Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

“Με μια άσπρη κιμωλία, κάνει κύκλους η ζωή...”

.
Τον συνθέτη Δημήτρη Μαρκατόπουλο, τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά το 1991, όταν συμμετείχε μαζί με τον στιχουργό Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο στους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού» στην Καλαμάτα που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις (κατά κάποιο τρόπο, ήταν η αναβίωση των θρυλικών «Αγώνων Ελληνικού Τραγουδιού» που είχε διοργανώσει και πάλι ο Χατζιδάκις το ’81 και ’82 στην Κέρκυρα). Η συμμετοχή τους στους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού» και η γνωριμία τους με τον Μάνο Χατζιδάκι, οδηγεί τους δύο δημιουργούς στο σπίτι του δεύτερου, όπου του παρουσιάζουν έναν κύκλο τραγουδιών ζητώντας τη γνώμη του. Η απάντηση του Μάνου Χατζιδάκι ήρθε την αμέσως επόμενη μέρα: “Τα ονόμασα «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή». Θα τα εκδώσουμε στο «Σείριο»”!
«Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» δεν πρόλαβαν τελικά να εκδοθούν όσο ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η έκδοσή τους ολοκληρώθηκε το 2001 (περίπου 9 χρόνια μετά από την έγκριση του Μάνου Χατζιδάκι) και ο «Σείριος» παρουσίασε μια από τις πιο ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές που έχει στο ενεργητικό του από το 1994 μέχρι και σήμερα. Τα τραγούδια του δίσκου ερμήνευσε ο Παντελής Θεοχαρίδης (γνωστός κυρίως από την αξεπέραστη ερμηνεία του στην «Μικρή πατρίδα» των Ανδρέου – Καρασούλου), φωτίζοντας με τη φωνή του τα τραγούδια και προσθέτοντας στο ενεργητικό του μια ακόμα εξαιρετική εργασία σαν αυτές που μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια.


Ο Δημήτρης Μαρκατόπουλος και ο Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, σημειώνουν για «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή»:

Τραγούδια που δε γράφτηκαν από αυτούς που τα υπογράφουν.
Υπήρχαν σκόρπια από πάντα. Άναρχα σαν το θεό και σαν τον έρωτα. Κομμάτια αναπόσπαστα του σύμπαντος κόσμου. Τα μετάφεραν με την αφή οι άνθρωποι που ήρθαν κι έφυγαν, οι άνθρωποι που ήρθαν κι έμειναν. Ακτινοβολούν την ενέργεια των ανθρώπων που δεν ήρθαν ακόμα.
Όλοι όσοι τα προκάλεσαν ηθελημένα η άθελά τους, είναι οι ποιητές. Χαμένοι ποιητές στην ουσία. Άλλος άφησε μια συλλαβή, μια νότα, ένα κόμμα, ένα σφύριγμα μελωδικό. Κάποιοι πιθανόν να άφησαν μια ολόκληρη πρόταση, μια αντιστικτική γραμμή. Άλλοι κρατάνε τα σεκόντα. Τα ίχνη που αντέχει αφήνει ο καθένας. Σημεία στίξης στο χρόνο. Τελείες όσοι έφυγαν. Θαυμαστικά οι παρόντες. Το μέλλον γεμάτο ερωτηματικά.
Σημάδια αναρίθμητα ύπαρξης συντελεσμένης, παρούσας και αναπόφευκτης.
Δώδεκα υιοθετημένα τραγούδια του χαμένου ποιητή του κόσμου…


«Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» αποτελούν ένα από τα καλύτερα δείγματα έντεχνου τραγουδιού της δεκαετίας. Η μουσική του Μαρκατόπουλου, αισθητικά, βαδίζει πάνω στα χνάρια της μουσικής του Χατζιδάκι, χωρίς όμως να αντιγράφει (πως θα μπορούσε άλλωστε;) και να μιμείται ένα “χατζιδακικό” ύφος. Αναγνωρίζει κανείς πίσω από τα τραγούδια τις επιρροές από τη μουσική του Χατζιδάκι, παράλληλα όμως ξεχωρίζει και μια ιδιαίτερη γραφή που έχει στραμμένη τη ματιά στην ουσία του τραγουδιού. Οι μελωδίες του Μαρκατόπουλου είναι εμπνευσμένες και ουσιαστικές. Το κάθε τραγούδι έχει το δικό του ιδιαίτερο ύφος, αλλά και όλα μαζί αποτελούν μια ενότητα, με εξαιρετικές μουσικές που δεν αρκούνται στις “εύκολες λύσεις” και τις απλοϊκές μελωδίες . Η ακρόαση των «Τραγουδιών του χαμένου ποιητή» θέλει ιδιαίτερη προσοχή για να αντιληφθεί κανείς τον πλούτο που μεταφέρουν. Αυτό δε σημαίνει βεβαίως πως είναι τραγούδια “δύσκολα”˙ η αξία τους είναι ακριβώς αυτή: αγγίζουν με ιδιαίτερο τρόπο τις ευαίσθητες χορδές μας και αφήνουν πίσω τους ένα γλυκό άρωμα από τραγούδια αυθεντικά και ουσιαστικά.
Ο Μαρκατόπουλος ενορχηστρώνει τα κομμάτια με έμπνευση και γνώση. Τα χάλκινα πνευστά, τα έγχορδα, το μαντολίνο και το πιάνο, συνυπάρχουν αρμονικά και αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικούς ρόλους όποτε χρειάζεται να αποδώσουν την αίσθηση της μουσικής και των στίχων. Αξίζει στο σημείο αυτό, να πούμε ότι σε όλα τα τραγούδια του δίσκου χρησιμοποιήθηκαν φυσικά όργανα και όχι synthesizers, samples ή οποιοδήποτε άλλο μέσον αναπαραγωγής ήχων. Ένα σύνολο από 20 περίπου σολίστες (!), αποδίδει με εξαιρετική ακρίβεια τα τραγούδια του δίσκου συμβάλλοντας καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα. Αισθητικά, «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» θυμίζουν ακριβές στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας πριν “ανακαλυφθεί” η εύκολη και φθηνή λύση της αναπαραγωγής ήχων από ένα μηχάνημα.

Οι στίχοι του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία του δίσκου. Λυρικός, λαϊκός, βαθιά ποιητικός, ο λόγος του Παπαδόπουλου ακουμπάει κατευθείαν την ευαισθησία μας και απογειώνει το συναίσθημα με στίχους εμπνευσμένους:

Ανασαίνω μες στη σκόνη των χαμένων μου επαφών.
Όλοι έρχονται και γράφουν… Και τι έγινε λοιπόν;
Σφουγγαράκι το κορμί μου σ’ ένα μαύρο πίνακα,
της αγάπης μου τα λάθη διορθώνει μαγικά.
Από το τραγούδι «Σφουγγαράκι»

Μέχρι να ‘ρθει ο έρωτας γλυκά να με μαγέψει,
ποιος ουρανός, ποια θάλασσα, ποια γη θα με αντέξει…
Από το τραγούδι «Αναμονή»

Θα ‘ρθείς με πόθου λεωφορεία,
του δρόμου την ανία
μη φοβηθείς.
Αν είχες τα φτερά μου,
το πέταγμά σου θα ‘μουν,
μην κουραστείς.
Από το τραγούδι «Στην αρχή του αιώνα»


