Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Επανεκδόσεις δίσκων. Το κυνήγι του χαμένου θυσαυρού

.
Ελληνικοί δίσκοι που για χρόνια απουσίαζαν από τα ράφια των δισκοπωλείων, επιστρέφουν για να μας θυμίσουν αξιόλογες δουλειές που αφορούν κυρίως το ελληνικό τραγούδι των τελευταίων 30 ετών. Οι σύγχρονες επανεκδόσεις είναι εδώ για να αποκαλύψουν χαμένους θησαυρούς που πριν από μερικά χρόνια μόνο σε τίτλους γνωρίζαμε.
.
.
.

Πάνε κοντά 20 χρόνια από τότε που το cd επικράτησε στην ελληνική αγορά και άλλαξε ριζικά τον τρόπο που μέχρι τότε αγοράζαμε και κυρίως ακούγαμε μουσική. Δύσκολο να ξεχάσουμε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 στις προθήκες των δισκοπωλείων τις παράλληλες εκδόσεις σε βινύλιο, cd αλλά και κασέτες. Ήταν το μεταβατικό στάδιο μέχρι την κατάργηση πρώτα της κασέτας και έπειτα του lp, και την οριστική επικράτηση του δίσκου ακτίνας.
Την ίδια περίοδο, οι εταιρείες επιδόθηκαν σε έναν αγώνα δρόμου με την επανέκδοση σε cd, όσο περισσότερων δίσκων του παρελθόντος μπορούσαν. Οι περισσότερες επανεκδόσεις της εποχής ήταν ως επί το πλείστον πιστά αντίγραφα των βινυλίων, άλλες φορές «2 σε 1» (η χωρητικότητα του νέου μέσου επέτρεπε την έκδοση δύο δίσκων lp σε ένα cd), και άλλες σε αυτόνομες εκδόσεις. Το θέμα όμως ήταν ότι σε όλη αυτή τη διαδικασία έμενε ανεκμετάλλευτο ένα μεγάλο προνόμιο του καινούργιου μέσου: η ψηφιακή επεξεργασία του ήχου. Παράλληλα, οι πρώτες αυτές επανεκδόσεις είχαν ελλείψεις που αφορούσαν κυρίως τα ένθετα των δίσκων. Η ποιότητα των εκτυπώσεων ήταν ιδιαιτέρως χαμηλή, οι στίχοι και τα σημειώματα των δημιουργών συνήθως απουσίαζαν, και η γενικότερη εικόνα υποβάθμιζε αισθητά το προϊόν. Ήταν όμως ο μοναδικός τρόπος να αποκτήσει κανείς τους δίσκους που σε πρώτη έκδοση είχαν τυπωθεί σε βινύλιο και επανεκδίδονταν πλέον σε δίσκους ακτίνας.
Λίγο αργότερα, ορισμένες από τις επανεκδόσεις του πρώτου εκείνου «κύματος» άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά από τα ράφια των δισκοπωλείων. Για χρόνια έμεινε εκτός εμπορίου ένας μεγάλος αριθμός από αξιόλογες δουλειές που με τον καιρό απέκτησαν συλλεκτική αξία. Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατηρήσουμε ότι, η πλειοψηφία των επανεκδόσεων που αποσύρθηκε αφορούσε κυρίως δίσκους της δεκαετίας του ’80, πριν καν δηλαδή κλείσουν μια δεκαετία «ζωής». Το ίδιο ιδιότυπο «εμπάργκο» υπέστησαν και οι δημιουργοί τους, από τη στιγμή που οι εργασίες τους δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για τις δισκογραφικές εταιρείες και έπαψαν να επανεκδίδονται. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα καλλιτεχνών (όπως ο Βασίλης Νικολαΐδης, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, ο Μιχάλης Γρηγορίου κ.α.) που οι εργασίες τους είτε δεν εκδόθηκαν ποτέ σε cd, είτε αποσύρθηκαν μετά από το πρώτο «κύμα» επανεκδόσεων κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Αυτός ο αποκλεισμός συνεχίστηκε μέχρι και τις μέρες μας, ώσπου μια νέα φουρνιά από δίσκους που κάποτε εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε lp και τώρα ξανακυκλοφορούν σε cd, άρχισε κάπως να διαφοροποιεί το δισκογραφικό τοπίο τα τελευταία χρόνια.
.
Οι σύγχρονες επανεκδόσεις εκμεταλλεύονται άριστα τις δυνατότητες που παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία και τυπώνονται πλέον με νέα ηχητική επεξεργασία. Τα ένθετα είναι συνήθως εμπλουτισμένα με φωτογραφικό υλικό, τους στίχους των τραγουδιών και τα σημειώματα των δημιουργών. Πολλές είναι βέβαια και οι περιπτώσεις όπου οι δίσκοι επανεκδίδονται με εντελώς διαφορετικό εξώφυλλο απ’ αυτό της πρώτης έκδοσης, διασπώντας έτσι τη συνοχή και την αισθητική που πρότειναν αρχικά οι δημιουργοί. Πέρα όμως απ’ τις τεχνικές λεπτομέρειες και τη μορφή, η ουσία είναι ότι μας δίνεται ξανά η δυνατότητα να ανακαλύψουμε χαμένους θησαυρούς του ελληνικού τραγουδιού που για χρόνια αναζητούσαμε στα δισκοπωλεία. Ανεξάρτητα από το εάν η ανάγκη που γεννά αυτές τις επανεκδόσεις είναι η ευαισθητοποίηση των εταιρειών για ένα υλικό που καταδικάστηκε κάποτε στην αφάνεια ή η μη διάθεση διερεύνησης καινούργιου υλικού, η νέα αυτή τάση στη δισκογραφία μόνο θετική μπορεί να χαρακτηριστεί. Ήταν καιρός να βρούμε ξανά συνδετικούς κρίκους που έλειπαν σε μια αλυσίδα που αφορά κυρίως το ελληνικό τραγούδι, και που η επιστροφή τους στις προθήκες των δισκοπωλείων μάς επιφυλάσσει πολλές ευχάριστες εκπλήξεις.
.
Στο παρόν σημείωμα επιχειρείται μια πρώτη καταγραφή ορισμένων μονάχα δίσκων που στην πλειοψηφία τους κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε βινύλιο, και μετά απ’ την περιπετειώδη διαδρομή τους στα χρόνια που ακολούθησαν, μοιάζει να μας ξανασυστήνονται˙ σε εμάς δε μένει, παρά να τους ανακαλύψουμε απ’ την αρχή.
.
.
.

