Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαθόν το εξομολογείσθαι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαθόν το εξομολογείσθαι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

«Αγαθόν το εξομολογείσθαι» (3): Βούλα Σαββίδη

Ό,τι ακολουθεί δεν είναι απλώς μια συνέντευξη χωρίς ερωτήσεις, παρά πρώτη ύλη για τον αστρονόμο του μέλλοντος. Σε έναν άλλον πλανήτη, εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, σε έναν άγνωστο μελλοντικό χωροχρόνο, αυτός ο αστρονόμος θα μελετήσει κάποτε την εκτυφλωτική έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς αστέρα. Οι συντεταγμένες του άστρου, κάπου μεταξύ Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Και το όνομα αυτού: Βούλα Σαββίδη.

Εμφανίζεται στη δισκογραφία το 1971 πλάι στο Χρήστο Λεοντή, ερμηνεύοντας δύο τραγούδια στο δίσκο «12 παρά 5». Το 1974, η φωνή της συμπλέει με τη ματιά του Χατζιδάκι πάνω στο ρεμπέτικο με «Τα Πέριξ». Ο ίδιος ο Χατζιδάκις βασίζει πάνω της ένα μεγαλόπνοο εγχείρημα: «Γι' αυτό κι εγώ με τα ‘ΠΕΡΙΞ’, αρχίζοντας να επιλέγω και να τοποθετώ τα εβδομήντα, ίσως κι ογδόντα πιο όμορφα τραγούδια της λαϊκής μας τούτης μουσικής περιοχής, επιχειρώ να τα μεταφέρω μες από μια αυθεντικά γυναικεία μορφή, λαϊκή ζωγραφιά μετέωρη στον κήπο του Βοτανικού ή στο Μπαξέ -Τσιφλίκι, μαστορικά ζωγραφισμένη από τον Μόραλη, με την φωνή ενός κοριτσιού από τη Θεσσαλονίκη που ονομάζεται Βούλα Σαββίδη». Δυστυχώς για όλους μας, το σχέδιο αυτό δεν θα έχει ποτέ την ανάλογη συνέχεια.

Ακολουθεί η συνεργασία με τον Μίμη Πλέσσα στα «Χαμένα χρόνια», το 1977, όπου η Βούλα Σαββίδη ερμηνεύει τα πέντε από τα έντεκα τραγούδια του δίσκου. Κι ύστερα, μέχρι τις αρχές του ’90, μεσολαβεί η απόλυτη, η τρομακτικότερη, η πιο εκκωφαντική σιωπή. Επανέρχεται την περίοδο 1992-1996. Το ρεύμα του έντεχνου που μόλις γεννιέται θα τη βρει εντός του, στο ερμηνευτικό τιμόνι τριών σημαντικών δίσκων: «Το φίλημα του χρόνου», «Καινούργια ρούχα», «Αλκυονίδα μέρα». Στο τραγούδι «Κι όλο μου λες», ένα από τα πολύ μεγάλα εκείνης της περιόδου σε στίχους Οδυσσέα Ιωάννου και μουσική Τάσου Γκρους, η ίδια τραγουδά: «Τ’ απόγευμα τρελαίνεσαι κι έξω στους δρόμους βγαίνεις / το σούρουπο μαζεύεσαι και σαν φλογίτσα τρέμεις».

Αναζητούσαμε εδώ και καιρό την τρεμάμενη φλογίτσα της Βούλα Σαββίδη, και τελικά συναντήσαμε φλογοβόλο. Σε μια σύντομη κάθοδό της από τη Θεσσαλονίκη, τη συναντήσαμε απόγευμα και φτάσαμε κουβεντιάζοντας ως αργά τη νύχτα. Δεν πήγαμε σ’ αυτήν ψάχνοντας για φετίχ, είδωλα και «καταραμένους» μύθους· χορτάσαμε από τέτοιους. Την προσωπική της μαρτυρία και τη συγκλονιστική της φωνή ζητήσαμε, και μας τις χάρισε απλόχερα και τις δύο. Την ευχαριστούμε θερμά.

Μ. Γκαρτζόπουλος - Η. Οικονόμου

(Το κείμενο δημοσιεύεται παράλληλα και στο ιστολόγιο Μουσικά Προάστια)
-------------------------
.