Οι στίχοι των «Τραγουδιών του χαμένου ποιητή» μιλούν για τον έρωτα και την απώλεια, τα πάθη και τα ταξίδια του νου, ακόμα και για το παράλογο της στρατιωτικής θητείας, όλ’ αυτά όμως με έναν ποιητικό τρόπο που προϋποθέτει ταλέντο και καλλιέργεια από τη μεριά του δημιουργού, και (κυρίως) ένα κατάλληλα προετοιμασμένο κοινό που δεν αρκείται στα “εύκολα” στιχάκια και τα εύπεπτα μηνύματα. Με τους στίχους του Παπαδόπουλου, συμβαίνει ότι ακριβώς περιγράφαμε πριν με τη μουσική του Μαρκατόπουλου. Τίποτα δε λέγεται στην τύχη. Οι λέξεις τοποθετούνται στη σειρά για να κεντρίσουν ευαίσθητες χορδές και να ολοκληρώσουν ιστορίες που μπορούν να ταξιδεύουν τον ακροατή. Πέρα από τον Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο, σε δύο τραγούδια τους στίχους υπογράφει ο Γιάννης Τσατσόπουλος (γνωστός από τη συνεργασία του στους πρώτους δίσκους του Σωκράτη Μάλαμα), εξίσου ουσιαστικός και ποιητικός, προσθέτει στην γενικότερη αισθητική του δίσκου το δικό του στίγμα:

Στη λερή ταβέρνα, στα σφαγεία βγαίνω Σάββατο
μια πλανόδια φωτογραφία με το θάνατο.
Πίνω μ’ άλλους δυο απ’ το ποτήρι και σηκώνομαι,
με της εφηβείας τους τη γύρη φαρμακώνομαι.
Από το τραγούδι «Το χασάπικο του λούμπεν»


Άφησα για το τέλος την εξαιρετική ερμηνεία του Παντελή Θεοχαρίδη. Πιστεύω πως, «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» δε θα μπορούσαν να βρουν ιδανικότερο ερμηνευτή για να μας παραδοθούν. Μια από τις πιο σεμνές και ουσιαστικές παρουσίες στο χώρο του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, ό,τι έχει τραγουδήσει μέχρι τώρα ο Παντελής Θεοχαρίδης το χαρακτηρίζει η ποιότητα και το άρτιο αποτέλεσμα. Στα «Τραγούδια του χαμένου ποιητή» η ερμηνεία του καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα. Ανήκει σε κείνη την κατηγορία των τραγουδιστών που πρώτ’ απ’ όλα αφουγκράζονται σε βάθος το τραγούδι και αφού το περάσουν από προσωπικά φίλτρα και το “κάνουν δικό τους”, τότε και μόνο το ερμηνεύουν. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι πραγματικά ολοκληρωμένο. Θα τολμήσω να πω πως, ο τρόπος που αντιμετωπίζει «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή», θυμίζουν παλιότερες κορυφαίες ερμηνείες ομότεχνών του, όπως τη Μαρία Δημητριάδη στα τραγούδια «Για την Ελένη» και τον Δημήτρη Ψαριανό στον «Μεγάλο ερωτικό» του Χατζιδάκι. Αξίζει να ακούσει κανείς πως ερμηνεύει τις «Δάφνες» και το «Quid donum», την «Παρέλαση» και το «Ουσιαστικό», αλλά και όλα τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου.

Ο Δημήτρης Μαρκατόπουλος και ο Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, μας παρέδωσαν ένα δίσκο που κρατάει ζωντανές τις αισθήσεις μας από το πρώτο έως το τελευταίο τραγούδι του. «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» είναι ένας κύκλος τραγουδιών που κάτω από διαφορετικές (δισκογραφικές) συνθήκες, θα μπορούσε και να καταγραφεί σαν ένας από τους κλασσικούς δίσκους της δεκαετίας που διανύουμε. Το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε, είναι να φτάνουν συνεχώς στα χέρια μας τέτοιας αξίας δίσκοι, που να προσθέτουν ένα ακόμα λιθάρι σ’ αυτό που ονομάζουμε καλό ελληνικό τραγούδι.




Η επίσημη ιστοσελίδα των «Τραγουδιών του χαμένου ποιητή» βρίσκεται εδώ.
.
.