Φοίβος Δεληβοριάς. Η Παρέλαση
«(…)Ο Δεληβοριάς αποτελεί μια ζωντανή και πρωτότυπη παρουσία στο σύγχρονο αληθινό τραγούδι του τόπου μας. Μόλις δεκάξι χρονών με μεγάλο ταλέντο κι εντελώς απρόοπτα περιεκτικός και προβληματισμένος. Εύχομαι κι ελπίζω να προχωρήσει ανοδικά και ν’ αντέξει την ελληνική μας «αυριανική» πραγματικότητα. Προς το παρόν, σας στον παρουσιάζω υπεύθυνα κι από καρδιάς – που λένε». Με αυτά τα λόγια καλωσόρισε ο Μάνος Χατζιδάκις την πρώτη δισκογραφική δουλειά του Φοίβου Δεληβοριά στο σημείωμα τού δίσκου, εν έτει 1989. Η ιστορία είναι πλέον γνωστή: ο έφηβος Δεληβοριάς συστήνεται στον Χατζιδάκι ως «συνάδελφός» του, κι εκείνος τον οδηγεί ένα χρόνο αργότερα στο Σείριο για να ηχογραφήσει την «Παρέλαση». Ο δίσκος εκδόθηκε σε βινύλιο και 7 χρόνια αργότερα σε cd για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Μεσολάβησε πάνω από μία δεκαετία, περίοδος κατά την οποία εκδόθηκαν τέσσερεις ακόμα δίσκοι του τραγουδοποιού, για να ξανάρθει στο φως η πρώτη εκείνη δισκογραφική του απόπειρα, που από νωρίς μας αποκάλυψε το ταλέντο ενός απ’ τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.
.
Άκης Πάνου. Επειγόντως
Κάθε ηχογράφηση ζωντανού προγράμματος ή συναυλίας, πέρα από ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα που εκθέτει «γυμνό» τον καλλιτέχνη, αποτελεί αναμφίβολα ένα μοναδικό ντοκουμέντο που καταγράφει τη στιγμή και την ατμόσφαιρα της επικοινωνίας του με το κοινό. Όταν μάλιστα πρόκειται για την επανεμφάνιση του Άκη Πάνου μετά από 31 ολόκληρα χρόνια απουσίας από τη νυχτερινή ψυχαγωγία, τότε το ηχητικό ντοκουμέντο δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ζωντανές καταγραφές του λαϊκού τραγουδιού. Στο δίσκο συναντάμε την ηχογράφηση ενός μεγάλου μέρους τού προγράμματος τού συνθέτη στο κέντρο «Επειγόντως», από τις 12 έως 26 Απριλίου 1989. Κύριος υπεύθυνος για αυτή την καταγραφή είναι ο Μανώλης Ρασούλης που οργάνωσε τις εμφανίσεις του Άκη Πάνου, ενώ ο Θοδωρής Μανίκας στο ρόλο του παραγωγού επιμελήθηκε την έκδοση του δίσκου. Στο «Επειγόντως», πέραν των 15 παλαιότερων αλλά και πιο πρόσφατων τραγουδιών του συνθέτη, ο ακροατής έχει και μία μοναδική ευκαιρία να ακούσει τον Άκη Πάνου σαν τραγουδιστή και σαν μουσικό. Η έκδοση, αν και κυκλοφόρησε σχεδόν παράλληλα σε βινύλιο και δίσκο ακτίνας, έμεινε για χρόνια εκτός κυκλοφορίας μέχρι την πρόσφατη επανέκδοσή της.
.
Μιχάλης Γρηγορίου. Ανεπίδοτα γράμματα
Ο συνθέτης Μιχάλης Γρηγορίου καταπιάστηκε με τις μελοποιήσεις ποιημάτων του Άρη Αλεξάνδρου το 1972 και εκδόθηκαν πέντε χρόνια αργότερα με τον γενικό τίτλο «Ανεπίδοτα γράμματα». Πρόκειται για τις μελοποιήσεις επτά ποιημάτων που γράφτηκαν το 1948, κατά το διάστημα που ο ποιητής ήταν εξόριστος στο Μούδρο. Ο Γρηγορίου έντυσε μουσικά τα κείμενα παντρεύοντας στοιχεία της λόγιας μουσικής και του έντεχνου τραγουδιού. Τα τραγούδια ερμηνεύουν εκπληκτικά οι νεότατοι τότε Σάκης Μπουλάς και Αφροδίτη Μάνου. Χρησιμοποιώντας ως βάση το πιάνο και ένα κουιντέτο εγχόρδων μέσα στο οποίο παρεμβαίνουν διάφορα ξύλινα πνευστά, ο συνθέτης δημιουργεί ένα μωσαϊκό από ήχους που μετατρέπουν τον ποιητικό λόγο του Αλεξάνδρου σε τραγούδι, εγχείρημα καθόλου εύκολο, δεδομένης τής ιδιαίτερης γραφής του ποιητή. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ο δίσκος εκδόθηκε και σε cd, σύντομα όμως ακολούθησε τη μοίρα πολλών επανεκδόσεων της εποχής και για πάνω από 15 χρόνια έμεινε εκτός εμπορίου. Στην πρόσφατη επανέκδοση τον συναντάμε με διαφορετικό εξώφυλλο, με πλούσιο όμως υλικό στο ένθετο βιβλιαράκι και ιδιαίτερα προσεγμένη ηχητική επεξεργασία.
.
Τάσος Καρακατσάνης. Καπέλα
Αφορμή για το δίσκο στάθηκε η συνεργασία του συνθέτη, ενορχηστρωτή και πιανίστα Τάσου Καρακατσάνη με τους ηθοποιούς Κώστα Ζαχαράκη και Χρήστο Στέργιογλου για τις ανάγκες της ομώνυμης θεατρικής παράστασης του 1987. Ο Γιώργος Χρονάς έγραψε τα κείμενα και τους στίχους και έδωσε τίτλους στα οργανικά μέρη. O Καρακατσάνης έστησε μια πρωτότυπη μουσική ιστορία σε στιλ γερμανικού καμπαρέ. Η κυριαρχία του πιάνου σε συνδυασμό με τις θεατρικές ερμηνείες των ηθοποιών και της Κατερίνας Γιαμαλή, δημιουργούν μια ιδιαίτερη μουσική ατμόσφαιρα, εμπλουτισμένη με ηχοχρώματα της τζαζ και αρκετές δόσεις πειραματισμού, κυρίως μέσω της χρήσης συνθεσάιζερ. Μοναδικές στιγμές του δίσκου αποτελούν η ερμηνείες της αξέχαστης Μαρίας Δημητριάδη σε δύο απ’ τα τραγούδια, πραγματικά μαθήματα τραγουδιστικής τέχνης! Πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη δισκογραφική εργασία που έπρεπε να περιμένει είκοσι χρόνια για να εκδοθεί σε cd. Στο δίσκο περιλαμβάνονται επίσης τέσσερα οργανικά και ένα τραγούδι από τη μουσική του συνθέτη για την τηλεοπτική μεταφορά του μονόπρακτου του Σαρογιάν «Ε, εσείς οι απέξω».
.
Βασίλης Νικολαΐδης. Ατασθαλίες

