Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα δημιουργων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρωμα δημιουργων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το Αυγό του Μανώλη Ρασούλη

Μανώλης Ρασούλης ο στιχουργός, ο τραγουδοποιός, ο ερμηνευτής, ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος, ο λεξιπλάστης, ο πρωτοπόρος, ο φλεγόμενος ιδεολόγος. Μια από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου Πολιτισμού, έφυγε σε ηλικία 66 χρονών αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη για το ελληνικό τραγούδι και όχι μόνο. Αντιγράφουμε το παρακάτω απόσπασμα που βρίσκεται στο επίσημο site του δημιουργού (http://www.rasoulis.gr), αντί βιογραφικού: «Γνωστός για τις πρωτότυπες και ανεξάρτητες ιδέες του, γεφύρωσε το πιο αυθεντικό, βαθύ και λαϊκό στοιχείο του Έλληνα με τα πιο υγιή οικουμενικά ρεύματα, πυροδοτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ιδεολογική επανάσταση, κάτι που δεν άρεσε στα παντός είδους κατεστημένα. Συνεπής, εδώ και δεκαετίες, στην βασική του ιδέα ότι η Ελλάδα από φύση και θέση πρέπει να στραφεί προς τον πολιτισμό και όχι καταστροφικά προς τον μιλιταρισμό, ώστε να παίξει ένα πρωτοποριακό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αντί να είναι ουραγός όπως τώρα». 
Στο ενεργητικό του είχε δεκάδες στίχους τραγουδιών που μελοποίησαν συνθέτες όπως ο Μάνος Λοϊζος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Νίκος Ξυδάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Πέτρος Βαγιόπουλος και άλλοι, καθώς επίσης και 9 βιβλία αλλά και το ιστορικό περιοδικό Το Αυγό, μια εκδοτική προσπάθεια που ξεκίνησε μαζί με την Βάσω Αλλαγιάννη στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Τα λιγοστά σε αριθμό τεύχη του περιοδικού (μόλις τέσσερα σε διάρκεια δύο ετών) είναι αποκαλυπτικά ως προς το πνεύμα και την διορατικότητα του Ρασούλη, αφού ουσιαστικά πρόκειται για κείμενα που έγραφε σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος και η θεματολογία τους εκτείνονταν από τη λογοτεχνία, τη μουσική και το τραγούδι, μέχρι τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και φυσικά την πολιτική. Η Βάσω Αλλαγιάννη θυμάται: «Ήτανε ένα φιλοσοφικοκοινωνικοπολιτικό περιοδικό που το αγκάλιασε και το υποστήριξε πάρα πολύς κόσμος. Το πρώτο τεύχος το βγάλαμε το 1979, ήτανε η εποχή που δεν καταφέρναμε να πληρώνουμε ούτε το νοίκι μας, το μόνο που θέλαμε ήτανε να βγάζουμε Το Αυγό. Θυμάμαι τα εικοσαύγουστα που κάναμε κάθε χρόνο στην Κρήτη. Ξεκινούσαμε μαζί με πολλούς αναγνώστες από παντού απ’ όλη την Ελλάδα και κάναμε χάπενινγκ στους δρόμους όλης της Κρήτης. Όπου στη διαδρομή και άλλοι πολλοί μας ακολουθούσαν και έπαιρναν μέρος σε ένα απίστευτο πανηγύρι, από θέατρο δρόμου έως μουσική και τραγούδι. Αναστατώναμε όλη την Κρήτη». (πηγή: Pathfinder http://clubs.pathfinder.gr/ALLAGIANNH/360867)

Από το δυσεύρετο πλέον πρώτο τεύχος του περιοδικού, αντιγράφουμε το χειμαρρώδες εισαγωγικό κείμενο του Μανώλη Ρασούλη με τίτλο «Το γιατί αυτής της έκδοσης». Σε αυτό το τεύχος (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1979) κάτω από τον τίτλο του περιοδικού και τον υπότιτλο «Το πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων», αναγράφονται ως μοναδικοί συντελεστές η «Ιδιοκτήτρια – Εκδότρια: Βάσω Αλλαγιάννη – Πνευματικού» και ο «Υπεύθυνος για την ύλη: Μανώλης Ρασούλης».
Στην πρώτη σελίδα του διαβάζουμε: «Να θυμάσαι πάντα: οι τέσσερεις θεμέλιοι λίθοι του ανθρώπινου γένους ο Διογένης, ο Σωκράτης, ο Χριστός και ο Μαρξ έζησαν και πέθαναν επαιτώντας και απαιτώντας».
.

.
ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΜΑΣ

Το περιοδικό αυτό βγαίνει γιατί έτσι. Γιατί αν απαριθμίσωμε τα γιατί ακόμα κι αυτός ο Ιώβ θα πάθαινε εγκεφαλικό πέρα δώθε απ’ τα πηλίκα και τ’ άλλα. Η κατάσταση είναι έγκυος. Οι ύλες και τα πνεύματα νεύματα και σπέρματα βρίσκονται σ’ ενδιαφέρουσα αλληλουχία κι αλληλεξάρτηση κι αλληλοδιαμόρφωση κι όλος ο υπόλοιπος Πόλιτσερ. 
Το έντυπο αυτό είναι μια σύλληψη μέσα στις άλλες συλλήψεις. Βέβαια δεν είμαστε ενάντια στις εκτρώσεις αλλά παρά άμβλωση το ζυγιάσαμε και βρήκαμε ότι 90% έπρεπε να τ’ αφήσομε να τοκευτεί. Βέβαια το ζόρι είναι να μη βγει κανένα μογγολάκι μ’ όλο αυτό το προσωποκρατικό του ενός αρθογράφου και με τον, κατά τα άλλα συμπαθή τίτλο. Θα μπορούσε να ονομαστεί Μπούμεραγκ αλλά θυμίζει λίγο εκδίκηση ρίγκους και τέτοια ή σπέρμα ή σταυροδρόμι και πολλά άλλα. Αλλά Αυγό (παρ’ ότι λένε κάτι φίλοι: είναι διανοουμενιάρικο), είναι ταπεινή λέξη. Για φανταστείτε! Αυγό! Πόσοι διανοουμενιστές ή όχι δεν έχουν επιβιώσει με αυγά. Και πόσοι δεν έχουν πει την κουβέντα: το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό; 
Λιγότεροι βέβαια έχουν μιλήσει για φιλοσοφικό αυγό το πρώτο σύμβολο του σύμπαντος. Έτσι λοιπόν έχουμε ένα αυγό, ταπεινό, κότας κοτετσιού, έστω ορνιθοτροφείου κι ένα συμπαντικό. 
Κι ούτε που μπορούμε να πούμε ποιο έκανε το άλλο. Άραγε να μπορούσαμε να ξέραμε αυτό τ’ αυγό πού ‘χομε στα χέρια μας είναι κλούβιο ή όχι; Μπορούμε να το βράσουμε να το κάνουμε ομελέτα ή μάτι ή να το βάψουμε το Πάσχα να το στήσουμε σαν τον Κολόμβο ή το πετάξουμε στους τοίχους καμμιανής πρεσβείας; Να ‘ναι άραγε αυγό φιδιού; Δεν το νομίζω. Μάλλον πουλί πρέπει να ‘χει μέσα στον κρόκο του. Δεν έχουμε παρά να το εκκολάψομε όλοι κι όλοι, για να δούμε τι είδους στρουθοκάμηλος θα βγει. Δεν πουλάμε ραδιοκασετόφωνα για να δίνουμε προσπέκτους με καραντί. Εξαρτάται από μας, από σας, από τους ενδιάμεσους, απ’ την κατάλληλη θερμοκρασία, απ’ την ανθρώπινη ζέστα κι απ’ όλα τα ορατά κι αόρατα. 
Βέβαια Αυγό είναι λίγο αστείο. Θα κομπιάζουν ορισμένοι στο περίπτερο. Κι αν ο περιπτεράς δεν έχει θα τους πει: στο μπακάλη να πάρτε αυγά. Δεν θα ‘χουν άδικο. Άλλοι σαρκαστιάρηδες θα λένε για τσόφλια και θα περιγελούνε αλλά το περιοδικό θα τους έχει προλάβει γιατί πρώτο αυτό θα σαρκάζει τον εαυτό του. Κι αφού θα αυτοσαρκάζεται θα μπορεί συνεπώς να σαρκάζει και τους απεναντινούς του ακόμη και τους καλόβολους αναγνώστες του. Γιατί εδώ δεν πρόκειται να καλοβολευτούμε ούτε να αναγνωστοποιηθούμε. 
Το περιοδικό θα βγαίνει όποτε θα υπάρχει η κατάλληλη ύλη. Στο επόμενο θα μειωθεί αισθητά η προσωπική παρουσία του βοναπάρτη υπεύθυνου όλης αυτής της ύλης με συνεργασίες επιλεγμένες αυστηρώς παρ’ όλες τις καουτσουκένιες αρετές του περιοδικού. Δεν γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να βγει το πρώτο τεύχος να γίνει η αρχή έστω και επεισοδιακά. Θα μου πείτε ίσως: η αρχή είναι η μέση του τέλους. Ναι αλλά μηδένα προ του τέλους κακάριζε. 
Τι φρονεί το περιοδικό; Θα προσπαθήσει να είναι ξέφρενο όσο μπορεί. Και στα μπλα μπλα του και στα πολιτικά του και στα ερωτικά του. Να ‘ναι ένα περιοδικό των νέων γενιών των καπελωμένων από τις προηγούμενες που η κληρονομιά τους η κοινωνική και η υπολοιπική μοιάζει με κείνη που οι κληρονόμοι πληρώνουν και τα φέσια που ‘χε αφήσει ο μακαρίτης. 
Γι’ αυτό πρόκειται: Για να μη πληρώσουν τα φέσια αυτοί που δεν φταίξαν. Το περιοδικό οριοθετεί τις γενιές αλλά δεν φετιχοποιεί τη νεολαία και τις θερμίδες της. Το ήθος του περιοδικού ανεβάζει του ηλικιωμένους στην ψηλότερη βαθμίδα εκτίμησης και σεβασμού απ’ όλες τις άλλες συνολικότητες. Όχι ότι δέχεται τη συντηρητικότητά τους ή τη μανία τους να κατακρατούν στα χέρια τους τον πλούτο, εκβιάζοντας έτσι τους νέους ανθρώπους, φέρνοντας τους στο αδιέξοδο, αλλοτριώνοντας τους σιγά σιγά, γερνώντας τους πριν την ώρα τους. 
Οι μεταπολεμικοί νέοι άνθρωποι είχαν κι αυτοί τους πολέμους τους, την Αλβανία τους, την καθημερινή σύγκρουση με την οικογένεια, με τους θεσμούς. Μια Αλβανία με πολλά ψυχικά θύματα, σ’ ένα έπος μέσα στους παγετώνες και τις εκπυρώσεις της καθημερινής ρουτίνας, της εγκλώβισης σε μια ζωή πλαισιωμένη, σχεδόν δοσμένη από τα πριν. Οι νέοι αντέδρασαν, όχι τόσο θεαματικά βέβαια όπως η αμερικάνικη νεολαία, ή αντιδρούν καθημερινά με κάθε τρόπο. Όμως πώς να νικήσουν έναν εχθρό που τους θίγει τα θυμικά μέσ’ από ‘να συναισθηματισμό και ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Υπήρξαν πατεράδες που προτίμησαν να παραδώσουν τους γιούς τους στην Ασφάλεια και να ‘ναι φυλακή παρά να διαμορφώνουν ελεύθεροι μια γνώμη ανάμεσα σε άλλους μιας ομάδας αριστερών ή διαφορετικών κοινωνικών ή πολιτικών συμπεριφορών. Κάτι τέτοια τραγικά δεδομένα και άλλα κωμικά συνδράμουν στο να υπάρξει επιτέλους μια συνειδητοποίηση ενός τέτοιου ανήλεου πολέμου που κάποια στιγμή πρέπει να αποχτήσει την έκβασή του. 
Τι σχέση έχει το Αυγό με όλα αυτά: Πάντα ένα αυγό έχει λειτουργικές ή μη σχέσεις με το τηγάνι των κοινωνικών συγκυριών. Αν εκκολαφτεί θα πηδήξει πάνω απ’ το τσιτσίρισμα και θα φύγει στον ορίζοντα. Ο κάθε αναγνώστης έχει ένα ανοιχτό ορίζοντα μέσα του, ας τον καταθέσει για τούτη τη διεκπεραίωση. Αργότερα μπορεί και να νοιώσει ότι το πουλί μέσα απ’ αυτό το αυγό, που πέταξε στον ορίζοντά του, ήταν η ίδια του η ψυχή. Αλλά και να μην το νοιώσει εμείς πάλι εδώ θα ‘μαστε να επιμένομε με διάφορους θρεπτικούς τρόπους στην ουτοπία μας. ΟΒΕΡ.


