιδιαίτερα τον Ματωμένο Γάμο. Η επιρροή πάνω μου ήταν άμεση, καθώς το έργο αυτό έχει πολλά Κρητικά στοιχεία. Στη συνέχεια, βρήκα εντελώς σύγχρονη και ξεχωριστή την ποίησή του ενώ, όταν σπούδαζα στο Μόναχο, ήμουν φίλος με τον αρχιμουσικό Ραφαέλ Φρίμπεκ ντε Μπούργκος ο οποίος με μύησε στον Λόρκα και στη φιλία του με τον Μανουέλ ντε Φάλια. Όταν ο Λόρκα συνελήφθη από τους μπασκίνες του Φράνκο, το έμαθε ο ντε Φάλλια και προσπάθησε να τον συναντήσει. Νόμιζε ότι με τη φήμη του θα μπορούσε να τον σώσει…
Ένας συνθέτης διαβάζοντας Λόρκα οδηγείται κατευθείαν σε μελοποιίες… ο στίχος του Λόρκα είναι προκλητικός για κάθε συνθέτη. Ο ίδιος ο Λόρκα είχε εναρμονίσει μια συλλογή λαϊκών τραγουδιών με τρόπο εντελώς ορθόδοξο, τα οποία καταχωρήθηκαν σαν τραγούδια του Λόρκα αλλά στην πραγματικότητα είναι παμπάλαια λαϊκά τραγούδια της Ισπανίας. Αυτά τα τραγούδια τα πήρα εγώ με τη Νένα Βενετσάνου, άφησα μόνο τα μελίσματα των στίχων, τα εναρμόνισα από την αρχή, έβαλα εισαγωγές και επεισόδια που δεν υπήρχαν μέσα, και έγινε ένα έργο με τη δική του αυτονομία. Έβαλα τον τίτλο Του έρωτα και του πάθους. Η κυρία Δημητρούκα που έκανε τη μετάφραση δεν συμφώνησε με τον τίτλο και τον θεώρησε υπερβολικό, λέγοντας ότι στα τραγούδια αυτά ούτε έρωτας υπάρχει ούτε πάθος. Για μένα ο Λόρκα ολόκληρος είναι έρωτας, αβυσσαλέος! Και ένας μεγάλος, τρανός ποιητής. Και η ζωή του τον έκανε ακόμα μεγαλύτερο. Ήταν ένας άνθρωπος δημοκράτης και είχε έναν άσχημο θάνατο «ο κακορίζικος ο Λόρκα» που γράφει και ο Εγγονόπουλος.

Δημήτρης Μαραμής
Η δημιουργία του κύκλου Σκοτεινός Έρωτας ξεκίνησε με αφορμή τα Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, το κύκνειο άσμα του ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, και την απόδοσή τους στα ελληνικά από τον ποιητή Σωτήρη Τριβιζά. Πρώτα μελοποιήθηκε το σονέτο Γλυκό Παράπονο, ένα σπαραχτικό ερωτικό ποίημα, κι έπειτα ο κύκλος συμπληρώθηκε με άλλα, κυρίως νεανικά ποιήματα του μεγάλου λυρικού ποιητή. Κοινή θεματική των ποιημάτων αυτών είναι η μυστικιστική και ενίοτε τραγική πλευρά του οικουμενικού αισθήματος που λέγεται έρωτας. Ο συνθέτης εδώ ήρθε αντιμέτωπος με ποιήματα «απίστευτης ωραιότητας», όπως τα χαρακτήριζε ο Πάμπλο Νερούδα. Στα ποιήματα αυτά ο έρωτας έχει αποδοθεί με τόσο αιθέριους και ταυτοχρόνως τόσο γήινους τόνους, ώστε ποτέ άλλοτε στη νεότερη ποίηση δεν έσμιξαν τόσο ταιριαστά το πάθος με την απώλεια, η ευτυχία με το πένθος, η σάρκα με τον ουρανό. Πρόκειται, καθώς είπαν, για ένα θαύμα πάθους, ενθουσιασμού, ευτυχίας, βασάνων, για ένα φλογερό μνημείο υψωμένο στον έρωτα, που η πρώτη ύλη του είναι η σάρκα, η ψυχή του ποιητή τη σταυρική στιγμή του αφανισμού του.
Για μια πρωτότυπη μελοποίηση, πιστεύω πως δεν αρκεί να γίνεται μια στεγνή μουσική ανάγνωση του ποιήματος, αλλά χρειάζεται το τραγούδι να φέρει και την προσωπική σφραγίδα του συνθέτη. Θεωρώ μάλιστα ενδιαφέρον να γίνονται εκ μέρους του και ορισμένες ανατροπές σε σχέση με την αναμενόμενη μουσικότητα του ποιήματος, ώστε η «έκπληξη» που προκύπτει να διερμηνεύει πιο έντονα το συναίσθημα. Στο Σκοτεινό Έρωτα, απέδωσα την ποίηση με λυρισμό, μελωδικότητα, απλότητα, χωρίς φλυαρίες στην ενορχήστρωση και με μια διάθεση το μουσικό μου ύφος να μην ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή ή μόδα.

Μαρία Φαραντούρη
Το ελληνικό κοινό γνώρισε τον Λόρκα με τα θεατρικά του έργα και την εξαίσια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για τον Ματωμένο Γάμο και τον αγάπησε αμέσως. Όλοι τον θεωρήσαμε δικό μας άνθρωπο. Συνδεθήκαμε με την ιστορία του, το έργο του και το τραγικό του τέλος. Έγινε μύθος σε όλο τον κόσμο, αλλά και για μας τους Έλληνες ιδιαίτερα, ένα μεγάλο σύμβολο του πνεύματος και της τέχνης, που εκτέλεσαν οι φασίστες του Φράνκο. Είχα τη χαρά και την τύχη να τραγουδήσω το Romancero Gitano, μελοποιημένο μοναδικά από τον Μίκη Θεοδωράκη, στην εξαιρετική απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη στα ελληνικά। Το 1987, με προσκάλεσαν για μια συναυλία στη γενέτειρα του Lorca, το Φουέντε Βακέρος. Η συγκίνησή μου ήταν πολύ βαθειά, όταν έμαθα ότι θα τραγουδούσα μέσα στο σπίτι που είχε γεννηθεί ο ποιητής και το οποίο σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Πάντα στις συναυλίες μου συνηθίζω να τραγουδώ τραγούδια του Λόρκα. Αισθάνομαι δεμένη με το έργο του, στο οποίο συνυπάρχουν λυρισμός και τραγικότητα, και το οποίο διαπνέεται από το περίφημο ντουέντε: πάθος. Είναι αυτό το πάθος που χαρακτήριζε και τον ίδιο τον Λόρκα στη σύντομη, αλλά γεμάτη ζωή του.


.Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, Τεύχος 166 - Δεκέμβριος 2009

Σημείωση: το κείμενο δημοσιεύεται παράλληλα και στα Μουσικά Προάστια (εδώ)

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Σωτήρης Κακίσης: Ο φίλος από το Μέλλον Πάντα

.
Στις 23 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται 83 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, με αφορμή μια άλλη επέτειο (αυτή του θανάτου του), όλες οι αναρτήσεις στο Άρωμα του Τραγουδιού ήταν αφιερωμένες στο έργο του. Σήμερα, με αφορμή τη γενέθλια ημέρα του Μάνου Χατζιδάκι, φιλοξενούμε ένα κείμενο του Σωτήρη Κακίση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο στο Τεύχος Νο9, τον Ιούνιο του 1996 (ένα τεύχος αφιερωμένο στο συνθέτη, δύο χρόνια μετά το θάνατό του). O ποιητής, στιχουργός, σεναριογράφος και επί πολλά χρόνια έγκυρος συνεντευξιαστής Σωτήρης Κακίσης, ανήκει στους ανθρώπους που έζησαν από κοντά τον Μάνο Χατζιδάκι στα χρόνια μετά την επιστροφή του από τη Νέα Υόρκη, μέχρι και το ‘94. Και το πιο σημαντικό: μετά το θάνατο του Χατζιδάκι, δεν περιέφερε στα τηλεοπτικά κανάλια αυτή την εμπειρία, δεν “διαφήμισε” τον εαυτό του μέσω της αυτόφωτης προσωπικότητας του Μάνου Χατζιδάκι. Παρέμεινε ουσιαστικός και καίριος˙ ένας πραγματικός “φίλος από το Μέλλον Πάντα”.
Να ευχαριστήσω με τη σειρά μου τον Σωτήρη Κακίση για την άδεια αναδημοσίευσης του κειμένου του στο Άρωμα του Τραγουδιού, καθώς και για το ανέκδοτο, στην πλειοψηφία του, φωτογραφικό υλικό και το ηχητικό ντοκουμέντο που μου παραχώρησε από το προσωπικό του αρχείο για τις ανάγκες της ανάρτησης.