Το όνομά του έγινε γνωστό το 1981 όταν διακρίθηκε στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στην Κέρκυρα, και η «Οδός Σανταρόζα» έγινε το εισιτήριο του για την ελληνική δισκογραφία. Ο δίσκος «Ατασθαλίες», αν και απ’ την αρχή κυκλοφόρησε μόνο σε cd (1993), δεν παρέμεινε στα ράφια των δισκοπωλείων για μεγάλο διάστημα. Άλλωστε, είναι ο μόνος δίσκος του τραγουδοποιού που κυκλοφόρησε σε cd, αφού καμία από τις τρεις πρώτες δουλειές του στη δεκαετία του ’80 δε μεταγράφηκε από τους δίσκους βινυλίου! Με την πρόσφατη επανέκδοση του τέταρτου κατά σειρά δίσκου του, δίνεται η δυνατότητα να έρθουμε ξανά σε επαφή με τον ανατρεπτικό κόσμο των τραγουδιών ενός τροβαδούρου που οι μπαλάντες του ακολουθούν το δρόμο που χάραξε ο Georges Brassens, και με τους καυστικούς του στίχους βρίσκει τον τρόπο να περιγράφει τις ευφάνταστες ιστορίες του με όχημα το χιούμορ και την ευαισθησία του. Αναμφισβήτητα, η πιο ξεχωριστή στιγμή του δίσκου είναι η ανατρεπτική «Ιστορία της Μαρίας Νο1»˙ ένα τραγούδι – χρονικό της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που ξεκινάει από την Κατοχή, περνάει απ’ την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, μέχρι και τη δεκαετία του ’60.
.
Θανάσης Γκαϊφύλλιας και Τα Ανάκαρα. Ωτοστόπ
Το «Ωτοστόπ» ήταν το πρώτο lp του Θανάση Γκαϊφύλλια, αφού είχε προηγηθεί λίγα χρόνια πριν το ντεμπούτο του στη δισκογραφία με ένα δισκάκι 45 στροφών. Στο δίσκο συναντάμε τον τραγουδοποιό το 1971, όταν οι κοινές εμφανίσεις του με το συγκρότημα Ανάκαρα (μέλος του οποίου ήταν και ο νεαρός Νίκος Ζιώγαλας) τους οδηγεί στο στούντιο και ηχογραφούν δώδεκα τραγούδια απολύτως ενταγμένα στο ροκ κλίμα της εποχής. Τα τραγούδια έχουν γράψει ο Γκαϊφύλλιας και Τα Ανάκαρα, ένα ο Δημήτρης Ψαριανός και ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, ένα τραγούδι ο Γιώργος Κοντογιώργος και ο Γιάννης Κακουλίδης, ενώ υπάρχουν διασκευασμένα και δύο παραδοσιακά. Πρόκειται για μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις της εποχής, με τις ηλεκτρισμένες ενορχηστρώσεις του Γιώργου Κοντογιώργου να μεταφέρουν ατόφιο το κλίμα αμφισβήτησης της γενιάς που, εν μέσω δικτατορίας άρθρωνε το δικό της λόγο επηρεασμένη από το αμερικάνικο κυρίως ροκ μουσικό κίνημα. Σίγουρα, η επιστροφή του «Ωτοστόπ» στη δισκοθήκη μας προσθέτει ένα ακόμα κομμάτι που έλειπε απ’ το πολύχρωμο «κολάζ» της ποπ-ροκ αισθητικής των 70s.
.
Αρλέτα. Έξη μέρες
Πρόκειται σίγουρα για τον πιο αδικημένο και λιγότερο δημοφιλή δίσκο της Αρλέτας, τόσο την εποχή που κυκλοφόρησε όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν. Ήταν ο τρίτος προσωπικός της δίσκος και η πρώτη φορά που έγραφε τη μουσική σε όλα τα τραγούδια και μελοποιούσε στίχους μιας μονάχα στιχουργού, της Παυλίνας Παμπούδη. Ακούγοντας σήμερα ξανά τις «Έξη μέρες» στην πρόσφατη επανέκδοση, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τους λόγους που δεν κατάφεραν στην εποχή τους να γίνουν τόσο γνωστές όσο τους άξιζε. Οι σκοτεινοί και άκρως σουρεαλιστικοί στίχοι της Παμπούδη, οι λυρικές μελωδίες της Αρλέτας, και οι πρωτοποριακές για την εποχή ενορχηστρώσεις του Τάσου Καρακατσάνη, μπορούν εύκολα να δικαιολογήσουν το γιατί εν έτει 1970 ο δίσκος πέρασε σχεδόν απαρατήρητος. Υπάρχουν στο δίσκο στιγμές μοναδικής αισθητικής, με την Αρλέτα να ερμηνεύει τα τραγούδια μέσα σ’ ένα κλίμα «θρησκευτικής» θα λέγαμε, κατάνυξης, και την ορχήστρα στημένη με φαντασία από τον Καρακατσάνη να πλαισιώνει τη φωνή της πλουτίζοντας το αποτέλεσμα. Ένας δίσκος που σίγουρα αξίζει πολλές ακροάσεις μέχρι να μας αποκαλύψει τα «μυστικά» του.
.
Ηλίας Λιούγκος. Νυχτερινή δοκιμασία
Το 1984, ο Ηλίας Λιούγκος εκδίδει την πρώτη του προσωπική δισκογραφική δουλειά με δικούς του στίχους, του Γιάννη Τσέρτου και της Ζωής Αντιόχου η οποία ερμηνεύει και δύο απ’ τα τραγούδια. Πρωτίστως, η «Νυχτερινή δοκιμασία» σηματοδοτεί την επανεμφάνιση στη δισκογραφία, μετά από δώδεκα χρόνια, της Φλέρυς Νταντωνάκη, που ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο τρία απ’ τα τραγούδια. Την ενορχήστρωση έκανε ο Νίκος Κυπουργός και τη διεύθυνση της ορχήστρας ο Μάνος Χατζιδάκις. Πρόκειται για έναν ιστορικής σημασίας δίσκο, τόσο για την καταλυτική παρουσία της Ντανωνάκη, όσο και για τον ιδιαίτερο τρόπο που αποτυπώνει ο νεαρός συνθέτης την προσωπική του αισθητική πρόταση για το τραγούδι, σε μία περίοδο που η νέα γενιά τραγουδοποιών άρθρωνε τον δικό της πρωτοποριακό για την εποχή λόγο. Στο επίπεδο της σύνθεσης, η μαθητεία του Ηλία Λιούγκου στο πλευρό του Χατζιδάκι είναι κάτι παραπάνω από εμφανής και στα επτά τραγούδια του δίσκου. Η πρώτη έκδοση σε δίσκο βινυλίου θεωρείται πλέον συλλεκτική, ενώ η πρόσφατη, δεύτερη κατά σειρά επανέκδοσή του, διατίθεται με διαφορετικό εξώφυλλο απ’ αυτό του βινυλίου.
.
Απόστολος Καλδάρας. Οι μπαλάντες του περιθωρίου