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Η αφετηρία μου είναι σαν τα παραμύθια. Ήμουν ανακάλυψη του Λαμπρόπουλου, ο οποίος όντας κράτος εν κράτη ήρθε και με πήρε κυριολεκτικά απ’ το σπίτι μου 17 χρονών παιδί. Τότε πίστευα ότι θα σπουδάσω, καθώς ήμουν μια πολύ καλή μαθήτρια με κλίση προς τα φιλολογικά. Δεν ανήκω σε εκείνες τις περιπτώσεις που έλεγαν ότι «από μικρή ήθελα να γίνω τραγουδίστρια». Ήρθαν τα πράγματα πολύ ξαφνικά, αλλά τελικά πήγα εκεί που έπρεπε να πάω. Δεν λοξοδρομείς· τα πράγματα θα σε πάνε εκεί που πρέπει.

Ένας κουμπάρος μας είχε ένα συγκρότημα και τους είχαμε παραχωρήσει ένα μικρό δωματιάκι για να κάνουν πρόβες. Εγώ τότε μπερδευόμουνα στις πρόβες τους κι έτσι, εντελώς τυχαία, βρέθηκα να τραγουδάω ερασιτεχνικά. Πήγαμε κάποια στιγμή για πρόβα σε ένα μαγαζί στην Θεσσαλονίκη, το Minuite, επειδή εκεί υπήρχαν τα όργανα και κάναμε μια πρόβα ερασιτεχνική γιατί θα παίζαμε κάπου στην Κατερίνη. Στο μαγαζί τραγουδούσε εκείνη την εποχή ο Μητσιάς – τότε ήταν φαντάρος – ο Δημήτρης Ζεβγάς και η Σοφία Διαμαντή, η οποία αργότερα τραγούδησε στην «Εκδίκηση της γυφτιάς» και στα «Δήθεν» και τότε ήταν ακόμα φοιτήτρια. Αυτό ήταν το σχήμα. Ήταν ένα μαγαζί όπου έπαιζε από νωρίς ένα ροκ συγκρότημα και μετά είχε λαϊκό πρόγραμμα αλλά με πολύ ποιοτικό κοινό, κάτι αντίστοιχο με τις μπουάτ. Έτσι ξεκίνησε, σαν ένα αστείο! Ξεκίνησα την πρόβα, και ξαφνικά βρέθηκα να τραγουδάω στο μαγαζί με τον Μητσιά και το υπόλοιπο σχήμα. Τις πρώτες μέρες μαθαίνει ο Λαμπρόπουλος ότι υπάρχει μία φωνή που πρέπει να την ακούσει, ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη, κι έτσι ξεκίνησαν όλα.

Τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Επένδυαν αν έβλεπαν μία φωνή που αξίζει τον κόπο - και δε μιλάω για μένα, μιλάω γενικά. Στην πορεία των χρόνων, τα πράγματα εξελίχθηκαν με τρόπο τέτοιο ώστε ό,τι είναι ξεχωριστό, ιδιαίτερο, πάνω από τον μέσο όρο, το αφανίζουμε γιατί μας χαλάει τις ισορροπίες. Πριν δε συνέβαινε αυτό. Σταδιακά, η πιάτσα άρχισε να αγριεύει, κι αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό την δεκαετία του ’90. Μεταπολιτευτικά, κάτι διασωζόταν ακόμη.

Ο Λαμπρόπουλος μου κάνει συμβόλαιο πριν καν κάνω δοκιμαστικό στο στούντιο. Δεν έχω συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας μου, καθώς όλα αυτά συμβαίνουν το 1971. Έτσι κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και γνωρίζω τον Χρήστο Λεοντή. Είχε πει ο Λεοντής στον Λαμπρόπουλο ότι δε θέλει να δουλέψει με καθιερωμένες φωνές, του βάζει εκείνος να ακούσει κάποιες, αλλά δεν του άρεσαν. Ο Λαμπρόπουλος, ο οποίος είχε μια ταινία με τη φωνή μου από δοκιμαστικά στο γραφείο του, τού λέει: «έλα λίγο επάνω να σου βάλω να ακούσεις κάτι». Και με το που ακούει τη φωνή μου λέει ο Λεοντής: «αυτή θέλω». Κάτι γίνεται όμως, και λίγο καιρό μετά φεύγει από τον Λαμπρόπουλο και πάει στην Philips, αλλά συνέχισε να θέλει τη φωνή μου για εκείνα τα τραγούδια. Τραγουδάω εκείνη την εποχή στο Ζουμ και έρχεται ο Λεοντής με έναν παραγωγό της Columbia. Με φωνάζει το γκαρσόν και μου λέει: «σε θέλουν δύο κύριοι». Έτσι έγινε η πρώτη δισκογραφική μου εμφάνιση, με τη συμμετοχή μου σε δύο τραγούδια στο δίσκο «12 παρά 5» του Λεοντή.

ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
Κάθομαι με τον αδερφό μου σε ένα cafe στο Μουσείο και είμαι σε μία φάση να τα παρατήσω και να φύγω. Λέω: «δεν είσαι εσύ γι’ αυτό τον χώρο, υπάρχει αγριότητα…» και βλέπω στην εφημερίδα «Τα Νέα» ένα μικρό πλαίσιο: «Ο Μάνος Χατζιδάκις ζητάει νέες φωνές για ακρόαση». Μου λέει ο αδερφός μου, «δεν πας;». Εγώ ήμουν απ’ την αρχή αρνητική. Επιστρέφοντας στο σπίτι, άλλαξα γνώμη. Πήγα λοιπόν στην ακρόαση, όπου τραγούδησα το «Η πίκρα σήμερα» και με συνόδεψε στο πιάνο ο Τάσος Καρακατσάνης. Το επίπεδο των παιδιών που είχαν πάει ήταν πολύ υψηλό. Στην επιτροπή ήταν ο Χατζιδάκις, η Κική Μορφονιού, ο Βασίλης Τενίδης… Θυμάμαι ότι είχε στεγνώσει το στόμα μου, ήμουν πάρα πολύ κακή, και είπα μέσα μου «εντάξει, το έχασα το παιχνίδι». Φεύγω με το κεφάλι σκυφτό, αφήνω τα στοιχεία μου, και στην έξοδο με προλαβαίνει η Κική Μορφονιού και μου λέει, «Βρε κούκλα μου, έχεις ωραία φωνή, είναι κρίμα. Αν έρθεις την άλλη φορά βάλε κάτι, νερό, λεμόνι, για να βοηθηθείς». Εγώ την άκουγα και δεν την άκουγα την ίδια στιγμή, καθώς είχα μια βεβαιότητα ότι αποκλείεται να με ξανακαλέσουν.

Την επόμενη μέρα χτυπάει το τηλέφωνό μου. Νομίζω ότι ήταν ο Τενίδης - δεν είμαι βέβαιη - και με ρωτάει: «μπορείτε να ‘ρθείτε ξανά;». Εγώ δεν πίστευα στ’ αυτιά μου! Στο σπίτι ο Βαγγέλης, ο άντρας μου, προτείνει: «Δεν του λες ένα λαϊκό, ένα ρεμπέτικο;». «Μα καλά», είπα εγώ, «θα πάω στον Χατζιδάκι και θα του πω λαϊκό ή ρεμπέτικο;». Φτάνοντας εκεί το ξανασκέφτηκα. Όταν ήρθε η σειρά μου – ήμασταν πολύ λιγότερα παιδιά από την πρώτη ακρόαση, προφανώς είχε γίνει ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα – λέω «κύριε Χατζιδάκι να σας πω ένα ρεμπέτικο;». Με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω και μετά από μια σιωπή δευτερολέπτων μου λέει, «πες», αλλά με βαριά καρδιά. Και ξεκινάω το «Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις»· δεν ξέρω κι εγώ πώς μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. Βλέπω τον Χατζιδάκι, από την πρώτη στροφή, να έχει σηκωθεί από τη θέση του, να έχει έρθει μπροστά μου και να επαναλαμβάνει: «μη σταματάς, μη σταματάς». Είπα έτσι τρία τραγούδια.

Αμέσως εντάχθηκα στο πρόγραμμα του Πολύτροπου, το οποίο ήταν ενιαίο και περιελάμβανε τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς», τον «Οδοιπόρο, το Μεθυσμένο κορίτσι και τον Αλκιβιάδη», και εμβόλιμα είχε το δικό μου μέρος με ρεμπέτικα. Ήμουν μία φιγούρα του Μόραλη σε σκηνικά του Χαρατσίδη. Με είχε τοποθετήσει μέσα στον κόσμο, τραγουδούσα ανάμεσα στα τραπέζια. Ήμουν τότε πολύ μικρή σε ηλικία, και έπρεπε στις παραστάσεις να μεταφέρω και το κλίμα της εποχής του ρεμπέτικου κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μόραλη. Αυτή η συνεργασία είχε τελικά ως αποτέλεσμα τον δίσκο «Τα Πέριξ». Μετά το Πολύτροπο τραγούδησα ξανά Χατζιδάκι στο Σκορπιό, όπου έλεγα ορισμένα τραγούδια από τον «Μεγάλο Ερωτικό».
.