Υστερόγραφο
Δεν σας είπα το συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο έδωσε το πράσινο φως γι’ αυτή την έκδοση. Στεκόμουνα μία μέρα στον Εθνικό κήπο, στη λιμνούλα που είναι προς την είσοδο της Βασιλίσσης Σοφίας. Περίμενα να πιω νερό στις βρύσες. Δίπλα μου μια οικογένεια, ο μπαμπάς, η μαμά, η γιαγιά και τα δύο παιδιά. Ο πατέρας μάλλον εργαζόμενος, ίσως ιδιοκτήτης ενός μικρού επιπλοποιείου, με τη σχετική αναγκαία κοιλίτσα που σημαίνει εκτός του κρασιού απ’ το χωριό, και 4-5 μπύρες στο ψυγείο. Ενώ λοιπόν τα παιδιά πίνανε νερό, ο σπορέας τους γύρισε ξαφνικά και είπε στη γυναίκα του μισοθριαμβολογώντας: «το είδες; το είδες; ένα χρυσόψαρο, να ένα πράμα! Πετάχτηκε μέχρι κει πάνω απ’ το νερό. Να το ρίξεις αυτό στο τηγάνι, κάνεις μια τηγανιά μούρλια!!» Τζίζας! που λένε κι οι αγγλοφωνείς. Αιώνων πείνα; Βουλιμία από κεχτημένη ταχύτητα; Ο Παύλωφ εν θριάμβω; Πάντως δεν φαινόταν άνθρωπος πεινασμένος. Νοσηρό ανανακλαστικό; Βρέστε το και πάρτε το. 
Όπως και να ‘χει, έχω διαπιστώσει, ότι αυτός ο πειναλέος ωφελιμισμός κυριαρχεί στην ιδεολογία, την ψυχολογία και την ηθική αυτής της χώρας. 
Τα περιεχόμενα του 1ου τεύχους (1979)
Κι επειδή καμιά φορά μέσα σε όλα τούτα έχω παραισθήσεις νομίζοντας ότι είμαι ψάρι και μάλιστα μισοτηγανισμένο και νιώθω κάθε στιγμή ένα Δαμόκλειο τηγάνι κι έναν καλόγερο πεινάλα να με καρτερεί, είπα κι εγώ βουρ προκειμένου να χάσομε τ’ αυγά και τα πασχάλια μας, κι ας μην υπάρχει περίπτωση να απαντήσει στην ερώτηση: και μ’ αυτό εδώ θα σώσεις τον κόσμο ρε φίλε ναπουμ; Ο κόσμος ναπουμ θα σωθεί μόνος του. Κι εμείς κόσμος είμαστε και άτομα είμαστε και το … γνέφει σ’ αυτό το προπονιόμαστε και στο κάτω κάτω γινόμαστε και κομπλεξικοί άμα λάχει που λέει κι ο Α.Μ. κι εμείς θα σώσουμε τη μυθολογία και η μυθολογία θα σώσει τα ψάρια και το καλό θα σώσει το κακό και τανάπαλιν εσείς θα σωθείτε από μένα εγώ από σας και η ζωή και τα τρόφιμα θα σώνονται, ολοένα κατά προέκταση οι ιδεολογίες ως αντιστρόφως ανάλογα θα φαιδρύνονται θα ουρανοξύνονται και ο φιλόσοφος θα κρατάει το τηγάνι για να πέσει το χρυσόψαρο του εν λόγω εργαζόμενου και ο πραχτικός επιστήμων θα ρίχνει το λάδι κι ο Ηράκλειτος θ’ ανάβει τη γκαζιέρα ή την Ιζόλα αν προτιμάτε, και καλά κάναμε κι εμείς οι μικροί στο Ηράκλειο που λέγαμε: Η Σάντος Βραζιλίας την έφαε από τον Ολυμπιακό, ο Ολυμπιακός την έφαε από τον ΟΦΗ, ο ΟΦΗ από τον Εργοτέλη, ο Εργοτέλης από την ΕΓΟΗ Ηρακλείου, η ΕΓΟΗ από την ομάδα του χωριού Αρκαλοχώρι, άρα το χωριό Αρκαλοχώρι Ηρακλείου, ποδοσφαιρικά μιλώντας, νικάει τη Βραζιλία. Έπρεπε να μεγαλώσομε, να ωριμάσομε, για να καταλάβομε ότι οι μικροί έχουν πάντα δίκιο. Ας προχωρήσομε λοιπόν στα ενδότερα του Αυγού κι ας ελπίσομε ότι δεν θα αποτελέσουμε το λεμόνι ή άλλη γευστική διακόσμηση σ’ αυτή την κρύα κοινωνική σούπα αυγολέμονο που διαπλέουμε και που του μέγα μάγειρα από τα σλόγκαν στιλ: όλοι είμαστε παιδιά του Θεού, ειρήνη, αφοπλισμός, του κόπηκε τ’ αυγό και η μια τέτοια μοιραία διαλεχτική μάς έκανε τ’ αυγά καρύδες αλεξανδρινές και η διάροια ιδεών εγκαθίσταται ως αιθάλη πάνω απ’ την πρωτεύουσα του εαυτού μας και ζαλιζόμαστε και καίνε τα μάτια μας, κι αν γίνει κάποια στιγμή Μέγαρα – γιατί αιωνίως ο κοσμάκης δεν …βυζαίνει το δάχτυλο – δεν θα φταίει μόνο που ο Κρόνος μπήκε στον Αστερισμό του Δία και αν πάνε στα κομ…μάτ…ια οι κυβερνητικοί αιθαλομιχλείς εμείς θα προβούμε ευχαρίστως σ’ ένα σχετικό ρεπορτάζ περί τούτου και θα εφοδιάσομε όλους τους υπεύθυνους της μιζέριας μας με τουριστικά προσπέκτους για του διαβόλου τη μάννα, να ησυχάσουν οι άνθρωποι απ’ τις παρούσες τους σκοτούρες κι όλοι εμείς από υστερόγραφα τέτοιου βεληνεκούς. 
Στείλτε λοιπόν τις παρατηρήσεις, τις συμμετοχές, τις συνεργασίες, γραπτές, οπτικές, ακουστικές, ακόμα και τις συνεισφορές, τις διαφωνίες, τα πλεγμένα εγκόσμιά σας, την εχθρότητά σας, με τους πρέποντες δισταγμούς, τις αναγκαίες οικειότητες, το απαραίτητο …γνέθει σ’ αυτόν, και κατά τα άλλα ευτυχείτε.
Ο υπεύθυνος

Δημοσιεύτηκε στο www.musicpaper.gr

-------------------------------------------------------------------------------------------------
Με φουρτουνιάζει ο έρωτας (μουσική: Μάνος Λοϊζος, στίχοι - ερμηνεία: Μανώλης Ρασούλης. Από το δίσκο "Ναι στο ναι, ναι στο όχι")


Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

"...όσοι απ' ορμή νεανική, την άνοιξη με το αίμα τους πληρώνουν..."