11 σχόλια:

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

Όσο η ανάρτηση για «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» παραμένει χρονικά τελευταία, ακούμε τα τραγούδια:

1. Quid donum. Σε στίχους του Γιάννη Τσατσόπουλου, με τη συμμετοχή της σοπράνο Μαρίας Καρατζά
2. Σφουγγαράκι. Σε στίχους τους Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου
3. Άναρχος έρωτας. Σε στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου



Η μετάφραση των λατινικών στίχων του «Quid donum» είναι η εξής:

Τι δώρο να προσφέρουμε στη φιλία;
Ποια πράξη υπερασπίζει τον εύθραυστο έρωτα;
Ακούστε μέσα στη νύχτα τη θλιμμένη καρδιά
Να τραγουδάει ανάμεσά μας για τη μοναξιά της




Και μια σημείωση: αφορμή για την ανάρτηση, είναι μια παλιότερη διαδικτυακή “συζήτηση” που είχα σχετικά με «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» με τον Θράσο από το blog «Ιστός…».

Μουσικά Προάστια είπε...

Μάκη, ομολογώ ότι δεν ήξερα, ούτε έχω ακούσει τον συγκεκριμένο δίσκο. Η ουσιαστική παρουσίασή σου και τα τραγούδια που επέλεξες με οδηγούν άμεσα στο δισκάδικο.
Για τον Θεοχαρίδη μόνο κάτι: τον έχω ακούσει ζωντανά δύο φορές, σε μερικά δύσκολα τραγούδια του Μανώλη Ρασούλη και του Χρήστου Λεοντή, και είναι πράγματι ένας εξαιρετικός ερμηνευτής. Καλημέρα!

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@μουσικά προάστια: είμαι σίγουρος πως θα εντυπωσιαστείς από «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή». Ο δίσκος υπάρχει στην αγορά και μάλιστα σε πολύ καλή τιμή.
Ο Μαρκατόπουλος με τον Παπαδόπουλο έχουν εκδώσει ακόμα έναν δίσκο το 1996 με τον τίτλο «Μικρές εβδομάδες». Εξίσου ωραία δουλειά, με περισσότερο λαϊκό ύφος από «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή», με ερμηνευτή τον Μανώλη Χατζημανώλη (επίσης πολύ καλή περίπτωση τραγουδιστή).
Όσο για τον Παντελή Θεοχαρίδη, θεωρώ πως αξίζει να έχει κανείς στη δισκοθήκη του όλους τους δίσκους στους οποίους έχει παρουσία (δυστυχώς δεν είναι και πολλοί): από την «Μικρή πατρίδα» και το «Η αγάπη πάει με κουπιά», μέχρι τις συμμετοχές του σε δίσκους του Ζερβουδάκη και του Καζαντζή.

Την καλημέρα μου

Θράσος είπε...

Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω παραπάνω για τον Παντελή Θεοχαρίδη.Υποτιμημένος αλλά εξαιρετικός ερμηνευτής νέων ελλήνων συνθετών.
Τι κρίμα που δεν έχει ακόμα καταφέρει να αναγνωρισθεί από το μεγάλο κοινό.
Όσο για τον συγκεκριμένο δίσκο, είναι ένας από τους αγαπημένους μου

Μουσικά Προάστια είπε...