.
.
-------------------------------

Ο φίλος από το Μέλλον Πάντα
του Σωτήρη Κακίση
.
.
.
“- Κατ’ αρχήν, πώς να σ’ αποκαλώ, Μάνο ή κύριο Χατζιδάκι; Με συγχωρείς, αλλά είμαι καινούριος στο δημοσιογραφικό χώρο και θέλω να ξέρω.
Μάνος Χατζιδάκις: Καλά κάνεις και ρωτάς. Άσχετα αν εσύ μπορείς να μ’ αποκαλείς Μάνο, μια και σε γνωρίζω καλά κι εκτιμώ τη φιλία σου. Διότι δυστυχώς ο ενικός στην ελληνική δημοσιογραφία είναι κεκτημένο δικαίωμα, αποκλειστικό του εκάστοτε δημοσιογράφου, ερήμην της θελήσεως του συγκεκριμένου προσώπου με το οποίον, ατυχώς ή ευτυχώς, έρχεται σ’ επαφή δημοσιογραφική ο δημοσιογράφος. Κι όμως, το μικρό μας όνομα ανήκει στην οικογένειά μας και στους στενούς μας φίλους, κι όχι, π.χ., στους οδηγούς ταξί οι οποίοι τυχαίνουν να μας αναγνωρίζουν μεταφέροντάς μας, μεταφέροντας και τον τρόπο και το ύφος των δημοσιογράφων –κάνοντάς με να αισθάνομαι τότε σα να ζω στην Ουγκάντα ή στο Μπαγκλαντές”…

Δεν μ’ αρέσει που λένε “ο Μάνος”. Δεν μ’ αρέσει, ποτέ δεν μ’ άρεσε κι εμένα ως τώρα στη ζωή μου η ψεύτικη οικειότητα, όλη αυτή η δημοσιογραφική ισοπέδωση, η απρόσωπη, η δήθεν προσωπική.
Δεν μ’ αρέσει που λένε, που λέγανε και παλιά “ο Μάνος”, όσο ο Μάνος Χατζιδάκις ζούσε. Ας μην ήταν δυνατό να του μιλάς στον πληθυντικό, ας ήταν σχεδόν αδύνατο να μην έχει κανένας μαζί του σχέση παιδική και φιλοπαίγμονα.

Θυμάμαι μια από τις πρώτες του για μένα εικόνες, στο χρυσό Τρίτο Πρόγραμμα. Μού ‘χε χαρίσει έναν σπάνιο ακόμη και τότε δίσκο της Francesca Da Rimini, “-Ν’ ακούσω τον πραγματικό Ντελ Μόνακο ! ”, που εγώ αγαπούσα από ακόμη πιο νέος. Κι όπως ήμουν σ’ ένα στούντιο ηχογραφώντας ως εκφωνητής μια εκπομπή ηλεκτρονικής μουσικής του παιδικού μου φίλου, του συνθέτη Βαγγέλη Κατσούλη, βρήκα μια ευκαιρία σ’ ένα τεχνικό διάλειμμα να βάλω στη διαπασών τον Μάριο και την Ολιβέρο, ν’ ακούσω. Δεν κατάλαβα γιατί πετάχτηκαν όλοι πάνω ξαφνικά, ο τεχνικός και δυο άλλοι εκεί μέσα παρεπιδημούντες, κι έμειναν κλαρίνα, όρθιοι κι ακίνητοι. Γύρισα και είδα τον Μάνο Χατζιδάκι, που περνούσε απ’ έξω κι είχε πάρει τ’ αφτί του πως το δώρο του ήδη έπιανε …πολύ τόπο. “-Είδες;”, μου ‘πε. “-Είδα. Δίκιο έχεις. Όπως σχεδόν πάντα, άλλωστε, για οτιδήποτε μουσικό ! ”.
Έβαλε τα γέλια, είπε “-Τα λέμε το βράδυ στον Αυλό” κι έφυγε όπως είχε έρθει: διευθυντής και… πληθυντικότατος αριθμός για κείνους που ποτέ δεν κατάλαβαν τίποτα από της προσωπικότητάς του την ευγενική δύναμη, και ενικός, άμεσος, έφηβος μια ζωή, παιδί ολοζώντανο κι άτακτο εβδομήντα παρά κάτι χρόνια επί της γης, μαζί μας.

Ο τενόρος Mario Del Monaco με τον βαθύφωνο Νίκο Ζαχαρίου, με ιδιόχειρη αφιέρωση του Ζαχαρίου στον Σωτήρη Κακίση.


Σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να γράψω οποιοδήποτε κείμενο γι’ αυτόν, χωρίς να γίνω κι εγώ τελείως προσωπικός, προσωπικότατος. Πώς θα μπορούσα να μιλήσω πιο καλά, χωρίς να με βάλω κι εμένα πέρα για πέρα στο κόλπο, για του Μάνου Χατζιδάκι την ανεξάντλητη νεανικότητα, γι’ αυτό τελικά που είναι η πεμπτουσία της ζωής του, αλλά προπαντός του μοναδικού, για τα δικά μας πράγματα, τόσο καθρέφτη των πιο ζωντανών μας στιγμών, του έργου του. Οι “Reflections”, ας πούμε, της Αμερικής του, πως γίνεται να ‘ναι, κοντά τριάντα χρόνια μετά, εξίσου δυνατή και στα ελληνικά υπόθεση, αντικατοπτρισμοί εξίσου εκτός συναγωνισμού, χωρίς να μπορείς να βρεις μέσα τους τίποτε, μα τίποτε το βέκιο, το ξεπερασμένο έστω και ελάχιστα, δείγμα μιας μόδας, έστω και για μια στιγμή, παλιάς; Ποιο είναι το κλειδί, το πολύ πιο μεγάλο από κείνο του Σολ, που έκανε αυτόν τον τρομερό συνθέτη τόσο τρομερό παιδί μια για πάντα; Πείτε μου!

Τον πλησίασε, μου ‘λεγε, ο Χοκς ο μέγας, κάποτε στην Παραμάουντ: “-Α, εσείς είστε ο Μάνος ο Χατζιδάκις; Πολύ χαίρομαι”, του ‘πε. “-Ξέρετε, εμείς οι δύο, κύριε Χατζιδάκι, είμαστε οι δυο τελευταίοι Ινδιάνοι της Παραμάουντ !”. Εννοούσε ο Χοκς αυτό που εννοώ κι εγώ εδώ, σήμερα: Δεν έμπαινε σε ρυθμούς “επαγγελματικούς” ούτ’ εκεί, στα …μεγαλεία, ο Χατζιδάκις, αυτός, ο πιο μεγάλος επαγγελματίας στην τέχνη του. Ακόμα κι εκεί, ο Χατζιδάκις “διάλεγε”, αποφάσιζε ο ίδιος από καρδιάς, κι ας επέμενε μετά όλα να προσπαθεί να τα υποστηρίξει και διαλεκτικά, ο νους του, ο τόσο διαυγής και πάντα εν εγρηγόρσει, του άρεσε να μένει στη σκιά, όταν ήταν να μιλήσει με τη μουσική του, με του Μεγάλου του Ερωτικού την απίστευτη, την παθιασμένη έμπνευση.

Ο Νίκος Γκάτσος, η Αγαθή Δημητρούκα και ο Σωτήρης Κακίσης στο «GB»
(φωτογραφία: Μάνος Χατζιδάκις)


Είχε έρθει στο «GB» της Μεγάλης Βρεταννίας, αρκετά χρόνια μετά, αρπαγμένος ένα ζεστό μεσημέρι μ’ όλους κι όλα. Ο Γκάτσος, όσο …έσφυζε από ζωή και θυμό, από ψυχή …επιτόπια, ο φίλος του ο γκαρδιακός, δεν μιλούσε. Έτρωγε μια ντομάτα γεμιστή ατάραχος απέναντί του. Ο Χατζιδάκις λαχανιασμένος και φλέγων, γύρισε ξαφνικά προς το μέρος του και τον ρώτησε, άγρια σχεδόν: “-Τι μέρα είναι σήμερα;”, με κεκτημένη ταχύτητα… εκνευρισμού υψηλότατου. “-Πέμπτη, Μάνο”, του ‘πε ο Γκάτσος. “-Μήπως έχεις αντίρρηση;”.