Ο τελευταίος δίσκος του Απόστολου Καλδάρα, εκδόθηκε σε βινύλιο δύο μόλις μήνες πριν από το θάνατό του, το Φεβρουάριο του 1990. Πρόκειται για έναν κύκλο λαϊκών τραγουδιών με κεντρικό θέμα τις παλιές κακόφημες συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά: την Τρούμπα, την οδός Σωκράτους, την πλατεία Ομονοίας, τους τεκέδες, τα πορνεία και τα καταγώγια˙ ένα ολόκληρο σκηνικό μιας άλλης εποχής, εκείνης που διαμόρφωσε το ρεμπέτικο στα προπολεμικά χρόνια και που με μοναδική τέχνη ιστορεί μέσα απ’ τα τραγούδια του ένας απ’ τους σημαντικότερους συνθέτες του ελληνικού τραγουδιού. «Οι μπαλάντες του περιθωρίου» είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να απολαύσουμε τραγούδια με γνήσια λαϊκή καταγωγή, πλασμένα με ευαισθησία και πλήρως απαλλαγμένα από το άγχος του σουξέ. Καθόλου τυχαία, ο Καλδάρας επέλεξε να ερμηνεύσουν τα τραγούδια δύο νέοι, πρωτοεμφανιζόμενοι - την εποχή εκείνη - τραγουδιστές: ο Ανδρέας Καρακότας και ο Μιχάλης Παπαζήσης. Ο δίσκος επανεκδόθηκε το 1995 σε cd. Σύντομα όμως αποσύρθηκε, μέχρι την προ τετραμήνου επανέκδοσή του από το Σείριο, διατηρώντας το εξαιρετικό εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.
.
Κώστας Βόμβολος – Ηρακλής Πασχαλίδης. Μουσική και τραγούδια από παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης»
Τα ονόματα του Κώστα Βόμβολου (γνωστός από τη συμμετοχή του στους Χειμερινούς Κολυμβητές και το συγκρότημα Primavera en Salonico) και του Ηρακλή Πασχαλίδη (παλιός γνώριμος από τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού το ’81 στη Κέρκυρα), είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την πολύχρονη πορεία της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης» στη Θεσσαλονίκη. Έγραψαν μουσικές και τραγούδια για δεκάδες θεατρικές παραστάσεις από το 1984 μέχρι και το 1994, σε ένα ευρύ ρεπερτόριο που περιελάμβανε από αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, μέχρι έργα του κλασσικού ρεπερτορίου και σύγχρονα έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, εκδόθηκε ένα cd με το γενικό τίτλο «Θεατρικά», που περιελάμβανε αποσπάσματα από το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών των δύο συνθετών για την Πειραματική Σκηνή. Μετά την απόσυρσή του λίγα χρόνια αργότερα, επανεκδόθηκαν δύο cd που το καθένα περιλαμβάνει ξεχωριστά τις μουσικές και τα τραγούδια τού κάθε συνθέτη. Τα περισσότερα τραγούδια ερμηνεύει η Ρούλα Μανισσάνου και οι ηθοποιοί του θιάσου (με την παρουσία της Λυδίας Φωτοπούλου να ξεχωρίζει), ενώ στο cd του Ηρακλή Πασχαλίδη συναντάμε και τη Μαρία Φαραντούρη που συμμετέχει σε δύο τραγούδια.
.
Γιώργος Ρωμανός – Το ρολόι
Υπήρξε μια εποχή που η κάθε δισκογραφική εταιρεία είχε το δικό της ραδιοφωνικό σήμα, που χρησίμευε για εισαγωγή στις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις των καινούργιων δίσκων απ’ τα FM. Ιστορική έχει μείνει η διασκευή της «Συννεφιασμένης Κυριακής» που ήταν το σήμα της Columbia, αλλά και η εισαγωγή από το τραγούδι «Το ρολόι» του Γιώργου Ρωμανού (του πρώτου ερμηνευτή της «Μυθολογίας» του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου), που στις δεκαετίες του ’60 και ‘70 αποτελούσε το ραδιοφωνικό σήμα της Lyra. Πρόσφατα εκδόθηκε ένα cd single με δύο εκτελέσεις του τραγουδιού, την ορχηστρική εκδοχή και την εκτέλεση που ο Ρωμανός ερμηνεύει το τραγούδι, και τα δύο με την ενορχήστρωση του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Λίγο πριν ο Παπαθανασίου αναχωρήσει για το Παρίσι και δημιουργήσει τους Aphrodite’s Child, ενορχήστρωσε με εκπληκτικό τρόπο «Το ρολόι», αναπαράγοντας στην εισαγωγή τον ήχο της λατέρνας με τα πρωτόγονα συστήματα της εποχής και παίζοντας τα περισσότερα όργανα. Μια ηχογράφηση με ιστορική σημασία, που στην επανέκδοση συνοδεύεται από δύο ακόμα τραγούδια του Γιώργου Ρωμανού, το «Ει, κορίτσι» και «Η αγάπη μας κοιμάται στα νερά».
.
.
.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, τεύχος 162, Ιούνιος 2009.
.