Ο Χατζιδάκις είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο. Ήταν ευχή και κατάρα ταυτόχρονα: ευχή γιατί καταλάβαινες τι είναι τέχνη σε υψηλό επίπεδο, και κατάρα γιατί όταν έφευγες απ’ αυτόν αντιλαμβανόσουν πόσο διαφορετικά ήταν τα μεγέθη. Είναι δίκοπο μαχαίρι. Στη δική μου περίπτωση - που ουσιαστικά από εκείνον ξεκίνησα - τι θα μπορούσα άραγε να κάνω μετά από ένα τέτοιο ξεκίνημα; Αυτό που αγάπησα πολύ ήταν η γενναιοδωρία του. Δε θα μιλήσω για το πνευματικό του επίπεδο, μέσω του οποίου πήρα πράγματα, ρούφηξα πράγματα. Έπρεπε βέβαια να έχεις κι εσύ κάποια στοιχεία, να μπορείς να διακρίνεις κάποια πράγματα. Θα μπορούσα να περάσω από δίπλα του χωρίς να καταλάβω τίποτα. Ήταν χαρά Θεού να δουλεύεις με τον Χατζιδάκι.

ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ
Η ηχογράφηση των «Πέριξ» έγινε ζωντανά, τραγουδώντας μαζί με την ορχήστρα και όχι play back. Αυτή ήταν μια συνειδητή επιλογή του Χατζιδάκι. Το «Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά», για παράδειγμα, έγινε μια κι έξω. Μια φορά το είπα μαζί με την ορχήστρα κι έτσι μπήκε στο δίσκο. Ο Χατζιδάκις δεν παρενέβη καθόλου, καμία στιγμή δε μου είπε πώς να τραγουδήσω. Και τι ορχήστρα! Η εθνική Ελλάδος. Ο Καρακατσάνης, ο Φάμπας, ο Ζουγανέλης, ο Ροδουσάκης, η Κρίθαρη.
.

Κατ’ αρχήν ήταν να βγει μια σειρά από δίσκους με συνολικά 70 ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία ο Μάνος ήθελε να καταγραφούν με τη φωνή μου. Τα «Πέριξ» ήταν ο πρώτος δίσκος αυτής της σειράς. Τώρα, γιατί δεν προχώρησε… θυμάμαι πως είχαν προκύψει διάφορα κολλήματα και από κάποιους κληρονόμους των τραγουδιών, κάτι με τα ποσοστά, και ο Χατζιδάκις που δεν μπορούσε αυτά τα μίζερα πράγματα εγκατέλειψε την προσπάθεια. Μετά από τόσα χρόνια δεν είμαι σίγουρη αν αυτή ήταν η αιτία, όμως σίγουρα έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του.

Ακόμα και τώρα μου αρέσει να τραγουδάω ανάμεσα στον κόσμο, και απεχθάνομαι τους μεγάλους χώρους. Όταν μιλάω με τους ανθρώπους τους κοιτάω στα μάτια, κάτι που άλλοι αποφεύγουν. Έτσι είμαι και με το κοινό, θέλω να το αισθάνομαι γιατί του είμαι ευγνώμων. Είναι απίστευτη η σχέση που έχω μαζί του· λείπω για χρόνια, βγαίνω ξανά, και είναι σα να μην έχω λείψει ούτε μια μέρα. Είναι απίστευτο. Κάθε φορά που θα βγω να τραγουδήσω στον κόσμο το κάνω με σκοπό να μεταλάβουμε. Το κοινό το αισθάνομαι συνωμότη μου. Νιώθω ότι αυτό που συμβαίνει είναι μια όμορφη συνομωσία ενάντια σε όλο αυτό το σκουπιδαριό που μας πνίγει.

Στη σκηνή όταν είσαι αληθινός σε οδηγεί η ίδια η μουσική, το ίδιο το συναίσθημα. Ποτέ δε σκέφτηκα πραγματικά ότι έχω εγκαταλείψει το τραγούδι, θα ήταν σα να μου αφαιρείς το οξυγόνο. Όταν πια φεύγω από μία μουσική παράσταση μού μένει αυτό που συνηθίζω να ονομάζω «η μοναξιά του ταξί». Είναι η στιγμή που μπαίνω σε ένα ταξί με έναν άγνωστο, έχω αδειάσει τελείως, ανυπομονώντας να φτάσω στην ασφάλεια του σπιτιού μου, και με τη σιωπή να κρατάει όσο και η διαδρομή.

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Το να πω ότι ένας άνθρωπος είναι λαϊκός είναι για μένα ένας τίτλος τιμής. Είναι ο άνθρωπος ο ανεπιτήδευτος, ο ακατέργαστος, ο ατόφιος· πολύ σπάνιο αυτό. Έτσι είναι και με το τραγούδι, το λαϊκό τραγούδι έχει αμεσότητα. Τα τραγούδια του Χατζιδάκι είναι λαϊκά, κι εγώ αισθάνομαι λαϊκή. Κάποιοι ταυτίζουν ακόμα και σήμερα το λαϊκό με κάτι υποδεέστερο, αμόρφωτο. Δεν είναι έτσι· είναι τίτλος τιμής να είσαι λαϊκός.