Αυτό ήταν όμως, αυτό είναι! Ο Μάνος Χατζιδάκις, ευτυχώς, είχε για όλα, πάντα, αντίρρηση! Όλα, και τα πιο απλά και δεδομένα αυτής της ζωής της μάταιης αλλά εξοντωτικής, τα περνούσε από του εαυτού του το πιο ψυχικά προσεκτικό κόσκινο, για όλα και για όλους είχε να πει, να ψάξει, να σκεφτεί, να διαφωνήσει. Δεν θυμάμαι ούτε μια φορά, από τις αρκετές θα ‘λεγα που μιλήσαμε, στον Φλόκα, στον Αυλό, στο …Καπρικόρνο, στον Ηλία, στον Μαύρο Γάτο, στο Πάρτυ, στο GB, στο σπίτι του, στ’ άλλα σπίτια, που να ‘ξερα ακριβώς τι θα πει, τι θα πούμε παρακάτω, κι ας είμαι μάλλον καλός κι εγώ φωτογράφος των μυαλών και των τρόπων των ανθρώπων γύρω μου, ιδίως εκείνων που δεν μπορώ με τίποτα να μην τους προσέξω, να μην ανοίξω διάλογο εφ’ όρου ζωής μαζί τους, ακόμη και στον χώρο του αόρατου, εξ αποστάσεως, ακόμα και χωρίς της φιλίας τ’ άχαρα συχνά μπερδέματα.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που την πρώτη συνέντευξη τής ως τώρα, επίσης άχαρης δημοσιογραφικής μου καριέρας (που είναι συχνά “ένα τσιγάρο που το φουμάρω, αλλά δεν το γουστάρω”) την πήρα, για την ιστορική εκείνη Εγνατία της Θεσσαλονίκης, από τον Μάνο Χατζιδάκι. Λύνοντας, μάλιστα, μια και καλή, όπως είδατε στην αρχή αυτού εδώ του ταπεινού, του αλαζονικού κειμένου, το ζήτημα των …αριθμών, και ποτέ, μα ποτέ ως τώρα δεν έχω απευθυνθεί εγγράφως σε κανέναν στον ενικό, χίλιες και μία πια συνεντεύξεις μου μετά, όπου γης κι …εντύπου.
Ήξερε ο Χατζιδάκις. Ήξερε πως η ζωή έχει πολλά πονηρά μονοπάτια, πως οι σχέσεις των ανθρώπων λίγο, ελάχιστα θέλουν για να ξεφτίσουν, να μην κρατηθούν στο επίπεδο που τους πρέπει, που τους αξίζει.

Θα σας πω και δυο λόγια του, πράξεις του καλύτερα, γιατί αυτό κι αν είναι το πιο ενδιαφέρον ίσως της δικιάς του ζωής όλης: δεν απείχαν γι’ αυτόν τον πραγματικό άρχοντα τα λόγια από τα έργα, έργο του ήταν να κάνει …έργα του τα λόγια! Να, ένα δεύτερο, προτελευταίο σημείο, στη μέση αυτού εδώ του κομματιού μου για κείνον, από τη συνέντευξη εκείνη την παλιά, που με το μαγικό του ραβδί που λέγαμε, ούτ’ αυτή αυτός την άφησε ποτέ να παλιώσει:

Ο Σωτήρης Κακίσης και ο Μάνος Χατζιδάκις
(φωτογραφία: Γιώργος Σταθόπουλος)

“- Η τοποθέτησή σας αυτή δε σας φέρνει σ’ αντίθεση με τους νέους;
Μ.Χ.: Ποιους νέους; Τους βιολογικά μόνο νέους δε φιλοδοξώ να τους έχω συνομιλητές. Πολλοί από αυτούς –οι περισσότεροι- θα είναι οι μελλοντικοί μας δυνάστες, είτε υπό τη μορφή του επιλοχία στη στρατιωτική εκπαίδευση, είτε του φοροεισπράκτορα, είτε του αστυνόμου, είτε του ταξιτζή, είτε του βασανιστή, είτε του κερδοσκόπου ταβερνιάρη, είτε του υπαλλήλου τραπέζης, είτε του κλητήρα υπουργείου, είτε του θυρωρού τέλος πάντων στην πολυκατοικία που θα διαμένουμε. Χώρια που στον καιρό μας οι νεολαίες έχουν διαβρωθεί απ’ την κομματική ομαδοποίηση των πολιτικών παρατάξεων που τους αφαιρούν τη φυσική ευαισθησία της ηλικίας και τους καθιστούν έτοιμους προς βρώσιν και εκμετάλλευσιν. Μ’ αυτούς τι τάχα έχω να πω; Και τι μπορεί να πει ο οποιοσδήποτε; Οι άλλοι νέοι, οι επιλέγοντες, οι νέοι κάθε ηλικίας, οι νέοι που προορίζονται να κουβαλήσουν την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς τους, με καταλαβαίνουν και συνομιλούν μαζί μου θαυμάσια. Ακόμη και όταν διαφωνούν. Γι’ αυτούς τους νέους ενδιαφέρομαι. Γι’ αυτούς που μ’ επιλέγουν κι επιλέγω. Και που δεν έχουν ηλικία”…

Τι πιο συγκεκριμένο, άρα, τι πιο καθαρό, για το πώς ήταν, πως ένιωθε εντός του ο Μάνος Χατζιδάκις για τις “γενιές”, για τα “νιάτα”, για τη “νεολαία”, για όλες αυτές τις τόσο έκδηλα επιφανειακές και στείρες ιστορίες. Ο Χατζιδάκις μπορεί κι εκατό, και διακόσια χρόνια μετά, να γίνει σημαία για τα πιο νεανικά, για τα πιο πραγματικά πράγματα, όντας ο ίδιος τόσο απόλυτα ονειροπόλος και του δικού του, πάντα υπερβατικού κόσμου εραστής. Μία νότα του μόνο αρκεί για να ξυπνήσουν πολλών ανθρώπων οι άδικα κοιμισμένοι εαυτοί, πολλών χρόνων η άγρια επαναληπτικότητα μπορεί να μηδενιστεί με μία και μόνη στιγμή της θείας του μουσικής, με ένα “Μανούλα μου”, τόσο αιώνιο και τόσο νέο, στον αιώνα τον άπαντα.

Μού ‘γραψε, ενώ γνωριζόμασταν πια δέκα χρόνια και, μια πολύ συγκινητική αφιέρωση (τελείως άλλη από κείνη, την επίτηδες αθώα πονηρή, πάνω στο γυμνό κορμί της γυναίκας του Σταθόπουλου, στο εξώφυλλο γκρο πλαν, των τραγουδιών του “Για την Ελένη”): “Στον Σωτήρη, που χαίρομαι τη μετανάστευσή του από ποιητικό σε …ποιητή”, ομολογώντας, πάλι χαριτωμένα, πως ποτέ δεν σταμάταγε την …παρακολούθηση όλων μας, όσο κι αν, μες στο χάος της συνάφειας του κόσμου, έμοιαζαν αλλιώς τα πράγματα, κι ο τρόπος καμιά φορά.

Η ιδιόχειρη αφιέρωση του Μάνου Χατζιδάκι στον Σωτήρη Κακίση


Δεν ξέρω αν κατάφερα τίποτα από ‘κείνα που ήθελα σήμερα εδώ, στου Διφώνου την ευχάριστη επικαιρότητα ν’ αποδείξω, για τον Μάνο Χατζιδάκι να πω. Θα τελειώσω με το τέλος πάλι εκείνης της συνέντευξής του, από την Αππία μου Οδό πια το βιβλίο, και θα σας ξαναφιερώσω του άλλου του φίλου, του Μίνου Αργυράκη τον οπτικό σχολιασμό στα λόγια του τότε. Άλλωστε, το “Κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο!”, πού ‘χε ο Αργυράκης εκθέσει στην …έκθεσή του, κι ο Χατζιδάκις φωτογραφήθηκε πανευτυχής μπροστά του, θα μπορούσε να αρκεί, σαν μια δική του, αξεπέραστη μελωδία, σαν περίληψη σαφής όλων όσα πήγα να σας πω και δεν ξέρω αν, τελικά σας είπα:


“- Δε σας αρέσει ιδιαίτερα η λέξη «φεστιβάλ»
Μ.Χ.: Όχι, καθόλου. Όσο δε μ’ αρέσει κι η λέξη «χωροταξία»
- Πως σας ήρθε;
Μ.Χ.: θυμήθηκα ένα λαμπρό υπουργό που ασχημονεί «δια της λέξεως» και «με την λέξιν». Ο οποίος ελπίζω να μην ψηφιστεί και να επιστρέψει στα ειρηνικά έργα τού πατέρα του και στις ασφάλειες.
- Η χωροταξία έχει σχέση με τον έρωτα;
Μ.Χ.: Καθόλου και καμία. Πως σας ήρθε;
- Τώρα που λέγατε για τον υπουργό χωροταξίας…
Μ.Χ.: Θεέ μου, ο υπουργός αυτός σας υποβάλλει την έννοια του έρωτα; Ποιος θα το ‘λεγε, ένας νέος άνθρωπος σαν κι εσάς να ‘χετε τόσο κουρασμένη αντίληψη έρωτος.
- Εδώ έγινε μια μικρή παρεξήγηση: μίλησα για τον έρωτα και τη χωροταξία, ερήμην του υπουργού.
Μ.Χ.: Αυτό μάλιστα. Μ’ ενθουσιάζει! Ερήμην του υπουργού… Γιατί η σύγχρονη αντίληψη περί έρωτος, εξακολουθητικά μονοδιάστατη, δημιουργεί μια αίσθηση χώρου ασφυκτικού μες στον οποίο ο νέος άνθρωπος, μοντέλο των γειτόνων του κι ενός κόσμου αντιδραστικού, προσπαθεί μάταια να επιβεβαιώσει τον από τη γέννησή του τραυματισμένο ανδρισμό του. Ποιος να του πει πω ο ανδρισμός είναι έννοια πνευματική και περιεχόμενο που κατακτιέται έξω από επιθυμίες και ανάγκες των συγκατοίκων του στις πολυκατοικίες.
- Πως βλέπετε λοιπόν εσείς τον σύγχρονο ερωτικό άνθρωπο: Άνδρα ή γυναίκα;
Μ.Χ.: Στην τελική του εξέλιξη, γυναίκα και άνδρα μαζί. Αδιαχώριστο, συγκεχυμένο, απροσδιόριστο. Αυτή θα ‘ναι μια τελική νίκη, οριστική, του έρωτα πάνω στον εξαναγκασμό και στον ευνουχισμό που επιχειρούν οι πολλοί στους επερχόμενους…”


Χειρόγραφο του Μάνου Χατζιδάκι, από τη συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση



-------------------------------

Σημείωση:
Ολόκληρη η συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Σωτήρη Κακίση, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εγνατία στις 31 Αυγούστου 1981, έχει δημοσιευτεί και στην ιστοσελίδα των Μουσικών Προαστίων (εδώ το link).
.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Μάνος Χατζιδάκις: Μελοποιήσεις (Αφιέρωμα. Ε’ μέρος - τελευταίο)

.
Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες της γενιάς του αλλά και νεότερους, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έχει στο ενεργητικό του πολλές μελοποιήσεις ποιημάτων. Αν και ο ίδιος ήταν λάτρης της ποίησης και γνώριζε σε βάθος έργα ποιητών και τα ρεύματα της εποχής του, στην εργογραφία του συναντάμε κάποιες λίγες επιλεκτικές μελοποιήσεις ποιημάτων και ακόμα λιγότερες να έχουν εκδοθεί όσο ζούσε. Παρ’ όλο που η μελοποίηση ποιημάτων υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και τα μέσα του ’80 και πολλοί συνάδελφοί του στήριξαν μεγάλο μέρος της δημιουργίας τους μελοποιώντας κείμενα ελλήνων και ξένων ποιητών (με πιο τρανταχτό παράδειγμα τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και τον Σπανό με τις «Ανθολογίες» του, τον Ανδριόπουλο, τον Λάγιο, τον Μικρούτσικο με τον Καββαδία και πολλούς άλλους), ο Χατζιδάκις κρατούσε πάντα μια απόσταση από αυτή την τάση (η οποία για κάποια χρόνια είχε γίνει σχεδόν “μόδα”). Η φράση που έχουμε ακούσει και διαβάσει πολλές φορές, ότι “η ποίηση ήρθε κοντά στον λαό” μέσω της ενασχόλησης πολλών συνθετών με την μελοποίηση ποιημάτων, φαίνεται πως άφηνε αδιάφορο τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος υποστήριζε ότι: “η ποίηση και η μουσική έχουνε μια αυτάρκεια και δεν περιμένουνε τα καινούργια έργα για να ξαναυπάρξουν”.
Βεβαίως, χρησιμοποιώντας τον όρο μελοποίηση, εννοούμε την επένδυση με μουσική ενός ποιήματος που υπάρχει πριν την ενασχόληση του συνθέτη με αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Μάνος Χατζιδάκις θα κατείχε τα πρωτεία σε μελοποιήσεις ποιημάτων εάν προσμετρούσαμε τα τραγούδια που έντυσε με στίχους του ποιητή και φίλου του Νίκου Γκάτσου. Όλοι αυτοί οι στίχοι, όμως, γράφτηκαν από τον Νίκο Γκάτσο για να γίνουν τραγούδια και δεν προϋπήρχαν ως ποιητικά κείμενα πριν μελοποιηθούν από τον Μάνο Χατζιδάκι (υπάρχει ίσως μία μοναδική εξαίρεση, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια). Αναζητώντας λοιπόν, τις μελοποιήσεις του Μάνου Χατζιδάκι, θα προσπαθήσουμε μια σύντομη καταγραφή ξεκινώντας από τα πρώτα δημιουργικά χρόνια του συνθέτη, μέχρι και τον τελευταίο κύκλο μελοποίησης ποιημάτων που έμεινε ανολοκλήρωτος.

Την πρώτη απόπειρα του Μάνου Χατζιδάκι να μελοποιήσει ποιητικό κείμενο, την συναντάμε το 1945 στο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Μπολιβάρ». Ο 20χρονος Μάνος Χατζιδάκις καταπιάνεται με την μελοποίηση του ποιήματος του Εγγονόπουλου και τραγουδάει “μαζί” του: «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας», αφήνοντας ανολοκλήρωτη τη μελοποίηση αυτού υπέροχου ποιήματος, απόσπασμα του οποίου θα ηχογραφήσει πολλά χρόνια μετά, το 1983, με τον Βασίλη Λέκκα σε δίσκο 45 στροφών. Η σπάνια αυτή εκτέλεση του 1983 δεν επανεκδόθηκε από τότε. Το 1999 όμως, στο δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.», συναντάμε μια ακόμα πιο σπάνια εκτέλεση του ίδιου αποσπάσματος από την μελοποίηση του «Μπολιβάρ», με τον ίδιο τον Χατζιδάκι στο πιάνο να τραγουδάει: «Μπολιβάρ δεν είσαι όνειρο, είσαι η αλήθεια…»

Το 1947, ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη από την ποιητική συλλογή του «Παραλογαις». Κάτω από τον τίτλο «Δύο ναυτικά τραγούδια», ο Χατζιδάκις επιχειρεί να ντύσει με μουσική δυο ποιήματα του Σαχτούρη, σε μια περίοδο που τόσο ο ποιητής, όσο και το έργο του, ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις σημειώνει: “Έγραψα τα «Δύο ναυτικά τραγούδια» πολύ νωρίς, το ΄47. Ξεκίνησα με τον Σαχτούρη γιατί βρήκα την ποίηση του - τα ποιήματα αυτά που είχα διαλέξει - να ταιριάζει πάρα πολύ μ’ εκείνο που ήθελα να εκφράσω εκείνο τον καιρό. Η ελλειπτική γραφή του Σαχτούρη μου άφηνε περιθώρια να εισχωρήσω μουσικά ανάμεσα στους στίχους του. Και μ’ άρεσε κι η ιδέα. Αυτά τα «Δύο ναυτικά τραγούδια» μ’ άρεσαν πολύ...”. Τα τραγούδια που έχουν τη μορφή του lied, γραμμένα για πιάνο και αντρική φωνή, ηχογραφήθηκαν για πρώτη φορά με τον Γιώργο Μούτσιο και τον συνθέτη να τον συνοδεύει στο πιάνο, μια σπάνια εκτέλεση σε δίσκο 45 στροφών. Κάποια χρόνια αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου του 1972, ο Χατζιδάκις ηχογραφεί ξανά τα «Δύο ναυτικά τραγούδια» με τον Σπύρο Σακκά.

ΕΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες στο φεγγάρι.

Κι η κοπέλα απ’ τη γη
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
για να φτάσει ως το ναύτη.

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι!