Ο τραγουδοποιός Γιώργος Φραντζολάς
Στις πρόσφατες κυκλοφορίες δίσκων του Δεκεμβρίου - αν και σαφώς λιγότερες σε αριθμό από άλλες χρονιές - μπορεί κανείς να βρει ιδιαίτερα αξιόλογες εργασίες, είτε αυτές εκδόθηκαν από μεγάλες εταιρείες είτε από μικρότερες ανεξάρτητες παραγωγές. Ανάμεσά σε αυτές ξεχωρίζει ο καινούργιος δίσκος του Βαγγέλη Κοντόπουλου με τίτλο Όλα είναι αλλού, με βασικό ερμηνευτή τον Χρήστο Θηβαίο και τη συμμετοχή του Αλκίνοου Ιωαννίδη, του Μάκη Σεβίλογλου, της Μαρίας Λούκα και των On the road. Τα στοιχεία που καθιστούν τον δίσκο του Βαγγέλη Κοντόπουλου έναν από τους ωραιότερους που κυκλοφόρησαν το τελευταίο διάστημα, είναι αντικείμενο μιας άλλης, ξεχωριστής αναφοράς που αξίζει να γίνει κάποια στιγμή. Στο παρόν κείμενο, ο δίσκος Όλα είναι αλλού είναι μονάχα η αφορμή για να επισημάνουμε την ιδιαίτερη περίπτωση του Γιώργου Φραντζολά, που στη συγκεκριμένη εργασία υπογράφει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια. Και είναι αυτή η “καινούργια” ιδιότητα του Φραντζολά που μας γυρίζει πίσω, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όπου τον συναντάμε για πρώτη φορά με την ιδιότητα του τραγουδοποιού.
Το 1994, σε ανεξάρτητη παραγωγή του Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης φτάνει στα δισκοπωλεία ο πρώτος δίσκος του Γιώργου Φραντζολά με τίτλο Νύχτα από σεντέφι. Παρόλο που η πρώτη φορά που τον συναντάμε στη δισκογραφία είναι λίγα χρόνια πριν, με ένα τραγούδι σε δική του μουσική και στίχους της Χριστίνας Ματθαίου (Τα μεσημέρια τα καλοκαιρινά που βρίσκεται στον δίσκο του Θανάση Γκαϊφύλλια Βραδυάζει), η Νύχτα από σεντέφι είναι πρακτικά ο πρώτος κύκλος τραγουδιών με τον οποίο ο Φραντζολάς συστήνεται στο κοινό. Πρόκειται για μία καθαρά βορειοελλαδίτικη υπόθεση, μιας και ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο Studio Αγροτικόν στη Θεσσαλονίκη και τις ερμηνείες των τραγουδιών ανέλαβε η Μαρία Φωτίου με τη συμμετοχή του Θανάση Γκαϊφύλλια, της Λίας Τζιαμπάζη και της Παιδικής Χορωδίας Ξάνθης. Ο Γιώργος Φραντζολάς υπογράφει τη μουσική και τους στίχους στα 12 τραγούδια του δίσκου που σε γενικές γραμμές κινούνται πάνω σε λαϊκές φόρμες, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν λείπουν και οι “τζαζ” πινελιές που με αριστοτεχνικό τρόπο αναδεικνύει με τις ενορχηστρώσεις του ο Κώστας Βόμβολος, συνεπικουρούμενος από μία ομάδα άριστων μουσικών όπως ο Θοδωρής Ρέλλος στο σαξόφωνο και ο Φλώρος Φλωρίδης στο κλαρίνο.
Η Μαρία Φωτίου προσφέρει ίσως τις καλύτερες ερμηνείες της από την εποχή των Νέων Επιβατών, και ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας συμμετέχοντας μόλις σε 2 τραγούδια προλαβαίνει να δώσει το δικό του στίγμα σε ένα δίσκο που στην εποχή του πέρασε σχετικά απαρατήρητος. Τραγούδια όπως το Έρχεται η αγάπη, Νύχτα από σεντέφι, Έλα και πάρε με μαζί, και Μισό ποτήρι (ίσως το μοναδικό που μεταδόθηκε περισσότερο από τα ραδιόφωνα της εποχής), έδωσαν απ’ την αρχή το σαφές στίγμα της δημιουργίας του Φραντζολά: τραγούδια φτιαγμένα με έμπνευση και πρωτοτυπία, που μοναδικό τους προορισμό έχουν να τραγουδηθούν από παρέες, και που αφήνουν στον ακροατή μία γλυκιά αίσθηση καθαρού αισθήματος και αβίαστης ανάγκης για ανθρώπινη επικοινωνία μέσω του τραγουδιού.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1999, η Καίτη Κουλλιά ερμηνεύει τα καινούργια τραγούδια του Γιώργου Φραντζολά στο δίσκο Εδώ ξυπνούν τα όνειρα. Τις ενορχηστρώσεις των 11 τραγουδιών αναλαμβάνει η Ευανθία Ρεμπούτσικα, ενώ για ακόμα μία φορά σημαντικοί μουσικοί πλαισιώνουν την ορχήστρα: ο Θόδωρος Κοτεπάνος στο πιάνο, ο Πλούταρχος Ρεμπούτσικας στο τσέλο και στο ακορντεόν, ο Μιχάλης Διακογιώργης στα κρουστά και η Στέλλα Κυπραίου στην κιθάρα, είναι μερικά μόνο απ’ τα ονόματα που δίνουν ζωή στα τραγούδια. Και η Καίτη Κουλλιά, έχοντας στις αποσκευές της ένα πλούσιο και καλά δουλεμένο φορτίο με ρίζες στο παραδοσιακό τραγούδι, ερμηνεύει τις μουσικές και τα λόγια με ακρίβεια και την εσωτερική ένταση που τους ταιριάζει. Σε αυτή τη δεύτερη εργασία, ο Φραντζολάς φτιάχνει μελωδίες πιο χαμηλόφωνες σε σχέση με την πρώτη του δουλειά. Δεν απουσιάζουν κι εδώ οι λαϊκοί δρόμοι και ρυθμοί, όπως για παράδειγμα στο “βαλκανικό” Στου κόσμου την ανατολή, στο χασάπικο Στης νύχτας το μελάνι και στο τραγούδι που κλείνει τον δίσκο με τίτλο Τα όνειρα. Αυτή τη φορά όμως οι μελωδίες κρύβουν πιο πλούσιες αρμονίες και μοιάζει να κινούνται με περισσότερη άνεση στο χώρο αυτού που συνήθως αποκαλούμε «έντεχνο» τραγούδι. Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης συμμετέχει στο ομότιτλο Εδώ ξυπνούν τα όνειρα, ενώ στο δίσκο υπάρχει κι ένα τραγούδι σε στίχους ανώνυμου, προερχόμενοι από το χωριό Γκαλλιτσανό της Καλαβρίας.

Αξίζει να σταθούμε για λίγο στο σημείωμα του Γιώργου Φραντζολά στο εσώφυλλο του δίσκου:
«Λένε πως η θάλασσα είναι καθώς η ψυχή μας και η ψυχή, θάλασσα. Άλλοι πάλι λένε πως από τα δάκρυα των ανθρώπων έγινε η θάλασσα αλμυρή.
Τα τραγούδια ετούτα ταξιδεύουν μεσ’ του νερού τις φλέβες και αντικρύζουν τα άσπρο της μέρας να αναδύεται μέσα απ’ το πέλαγο.
Εδώ ξυπνούν τα όνειρα. Απ’ τα νερά της Αγια-Βαρβάρας στη Δράμα ως την άνοιξη του ’86 στο κάστρο της Μύρινας. Κι από κει στα Αγρίδια και στο Σχοινούδι της Ίμβρος, στο καράβι που χάθηκε στη Σάμο κι από κει αλλού. Στα λόγια υφαίνονται ακόμα ένα πλήθος μνήμες. Οι τόποι, τα πράγματα και τα πρόσωπα που νοτίζουν το μέσα πέλαγος με θαλπωρή.
Όποια παρηγοριά μου δόθηκε γράφοντάς τα, εύχομαι να συνοδεύει το άκουσμά τους.
Ξάνθη, 12 Ιανουαρίου ‘99»