Τα ρεμπέτικα καθόρισαν τότε μια εποχή, και κουβαλάνε και την καθαρότητα εκείνης της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε το ρεμπέτικο ήταν ένα είδος περιθωριακό, εξέφραζε μια κοινωνική τάξη που τότε θεωρείτο λούμπεν. Αργότερα μπήκε στα σαλόνια. Η αλήθεια τους είναι εκείνη που τούς έδωσε διάρκεια μέσα στο χρόνο. Ο χρόνος είναι αυτός που αξιολογεί και τοποθετεί κάθε πράγμα στη θέση του, και το ρεμπέτικο το τοποθέτησε εκεί που του άξιζε.

Αγαπάω πολύ τη φωνή του Καζαντζίδη, ακόμα και στα λυγμικά του. Ένα μέρος του κοινού τότε έδειχνε να απορεί, είναι όμως τα βιώματά μου. Μικρή έστηνα αυτί στην απέναντι οικοδομή για να ακούσω τη φωνή του Καζαντζίδη από το μικρό τρανζιστοράκι που είχαν οι εργάτες όταν δούλευαν. Και η Βιτάλη είναι για μένα μία σπουδαία φωνή. Στους νέους καλλιτέχνες και ερμηνευτές θα έλεγα κυρίως να είναι στέρεοι σε αυτό που πιστεύουν. Και το εννοώ γενικότερα, και όσον αφορά τον κώδικα αξιών, και αυτό που θέλουν να υπηρετήσουν· να μην παλινδρομούν.

Τραγουδάω όπως μιλάω. Αισθάνομαι κυρίαρχη, με μια τεράστια δύναμη, κι απ’ την άλλη είμαι δυστυχής. Ενώ η φωνή μου μού προσφέρει μία ανάταση, με προσγειώνει ανώμαλα η ασχήμια γύρω μου. Πάντως, μέσα στα χρόνια παρέμεινα φυσιολογική, χωρίς φκιασίδια. Δεν έχω χάσει το παιδί που είναι μέσα μου, κι αυτό με ισορροπεί. Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω, αλλά τα ωραιότερα ταξίδια που έχω κάνει είναι του μυαλού. Η φαντασία είναι το πιο πραγματικό μέρος του ανθρώπου.

Από τα «Πέριξ» με έχει στιγματίσει πολύ το τραγούδι «Χαράματα η ώρα τρεις». Από τους τρείς νεότερους δίσκους, τα τραγούδια που αγάπησα ιδιαίτερα είναι πολλά: «Όλο μου λες», «Αυτό που δεν κατάφερα», «Θα γίνω», «Καινούργια ρούχα». Το «Κι όλο μου λες» μου τονίζει τη ματαιότητα, το άμετρο των ανθρώπων: αν οι άνθρωποι συνειδητοποιούσαν πόσο γρήγορο είναι το πέρασμά μας, θα ήταν πιο άνθρωποι.
.

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ
Μεγάλωσα στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, το σπίτι μου είναι απέναντι απ’ τη Μονή Λαζαριστών. Εκεί ήταν τα τζουκ-μποξ απ’ όπου άκουγες λαϊκές φωνές: Καζαντζίδη, Διονυσίου, Καίτη Γκρέυ, Γαβαλά. Στα 14 μου, έρχεται από τον αδερφό μου στη Νότια Αφρική ένας μικρός θησαυρός! Ένα βαλιτσάκι με δίσκους: Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Dean Martin, Sammy Davis, Frank Sinatra, Virginia Lee κλπ. Έτσι αρχίζει να διευρύνεται ο μουσικός μου ορίζοντας και τα ακούσματά μου. Στο σπίτι μας δε θυμάμαι να ακούγαμε και πολύ μουσική. Ο αδερφός μου ήταν ποδοσφαιριστής τους ΠΑΟΚ, ερχόμουν από ένα σπίτι στο οποίο εκτός από αθλητικές εφημερίδες δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ήταν ένα περιβάλλον με ανθρώπους νοικοκυρεμένους, με καλοσύνη, αλλά εγώ προφανώς ήμουν έξω απ’ όλ’ αυτά. Αυτό το βαλιτσάκι λοιπόν ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι για μένα. Και βιβλίο στα 14 μου έπιασα πρώτη φορά, από μόνη μου.