Ποίηση: Μίλτος Σαχτούρης

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1958, ο Χατζιδάκις ξεκινά τη μελοποίηση του ποιήματος «Επιτάφιος» του Τάκη Βαρβιτσιώτη. Είχε όμως προηγηθεί ο Μίκης Θεοδωράκης με την μελοποίηση του «Επιτάφιου» του Γιάννη Ρίτσου που εκείνη την εποχή σημείωσε μεγάλη επιτυχία και έγινε αμέσως γνωστή στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα ο Χατζιδάκις να εγκαταλείψει στη μέση την μελοποίηση του ποιήματος του Βαρβιτσιώτη. Το έργο έμεινε ανολοκλήρωτο, ενώ ο Μάνος Χατζιδάκις σημειώνει: “... ήξερα τον Βαρβιτσιώτη, ο οποίος μου έδωσε τη δυνατότητα να συνθέσω μια σειρά οχτώ τραγουδιών με το περιεχόμενο που ήθελα, αλλά ενέσκηψε ο Θεοδωράκης με τον δικό του «Επιτάφιο», του Ρίτσου... Παρόλο που η μουσική μου δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτήν του Μίκη, ούτε και τα ποιήματα με το ποίημα του Ρίτσου, ουδείς θα πίστευε ότι δεν πήγα να εκμεταλλευτώ τη φήμη του «Επιτάφιου» του Θεοδωράκη κι έτσι το ανέστειλα επ’ αόριστον...”. Τα αποσπάσματα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ σε δίσκο.

Η γνωριμία του Μάνου Χατζιδάκι με τον Νίκο Γκάτσο, υπήρξε σταθμός τόσο για την δημιουργική πορεία του συνθέτη, όσο και για το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος εργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι πάρα πολλές φορές, ολοκληρώνοντας από κοινού κύκλους τραγουδιών μοναδικής αξίας και ιδιαίτερης αισθητικής. Υπάρχει όμως ένας κύκλος τραγουδιών που αποτέλεσε ιδιαίτερη στιγμή στη συνεργασία των δύο φίλων. Στη «Μυθολογία», ο Μάνος Χατζιδάκις μοιάζει να ανακαλύπτει την ουσία του τραγουδιού που θα ήθελε πραγματικά να γράψει, αυτό που αργότερα περιέγραφε λέγοντας: “η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ' ένα μύθο κοινό”. Την εποχή που ο Χατζιδάκις αποκτά τεράστια φήμη, κυρίως γράφοντας μουσική για τον ελληνικό κινηματογράφο, η «Μυθολογία» έρχεται να ανατρέψει πολλά δεδομένα σε επίπεδο αισθητικής και να προτείνει ένα καινούργιο άκουσμα γεμάτο εκπλήξεις, σε ένα κοινό μάλλον απροετοίμαστο για κάτι τέτοιο. Αξίζει να δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο Χατζιδάκις τον “απρόοπτο σχηματισμό μιας «Μυθολογίας» δυο χρόνια πριν την δικτατορία”:
“Σαν γνήσιος στρατηγός το ΄65 θέλησα να κάνω στην Ελλάδα μια επανάσταση. Αντί για τανκ, πήρα ένα παιδί – έφηβο μελαχρινό και όμορφο απ’ την παιδική χορωδία των ανακτόρων και του είπα να τραγουδήσει.
Μου λέει: «για να τραγουδήσω χρειάζομαι καινούργιους ΜΥΘΟΥΣ».
– Πολύ σωστά, σκέφθηκα.
Και με τον Γκάτσο αρχίσαμε να κατασκευάζουμε μύθους τον έναν μετά τον άλλο, με κοπέλες πού ‘χαναν τα κλειδιά από τη Θήβα, με Ιρλανδούς και Ιουδαίους που ψάχναν στην έρημο για γάμους και χαρά, μ’ ευαίσθητους ληστές στην τελευταία τους στιγμή, μ’ ένα παιδί που σφάζει φίλους κι αδελφούς γιατί ποτέ κανείς δεν του ‘δωσε την σημασία την πρέπουσα, με τον Ορέστη που έγινε πουλί στο δάσος για να ξεφύγει από τη μοίρα του, μ’ ένα παιδί που ‘μοιαζε του Χριστού κι άλλα πολλά.
Κι ο ένας μύθος έμπαινε πάνω στον άλλο κι έγιναν τόσοι πολλοί και τόσοι δυνατοί που τρόμαξε το παιδί, τρόμαξε ο κόσμος, τρόμαξε και η εταιρία που θα έβγαζε τον δίσκο.
Όλοι τρομάξανε εκτός απ’ τον Γκάτσο κι εμένα που εξακολουθήσαμε με περισσότερο πάθος την κατασκευή και σύνθεση των μύθων, ξεχνώντας εντελώς την επανάσταση που είχα προγραμματίσει...”
Η «Μυθολογία» γράφτηκε το 1965 και ηχογραφήθηκε την επόμενη χρονιά με ερμηνευτή τον Γιώργο Ρωμανό. Αν και οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου δεν προϋπήρχαν ως ποιήματα, θεωρώ πως ο συγκεκριμένος κύκλος τραγουδιών μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεωρηθεί μελοποίηση ποιημάτων του Γκάτσου από τον Μάνο Χατζιδάκι, τόσο για την αρτιότητα των στίχων και των μελωδιών, όσο κυρίως για την τόλμη των δημιουργών να προτείνουν ένα εντελώς διαφορετικό ήθος τραγουδιού σε μια εποχή που λίγοι κατάλαβαν των αισθητική πρόταση που προβάλλονταν μέσα από την «Μυθολογία».

ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΛΗΣΤΗΣ

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θά' πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα.

Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο.

Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;

Ποίηση: Νίκος Γκάτσος

Το καλοκαίρι του 1972, και ενώ ο Μάνος Χατζιδάκις βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, ξεκινάει την μελοποίηση της «Αμοργού», του ποιήματος του Νίκου Γκάτσου που εκδόθηκε το 1943. Η μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι με το συγκεκριμένο ποιητικό κείμενο του Νίκου Γκάτσου πέρασε από πολλές φάσεις. Μια πρώτη απόπειρα μελοποίησης αποσπασμάτων της «Αμοργού», τη συναντάμε το 1960 στη μουσική που έγραψε ο Χατζιδάκις για το ντοκιμαντέρ του Γερμανού Wolfgang Müller-Sehn «Ελλάς, η χώρα των ονείρων» με ερμηνεύτρια τη Νανά Μούσχουρη. Από το 1972 όμως, ο Χατζιδάκις ξεκινά την μελοποίηση ολόκληρου του ποιήματος με την μορφή καντάτας για μέτζο-σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο, ηθοποιό, μικτή χορωδία και συμφωνική ορχήστρα. Στην πρώτη εκείνη μορφή του έργου προβλέπονταν αφηγηματικά μέρη ανάμεσα στα τραγούδια, με τον Aλέξη Mινωτή ως αφηγητή και τον Δημήτρη Χορν στο ρόλο του Βυζαντινού χρονογράφου. Ο Χατζιδάκις επιστρέφει στην Ελλάδα και σταματάει προσωρινά την μελοποίηση της «Αμοργού». Το 1981, καλεί τον Νίκο Κυπουργό από το Παρίσι να αναλάβει την ενορχήστρωση υπό την καθοδήγησή του ώστε να μπορέσει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ολοκλήρωση της μελοποίησης, με στόχο να παρουσιάσει ολοκληρωμένο το έργο στις εκδηλώσεις του Μουσικού Αύγουστου την ίδια χρονιά. Η πίεση του χρόνου δεν του επιτρέπει τελικά να ολοκληρώσει το έργο, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει έξι τραγούδια που είχε συνθέσει στην Αμερική, με τον Σπύρο Σακκά και τον ίδιο στο πιάνο.
Το 1986 καταπιάνεται για μια ακόμα φορά με τη μελοποίηση της «Αμοργού» συμπληρώνοντας ένα τραγούδι, και την επόμενη χρονιά ολοκληρώνει ακόμα κάποια αποσπάσματα του έργου και σταματάει οριστικά. Τελικά, τα αποσπάσματα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις εκδόθηκαν το 2005 σε ενορχήστρωση και αναπροσαρμογή του Νίκου Κυπουργού με σολίστες την Μαρία Φαραντούρη, τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και τον Δώρο Δημοσθένους. Ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε για την «Αμοργό» του Νίκου Γκάτσου: “Η «Αμοργός» δεν είναι ένα υπερρεαλιστικό ποίημα· είναι ένα ελληνικό ποίημα, με χρήση κάποιων υπερρεαλιστικών στοιχείων, τα οποία όμως υπάρχουν στην ίδια την ελληνική παράδοση. Γι αυτό και ο Γκάτσος, δεν δυσκολεύτηκε να τα μεταφέρει στο νεοελληνικό τραγούδι, δίνοντας μια καινούργια αίσθηση, αλλά στην ουσία επαναφέροντας τα διαχρονικά στοιχεία που περιείχε η ελληνική παράδοση”. Αναμφισβήτητα, η μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι πάνω στο εξαιρετικό αυτό ποίημα του Νίκου Γκάτσου, είναι ένα μοναδικό πάντρεμα ποίησης και μουσικής που σπάνια συναντάμε στη σύγχρονη δημιουργία. Η έκδοση του Σείριου με την μελοποίηση της Αμοργού είναι ένας δίσκος που δεν πρέπει να λείπει από καμία δισκοθήκη!