Αυτές οι αναφορές του Γιώργου Φραντζολά στη θάλασσα και το υγρό στοιχείο που συναντάμε στο παρόν κείμενο, θα τον ακολουθήσουν επίμονα από δω και στο εξής σε στιχουργικό επίπεδο στην – κατά τα άλλα σποραδική – μετέπειτα παρουσία του στη δισκογραφία. Αν και μετά τον δίσκο Εδώ ξυπνούν τα όνειρα δεν τον συναντάμε μέχρι και σήμερα με δικούς του ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών, βρίσκουμε ορισμένα ακόμα τραγούδια του σε προσωπικούς δίσκους ερμηνευτών.
Την επόμενη χρονιά η Αφεντούλα Ραζέλη ερμηνεύει 2 τραγούδια (Με γυρίζεις, Και το βράδυ ουζάκι) στον δίσκο Στη φωτιά να ρίχνεις μέλι, ενώ το 2004, και πάλι η Καίτη Κουλλιά ερμηνεύει ακόμα 2 τραγούδια του στον προσωπικό της δίσκο Η αγάπη λάθη συγχωρεί. Το ένα απ’ τα δύο είναι το Μισό ποτήρι που πρώτη ερμήνευσε η Μαρία Φωτίου στη Νύχτα από σεντέφι. Το δεύτερο, είναι ίσως το μόνο τραγούδι του Γιώργου Φραντζολά που έμελε να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό.
Πρόκειται για τον Ωκεανό, που στο δίσκο παρουσιάζεται σε δύο εκδοχές, η μία περισσότερο ακουστική και η άλλη λίγο πιο “πειραγμένη” σε διασκευή των Micro. Το τραγούδι βρήκε μεγάλη ανταπόκριση μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών, αν και όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, λίγοι γνώρισαν και εξακολουθούν να γνωρίζουν ποιος είναι ο δημιουργός του. Από κει και μετά, ακολουθεί ένα διάστημα 7 χρόνων που απουσιάζει απ’ τη δισκογραφία, μέχρι και την πρόσφατη κυκλοφορία τού Όλα είναι αλλού όπου για πρώτη φορά τον συναντάμε αποκλειστικά στο ρόλο του στιχουργού.
Η ιδιότητα του εκπαιδευτικού (καθηγητής Λυκείου στην Ξάνθη) και του δοκιμιογράφου, δεν εμπόδισε τον Γιώργο Φραντζολά να διαγράψει μέχρι τώρα μία αξιόλογη – αν και παραγωγικά μικρή – πορεία στην ελληνική δισκογραφία. Ξεκινώντας ως συνθέτης, έπειτα ως τραγουδοποιός και πρόσφατα ως στιχουργός, η γραφή του τόσο στο μουσικό όσο και στο στιχουργικό πεδίο έχει τη φρεσκάδα της δημιουργίας με υλικά που η πηγή τους μοιάζει να αναβλύζει μέσα απ’ τις παρέες και τη συλλογική εμπειρία. Τραγούδια απαλλαγμένα από τα κλειστοφοβικά σύνδρομα που ταλαιπωρούν σε επίπεδο θεματολογίας το ελληνικό τραγούδι εδώ και δύο δεκαετίες, ο Φραντζολάς, ως γνήσιος ερασιτέχνης του τραγουδιού (με την έννοια του εραστή της Τέχνης, και όχι του ημιμαθούς που πασχίζει να μοιάσει στα είδωλά του), διατηρεί την πολυτέλεια να εμφανίζεται στη δισκογραφία όποτε οι συνθήκες ή/και η έμπνευσή του το επιτρέπουν.

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο www.musicpaper.gr

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

“Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι, το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά…”


Συνέντευξη του Μιχάλη Νικολούδη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο (τεύχος 164) τον Οκτώβριου του 2009. Αφορμή για τη συζήτηση ήταν ο δίσκος Αρμενιστής που μόλις είχε κυκλοφορήσει.


συνέντευξη στον Μάκη Γκαρτζόπουλο

Για περισσότερα από 15 χρόνια, ο Μιχάλης Νικολούδης φωτογραφίζει μουσικά τοπία και τα καταγράφει σε προσωπικούς δίσκους και συλλογές που ταξιδεύουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Από την Αιολία στη Σαϊτάμα, το ταξίδι μοιάζει να έχει πολλές στάσεις, και ακόμα περισσότερους προορισμούς.


Σε ένα δισκογραφικό περιβάλλον όπου κυριαρχεί το τραγούδι, για ποιο λόγο επιμένετε να παρουσιάζετε εργασίες που περιλαμβάνουν αποκλειστικά οργανικά κομμάτια;
Η οργανική μουσική είναι ένα κομμάτι της δισκογραφίας που το υπηρετώ αρκετά χρόνια. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι απευθύνεσαι σ’ έναν κόσμο που εκτός απ’ τα τραγούδια ακούει και οργανική μουσική και θεωρώ ότι, όταν δεν υπάρχει ο στίχος, η μουσική μπορεί και επικοινωνεί με τον ακροατή βαθύτερα. O κάθε ένας που ακούει ένα κομμάτι οργανικό, φαντάζεται και φτιάχνει το δικό του σενάριο. Εάν μπορέσεις και συγκινήσεις τον ακροατή σου, η συγκίνηση αυτή είναι βαθύτερη. Κατά καιρούς γράφω και κάποια τραγούδια, αλλά κυρίως ασχολούμαι με τη σύνθεση οργανικών κομματιών. Νομίζω ότι έχω κάποιο κόσμο που με παρακολουθεί, οπότε, είμαι ικανοποιημένος καλλιτεχνικά.

Πως θα ορίζατε τα μουσικά τοπία του καινούργιου σας δίσκου, του Αρμενιστή;
Τα τοπία είναι θαλασσινά. Ο Αρμενιστής, το λέει και η λέξη, είναι αυτός ο οποίος αρμενίζει, αυτός που ταξιδεύει τη θάλασσα με τη δύναμη των πανιών. Είναι όμως και αυτός που επιλέγει να ταξιδέψει με πανιά, με τη δύναμη του αέρα, που εκμεταλλεύεται δηλαδή τη δύναμη της φύσης. Είναι ένας αναζητητής που δεν βάζει μπροστά τη μηχανή για να πάει στον προορισμό του. Γι’ αυτόν η ουσία είναι το ταξίδι και όχι το να φτάσει στον προορισμό. Και, εάν το μεταφέρεις κάπως, μπορεί να πει κανείς ότι κι εμένα με ενδιαφέρει αυτό καθαυτό το ταξίδι της ζωής και όχι ο προορισμός. Και αυτό νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη γοητεία.

Ακόμα και από τον τίτλο του δίσκου, δημιουργείται η εντύπωση ότι πραγματοποιείτε μια επιστροφή στην πρώτη σας δισκογραφική δουλειά, την Αιολία.
Ο Αρμενιστής περιέχει κομμάτια τα οποία έρχονται από το 1995 μέχρι το 2007. Πρόκειται για ένα μάζεμα από μουσικές που έχουν ενταχθεί σε διάφορες συλλογές που κυκλοφόρησαν και στο εξωτερικό, και όπως είναι φυσικό, έχει απόλυτη συγγένεια τόσο με την Αιολία όσο και με μεταγενέστερες δουλειές, μιας και είναι νέες εκτελέσεις των κομματιών αυτών.

Τι ανταπόκριση έχουν οι συλλογές που σκοπό έχουν να προωθήσουν την ελληνική μουσική και σε άλλες χώρες;
Έχω την τύχη δικά μου κομμάτια να κυκλοφορούν από την Ευρώπη μέχρι την Ιαπωνία. Ιδιαίτερα ένας δίσκος που λέγετε Deza Vu, κυκλοφορεί ακόμα και στην Ιαπωνία και στην Κορέα. Επίσης, δικοί μου δίσκοι κυκλοφορούν στην Ευρώπη, ευρύτατα, θα έλεγα, για το είδος αυτό. Υπάρχει σαφής ανταπόκριση του κόσμου σε αυτή την προσπάθεια, και νομίζω ότι τα πράγματα αργότερα θα πάνε ακόμα καλύτερα, όσον αφορά το να βγαίνει με αξιώσεις η ελληνική μουσική παραγωγή στο εξωτερικό.

Προκρίνονται μόνο προσεγμένες παραγωγές;
Είναι επόμενο να βγαίνουν και πράγματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτό που θα ‘πρεπε να είναι. Είναι μία λογική εξέλιξη, μέσα στους νόμους της παραγωγής. Στο παρελθόν έχουνε γίνει και πολύ σοβαρά εγκλήματα σ’ αυτόν τον τομέα, ειδικά κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80, με τους λεγόμενους τότε τουριστικούς δίσκους. Οι δίσκοι αυτοί περιελάμβαναν 10 – 15 μεγάλες ελληνικές επιτυχίες, από Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο, κ.α., οι οποίες είχαν διασκευαστεί άρπα κόλλα με σκοπό να καλύψουν όλα τα νησιά και τα σημεία πώλησης προς τους τουρίστες, και βεβαίως να κάνουν και εξαγωγές. Αντίθετα, εάν δείτε της ίδιας εποχής δίσκους άλλων χωρών που κυκλοφόρησαν για τους ίδιους λόγους, όπως της Ισπανίας ή της Τουρκίας, θα δείτε ότι οι παραγωγές αυτές ήταν πάρα πολύ προσεγμένες. Κι έτσι έχουμε ένα φαινόμενο σήμερα, όπου ένας τουρίστας ή ένας ξένος θεωρεί ότι η ελληνική μουσική είναι μόνο σουβλάκι – τζατζίκι – ρετσίνα. Είναι πολύ καλό το φολκλόρ, αλλά, ελληνική μουσική δεν είναι μόνον αυτό! Ευτυχώς που υπήρξε ο μέγας Χατζιδάκις και έκανε το Χαμόγελο της Τζοκόντα, αυτό το αριστούργημα, το οποίο ήρθε και διόρθωσε κατά κάποιο τρόπο την εικόνα, ότι, ελληνική μουσική δεν είναι μόνο ένα ξερό μπουζούκι που παίζει τη μελωδική γραμμή κάποιας επιτυχίας, αλλά είναι κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό.


Σε αυτή την περιπέτεια με την οργανική μουσική, νιώθετε με κάποιους μουσικούς να έχετε ιδιαίτερη “συγγένεια”;
Υπάρχει μεγάλος κύκλος Ελλήνων και ξένων μουσικών που είμαστε, ας το πούμε, συγγενείς, όσον αφορά την προσπάθεια. Θα σας πω για μουσικούς που γνωρίζω και προσωπικά, όπως ο Rene Aubry από τη Γαλλία, από την Τουρκία ο Omar Faruk Tekbilek με τον οποίο έχω συνεργαστεί, από τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου οι Bustan Abraham, ένα σπουδαίο συγκρότημα, ο Zohar Fresco. Αλλά και από την Ελλάδα, θα ‘λεγα τον Ross Daily με τον οποίο έχω επίσης συνεργαστεί, ο οποίος κάνει άλλου είδους μουσική από εμένα και από τους υπόλοιπους, όμως ανήκει σίγουρα σ’ αυτή την κατηγορία, τον Σταύρο Λάντσια που έχει κάνει σπουδαία δουλειά, τον Δημήτρη Παπαδημητρίου που επίσης είχε κάνει πολύ σπουδαίες εγγραφές, και ένα σωρό άλλους που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Συναντιέστε συχνά μαζί τους στη σκηνή ή στη δισκογραφία;
Έχω συναντηθεί με αρκετούς, όχι με όλους. Δισκογραφικά, συναντιόμαστε στα ράφια των δισκοπωλείων και ενδεχομένως και σε κάποια ραδιόφωνα.