Στη Θεσσαλονίκη επέστρεψα το 1981 κι από τότε όλο ξαναγύριζα, αν και τους χειμώνες έμενα περισσότερο στην Αθήνα. Εδώ στην Αθήνα είναι η ψυχή μου. Παρόλο που στη Θεσσαλονίκη είναι κάτι παρέες… όπως σε ένα μέρος στις όχθες του Αξιού που μαζευόμαστε με κιθάρες και μπουζούκια. Μόνο στη Θεσσαλονίκη θα τα βρεις αυτά… είναι οι άνθρωποι πιο ζεστοί, της παρέας.

Από πολύ νωρίς έκανα οικογένεια και μοιράστηκα ανάμεσα στην οικογένεια και στο τραγούδι. Πέρα από τραγουδίστρια, υπήρξα παράλληλα η κλασική περίπτωση μάνας και συζύγου. Την εποχή του Πολύτροπου γεννήθηκε και ο γιός μου, ο Σταύρος. Ο ερχομός μιας νέας ζωής σε ωθεί να βάλεις σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό σου. Είναι μια άσκηση ζωής αυτή! Εσύ είσαι πλέον πιο πίσω, και η δική σου η ζωή έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Δεν έχω πάψει να αισθάνομαι έτσι ακόμα και σήμερα.

Ο άντρας μου, ο Βαγγέλης Κόλκας, αποτέλεσε σχολή του μέτρου, της ηθικής και της σεμνότητας. Πιο ακομπλεξάριστος άνθρωπος δεν υπήρχε, ούτε πιο ελεύθερος. Από 16 χρονών παιδί ήμουν με το σύζυγό μου. Είχε μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα και για αυτό είχε τον απόλυτο σεβασμό μου. Ακουμπούσα πάνω του. Υπήρχε απέραντος σεβασμός και εκτίμηση του ενός για τον άλλον· σεβόμουν την ελευθερία του, σεβόταν τη δική μου. Ό,τι με έκανε εμένα ευτυχισμένη έκανε κι εκείνον, και δεν υπήρχαν εγωισμοί και ανασφάλειες. Ο Ρασούλης μάλιστα, έχει γράψει κι ένα τραγούδι για τον Βαγγέλη. Το έδωσε στον Καζαντζή και μάλιστα χωρίς να μου πει τίποτα. Αρκετό καιρό μετά μου το αποκάλυψε.

Φίλους είχα και έχω πολλούς. Ένας από τους καλύτερούς μου φίλους ήταν ο Γιάννης Ζουγανέλης ο τουμπίστας. Και ο Μπουρμπούλης, ο Κοροβίνης, ο Μπουκάλας, ο Μητρόπουλος, ο Δημήτρης Λέκκας, ο Ρασούλης, ο Μοσκώφ, ο Κουράκης, κι άλλοι πολλοί. Ο Τάσος Γκρους είναι ένας εξαιρετικός επιστήμονας και άνθρωπος, με άποψη. Δεν έχει και πολλή σχέση με το χώρο ως νοοτροπία και πρακτική. Με αυτούς τους ανθρώπους κολλάω περισσότερο.

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΗ
Εδώ και πολύ καιρό έχω ανάγκη τη φύση, να ακούω το θρόισμα των φύλλων, τη σιωπή. Δεν παρακολουθώ πολύ τα μουσικά πράγματα. Επειδή η μουσική αναμοχλεύει μνήμες, επιθυμίες, λόγω του πένθους - έχασα πρόσφατα τον σύζυγό μου - δεν ακούω πολύ μουσική. Και γενικότερα, επιδίωξα να μη βάλω σκουπίδια στη ζωή μου. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό… σίγουρα πάντως δε σημαίνει ότι είμαι αποκομμένη από το τι συμβαίνει γύρω μου ή ότι δεν έχω συναίσθηση της πραγματικότητας. Δε θέλω σε καμία περίπτωση να είμαι ισοπεδωτική· σποραδικά γίνονται ωραία πράγματα. Απλά, συνήθως αυτά δεν τ’ ακούς και πρέπει εσύ ο ίδιος να τα ανακαλύψεις. Όλοι αυτοί που τους παρουσιάζουν σαν σπουδαίους… δεν αρκεί μια ωραία φωνή. Πρέπει να υπάρχει το duende, το θείο και το δαιμόνιο, κι όλα αυτά να σε μεταλλάσσουν.
.
Η αποστολή της τέχνης είναι να σου ταρακουνάει το συνειδησιακό βόλεμα. Όταν έρχεσαι σε επαφή μαζί της, με οποιαδήποτε μορφή τέχνης, τότε αυτή σου αναδεικνύει τα καλά σου στοιχεία. Σε ταρακουνάει, αρχίζεις να σκέφτεσαι. Κάνοντας μία αναδρομή για να δούμε πότε υπήρξε άνθιση των τεχνών σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεραίνουμε ότι κάτι τέτοιο γίνεται νομοτελειακά, όπως στη δεκαετία του ’60. Τώρα ζούμε μια περίοδο στασιμότητας.