Ο πιο γνωστός και ολοκληρωμένος κύκλος τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι με μελοποιημένα ποιήματα, είναι «Ο Μεγάλος Ερωτικός». Με την επιστροφή του από την Αμερική, το 1972, ο Χατζιδάκις εκδίδει ένα δίσκο – σταθμό, που περιλαμβάνει μελοποιημένα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, της Μυρτιώτισσας, του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Γιώργου Σαραντάρη, του Διονύσιου Σολωμού, της Σαπφούς και του Γεώργιου Χορτάτση. Επίσης, ένα τραγούδι σε ποίηση Λόρκα από το θεατρικό έργο «Περλιμπλίν και Μπελίσα» σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου και ένα απόσπασμα από την «Μήδεια» του Ευριπίδη σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη. Παράλληλα, περιλαμβάνει ένα μελοποιημένο απόσπασμα από το «Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα και μια “συρραφή” από στίχους δημοτικών τραγουδιών. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» αποτελεί έναν από τους καλύτερους (αν όχι τον καλύτερο) δίσκο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ένας ύμνος στον Έρωτα, μια αξεπέραστη “σπουδή” πάνω στην ποίηση και το πάντρεμά της με τη μουσική, ένα πραγματικό αριστούργημα τέλειας αισθητικής με τις ανεπανάληπτες ερμηνείες της Φλέρυς Νταντωνάκη και του Δημήτρη Ψαριανού. Όπως σημειώνει κι ο Μάνος Χατζιδάκις: “Προσπάθησα να δημιουργήσω απλά τραγούδια αλλά όχι κι εύκολα. Γι' αυτό διάλεξα με προσοχή τους τραγουδιστές που θα τα ερμήνευαν. Και πρώτα η Φλέρυ Νταντωνάκη, με πάθος, σπάνια φωνή κι εσωτερική ένταση και ο Δημήτρης Ψαριανός, απέριττος, νεανικός και γνήσια λαϊκός. Και οι δυο τους τραγουδώντας στον «Μεγάλο Ερωτικό» νομίζω ότι δίνουν μαθήματα ήθους, αλήθειας και μαγείας στο λαϊκό τραγούδι. Με τα τραγούδια αυτά αποτείνομαι στην πιο κρυφή ευαισθησία των νέων ανθρώπων κάθε ηλικίας κι όχι στους εφήμερους και ανεξέλεγκτους ερεθισμούς τους”. Και συνεχίζει: “Τα τραγούδια αυτά δεν είναι αισθησιακά. Λειτουργούν πέρα απ' την πράξη, στο βαθύ αίσθημα που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε σχέση, κάθε μορφής, αρκεί να περιέχει τις προϋποθέσεις για ανθρώπινη επικοινωνία”.

Το 1977, ο Μάνος Χατζιδάκις ξεκινά μια εργασία πάνω σε ποιήματα του Γιώργου Χρονά κάτω απ’ τον τίτλο «Κοινός Βίος». Ο ίδιος αναφέρει: “Ένα έργο πάνω σε μια ποιητική ιδέα μου, που χρησιμοποιώντας ποιήματα του Γιώργου Χρονά, να σχηματίζεται ένα κλίμα διαφορετικού «Κοινού Βίου», ποιητικά τοποθετημένου, με περιγραφές ενός ακριβού κινηματογράφου”. Ο Χατζιδάκις μελοποίησε τελικά μόνο τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Χρονά και ο «Κοινός Βίος» έμεινε ανολοκλήρωτος. Σκόπευε να εκδώσει τον κύκλο τραγουδιών με την δική του ερμηνεία και για το λόγο αυτό ηχογράφησε τα τέσσερα τραγούδια, τα οποία εκδόθηκαν τελικά το 1999 στον δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.». Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως τολμηρό έργο, με την ποιητική γραφή του Γιώργου Χρονά και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να ντύνει τους στίχους με τέχνη και ευαισθησία.

ΠΕΡΙ ΠΑΘΟΥΣ

Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
περνούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι η σκάλα μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνιά).

Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
μιλούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι οι δρόμοι μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνιά) .

Αυτό που είδα το πρωί
δεν με βολεύει να το πω
εκείνος φεύγει με το ωτομοτρίς
και εγώ επιστρέφω με τους τρεις.

Ποίηση: Γιώργος Χρονάς

Το 1979 βρίσκουμε μια μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι σε ένα υπέροχο ποίημα του Βαγγέλη Ροζακέα. Το ποίημα έχει τίτλο «Κύριε» και πιθανόν προοριζόταν για έναν κύκλο τραγουδιών που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, με τίτλο «Εις μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμού». Η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού βρίσκεται στο δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 ΜΧ» με τον ίδιο τον Χατζιδάκι να ερμηνεύει το τραγούδι παίζοντας πιάνο, ενώ πριν από ένα χρόνο το τραγούδησε και η Σαβίνα Γιαννάτου και περιλήφθηκε στον προσωπικό της δίσκο με τίτλο «Μουσική Δωματίων».

Μια ακόμα μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι, συναντάμε το 1981 πάνω σε ποίηση του Πίνδαρου. Ο Χατζιδάκις μελοποίησε αποσπάσματα από κείμενα του Πίνδαρου στο πρωτότυπο, χωρίς να χρησιμοποιήσει καθόλου μεταφρασμένα αποσπάσματα, ονομάζοντας το έργο «Τα Πινδαρικά» και σκόπευε να το ολοκληρώσει σε μορφή καντάτας για μέτζο-σοπράνο, βαρύτονο, μικτή χορωδία και μικρή ορχήστρα. “Μου παρήγγειλε ο σκηνοθέτης Ντίνος Γιαννόπουλος, να φτιάξω ένα ρέκβιεμ για το χαμό τότε του Τόμας Σίπερς, του μαέστρου και οραματιστή, ιδρυτή κατά κάποιο τρόπο, του Φεστιβάλ της Κέρκυρας, το οποίο όμως δεν συνεχίστηκε... Επειδή λοιπόν ο Τόμας ήταν ένα ωραίο παιδί προπάντων, έπρεπε να υμνήσω το χαμό του σαν ωραίου παιδιού. Έτσι σκέφτηκα πως το καλύτερο ποιητικό κείμενο ήταν ο Πίνδαρος, ο οποίος υμνούσε ωραίους αθλητές. Με τη γλώσσα είχα ήδη προηγούμενο: τη λύση που είχα δώσει στη Σαπφώ. Θέλησα να την προεκτείνω. Έτσι οδηγήθηκα να γράψω τη μουσική μου πάνω στο γνήσιο κείμενο κι όχι σε κάποια μετάφραση”. Τα αποσπάσματα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάστηκαν στις εκδηλώσεις του Μουσικού Αύγουστου και δεν εκδόθηκαν ποτέ σε δίσκο.


Μεσολαβούν περίπου δέκα χρόνια, μέχρι ο Μάνος Χατζιδάκις να ασχοληθεί με μελοποίηση ποιήματος. Αυτή τη φορά, καταπιάστηκε με τη μελοποίηση αποσπασμάτων από τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου. Ο Χατζιδάκις συνέθεσε μια καντάτα για μικτή χορωδία και ομάδα χάλκινων πνευστών πάνω σε επιλεγμένους στίχους από τις «Ωδές» του Κάλβου, αφιερώνοντας το έργο στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Κάτω από τον γενικό τίτλο «Εγκώμιον Επιφανούς Ανδρός» που παρουσιάστηκε το 1991 στο Ηρώδειο σε μια τιμητική για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή βραδιά, ο Χατζιδάκις παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο έργο αφιερωμένο στον φίλο του Καραμανλή, το οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα ανέκδοτο.