Σας έχει τύχει να χρησιμοποιηθεί μουσική σας χωρίς τη δική σας συγκατάθεση για εμπορικούς σκοπούς, όπως για παράδειγμα να ακούγεται σαν μουσική επένδυση σε κρουαζιερόπλοια, ασανσέρ εμπορικών κέντρων ή super market;
Έχω μια σχετική εμπειρία όπου, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί, έχουν πάρει μουσική μου κάποιοι σκηνοθέτες και την έχουν βάλει σε διάφορα ντοκιμαντέρ αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στην τηλεόραση, όχι όμως αυτού του περιεχομένου που αναφέρατε. Για παράδειγμα, κάπου σε ένα νησί, κάποιος είχε ένα φούρνο και έβαζε μια δικιά μου μουσική διαφημίζοντας την επιχείρησή του. Φυσικά, δεν έκανα κάτι. Νομίζω ότι το να επιτεθείς νομικά στον φούρναρη του χωριού είναι λίγο γκραν γκινιόλ. Αν είναι μια μεγάλη εταιρεία, ναι, γιατί όχι.

Έχετε ασχοληθεί με μουσική για τον κινηματογράφο ή το θέατρο;
Όχι. Ποτέ και καθόλου. Έχω κάνει κάποια ντοκιμαντέρ, αλλά δεν έτυχε ποτέ να συνεργαστώ για κάποια ταινία ή κάποια θεατρική παράσταση. Εμένα με ενδιέφερε πάντα κάτι τέτοιο˙ απλώς, δε συνέβη.

Υπάρχουν δυσκολίες για έναν μουσικό να εκδώσει σήμερα τη δουλειά του;
Όχι, δεν υπάρχουν. Είναι πολύ φθηνότερη η παραγωγή ενός cd σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Το κόστος παραγωγής έχει πέσει, όπως ακριβώς έχει πέσει η αξία όλης της νέας τεχνολογίας. Απ’ την άλλη μεριά, ένας νέος μουσικός έχοντας την ευκολία να κάνει ένα καινούργιο cd και να το παρουσιάσει μέσα από άλλα μέσα, όπως το internet και ειδικά το myspace, είναι πιο εύκολο να φτάσει στον κόσμο. Αυτό είναι ένα ατού αλλά ταυτόχρονα είναι και πρόβλημα διότι, επειδή ακριβώς βγαίνουν εκατοντάδες ηχογραφήσεις στον αέρα μέσω αυτής της νέας τεχνολογίας, είναι πολύ πιο δύσκολο να φτάσει στον ακροατή, μιας και θα πρέπει να ανακαλύψει καινούργιες δουλειές ερευνώντας μέσα από χιλιάδες ίσως και εκατομμύρια νέες προτάσεις. Όπως είναι και αυτό το μπουκάλι στο εξώφυλλο του Αρμενιστή, που πρέπει κάποιος να το βρει και να το ανακαλύψει. Εγώ βέβαια, ομολογώ ότι έχω ένα πλεονέκτημα έναντι ενός νέου ανθρώπου, επειδή με ξέρει μία μερίδα του κοινού. Έχω ενδεχομένως περισσότερες πιθανότητες να ακούσουν τη δουλειά μου, σε αντίθεση με έναν καινούργιο δημιουργό.

Ποια είναι η διαδικασία στην οποία μπαίνει ένας μουσικός για να ξαναδουλέψει ένα παλιότερο δικό του υλικό;
Είναι λίγο περίεργο. Ποτέ το αποτέλεσμα δεν είναι όμοιο μ’ αυτό που έχεις αρχικά ηχογραφήσει. Ακούς κάτι παλιό και πολλές φορές δεν θες να το πειράξεις, γιατί η ηχογράφηση ενός μουσικού θέματος ή ενός τραγουδιού είναι ζυμωμένο με την εποχή εκείνη, με το χρόνο. Το ξανακάνεις καινούργιο και είναι κάτι άλλο. Καλύτερο ή χειρότερο, δεν έχει σημασία, πάντως είναι κάτι άλλο. Κατά έναν περίεργο τρόπο, κάποιες παλιότερες ηχογραφήσεις, ανήκουνε τόσο πολύ στον χρόνο που, άμα τις ξανακάνεις σήμερα μπορεί και να αποτύχουν. Να είναι δηλαδή ηχοληπτικά, τεχνικά αρτιότερες, μα ποτέ να μη φτάσουν αυτό που ήτανε στην πρώτη τους μορφή. Είναι μία φωτογραφία της στιγμής, ένα πάγωμα του χρόνου. Αυτή η φωτογράφιση, είναι γεγονός συγκλονιστικό. Έπρεπε να ωριμάσω για να αντιληφθώ τη φωτογραφία του χρόνου μέσω ενός ηχογραφήματος.

Όταν ολοκληρώνετε μια μουσική ή ένα τραγούδι, έχετε αίσθηση της σημαντικότητας της φωτογραφίας που αποτυπώσατε εκείνη τη στιγμή;
Όχι, σε καμία περίπτωση. Για παράδειγμα, τον Ήλιο Θεό τον έγραψα το ’94, το τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς στο στούντιο, μάς άρεσε, και τέλος. Το ότι αυτό το τραγούδι πέρασε και έμεινε στο χρόνο, το ότι το πήρανε οι χειριστές των μαχητικών αεροσκαφών και το έκαναν, ας το πούμε, τραγούδι τους, ή το ότι ακόμα και ο στίχος “σαν το σύννεφο φεύγω πετάω” γράφτηκε στον τάφο του άτυχου παιδιού που σκοτώθηκε στις επιχειρήσεις στο Αιγαίο, δεν ήταν δυνατόν να το φανταστώ ποτέ. Σήμερα που μιλάμε, όταν ακούω για παράδειγμα τον Ήλιο Θεό απ’ το ραδιόφωνο, δεν έχω την αίσθηση ότι ανήκει σε μένα. Σα να έχει τη δική του υπόσταση, και νομίζω ότι έτσι το αισθάνονται όλοι όσοι έχουν γράψει κάτι και είχαν την τύχη να μείνει στο χρόνο. Το ότι αυτό το τραγούδι επιβιώνει στο χρόνο είναι γιατί το κάνει από μόνο του, εγώ δεν κάνω τίποτα, δεν μπορώ να προσφέρω κάτι.

Παρακολουθείτε τις συζητήσεις στο internet και τα blogs που αφορούν τη δουλειά σας;
Βεβαίως και τις παρακολουθώ, και μάλιστα έχει συμβεί αρκετές φορές να διαβάζω διάφορα πράγματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Βλέπω, για παράδειγμα, σε ένα blog για τον Ήλιο Θεό που λέγαμε, να αναφέρει κάποιος ότι το τραγούδι αυτό το έγραψε η γυναίκα του πιλότου που σκοτώθηκε στις επιχειρήσεις στο Αιγαίο. Έτσι το φαντάστηκε εκείνος! Κάπου αλλού διάβασα ότι το τραγούδι είναι παραγγελία της αεροπορίας. Ή κάποιος άλλος, προφανώς επηρεασμένος από το εξώφυλλο του δίσκου, έλεγε ότι αυτός που έγραψε την Αιολία, δηλαδή εγώ, ζει σε ένα φάρο. Είναι ωραία αυτά! Και βεβαίως, παρακολουθώ και τις κάθε λογής αντιπαραθέσεις σε διάφορες ιστοσελίδες. Γενικά, νομίζω ότι το internet είναι αυτό που τελικά θα επικρατήσει στην υπόθεση της μουσικής. Είναι μια ανοιχτή ελεύθερη κοινωνία ανταλλαγής απόψεων που δε χειραγωγείται, τουλάχιστον έτσι όπως το ξέρουμε εμείς.

Τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;
Αυτή την περίοδο κάνουμε κάποιες συναυλίες με τον Μιχάλη Κουμπιό. Παράλληλα, συνεργαζόμαστε και για κάποιες παραγωγές που είναι σε εξέλιξη. Πραγματοποιούμε, λοιπόν, μια “τρέλα”: ο Μιχάλης είχε το ‘79 – ‘80 ένα post-punk συγκρότημα που λεγόταν Κουμπότρυπες Α.Ε., με τους οποίους είχαν ηχογραφήσει ορισμένα τραγούδια. Έχουμε επιλέξει λοιπόν 12 – 13 τραγούδια εκείνης της εποχής που ηχογραφούμε ξανά αυτή την περίοδο, στα οποία εγώ θα έχω τον ρόλο του αφηγητή, του “τραγουδιστή”, εντός εισαγωγικών. Αυτό είναι σε εξέλιξη τώρα και πρόκειται να κυκλοφορήσει κατά τον Οκτώβριο. Κάποια από αυτά τα κομμάτια τα λέμε και στις συναυλίες που κάνουμε αυτή την εποχή.
Παράλληλα, έχουμε ξεκινήσει και μια δουλειά με τον Μιχάλη Μπουρμπούλη. Είμαστε σε μία διαδικασία όπου μελοποιώ τους στίχους του Μπουρμπούλη, και τα τραγούδια πρόκειται να τα πω εγώ στον δίσκο που θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη δουλειά, που δύσκολα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω. Για παράδειγμα, λέει σε κάποιο σημείο ο Μιχάλης: “Ένας που έπινε πολύ, είχε ένα μικροσκόπιο και κοίταζε την ύλη / στο τέλος έφτασε εκεί, που η ευθεία έγινε ίδια με την καμπύλη”, και στο ρεφρέν: “μη με ρωτάς αν σ’ αγαπώ, και μη μου συννεφιάζεις / βρες έναν κόσμο σταθερό, κι ύστερα με δικάζεις”. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πνεύματος των στίχων του Μιχάλη Μπουρμπούλη που δουλεύουμε αυτό τον καιρό.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