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Εύα Λουκάτου. Έτσι θα γίνει

.
.
Στην πρώτη της ολοκληρωμένη δισκογραφική εργασία, η Εύα Λουκάτου καταθέτει οκτώ τραγούδια και ένα ορχηστρικό, τα πέντε σε στίχους της ίδιας και τα υπόλοιπα τρία σε στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου, του Κώστα Φασουλά και του Γιώργου Κορδέλλα. Ο ρυθμός του tango κυριαρχεί στα περισσότερα τραγούδια του δίσκου, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν οι λαϊκές φόρμες σε τρία τραγούδια με τη συμμετοχή της Σοφίας Παπάζογλου (η ερμηνεία της οποίας στο «Ποτάμι της ψυχής μου» είναι υποδειγματική). Οι θεατρικές ερμηνείες της Χριστίνας Γκόλια αποδεικνύονται επαρκείς για να αποτυπώσουν το πάθος των tangos που συνέθεσε η Λουκάτου, ενώ στο ίδιο κλίμα και η συμμετοχή του Απόστολου Ρίζου σε ένα τραγούδι, ολοκληρώνει τη γενικότερη αίσθηση του δίσκου που δεν κρύβει την αγάπη της δημιουργού στο tango noevo. Οι μελωδίες έχουν πολλές ενδιαφέρουσες στιγμές, ειδικά όταν κινούνται σε τέτοιους ρυθμούς, ενώ στα πιο λαϊκότροπα τραγούδια στέκονται μάλλον αμήχανα απέναντι σε ρυθμούς όπως το ζεϊμπέκικο και το τσιφτετέλι. Το αυτοβιογραφικό περιεχόμενο των στίχων (συνηθισμένο φαινόμενο στα τραγούδια πρωτοεμφανιζόμενων τραγουδοποιών, που συνήθως αποτελεί αρνητικό στοιχείο για ένα δίσκο), εδώ λειτουργεί τελικά σαφώς υπέρ του αποτελέσματος. Πρόκειται για μία αξιοπρόσεκτη προσπάθεια πολύ καλών προθέσεων, που με σαφήνεια προσδιορίζει το μουσικό δρόμο στον οποίο έχει τις δυνατότητες να κινηθεί η δημιουργός και στο μέλλον.
.
.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, τεύχος 162, Ιούνιος 2009.
.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Ματ σε 2 υφέσεις. Τρύπιο φεγγάρι