Την τελευταία μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι, τη συναντάμε το 1992. Πρόκειται για «Τα τραγούδια της αμαρτίας», μια σειρά ποιημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου και ένα του Γιώργου Χρονά, που ο Χατζιδάκις σκόπευε να ολοκληρώσει για νεανική λαϊκή φωνή, ανδρική χορωδία και στρατιωτική μπάντα. Στην τελική του μορφή, το έργο θα είχε τίτλο «Τα τραγούδια της αμαρτίας (Η αμαρτία είναι βυζαντινή και ο έρωτας αρχαίος)» και ο συνθέτης είχε ήδη αρχίσει να επεξεργάζεται την ολοκληρωτική του μορφή έχοντας επιλέξει τον Ανδρέα Καρακότα για ερμηνευτή. «Τα τραγούδια της αμαρτίας» ήταν ο τελευταίος κύκλος τραγουδιών που απασχόλησε τον συνθέτη μέχρι τον θάνατό του, γράφοντας τις παρτιτούρες και ηχογραφώντας τα τραγούδια πρόχειρα στο σπίτι του με τον Ανδρέα Καρακότα αλλά και με τη δική του φωνή, δοκιμάζοντας το ύφος και την οριστική μορφή των τραγουδιών. Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο κοινό το 1995 ως μπαλέτο με την «Ομάδα Εδάφους» του Δημήτρη Παπαϊωάννου και τελικά ηχογραφήθηκε την επόμενη χρονιά και εκδόθηκε από τον «Σείριο». Στην ηχογράφηση αυτή, ακολουθήθηκαν πιστά οι παρτιτούρες και οι πρόχειρες ηχογραφήσεις του συνθέτη και δεν έγινε καμία απόπειρα ενορχήστρωσης των τραγουδιών. Έτσι, στην έκδοση του 1996, η μορφή των τραγουδιών είναι για πιάνο και φωνή με τον Ανδρέα Καρακότα και την Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος






Σημείωση: το φωτογραφικό υλικό και όλα τα στοιχεία είναι από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι , από το site του Σείριου, καθώς και από τα ένθετα των δίσκων του Μάνου Χατζιδάκι.
.
.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

Ο Μάνος Χατζιδάκις στον αστερισμό του Σείριου (Αφιέρωμα. Δ’ μέρος)

.
“Ο δίσκος πρέπει να ξαναγίνει μαγικός
και να μας αποκαλύπτει μες από τις μαύρες χαρακιές του
μια μουσική απρόοπτη και εξαίσια”


Αυτό το μικρό κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, είναι τυπωμένο σε όλα τα εξώφυλλα των εκδόσεων του Σείριου σαν ένα μικρό “μανιφέστο”, μια σαφέστατη “δήλωση” της ανάγκης η οποία ήταν και η αφορμή για τη δημιουργία της δισκογραφικής εταιρείας. Ο Σείριος ιδρύθηκε το 1985 από τον Μάνο Χατζιδάκι μαζί με ένα αξιόλογο επιτελείο καλλιτεχνών που πλαισίωσαν την προσπάθεια για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Χατζιδάκις: «Δεν είμαι μόνος μου ώστε να κατηγορηθώ για εγωισμό. Όλοι σχεδόν οι άξιοι συνθέτες, μουσικοί και τραγουδιστές, μετέχουν σ’ αυτή τη μουσική σταυροφορία που στοχεύει, στην επαναφορά του τραγουδιού στη ρίζα της καταγωγής του και της Μουσικής, στα ζωντανά της ρείθρα». Και συνεχίζει: «Είμαστε φιλόδοξοι και τολμηροί. Φιλόδοξοι, γιατί επιζητούμε την επιτυχία με τρόπους δύσκολους και διόλου κολακευτικούς για ένα απροετοίμαστο κοινό. Τολμηροί, γιατί επιδιώκουμε τη συνεχή μας ανανέωση και την προβολή αδιάκοπα ενός εαυτού μας άγνωστου κι απρόοπτου. Φανατικοί εχθροί στην ημιμάθεια και στη χυδαιότητα των καιρών και των κρατούντων. Στον ΣΕΙΡΙΟ υπάρχουνε παιδιά, όπως το είπε ο Λόρκα. Γιατί όπου υπάρχουνε παιδιά, υπάρχουμε κι Εμείς…».
Ο Σείριος δημιουργήθηκε σε μια εποχή που οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες γέμιζαν τους καταλόγους τους με δίσκους “καλλιτεχνών” της πίστας. Το σκυλάδικο που βρισκόταν σε τρομερή άνθιση στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ήταν σε πρώτη προτεραιότητα για τις δισκογραφικές εταιρείες της εποχής, ενώ την ίδια στιγμή αξιόλογες δουλειές έπρεπε να περάσουν από χίλιες δοκιμασίες για να μπορέσουν να βρουν το δρόμο προς τα δισκοπωλεία. Ο Χατζιδάκις, ιδρύοντας την δισκογραφική εταιρεία Σείριος κάλυψε ένα κενό που υπήρχε στη δισκογραφία την εποχή εκείνη. Κι ενώ κάποιος θα περίμενε οι εκδόσεις του Σείριου να αφορούν κυρίως το έργο του ίδιου του Χατζιδάκι, στην πραγματικότητα συνέβη ακριβώς το αντίθετο: πολλοί νέοι καλλιτέχνες είδαν τις πρώτες τους δουλειές να εκδίδονται κάτω από την ετικέτα του Σείριου και ακόμα περισσότεροι που είχαν κάνει ήδη μια αρχή στη δισκογραφία, βρήκαν στο Σείριο το πεδίο εκείνο που θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν να γράφουν τραγούδια χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύουν στις επιτροπές των μεγάλων εταιρειών ότι ο δίσκος τους “θα πουλήσει”. Αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για την εποχή που το μοναδικό μέσον ήταν ο δίσκος βινυλίου, με ιδιαίτερα αυξημένο κόστος τόσο για την έκδοση όσο και για την διακίνησή του στην αγορά, η δημιουργία μιας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας εκείνη την εποχή ήταν μια κίνηση τολμηρή, με μεγάλο ρίσκο και πολλούς κινδύνους. Ο Χατζιδάκις όμως, το τόλμησε, με αποτέλεσμα να αφήσει πίσω του μια εταιρεία που δραστηριοποιείται μέχρι και σήμερα, έχοντας στον κατάλογό της ακριβές μουσικές και προσεγμένες παραγωγές ιδιαίτερης αισθητικής.
Από την ίδρυσή του το 1985 μέχρι και το 1994, η εκδοτική δραστηριότητα του Σείριου περιλαμβάνει 67 παραγωγές δίσκων. Μετά το θάνατο του Χατζιδάκι, ο Σείριος συνέχισε με αμείωτο ρυθμό την παραγωγή δίσκων (σε μορφή cd), μεταξύ των οποίων κάποιοι ανέκδοτοι κύκλοι τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και αρκετές ξένες παραγωγές σε συνεργασία με ανεξάρτητες ευρωπαϊκές δισκογραφικές εταιρείες.
Κατά την πρώτη περίοδο του Σείριου (μέχρι δηλαδή και τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι), στον κατάλογο του συναντάει κανείς μεταξύ άλλων δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη, της Λένας Πλάτωνος, του Νίκου Μαμαγκάκη, των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω, αλλά και ηχητικά ντοκουμέντα όπως «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλπμα» με την Κατίνα Παξινού και «Αποσπάσματα θεατρικού λόγου» με την Έλλη Λαμπέτη. Επίσης, στον Σείριο εκδόθηκε ο τελευταίος δίσκος του Απόστολου Καλδάρα (όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία ο τραγουδιστής Ανδρέας Καρακότας), μια συλλογή με παραδοσιακά τραγούδια ερμηνευμένα από τη Δόμνα Σαμίου, καθώς και δυο ζωντανές ηχογραφήσεις: η μία του Διονύση Σαββόπουλου από τις εμφανίσεις του στο Μουσικό Κέντρο Αθηνών «Σείριος» το 1988, και η άλλη του Άκη Πάνου στο κέντρο «Επειγόντως» το 1989 (μία από τις σπάνιες στιγμές του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού). Παράλληλα, ένα πλήθος νέων τραγουδοποιών όπως ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ο Φοίβος Δεληβοριάς και η Μαρία Βουμβάκη, έκαναν το δισκογραφικό τους ντεμπούτο στον Σείριο. Ανάμεσα στις παραγωγές του, ξεχωρίζει κανείς δίσκους με έργα της σύγχρονης λόγιας μουσικής, αλλά και τις πρώτες ηχογραφήσεις της Ορχήστρας των Χρωμάτων.
Ο Μάνος Χατζιδάκις έδωσε περισσότερο βάρος στην έκδοση δίσκων νέων συνθετών και τραγουδιστών και πολύ λιγότερο στο να προωθήσει τις δικές του εργασίες. Από την ίδρυση του Σείριου μέχρι και το θάνατό του, ο Χατζιδάκις έβγαλε μόνο έναν δίσκο με καινούργια τραγούδια του, την «Σκοτεινή Μητέρα». Όλοι οι υπόλοιποι δίσκοι του Μάνου Χατζιδάκι που εκδόθηκαν στον Σείριο ήταν ή επανεκτελέσεις παλιότερων έργων του ή παλιότερες ηχογραφήσεις που δεν είχαν εκδοθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.