“…κι η στάχτη σκέπαζε το πρόσωπό σου κάθε πρωί”

Πλήρης ημερών έφυγε απ’ τη ζωή ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Αργύρης Κουνάδης. Γεννημένος το 1924 στην Κωνσταντινούπολη, σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών και από το 1949 συνέθεσε πλήθος έργων για το θέατρο, τον κινηματογράφο, μπαλέτα και μουσική δωματίου καθώς και όπερες, ενώ ανάμεσα στα άλλα υπήρξε μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου (ένα πλήρες βιογραφικό του Αργύρη Κουνάδη μπορεί να βρεις κανείς στην ιστοσελίδα musicpaper εδώ). Στο μεγαλύτερο μέρος της καλλιτεχνικής του πορείας ασχολήθηκε πρωτίστως με τη λόγια μουσική, εμπλουτίζοντας τις συνθέσεις του με πλήθος από στοιχεία της βυζαντινής, της παραδοσιακής μουσικής και του ρεμπέτικου. Στην ελληνική δισκογραφία εμφανίζεται κυρίως κατά τη δεκαετία του ’70 με έξι λαϊκούς δίσκους: Δεν περισσεύει υπομονή (1973), Ρόδα είναι και γυρίζει (1974), Το Ταξίδι (1975), Εν Αθήναις (1976), Made in Greece (1977), και Μακρινή γειτονιά (1982). Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει η Σωτηρία Μπέλλου, η Ελένη Βιτάλη, ο Αντώνης Καλογιάννης, η Τζένη Βάνου, η Ρένα Κουμιώτη, η Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου και πολλοί άλλοι.




Εκτός από τους παραπάνω λαϊκούς δίσκους που τον έκαναν γνωστό στο ευρύ κοινό, ο Αργύρης Κουνάδης ηχογράφησε και έναν κύκλο πέντε μελοποιημένων ποιημάτων του Γιώργου Σεφέρη από τη συλλογή Σχέδια για ένα καλοκαίρι, καθώς και τρία μελοποιημένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ο δίσκος εκδόθηκε το 1988 από κοινού με τον Γιώργο Κουρουπό με τον τίτλο Τραγούδια για φωνή και πιάνο, και εκτός από τα δύο έργα του Κουνάδη περιλάμβανε οκτώ τραγούδια του Κουρουπού σε ποίηση Λόρκα, ερμηνευμένα όλα από τον Σπύρο Σακκά και τον Κουρουπό στο πιάνο. Ειδικά τα πέντε μελοποιημένα ποιήματα του Σεφέρη από τα Σχέδια για ένα καλοκαίρι, απασχολούσαν τον Αργύρη Κουνάδη ήδη από το 1955, αναθεώρησε το έργο το 1961, για να φτάσει στην τελική του μορφή το 1981. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο κύκλο τραγουδιών στη μορφή των lieder, όπου ο Κουνάδης δανείζεται πολλά στοιχεία από το παραδοσιακό και λαϊκό τραγούδι για να φτιάξει ένα σύνολο αμιγώς λυρικών τραγουδιών. Μελοποιήσεις απαιτητικές, ίσως όχι τόσο από άποψη αρμονίας και ρυθμών, όσο περισσότερο για τα εκφραστικά μέσα που οφείλουν να επιστρατεύσουν οι ερμηνευτές (τραγουδιστής και πιανίστας) που θα τα αποδώσουν.
Η ηχογράφηση αυτή, όπως είναι φυσικό για την εγχώρια δισκογραφική αγορά, δεν είχε κανένα ιδιαίτερο εμπορικό αντίκτυπο και – εννοείται πως – δεν επανεκδόθηκε ποτέ σε ψηφιακή μορφή. Αποτελεί όμως μία ιδιαίτερη στιγμή ενός σπουδαίου Έλληνα δημιουργού, για τον οποίο θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι το έργο του να αποτιμηθεί από το ελληνικό κοινό και να πάρει τη θέση που του αξίζει στη σύγχρονη ελληνική δημιουργία. Μέχρι τότε, οι μελοποιήσεις του στα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη και του Κωνσταντίνου Καβάφη θα παραμένουν τα κρυφά διαμάντια που ευτυχώς μπόρεσαν να ηχογραφηθούν στα τέλη της δεκαετίας του ’80, για να τα ανακαλύπτουμε από τότε ξανά και ξανά, ως ένα από τα πιο ιδιαίτερα δείγματα μελοποιημένης ποίησης.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Κάποτε στην Κέρκυρα...

.
Θα μπορούσε να είναι κουίζ σε κάποια μουσική ραδιοφωνική εκπομπή: Που και πότε τραγούδησαν την ίδια βραδιά ο Βαγγέλης Γερμανός, η Κρίστη Στασινοπούλου, ο Ηλίας Λιούγκος, η Σόνια Θεοδωρίδου και η Τάνια Τσανακλίδου; Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου που ηχογραφήθηκε σε δίσκο; Έχει ερμηνεύσει ο Βασίλης Λέκκας τραγούδι του Χρήστου Κυριαζή ή του Πέτρου Δουρδουμπάκη;… και πολλές ακόμα ερωτήσεις που έχουν μία μονάχα απάντηση: τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας.
.

Οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού διοργανώθηκαν στην Κέρκυρα το Σεπτέμβριο του ‘81 και ’82 από το Μάνο Χατζιδάκι. Είχαν προηγηθεί το ‘79 οι Μουσικές Γιορτές των Ανωγείων, και το ’80 και ’81 ο Μουσικός Αύγουστος στο Ηράκλειο της Κρήτης, δύο απ’ τις σημαντικότερες πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν όσο ο Χατζιδάκις ήταν διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Αξιοποιώντας τις δυνατότητες που του έδινε η θέση του στο Τρίτο, θέλησε να “πραγματοποιήσει τις ακριβές καφενειακές του ιδέες”¹, ανοίγοντας εκ βαθέων συζητήσεις που αφορούσαν τόσο την παράδοση, με τις Μουσικές Γιορτές και τους Αγώνες Λύρας στα Ανώγεια, όσο και τις σύγχρονες μουσικές τάσεις, προσκαλώντας στα πλαίσια του Μουσικού Αύγουστου καλλιτέχνες διεθνούς φήμης όπως ο Astor Piazzolla, ο Nicola Piovani και η Gizela May. Μέσα στα πλαίσια αυτών των αναζητήσεων, η διοργάνωση από μεριάς του Χατζιδάκι ενός μουσικού διαγωνισμού που σκοπό θα είχε την προβολή νέων δημιουργών στο χώρο του τραγουδιού, έμοιαζε σχεδόν αναπόφευκτη.

.
Κατά την προκριματική φάση οι ενδιαφερόμενοι έστελναν μέχρι δύο ηχογραφημένα τραγούδια στο Τρίτο Πρόγραμμα. Μετά την διαδικασία της τελικής επιλογής, οι δημιουργοί που είχαν προκριθεί ενημερώνονταν για το εάν θα συμμετείχαν στους Αγώνες με το ένα ή και τα δύο τραγούδια τους. Την τηλεφωνική ενημέρωση στους υποψηφίους την έκανε ο ίδιος ο Χατζιδάκις, προς μεγάλη έκπληξη των νεαρών που βρίσκονταν στην άλλη μεριά της γραμμής! Την πρώτη χρονιά προκρίθηκαν 30 τραγούδια ενώ τη δεύτερη διαγωνίστηκαν 25, από τα οποία, και στις δύο περιπτώσεις, βραβεύτηκαν τα τρία πρώτα. Αξίζει να αναφερθούν μονάχα ορισμένα από τα ονόματα όσων συμμετείχαν στις κριτικές επιτροπές των δύο ετών, για να καταλάβουμε αμέσως και τα κριτήρια με τα οποία έγιναν οι βραβεύσεις, ξεκινώντας από τους πρώτους Αγώνες του 1981: Νίκος Γκάτσος, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Κουρουπός, Διονύσης Σαββόπουλος, κ.α., ενώ την επόμενη χρονιά στην επιτροπή συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Γιώργος Κουρουπός, ο Σπύρος Σακκάς, ο Μίνως Αργυράκης, η Άλκη Ζέη και ο Νίκος Ασλάνογλου. Αμέσως γίνεται αντιληπτό το μέγεθος και η σημασία που έπαιρναν οι Αγώνες Τραγουδιού, όχι μονάχα εξαιτίας της ακτινοβολίας του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και των σημαντικών προσώπων του πολιτισμού και των τεχνών που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του και συμμετείχαν στη διαδικασία διάκρισης νέων τραγουδοποιών. Οι Αγώνες δεν ήταν ένα ακόμα Φεστιβάλ τραγουδιού. Ούτε βεβαίως ένας διαγωνισμός που εξασφάλιζε στους νικητές συμβόλαια με δισκογραφικές εταιρείες και εφήμερη προβολή. Τότε, τι ήταν; Τι διαφορετικό πρέσβευαν και ποια ανάγκη τους γέννησε;

1981. Τα μέλη της επιτροπής

Στην προσπάθειά μας να δώσουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, αλλά κυρίως, να αφουγκραστούμε την εποχή και την σπουδαιότητα των Αγώνων Ελληνικού Τραγουδιού, συζητήσαμε με ορισμένους από τους πρωταγωνιστές των δύο εκείνων ετών που με το λόγο τους φώτισαν τα “έργα και τις ημέρες” της Κέρκυρας. Το παρόν κείμενο δε θα είχε το ίδιο περιεχόμενο δίχως τις πολύτιμες καταθέσεις των – αλφαβητικά – Σαβίνας Γιαννάτου, Χάρη Καβαλλιεράτου, Πάνου Κατσιμίχα, Ηλία Λιούγκου, Γιώργου Μακρή, Βασίλη Νικολαΐδη, Σταύρου Παπασταύρου, Ηρακλή Πασχαλίδη, και Ηδύλης Τσαλίκη. Τους ευχαριστούμε θερμά.
.
.
Οι Αγώνες ήταν το πρόσχημα²