.
.
Από την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, πριν από έξι χρόνια, το μουσικό σχήμα Ματ σε 2 Υφέσεις τοποθέτησε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών μας. Το επιτυχημένο πάντρεμα παραδοσιακών ήχων της ανατολής με jazz ιδιώματα, που από νωρίς κατέταξε το συγκρότημα στον ευρύτερο χώρο που συμβατικά αποκαλούμε ethnic jazz, το συναντάμε και στον πρόσφατο, τρίτο κατά σειρά δίσκο τους. Για ακόμα μία φορά οι προσδοκίες μας δε διαψεύδονται! Για 52 λεπτά απολαμβάνουμε μια σειρά από 14 τραγούδια που, τόσο στο επίπεδο της σύνθεσης όσο και του στίχου (με τις υπογραφές του Σταύρου Δάλκου, Μαρίνου Καρβελά, Γιάννη Μανιάτη και Νίκου Γράψα), ολοκληρώνουν ένα αποτέλεσμα γεμάτο εκπλήξεις, όμορφες ρυθμικές ανατροπές και jazz συγχορδίες, και την αρμονική συνύπαρξη ετερόκλητων μουσικών στοιχείων ανατολής και δύσης που το συγκρότημα φαίνεται να έχει αφομοιώσει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με τους δύο προηγούμενους δίσκους. Η συμμετοχή του Χρήστου Θηβαίου σε ένα τραγούδι και οι εκφραστικές ερμηνείες του Δημήτρη Βαρελόπουλου, του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη και της Σπυριδούλας Μπάκα (ιδιαίτερα στην jazzy διασκευή του «Μοιάζεις κι εσύ σαν θάλασσα» του Μανώλη Χιώτη), σε συνδυασμό με τις γεμάτες φαντασία ενορχηστρώσεις, ολοκληρώνουν ένα πολύ αξιόλογο αποτέλεσμα, που φανερώνει τη μουσική γνώση και κυρίως τη δουλειά των μελών του σχήματος πάνω και στην παραμικρή λεπτομέρεια των τραγουδιών.
.
.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, τεύχος 162, Ιούνιος 2009.
.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Χρήστου Βακαλόπουλου: «Έντεκα συνειρμοί και τα ανάλογα Τραπεζάκια»

.
Οι παλαιότεροι ίσως και να το θυμούνται. Το ΝΤΕΦΙ, ήταν ένα διμηνιαίο περιοδικό για το τραγούδι, που κυκλοφόρησε απ’ τις αρχές μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80. Διαβάζοντας τα ονόματα των υπευθύνων, συναντάμε τους εκδότες Γιάννη Μπασιπαγλή και Σωτήρη Νικολακόπουλο, στους συνεργάτες, μεταξύ άλλων, τον Θοδωρή Μανίκα, τον Στέλιο Κούλογλου, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Μανώλη Ρασούλη και τον Γιάννη Καλαϊτζή, ενώ η επιτροπή του περιοδικού αποτελούνταν από τους Άκη Πάνου, Γιώργο Κοντογιάννη, Γιώργο Παπαδάκη, Δημήτρη Θ. Αρβανίτη, Στέλιο Ελληνιάδη και Τάσο Φαληρέα. Και μόνο από τα ονόματα που ενδεικτικά αναφέρθηκαν, μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς ότι, το Ντέφι ήταν μια απ’ τις πιο σοβαρές και ολοκληρωμένες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας και της επικαιρότητας του τραγουδιού, σε μια δεκαετία όπου πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες και ίσως πιο καθοριστικές ζυμώσεις στο ελληνικό τραγούδι.
.
Το εξώφυλλο του 6ου τεύχους του περιοδικού, σχεδιασμένο από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο
.
Στο αρχείο του Αρώματος του Τραγουδιού, υπάρχουν ορισμένα απ’ τα παλιά εκείνα τεύχη του περιοδικού, μεταξύ των οποίων και το Νο6 που κυκλοφόρησε το δίμηνο Απριλίου – Μαΐου 1983 (για την ιστορία, να αναφέρω ότι η τιμή πώλησής του ήταν 100 δραχμές!). Ολόκληρο το τεύχος ήταν αφιερωμένο στον Διονύση Σαββόπουλο και ειδικά στα «Τραπεζάκια έξω» που μόλις είχαν κυκλοφορήσει. Με μία σειρά από άρθρα για τον τραγουδοποιό και τον καινούργιο του δίσκο, συντάκτες του περιοδικού μοιράζονται τις σελίδες του τεύχους με σημειώσεις από τις συναυλίες που πραγματοποίησε εκείνη την περίοδο (η μεγάλη συναυλία στο Ολυμπιακό Στάδιο έγινε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς), κείμενα για την μέχρι τότε καλλιτεχνική του πορεία και σχόλια για τα τραγούδια του δίσκου. Είναι αποκαλυπτικό να διαβάζει κανείς έπειτα από 26 ολόκληρα χρόνια κείμενα για τα «Τραπεζάκια έξω», ενός δίσκου που πλέον θεωρείται κλασσικός, ενώ εκείνη την περίοδο ήταν το καινούργιο, το φρέσκο, ακόμα και το “περίεργο” νέο lp του Σαββόπουλου, που για πολλούς σήμανε και την καλλιτεχνική – πολιτική του “στροφή”.
Ανάμεσα στα διάφορα άρθρα, υπάρχει κι ένα του συγγραφέα, σκηνοθέτη και ραδιοφωνικού παραγωγού Χρήστου Βακαλόπουλου με τίτλο «Έντεκα συνειρμοί και τα ανάλογα Τραπεζάκια». Με αυτό το κείμενο, το Άρωμα του Τραγουδιού ανοίγει το αρχείο του, με αναδημοσιεύσεις άρθρων και ντοκουμέντων που αφορούν το ελληνικό τραγούδι και την εποχή του. Τα «Τραπεζάκια έξω» του Διονύση Σαββόπουλου και οι ανάλογοι «συνειρμοί» του Χρήστου Βακαλόπουλου, είναι ίσως η καλύτερη ευκαιρία για να ξαναθυμηθούμε (άραγε, ξεχάσαμε ποτέ;) ένα δίσκο – σταθμό, αλλά κυρίως να μελετήσουμε τα αντανακλαστικά και την πρώτη αίσθηση που προκάλεσαν στον συντάκτη το περιοδικού τα ολοκαίνουργια τραγούδια του δίσκου. Α! και βεβαίως, να θυμηθούμε και την εποχή: τα λιγοστά παραλιακά τζουκ-μποξ, την πολαρόιντ, τις ντισκοτέκ, τους δίσκους που κάποτε είχαν πρώτη και δεύτερη πλευρά…