Λειτουργώντας λίγο προβοκατόρικα, θα έλεγα ότι το παράδειγμα του Θεοχαρίδη (και στη δισκογραφία του, και στις ζωντανές του εμφανίσεις) καταδεικνύει πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα της παραμονής κάποιων "δεινόσαυρων"-ερμηνευτών που εδώ και δεκαετίες δεν αφήνουν ζωτικό χώρο για την ανάδειξη νέων και εξίσου ταλαντούχων ανθρώπων. Τα ίδια και τα ίδια ονόματα, σαν μια αόρατη επετηρίδα, και εντωμεταξύ κάποιες πολύ καλές φωνές παραμένουν στην αφάνεια ή τέλος πάντων δεν αναδεικνύονται όσο θα έπρεπε. Έλαβα σήμερα το πρόγραμμα του Μεγάρου για το 2008-2009. Ήξερα από πριν ποια ονόματα θα έβλεπα εκεί από το ελληνικό τραγούδι, και φυσικά "δικαιώθηκα" διαβάζοντάς το...Δεν πειράζει, προτιμώ να ακούω τον Θεοχαρίδη στο "Κύτταρο", παρά την χιλιοστή πεντάκοσιοστή πέμπτη επανεκτέλεση της "Συννεφιασμένης Κυριακής" και του "Μη μου θυμώνεις μάτια μου" (χωρίς να εννοώ να θίξω τους μέγιστους δημιουργούς των δύο αυτών τραγουδιών). Με άλλα λόγια, ας αφήσουμε επιτέλους όλα τα λουλούδια να ανθίσουν στο τραγουδάκι μας.

Ελπίζω Μάκη να μην καταχράστηκα το χώρο σου, φιλιά.
Ηρ.

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@Θράσος: από παλιότερη συζήτησή μας θυμάμαι πως «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» είναι από τους δίσκους που ξεχωρίζεις. Με αφορμή την ανάρτηση, τον άκουσα ξανά αρκετές φορές και προς μεγάλη μου έκπληξη, διαπίστωσα πως με ξάφνιασε για άλλη μια φορά όπως με είχε εκπλήξει πριν από χρόνια όταν πρωτοκυκλοφόρησε!

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@μουσικά προάστια: φίλε Ηρακλή, όχι μόνο κάνεις “κατάχρηση” του χώρου, αλλά αντιθέτως, ανοίγεις ζητήματα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και επίκαιρα.

Αυτή είναι μια ιστορία που καλά κρατεί εδώ και δεκαετίες. Για να προχωρήσω λίγο παραπέρα τη σκέψη σου, όλη αυτή η παραμονή των “δεινοσαύρων – ερμηνευτών” όπως σωστά αποκάλεσες, εξυπηρετεί σε πολλά επίπεδα: πρώτ’ απ’ όλα τις δισκογραφικές, που έχουν βρεθεί σε μεγάλο αδιέξοδο τα τελευταία χρόνια με τις πωλήσεις τους να πέφτουν κατακόρυφα. Έπειτα, τους κρατικούς και δημοτικούς “πολιτιστικούς” οργανισμούς που στήνουν φιέστες (βλ. πρωτοχρονιά στην πλατεία Κοτζιά) και με διοργανώσεις στημένες με τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, βρίσκουν “πολιτιστικό” άλλοθι στην αντι-πολιτιστική καθημερινότητα που μας προσφέρουν. Και φυσικά, τα ΜΜΕ, με τα “ψυχαγωγικά” Σαββατόβραδα «που τα κανάλια δείχνουν σόου για να σκεπάσουν τη γιορτή» όπως λέει κι ο Φοίβος Δεληβοριάς σε κάποιο τραγούδι του, και με τα ραδιόφωνα των play-list και των επαναλαμβανόμενων “ποιοτικών” ή μη σουξέ.
Κατά τη γνώμη μου, όλο το παραπάνω σκηνικό, πέρα από την βαθιά συντηρητική και ψεύτικη πολιτιστική “εικόνα” που προωθεί, φτάνει σταδιακά σε αδιέξοδο. Όπως το Μέγαρο και οι υπόλοιποι χώροι που προωθούν με αυτό τον συντηρητικό τρόπο το ελληνικό τραγούδι, παράγουν “πολιτισμό” αναμασώντας τα ίδια και τα ίδια προϊόντα μέσω των “δεινοσαύρων”, έτσι και το κοινό που θα παρακολουθεί τέτοιου είδους εκδηλώσεις θα είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι που διαρκώς θα συρρικνώνονται.
Οι υπόλοιποι, θα ανανεώνουμε τα ραντεβού μας στο “Κύτταρο”, στο “Χαμάμ” και όπου αλλού υπάρχει ακόμα ζωντανό το πάθος και το άρωμα των φρέσκων τραγουδιών, και θα εξακολουθούμε να έχουμε σε εγρήγορση τις αισθήσεις μας για να αφουγκραζόμαστε την ουσία και όχι την ψεύτικη και συντηρητική εικόνα του ελληνικού τραγουδιού.