Η διοργάνωση των Αγώνων ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα που απαιτούσε να ξεπεραστούν πολλές και σοβαρές οργανωτικές δυσκολίες, από την διαδικασία πρόκρισης των τραγουδιών ανάμεσα σε δεκάδες κασέτες που κατέφθαναν στην διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος, μέχρι τις πρόβες της ορχήστρας και τον συντονισμό των νεαρών διαγωνιζομένων που θα συγκεντρώνονταν για ένα τριήμερο στην Κέρκυρα. Ένα τέτοιο εγχείρημα χρειαζόταν και ένα πολύ σοβαρό κίνητρο για να αξίζει να πραγματοποιηθεί. Ο Βασίλης Νικολαΐδης πιστεύει ότι “ο Χατζιδάκις έκανε τους Αγώνες κατ’ αρχήν για να ικανοποιήσει τη δική του περιέργεια. Να ανακαλύψει τι υπάρχει στις παρυφές της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και παράλληλα να δώσει ένα βήμα στους νέους δημιουργούς που δεν έβρισκαν τον τρόπο να δημοσιοποιήσουν τα τραγούδια τους”. Αυτός είναι και ο λόγος που συναντάμε τελείως ετερόκλητα τραγούδια και τις δύο χρονιές των Αγώνων. Πολλά από αυτά πλησιάζουν σε εξαιρετικό βαθμό την αισθητική του Χατζιδάκι, υπάρχουν όμως και αρκετά που απέχουν πολύ από τις φόρμες τού τραγουδιού του. Αυτή όμως ήταν και η γοητεία του εγχειρήματος. Μεταξύ των ρεμπέτικων κομπανιών που την εποχή εκείνη ήταν της μόδας, και των ροκ συγκροτημάτων που ξεφύτρωναν σε κάθε συνοικία, η Κέρκυρα επενέβη δραστικά και φανέρωσε μια δυναμική στο ελληνικό τραγούδι που έμενε στη σκιά και αναζητούσε τρόπους να εκφραστεί.
Παράλληλα, οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού ήταν και μία έμμεση απάντηση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που ούτως ή άλλως διένυε τα χρόνια της παρακμής του. Κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα της αισθητικής που κληρονόμησε από τη δικτατορία, εξακολουθούσε και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 να αντιμετωπίζει το τραγούδι με τρόπο επιδερμικό και ανώδυνο, αδυνατώντας ουσιαστικά να παρακολουθήσει την εξέλιξή του. Αυτή η “λαμέ” αισθητική, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ηρακλής Πασχαλίδης, απουσίαζε πλήρως από τους Αγώνες της Κέρκυρας. Και εξηγεί: “εάν παρατηρήσει κανείς ακόμα και την εμφάνιση των συντελεστών και των διαγωνιζομένων τις βραδιές των Αγώνων θα διαπιστώσει ότι, από τον παρουσιαστή που ήταν ο Άρης Δαβαράκης, μέχρι την ορχήστρα και τον ίδιο τον Χατζιδάκι, η εικόνα που προβάλλονταν δεν είχε τίποτα κοινό με τις λαμπερές τουαλέτες και τα φράκα των παρουσιαστών και τις ορχήστρας του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης”. Η διαφορετικότητα των Αγώνων εκφραζόταν ακόμα και μέσα από τη μορφή παρουσίασης του διαγωνισμού. Στην Κέρκυρα αναζητήθηκε η ουσία του τραγουδιού και όχι η εικόνα του. Αυτός είναι και ο λόγος που στο κάλεσμα της ανταποκρίθηκαν νέοι μουσικοί που δε θα είχαν καμία ελπίδα συμμετοχής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και που βεβαίως δεν τους αφορούσε ο συγκεκριμένος τρόπος προβολής των τραγουδιών τους.
Οι Αγώνες λοιπόν, ήταν μονάχα ένα πρόσχημα˙ ήταν το όχημα που φιλοδοξούσε, όπως αναφέρει και ο Μάνος Χατζιδάκις, “να συγκεντρώσει αληθινά και αυστηρά επιλεγμένα τραγούδια καινούργιων ανθρώπων – νέων στο περιεχόμενο και στους οραματισμούς – που να εκπροσωπούν πραγματικά την ευαισθησία μας και όχι μιαν αυθαίρετη εγωπαθή ελληνικότητά μας”³. Αυτός είναι και ο λόγος που στη συνείδηση του κοινού, ακόμα και 28 χρόνια μετά, οι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού δεν έχουν καταχωρηθεί σαν ένας ακόμα διαγωνισμός με ακριβά χρηματικά έπαθλα στους νικητές και δισκογραφική συνέχεια μονάχα για εκείνους που βραβεύτηκαν. Ό,τι είχε προηγηθεί ως προσπάθεια ανάδειξης και προώθησης νέων προσώπων στο ελληνικό τραγούδι, απέχει πολύ από τη φιλοσοφία με την οποία οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν οι Αγώνες της Κέρκυρας. Και βεβαίως, σε καμία περίπτωση δε συγκρίνονται και με ότι ακολούθησε: τα κάθε λογής τηλεοπτικά talent shows με τους παρουσιαστές – σταρ, τις κριτικές επιτροπές που αποτελούνται από ανθρώπους που ελάχιστη σχέση έχουν με το τραγούδι, και τους διαγωνιζομένους που ανέχονται να μπαίνουν σε μια ψυχοφθόρα διαδικασία ανταγωνισμού στο όνομα μιας λαμπρής καριέρας και της πιθανότητας υπογραφής συμβολαίων με δισκογραφικές εταιρείες. Φωτεινές εξαιρέσεις από την Κέρκυρα και μετά είναι οι Πρώτοι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας που διοργανώθηκαν το 1991 επίσης από τον Μάνο Χατζιδάκι και ήταν η “συνέχεια” της Κέρκυρας, καθώς και οι Ακροάσεις της Μικρής Άρκτου που διοργανώνονται περίπου κάθε δύο χρόνια από το 2002 μέχρι και σήμερα από τον Παρασκευά Καρασούλο.










.
Κέρκυρα 1981: Γιώργος Μακρής, Ηδύλη Τσαλίκη, Βασίλης Νικολαΐδης

.
Τα πρόσωπα της Κέρκυρας και η εποχή

Όπως είναι φυσικό, το ισχυρότερο κίνητρο για να στείλει κανείς τα τραγούδια του με την ελπίδα να συμμετάσχουν στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, ήταν ο διοργανωτής και τα μέλη της κριτικής επιτροπής. Ο Σταύρος Παπασταύρου θυμάται: “η όποια επιφυλακτικότητά μου που είχε να κάνει με τα πάσης φύσεως φεστιβάλ και διαγωνισμούς, διαλύθηκε από την πιθανότητα να κριθούν τα τραγούδια μου από τον Χατζιδάκι και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής. Αυτό ήταν ένα βαρόμετρο, το μοναδικό κίνητρο”. Στο ίδιο πνεύμα, η Σαβίνα Γιαννάτου τονίζει ότι “η διαφορά των Αγώνων της Κέρκυρας ήταν καθαρά ποιοτική, και αυτό ήταν που τους διαφοροποιούσε από οποιοδήποτε άλλο φεστιβάλ ή διαγωνισμό”, και ο Ηλίας Λιούγκος επισημαίνει: “είναι πολύ μεγάλο ζήτημα να ξέρει κανείς να αξιολογεί τη μουσική και να διακρίνει τη σημασία της. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε το χάρισμα και τη γνώση να διαλέγει ένα καλό τραγούδι”.
.
Οι Αγώνες σύστησαν στο κοινό μια σειρά νέων τραγουδοποιών, πολλοί απ’ τους οποίους είχαν συνέχεια και κατέθεσαν σημαντικές δισκογραφικές δουλειές τα χρόνια που ακολούθησαν. Αυτή είναι ακόμα μία σημαντική διαφορά των Αγώνων της Κέρκυρας και του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης των χρόνων μετά τη δικτατορία. Ενώ το Φεστιβάλ ήταν ένας ετήσιος θεσμός που είχε στη διάθεσή του την κρατική υποστήριξη και τα ανάλογα κεφάλαια, δεν κατάφερε μετά από τόσα χρόνια να αναδείξει ανθρώπους που να παραμείνουν ενεργοί στα μουσικά πράγματα. Αντίθετα, οι Αγώνες της Κέρκυρας, αν και πραγματοποιήθηκαν μονάχα για δύο χρονιές, μάς σύστησαν έναν αξιόλογο αριθμό σημαντικών καλλιτεχνών, πολλοί από τους οποίους καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό τραγούδι στα επόμενα χρόνια. Εκεί συναντάμε για πρώτη φορά τον Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα με το Μια βραδιά στο Λούκι, τρία χρόνια πριν εκδοθούν τα Ζεστά ποτά, καθώς επίσης και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου με τη Χελώνα, το πρώτο τραγούδι του που δισκογαφήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα των Αγώνων. Η Κέρκυρα μάς σύστησε επίσης τον Βασίλη Νικολαΐδη, τον Ηρακλή Πασχαλίδη, τους Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη και Αργύρη Αμίτση που αμέσως μετά δημιούργησαν τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, τον Κλέωνα Αντωνίου που σήμερα τον συναντάμε στους Mode Plagal, το Γιώργο Μακρή που μουσικά δραστηριοποιείται με το συγκρότημα ZOOlixoλίγο, τον Πέτρο Δουρδουμπάκη, τον Πάνο Τσαπάρα και πολλούς ακόμα.
.