ΕΝΤΕΚΑ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΛΟΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙΑ

του Χρήστου Βακαλόπουλου


(Τα τραγούδια που μου ανοίγουν τις πύλες τους είναι διαδρομές που με οδηγούν, είναι πέτρες που δημιουργούν παράλληλους κύκλους στη λίμνη του νου μου. Έρχονται από μακριά κουβαλώντας μνήμες και προφητείες και μου κάνουν ένα νεύμα να τα ακολουθήσω)΄.

Νέο Κύμα. Αν δεν ήταν τραγούδι θα ήταν μια μοναχική διαδρομή με τον ηλεκτρικό στην Κηφισιά. Κάθομαι στο άδειο βαγόνι και θέλω να εξομολογηθώ σε κάποιον, στο τέλος όμως τα λέω στον εαυτό μου ανάβοντας παράνομο τσιγαράκι. Στο τέρμα της διαδρομή σκέφτομαι πάντα ότι υπάρχει περίπτωση κάποιος να έχει φανταστεί τη ζωή μας από την πρώτη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ακριβώς όπως ο υπεύθυνος της εταιρείας δίσκων σκαρφίστηκε τον όρο «Νέο Κύμα».
Μας βαράνε ντέφια. Η Αθήνα έγραψε αυτό το κομμάτι, αυτή η μυστηριώδης πόλη που ξέρει ακόμα να ανάβει ολόκληρη όταν χρειάζεται, ακριβώς όπως η κοπέλα που αναφέρεται στους στίχους. Αυτό το δημώδες rap ηχεί σαν τον ύμνο της βαθύτερης επικοινωνίας. Τραγούδι για το πρωινό ξύπνημα, εκεί γύρω στις δύο το μεσημέρι, όταν ο καφές έχει τελειώσει και η ζέστη του καλοκαιριού δε συγκρίνεται με τίποτα με την απίστευτη θέρμη των ψυχών και των σωμάτων. Επίσης, ιδανικό για τα τζουκ μποξ στα παραλιακά κέντρα (όσα αντιστέκονται και επιμένουν ακόμα).
Χουλιγκάνοι. Χειμερινό άσμα, ο νεαρός που το ακούει είναι σκεπτικός, φοράει τα γάντια του κι είναι έτοιμος να βγει έξω και να τα σπάσει. Κρυώνει και δεν έχει να πληρώσει το νοίκι. Θαυμάζει τις αμερικάνικες ταινίες, η ψυχή του όμως είναι εδώ, κολλημένη στην άσφαλτο. Αυτή τη σκηνή θα τη θυμηθεί πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο γιος του θα τον ρωτήσει “Μπαμπά, τι είναι αυτός ο δίσκος με τον ουρανό και τα τραπεζάκια;”. Υποψιάζομαι ότι θα απαντήσει: “Τίποτα, έχει ένα ωραίο κομμάτι, που το άκουγα όταν έκανε πολύ κρύο”.
Όπως παρατήρησε σωστά ο Γιώργος Κουτσονάσιος, η ορχήστρα στο τέλος ηχεί σαν την απογειωμένη φασαρία που συνοδεύει τις λαϊκές φίρμες στα μεγάλα μπουζουξίδικα. Εγώ θα πρόσθετα την κυκλοφορία της φωνής από τη μοναξιά του κοντέρ στο πάθος του ντισκ τζόκεϋ.
Μυστικό τοπίο. Νυχτερινή προσευχή, απ’ αυτές που σου σφίγγουν το στομάχι όταν τις ακούς τυχαία ανοίγοντας το ραδιόφωνο ενώ ορμάς σα διάβολος στην Εθνική, τα καύσιμα έχουν τελειώσει κι όλα τα βενζινάδικα είναι κλειστά. Η Χαρά που οδηγεί δίπλα μου είναι αμίλητη κι ο Γιώργος στο πίσω κάθισμα πίνει μια γουλιά βότκα. Αυτοί οι δύο είχαν γνωριστεί παλιά στο Κύτταρο, όταν είχε κυκλοφορήσει το «Βρόμικο ψωμί». Τώρα πια είναι φίλοι κι έχουν σταθεί πολλές φορές μπροστά στην πολαρόιντ γελαστοί. Έχουν περάσει δέκα χρόνια, ζωγραφίζοντας αθόρυβα ένα μυστικό τοπίο.
Δεν είναι ρυθμός. Η μεγαλοφυής ιδέα εδώ είναι τα χειροκροτήματα που αγκαλιάζουν το τραγούδι, αλλά και το ευλύγιστα σίγουρο σόλο του Σαλέα που εμφανίζεται πάνοπλος, σαν μοναχικός καβαλάρης. Είναι περίεργο, αλλά αυτός ο λαϊκός ψαλμός μού φέρνει στο νου την Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού. Το ίδιο πάθος που περισσεύει, μια θεσπέσια και σχεδόν άναρθρη κατάσταση.