το αερικό είπε...

Παρα πολυ καλη επιλογη και στη σημερινη σου αναρτηση Μακη, οπως παντα αλλωστε!
Δεν εχω παρα να συμφωνησω σε οσα ανεφερες εσυ και οι αγαπητοι συν-bloggers.
Απλα θα ηθελα να επισημανω οτι οταν κυλοφορησε ο δισκος μεταδοθηκε αποκλειστικα και μονο το Quid donum, μαλλον λογω υφους,
και αυτο ηταν αδικο για τα υπολοιπα τραγουδια που ειναι πραγματικα διαμαντακια
Την καλησπερα μου

BOSKO είπε...

Σας πληροφορώ πως ΔΥΣΤΥΧΩΣ ήμουν ο ΜΟΝΟΣ που δημοσίευσε κριτική γι' αυτό το δίσκο στο περιοδικό "ΗΧΟΣ", όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Κανείς δε θέλησε να ασχοληθεί. Νομίζω ο Βάκης στο δίφωνο είχε κάνει τότε επίσης μια παρουσίαση. Θεωρώ τα "Τραγούδια του Χαμένου Ποιητή" ένα κομψοτέχνημα του αυθεντικού έντεχνου, που μελλοντικά θα εκτιμηθεί όπως του αξίζει! Θα μου επιτρέψεις, αγαπητέ Μάκη, να μην πω άλλα τώρα, αλλά να φιλοξενήσω στο blog μου τη μαρτυρία του Παντελή Θεοχαρίδη (καμαρώνω όποτε λέω ό,τι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι χωρίς ίχνος υπερβολής ο καλύτερος φίλος μου!), καθώς και πολλά για την ιστορία των τραγουδιών αυτών, που γνωρίζω. Κοινώς, με αφορμή το δικό σου post, θα γράψω κι εγώ τα δικά μου. Και πάλι μπράβο σου, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται η δουλειά αυτή έστω κι απ' τη μπλογκόσφαιρα!

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@το αερικό: έχεις απόλυτο δίκιο. Το “Quid donum” είναι το τραγούδι που ακούστηκε περισσότερο από τα υπόλοιπα του δίσκου (αν και ουσιαστικά, μόνο το Δεύτερο και ο Μελωδία το έπαιξαν), ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια αδικήθηκαν. Σίγουρα, το “Quid donum” είναι από τα πιο ωραία και ραδιοφωνικά τραγούδια του δίσκου. Όμως, λειτούργησε τελικά εις βάρος των υπολοίπων. Το έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει αυτό (ένα πρόσφατο παράδειγμα, είναι ο δίσκος που έβγαλαν τα «Μακρινά ξαδέρφια», από τον οποίο έχει ακουστεί σχεδόν αποκλειστικά η διασκευή τους στο τραγούδι των Monthy Pythons , ενώ ο δίσκος περιλαμβάνει πολύ όμορφα τραγούδια).

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@bosko: θα περιμένω το κείμενό σου για «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή», μαζί με τη μαρτυρία του Θεοχαρίδη για την ιστορία και τα παραλειπόμενα του δίσκου. Όταν ανεβάσεις το post, θα περάσω στο κείμενο και το σχετικό link ώστε η αναφορά σε αυτό τον όμορφο δίσκο να είναι ολοκληρωμένη.

Την καλημέρα μου