Κέρκυρα 1982: Πάνος Κατσιμίχας, Σαβίνα Γιαννάτου - Θανάσης Μπίκος, Ηλίας Λιούγκους
.
.
Στην Κέρκυρα διαγωνίστηκαν επίσης δημιουργοί και ερμηνευτές που είχαν ήδη ενεργό συμμετοχή στη δισκογραφία, όπως ο Βαγγέλης Γερμανός που μόλις είχε εκδώσει Τα μπαράκια, ο Σταύρος Παπασταύρου που είχε στο ενεργητικό του τον δίσκο Ξάγρυπνη πόλη, ο Λάκης Παπαδόπουλος που συμμετείχε το ’81 με το τραγούδι Και θα χαθώ, και άλλοι. Παράλληλα, στους Αγώνες δόθηκε η ευκαιρία σε ορισμένους ερμηνευτές να εμφανιστούν και με την ιδιότητα του συνθέτη. Έτσι, συναντάμε το Νανούρισμα σε μουσική τού Ηλία Λιούγκου που αργότερα ερμήνευσε η Φλέρυ Νταντωνάκη, την κιθαρίστα Στέλλα Κυπραίου με το τραγούδι Και λες πως είναι Τρίτη σε στίχους του Κώστα Πολίτη, και τη Σαβίνα Γιαννάτου με το τραγούδι Αιώρα που επί σκηνής ερμήνευσε με τη συνοδεία του Θανάση Μπίκου στην κιθάρα. Ανάμεσα στους παραπάνω δημιουργούς, αξίζει να προσθέσουμε και μία σειρά νεαρών τραγουδιστών που κλήθηκαν να ερμηνεύσουν τραγούδια συνθετών που υμμετείχαν στο διαγωνισμό, όπως η Τάνια Τσανακλίδου, ο Βασίλης Λέκκας, η Ισιδώρα Σιδέρη, η Γιάννα Κατσαγιώργη, η Κρίστη Στασινοπούλου, η Σόνια Θεοδωρίδου και πολλοί άλλοι.
.

Χάρης Καβαλλιεράτος - Γιώργος Φιλιππάκης (αρχείο Χ. Καβαλλιεράτου)

.
Το γεγονός ότι όλα αυτά να νέα πρόσωπα συγκεντρώθηκαν αυτές τις δύο χρονιές στην Κέρκυρα, καταδεικνύει και την σημασία των Αγώνων που την εποχή εκείνη προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση και φανέρωσαν ένα κρυμμένο δυναμικό στο τραγούδι. Ο Γιώργος Μακρής αναφέρει χαρακτηριστικά: “δεν ξέρω αν θα βρισκόταν κάποιος άλλος τότε να ασχοληθεί με τραγούδια που δεν ακολουθούσαν την επικρατούσα για την εποχή φόρμα και διέφεραν από αυτά που επέλεγαν οι δισκογραφικές εταιρείες για να προωθήσουν”. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται, αρκεί να ξανακούσει κανείς τα περισσότερα από τα τραγούδια που διαγωνίστηκαν τότε στην Κέρκυρα και κυκλοφόρησαν σε δύο διπλούς δίσκους, για να διαπιστώσει πως, ακόμα και σήμερα ακούγονται το ίδιο σύγχρονα και πρωτότυπα. Τα τραγούδια αυτά υπήρχαν. Απλά, οι Αγώνες λειτούργησαν ως το κανάλι για να βρουν τον τελικό τους προορισμό, το κοινό. Και αυτή ακριβώς ήταν η μεγάλη επιτυχία τους.
.
Πως ήταν όμως η εποχή κατά την οποία γεννήθηκαν οι Αγώνες; Ο Πάνος Κατσιμίχας δίνει την ταυτότητα της μουσικής που κυριαρχούσε στην Ελλάδα: “από τη μία μεριά η ξένη, η Disco και το Νew Wave που μόλις είχε αρχίσει να εδραιώνεται σαν κατάσταση, και από την άλλη, πήγαινε να ξεφουσκώσει το αντάρτικο των μεταπολιτευτικών χρόνων, ενώ παράλληλα κυριαρχούσαν οι ρεμπέτικες κομπανίες και οι γνωστοί τραγουδιστές της εποχής, Πάριος, Αλεξίου, Νταλάρας κλπ”. Παράλληλα, στη διεθνή μουσική σκηνή, βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο την οποία περιγράφει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο η Ηδύλη Τσαλίκη: “σκεφτείτε ότι, το 1979 οι Pink Floyd έβγαλαν το The Wall, και το 1989 κέρδισαν τα βραβεία Grammy οι Milly Vanilly!”. Αναμφισβήτητα, η δεκαετία του ’80 ήταν μία από τις πιο καθοριστικές για την ελληνική αλλά και παγκόσμια μουσική σκηνή. Όσον αφορά ειδικά τα ελληνικά μουσικά πράγματα, μπορεί μεν να χαρακτηρίζεται από την εκρηκτική άνθιση της τραγουδοποιίας και μιας γενιάς νέων συνθετών που έφερε σημαντικές τομές στο τραγούδι, παράλληλα όμως ήταν η δεκαετία που επιβλήθηκε και τελικά επικράτησε ένας τρόπος διασκέδασης που βρήκε καταφύγιο στις μεγάλες πίστες εν μέσω σπασμένων πιάτων και μιας αισθητικής υποβάθμισης του τραγουδιού στο σύνολό του.
.
Οι συνθήκες στις οποίες δημιουργήθηκε αυτή η νέα κατάσταση στην ελληνική μουσική και το τραγούδι δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν μέσα σε λίγες γραμμές. Αξίζει όμως να έχουμε κατά νου αυτό που εύστοχα αναφέρει ο Βασίλης Νικολαΐδης: “η Κέρκυρα ήταν απλά ένα επεισόδιο σε αυτή τη μεταβατική εποχή, κατά την οποία το τραγούδι βρισκόταν στην αρχή μιας συστηματικής διαδικασίας ομογενοποίησης, που στην ουσία το αποστείρωσε από τη δυνατότητά του να αναπαράγεται”. Και ο Πάνος Κατσιμίχας συμπληρώνει: “Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Κέρκυρα ήταν σαν την μύγα μες στο γάλα. Ένα μικρό UFO που ήρθε, προσγειώθηκε για λίγο και έφυγε αθόρυβα για το Σείριο, το γενέθλιο τόπο του εμπνευστή της”. Αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος που μας αναγκάζει να θυμόμαστε είκοσι οκτώ χρόνια μετά τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού: η τόλμη που επέδειξε ο Μάνος Χατζιδάκις να αδιαφορήσει για τους κανόνες που επικρατούσαν στα μουσικά πράγματα και τη δισκογραφία της εποχής, και να ξεκινήσει έναν αγώνα προς ανακάλυψη νέων δημιουργών με περιεχόμενο και συγκεκριμένη αισθητική στο έργο τους.
.
.
Αντί επιλόγου


Για τον φινάλε αυτής της αναφοράς στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας, αρκεί μονάχα να δανειστούμε τον λόγο του Χάρη Καβαλλιεράτου: “στους Αγώνες επιλέχτηκαν τραγούδια όχι για να κολακέψουν τα αντανακλαστικά του αγοραστικού κοινού, μα όσα μέσα τους πήγε να ηχήσει το ακομπανιαμέντο εκείνο της πολύ προσωπικής ώρας, αυτού που βυθισμένος στον εαυτόν του αισθάνεται αίφνης ότι καλείται... Καλείται από τι, να κάνει τι; Να... τραγουδήσει... και το κάνει! Να τι είδους παρηγοριά είναι αυτή που μας αποζημιώνει...”
.
.

¹ Απόσπασμα από το «Βιογραφικό σε πρώτο πρόσωπο» (επίσημος διαδικτυακός τόπος www.manoshadjidakis.gr)
² Παράφραση του τίτλου του μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» (εκδόσεις Καστανιώτης, 1994).
³Από το σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι στο δίσκο με τα 30 τραγούδια από τους πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού το ’81.
.
.
.
.
.
.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο (τεύχος 164, Οκτώβριος 2009)
.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Ευγένιος Σπαθάρης 1924 – 2009

.
.
Ο καραγκιοζοπαίχτης, ο ζωγράφος, ο λαϊκός καλλιτέχνης.
Ο Ευγένιος Σπαθάρης τού θεάτρου σκιών, ο μακρινός “απόγονος” του Θεόφιλου και του Αριστοφάνη. Ο συνοδός των παιδικών μας χρόνων, τότε που η αυλή των Θαυμάτων του ευωδίαζε απ’ το άρωμα τού νυχτολούλουδου και της τριανταφυλλιάς, λίγο πριν ακουστεί ο ήχος από το καμπανάκι και ξεχυθούν οι σκιές πάνω στον μπερντέ.
Ο είρωνας, ο σατιρικός, ο βαθιά λαϊκός.

Φιγούρα κι ο ίδιος τού δικού του θεάτρου σκιών, διάφανος και σοφός σαν τον πρωταγωνιστή του, αλλάζοντας διαρκώς φωνές (πότε Καραγκιόζης, πότε Χατζηαβάτης, πότε Αγλαΐα), αναχώρησε χθες το βράδυ αφήνοντας όλα τα φώτα τού μπερντέ αναμμένα. Η μουσική της έναρξης των παραστάσεών του παρέμεινε στα ηχεία να παίζει ξέφρενα αναγγέλλοντας την τελευταία παράσταση, τη στιγμή που σε μία γωνιά ο Τσαρούχης ολοκλήρωνε το πορτραίτο τού πατέρα του, Σωτήρη Σπαθάρη, ο Χατζιδάκις τελείωνε ακόμα ένα Σχόλιο του Τρίτου με θέμα την Τέχνη του Καραγκιόζη, και ο Σαββόπουλος κούρδιζε την κιθάρα του για να κατηφορίσει προς το Κύτταρο.

Ας σταματήσουμε για λίγο ό,τι κι αν κάνουμε για ν’ ακούσουμε τον Δάσκαλο.
Ευγένιε, ένα “Ευχαριστώ” είναι πολύ λίγο…

.