Πρωτομαγιά. Αυτός είναι ένα πίνακας χωρίς καταπιεστική “τεχνοτροπία”. Κάθομαι μόνος στην αίθουσα του μουσείου και τον παρατηρώ. Πως μπορεί ένας άνθρωπος να ζωγραφίζει με τη φωνή του; Μήπως είμαι υπερβολικός; Μάλλον όχι, γιατί οι εικόνες κάποια σχέση πρέπει να έχουν με αυτό που υπάρχει μέσα μας. Κι αυτοί οι αφηρημένοι στίχοι είναι πετυχημένοι γιατί λειτουργούν σαν πινελιές κι όχι ως προγραμματικές δηλώσεις. Άλλωστε η ζωγραφική μου αρέσει γιατί μου λέει μια ιστορία, γιατί κάποιο ανθρώπινο χέρι είναι από πίσω. Το ίδιο και το τραγούδι που κλείνει όμορφα την πρώτη πλευρά.
Φλόγες. Εσωστρεφής στιγμή που όμως σε παρασύρει, άλλο ένα κομμάτι που δεν γράφτηκε ποτέ από τους άτολμους εκπροσώπους του νέου κύματος. Το ακούω αργά το βράδυ όταν γυρνάω σπίτι κι έχουν κλείσει τα πάντα. Δεν είναι ακόμα η εποχή για να την πέσω στις βεράντες, ας χωθώ μέσα στο πικάπ. Τα γυναικεία φωνητικά θαυμάσια, σαν κοφτερά ξίφη, μπαινοβγαίνουν κλείνοντας με προσοχή πίσω τους τις πόρτες. Ο Σαββόπουλος, από τη Ρεζέρβα και μετά, έχει επιδοθεί σε μια απελπισμένη προσπάθεια να βγάλει ένα – ένα, με το τσιμπιδάκι, τα ανόητα φτιασίδια που κόλλησαν στις γυναικείες φωνές που διαθέτουμε, λογής λογής έντεχνοι.
Ας κρατήσουν οι χοροί. Με συγκινεί αυτή η αντίληψη των ελλήνων εξωγήινων που έχουν μυριστεί ότι τα κόλπα είναι αλλού. Πολλοί από μας αισθανόμαστε έτσι, όπως αισθανόντουσαν πολλοί από τους προγόνους μας. Κι ας χορεύεις άρυθμα στα μπαρ του Παγκρατίου ή στις ντισκοτέκ της Γλυφάδας, κατά βάθος ξέρεις τι είναι οι συνάξεις μας, αγαπητή μου φίλη. Πέρασες κι εσύ από κει, δεν είναι δύσκολο να δεις ποιο είναι το τέρμα του δρόμου. Στο μεταξύ, βάλε σε λειτουργία τους πομπούς, ίσιωσε τις κεραίες!
Canto. Το τραγούδι – κλειδί του δίσκου γιατί μιλάει για μια συγκεκριμένη παρέα και ταυτόχρονα για όλες τις παρέες, δηλαδή για τις ανώτερες μορφές οργανωμένης συνύπαρξης που γνωρίζει αυτός ο έρημος πολιτισμός. Κι ο δίσκος αυτός δεν θα υπήρχε χωρίς αυτές, όπως κι όλοι οι προηγούμενοι του τραγουδοποιού, αφού ότι κάνουμε το κάνουμε πρώτα απ’ όλα για τους φίλους μας κι ίσως μόνο γι’ αυτούς. Πως λοιπόν κάτι τυπικά περιορισμένο, απελευθερώνεται από τα όριά του και μιλάει σαν βέλος που χτυπάει τις καρδιές των αγνώστων; Αυτές είναι οι περιπέτειες της “γλώσσας”, αυτό είναι το θέμα του Canto, τραγουδιού που με αγγίζει ελαφρά στον ώμο.
Το χειμώνα ετούτο. Ο Ντύλαν έχει γράψει ανάλογα πράγματα και τα έχει τραγουδήσει με την ίδια επαναληπτική μελαγχολική διάθεση. Βαλκανικό ροκ λοιπόν, το παλιό σχέδιο που δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλειφθεί, αυτό το μυρίζομαι και το ξέρω. Το κομμάτι που μου έρχεται στο νου είναι το Tombstone Blues, τρία ακόρντα συνέχεια και ο ηχολήπτης να έχει μείνει άναυδος. Τραγούδι που μπορεί να βάλει φωτιά στα ηχεία των ντισκοτέκ, οι τελευταίες όμως είναι αφιλόξενοι χώροι, σχεδόν φυλακές διασκέδασης. Κι ο Κηλαηδόνης θα έπρεπε να το ακούσει και πολλοί άλλοι που ενώ δεν είναι ούτε ΠΑΣΟΚ ούτε ΚΚΕ, δεν είναι ότι είναι κι ότι τραγουδούν γι’ αυτές, παρά με πολύ σπρώξιμο.
Τσάμικο. Εδώ καταθέτω τα όπλα και ακούω. Δεν μπορώ να γράψω γιατί κάποιος τραγουδάει πραγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα γιατί κάποιος μου απευθύνεται. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να σου τηλεφωνήσω στο Παρίσι, εκεί που μπλέχτηκες με τους αποικιοκράτες και να σου βάλω αυτό το δίλεπτο κομμάτι.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ντέφι, στο τεύχος Νο6, Απρίλιος-Μάιος 1983. Η αναδημοσίευση, αφιερώνεται στη μνήμη τού συντάκτη του).

.

.