Πιο αναλυτικά, οι εκδόσεις του Μάνου Χατζιδάκι στον Σείριο είναι οι εξής:

Για την Ελένη (1985) σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη με τη Μαρία Δημητριάδη. Πρόκειται για κύκλο τραγουδιών που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1978 με τη φωνή του Στέλιου Μαρκετάκη και ξαναηχογράφησε ο συνθέτης με τη Μαρία Δημητριάδη.

-
Σκοτεινή μητέρα (1986) σε στίχους του Νίκου Γκάτσου με τη Μαρία Φαραντούρη. Ο μοναδικός δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι που εκδόθηκε σε πρώτη εκτέλεση στον Σείριο.


-

Το ρεσιτάλ (1989), με τον Σπύρο Σακκά. Ηχογραφήσεις του 1978 με τον Μάνο Χατζιδάκι στο πιάνο και τον βαρύτονο Σπύρο Σακκά σε κύκλους τραγουδιών του συνθέτη (δεύτερες εκτελέσεις).

-

Η Φλέρυ Νταντωνάκη στα λειτουργικά του Μάνου Χατζιδάκι (1991). Ηχογραφήσεις που είχε πραγματοποιήσει ο Μάνος Χατζιδάκις με την μούσα του, Φλέρυ Νταντωνάκη, κατά τα χρόνια της διαμονής τους στην Αμερική. Πρόκειται για μεταγραφές ρεμπέτικων τραγουδιών για φωνή και πιάνο, καθώς και κάποια τραγούδια του Χατζιδάκι από παλιότερους κύκλους τραγουδιών του.



Αντικατοπτρισμοί (1993) σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με την Αλίκη Καγιαλόγλου. Ο τελευταίος δίσκος που ηχογράφησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο παλιότερος κύκλος τραγουδιών που είχε εκδοθεί στην Αμερική με τίτλο «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock & Roll Ensemble το 1968 και αγγλικούς στίχους, επανεκδόθηκε με καινούργια ενορχήστρωση και τους ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου.


Μετά το θάνατό του, η εταιρεία Σείριος συνέχισε τις εκδόσεις έργων του Μάνου Χατζιδάκι που, είτε είχαν κυκλοφορήσει στο παρελθόν και είχαν καταργηθεί, είτε είχαν ηχογραφηθεί από τον συνθέτη και δεν εκδόθηκαν ποτέ σε δίσκο.


Ελεύθερη κατάδυση / Το ταξίδι του μέλιτος (1995). Η μουσική που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για δύο ταινίες του Γιώργου Πανουσόπουλου. Στην ουσία, η μουσική για την «Ελεύθερη Κατάδυση» είναι διασκευές δύο θεμάτων από ένα παλιότερο έργο του Μάνου Χατζιδάκι, την «Ρυθμολογία», που διασκεύασε και ενορχήστρωσε ο Νίκος Κυπουργός για τις ανάγκες της ταινίας, αφού ο Χατζιδάκις δεν είχε προλάβει να συνθέσει πρωτότυπη μουσική.


Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) σε ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου και Γιώργου Χρονά, με τον Αντρέα Καρακότα. Ανολοκλήρωτο έργο του Μάνου Χατζιδάκι με το οποίο ασχολήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και σκόπευε να ενορχηστρώσει για “νεανική φωνή, ανδρική χορωδία και στρατιωτική μπάντα”. Τελικά, το έργο ηχογραφήθηκε με την Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο και τη φωνή του Αντρέα Καρακότα, τον οποίο είχε διαλέξει ο συνθέτης για να ερμηνεύσει το έργο όταν θα το ολοκλήρωνε.

Η Νένα Βενετσάνου τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι (1998). Ηχογραφήσεις αποσπασμάτων έργων του Μάνου Χατζιδάκι, ορισμένα με τη συμμετοχή του συνθέτη από παλιότερες ηχογραφήσεις και άλλα ηχογραφημένα μετά το θάνατο του.


-

Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ. (1999). Ένας δίσκος που αποτελεί πραγματικό ντοκουμέντο! Ηχογραφήσεις γνωστών τραγουδιών αλλά και ανέκδοτων κύκλων τραγουδιών του συνθέτη, όλα ηχογραφημένα με τη φωνή του Μάνου Χατζιδάκι. Ο γιός του Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργος, ανοίγει το αρχείο του συνθέτη και μας χαρίζει έναν πολύτιμο δίσκο, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ακούσουμε τον Χατζιδάκι (και) στον ρόλο του ερμηνευτή μέσα από ιδιωτικές ηχογραφήσεις αλλά και ηχογραφήσεις στο studio.
Blue – Topkapi (2001). Μουσικές και τραγούδια που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για δυο κινηματογραφικές ταινίες (του Silvio Narizzano η πρώτη και του Jules Dassin η δεύτερη), βινύλια των οποίων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στην Ελλάδα. Τα soundtracks κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε δύο ολοκληρωμένες εκδόσεις από τον Σείριο το 2001.



Transformations (2003). Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δουλειά του Κωνσταντίνου Βήτα. Η μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι μεταμορφωμένα μέσα από την ηλεκτρονική ματιά του Κωνσταντίνου Βήτα. Ένα πρωτότυπο πείραμα που στην αρχή μπορεί να ξενίσει τον ακροατή, σε δεύτερη ακρόαση όμως, απλώνει μπροστά του τον μουσικό κόσμο του Κ. Βήτα και την προσωπική του οπτική του πάνω σε ορισμένα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι.
-

America America (2004). Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για την ταινία του Εlia Kazan. Επανέκδοση από τον Σείριο με νέα ηχητική επεξεργασία και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ταινία.






… Μελίνα του Μάνου (2004). Ένας ακόμα δίσκος – ντοκουμέντο που εκδόθηκε 10 χρόνια μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι. Γνωστές αλλά κυρίως σπάνιες και ανέκδοτες ηχογραφήσεις τραγουδιών του Χατζιδάκι με τη φωνή της Μελίνας Μερκούρη



Αμοργός (2005). Αναμφισβήτητα, η πιο ξεχωριστή έκδοση του Σείριου, σε ένα ιστορικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι που εκδόθηκε 11 χρόνια μετά τον θάνατό του και 35 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η ενασχόληση του συνθέτη με τη μελοποίηση του ποιήματος του Νίκου Γκάτσου. Παρά τις συνεχόμενες εξαγγελίες του Χατζιδάκι για την ολοκλήρωση του έργου, η «Αμοργός» παρέμεινε ένα ανολοκλήρωτο έργο που ηχογραφήθηκε το 2005 σε ενορχήστρωση του Νίκου Κυπουργού, με τις εκπληκτικές ερμηνείες της Μαρίας Φαραντούρη, του Δώρου Δημοσθένους και του Τάση Χριστογιαννόπουλου. Το εξαιρετικό ποίημα του Νίκου Γκάτσου, μελοποιημένο αποσπασματικά από τον φίλο του, Μάνο Χατζιδάκι.

4 θεατρικοί μύθοι (2006). Μουσικές και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι για τέσσερις ιστορικές θεατρικές παραστάσεις: τον «Ματωμένο γάμο», τον «Κύκλο με την κιμωλία», το «Παραμύθι χωρίς όνομα» και τον «Καπετάν Μιχάλη». Όλα τα τραγούδια του συνθέτη για αυτές τις τέσσερις θεατρικές παραστάσεις, ερμηνευμένα σε δεύτερη εκτέλεση από τον Μανώλη Λιδάκη και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, μετά από την “δοκιμασία” τους στο κοινό για δύο χρόνια πριν την έκδοση του δίσκου.


...«Οι συνεργάτες μου κι εγώ δεν παριστάνουμε τον Χριστό με τους Αποστόλους. Πιστεύουμε στην ακριβή εργασία, ασκούμεθα για να την πραγματοποιούμε και φυσικά την επιτυγχάνουμε. Ο Σείριος είναι ο ναός μας κι εμείς ιερείς του.
Ο ΣΕΙΡΙΟΣ είναι μια αντίδραση στον εκχυδαϊσμό και στη ρύπανση του πολιτιστικού μας περιβάλλοντος»…

Μάνος Χατζιδάκις, 1987
.
.