Η πολιτική δεν είναι κάτι απλό, είναι η επιστήμη της καθημερινότητας, το πώς θα κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. Οι σύγχρονοι πολιτικοί το έχουν αυτό υπ’ όψιν τους; Αμφιβάλω. Έχουμε μόνο επαγγελματίες του είδους. Νοιάζονται για τον λαό; Ο λαός επιστρέφει ξανά στα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες εξουσίες, γιατί είναι τρομοκρατημένος. Δεν ξέρει ποια οδό να ακολουθήσει, βρίσκεται σε σύγχυση. Και φυσικά, έχουμε τους αρχιερείς της προπαγάνδας και της λοβιτούρας, τις προοδευτικές μουσίτσες που είναι ακόμα πιο επικίνδυνες. Τα δόγματα εξαπατούν τον άνθρωπο, δημιουργούν φόβο, εξάρτηση, είναι μια μορφή εξουσίας. Μόνο μες στην ελευθερία μπορείς να βρεις την προσωπική σου αλήθεια. Το ζητούμενο για όλους είναι να βρουν τη γαλήνη, την αρμονία. Η εμπλοκή με την εξουσία είναι για να νιώθουν κάποιοι ασφαλείς, για να υπάρχουν.

Αισθάνομαι κατά κάποιο τρόπο αναρχική, με την έννοια ότι δε θέλω να υπακούω σε καμία μορφής εξουσία. Είμαι έτσι φτιαγμένη που η ίδια μπορώ να διαφυλάξω και τον εαυτό μου και τους άλλους, σέβομαι εμένα και τους γύρω μου. Ο αναρχικός δεν είναι το σύστημα που χρησιμοποιεί τα δέκα παιδάκια που σπάνε τις βιτρίνες· ο αναρχικός πάνω απ’ όλα σέβεται τον συνάνθρωπό του. Αναρχικός σημαίνει ελεύθερος. Δε θέλω να υπακούω στα δικά τους προγράμματα.

Έκανα παρέες από τα στέκια των Εξαρχείων. Δεν είχα καμία πολιτική ή πολιτιστική δραστηριότητα στα Εξάρχεια, ούτε συμμετείχα σε κάποια συλλογικότητα. Όμως, γνώρισα υπέροχους ανθρώπους, με μια απίστευτη αλληλεγγύη. Περνούσα από τα Εξάρχεια και άκουγα «γεια σου Βουλάρα». Σημασία έχει η στάση ζωής, οι επιλογές μας. Και σήμερα, την ανυπακοή μου πληρώνω. Δεν έχω ούτε ένα περιουσιακό στοιχείο, πάντα η ζωή μας φτερό στον άνεμο ήταν. Αλλά δεν ευτέλισα την τέχνη μου.
.
Έχω μετανιώσει για κάτι· έπρεπε να είχα παρέμβει πιο πολύ. Όπως και σε πολλούς άλλους ανθρώπους, πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε έλλειψη γενναιότητας. Όταν βλέπουμε τα κακώς κείμενα και σιωπούμε, είμαστε κι εμείς συνένοχοι· η ανοχή είναι συνενοχή. Όλοι έχουμε συμβάλει, ακόμα και με τη σιωπή μας, για να φτάσουν τα πράγματα εδώ που ήρθαν. Αντί να συγκρουστούμε, ανεχτήκαμε πολλά. Όσους λογάριαζα γενναίους χαθήκανε και όσους λογάριαζα δειλούς μας κυβερνούν. Έχω πολύ θυμό, όπως όλοι μας, και με ενοχλεί αυτή η υποβάθμιση των αξιών και του πολιτισμού, είναι όμως και μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα· ποτέ δεν είναι αργά. Κατά βάθος είμαι πάρα πολύ αισιόδοξη, και πιστεύω πολύ στη αφύπνιση της συνείδησης. Μόνο άμα δω μια λαοθάλασσα να κατεβαίνει στο δρόμο θα ηρεμήσω.


«ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΜΑΧΗ»
Κάποιοι άνθρωποι με την απουσία τους κάνουν πιο έντονη την παρουσία τους… δεν ξέρω αν είναι τόσο κατανοητό αυτό. Δεν υπήρξα ποτέ δημοσιοσχεσίτισσα. Οι περισσότεροι, ακόμα και στον χώρο, δεν ξέρουν καν τη φυσιογνωμία μου. Αυτό δεν έγινε τυχαία, το επεδίωξα, για να μπορώ να ζω όπως θέλω, να μη ζω σύμφωνα με αυτό που οι άλλοι πιθανόν να ήθελαν για μένα, κάτι που είναι πολύ ψυχοφθόρο. Είναι μεγάλη ανάσα να είσαι ο εαυτός σου. Αν μου πείτε, ποιο είναι το μεγαλύτερό μου κέρδος, θα απαντήσω: παρέμεινα υγιής. Βλέπω όλη αυτή την αρρώστια μες στο χώρο, και σκέφτομαι ότι ο χώρος αυτός δε με γοήτευσε ποτέ, παρά αντίθετα με τρόμαξε από την πρώτη στιγμή. Είπα: «πρέπει να μείνεις μακριά, απέναντι». Μοναχική πορεία, πολύ ακριβό το τίμημα.

Έβλεπα ανθρώπους να σιωπούν και πάντα με γοήτευαν πολύ, γιατί ήταν σαν να μου μιλούσαν πιο πολύ από εκείνους που φλυαρούσαν. Η σιωπή μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστική και ηχηρή από τα πολλά λόγια. Μπορείς να λες πολύ περισσότερα πράγματα με τη σιωπή σου ή με τη στάση σου, και να δείχνεις την απέχθειά σου για τις πρακτικές και τη νοοτροπία που κυριαρχούν. Μπορείς να πεις τα πάντα σιωπώντας, και νομίζω ότι αρκετοί αποδέκτες της σιωπής μου την κατάλαβαν. Σιωπώ όχι γιατί δεν έχω λόγο, αλλά γιατί η σιωπή είναι μια στάση ζωής. Σε τόση οχλαγωγία, δε θα πνιγεί η φωνή σου αν βγεις να μιλήσεις; Τόσοι βγαίνουν και μιλάνε χωρίς να έχουν κανένα λόγο να το κάνουν, και ο κόσμος έχει μπερδευτεί.

Συνηθίζω να γράφω στίχους.

Περιουσίες τσαλακωμένες
οι μύθοι πέσαν μαζί κι οι βράχοι
φίλοι μου όλοι οι νικημένοι
που πήραν μέρος σε λάθος μάχη.

Εγώ αυτούς θεωρώ νικητές, και με αυτούς είμαι. Πετυχημένοι για μένα είναι εκείνοι που δεν ενέδωσαν στη χυδαιότητα και στη φτήνια, και παρέμειναν όρθιοι τηρώντας τις ηθικές τους αξίες. Γι’ αυτό κι εγώ αισθάνομαι νικητής· γιατί δεν έχασα ούτε για μια στιγμή τον εαυτό μου. Δεν είναι και μικρό πράγμα αυτό. Είναι λοιπόν καιρός αυτοί οι νικητές να βγουν μπροστά. Άλλωστε, τις μεγάλες αλλαγές πάντοτε τις φέρνουν οι εξαιρέσεις.

-----------------------------

Στη στήλη «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» τα τραγούδια που συνοδεύουν την ανάρτηση επιλέγει ο εκάστοτε καλεσμένος. Οι επιλογές της Βούλας Σαββίδη είναι:
.
1. Χαράματα η ώρα τρείς, του Μάρκου Βαμβακάρη όπως το ερμήνευσε η Βούλα Σαββίδη στα Πέριξ

2. Αυτό που δεν κατάφερα, σε μουσική της Δήμητρας Γαλάνη και στίχους της Μαργαρίτας Μυτιληναίου από το δίσκο Το φίλημα του χρόνου


3. Κι όλο μου λες, σε μουσική του Τάσου Γκρους και στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου από το δίσκο Καινούργια ρούχα


4. Θα γίνω, σε μουσική του Τάσου Γκρους και στίχους του Ηλία Κατσούλη από τα Καινούργια ρούχα

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

«Αγαθόν το εξομολογείσθαι» (2): Γιώργος Σταθόπουλος

.
Τα blogs Μουσικά Προάστια και Το Άρωμα του Τραγουδιού συνεχίζουν το κοινό τους ταξίδι με τη στήλη «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», φιλοξενώντας έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή έλληνες ζωγράφους: τον Γιώργο Σταθόπουλο. Ύστερα από μία τρίωρη κουβέντα μαζί του, η προσωπική μας εμμονή με το έργο του φαίνεται ότι τιθασεύτηκε - προσωρινά, έστω. Φύγαμε από το ατελιέ του σοφότεροι, πλήρεις εικόνων και ιδεών. Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό.
.
Μ. Γκαρτζόπουλος - Η. Οικονόμου
-------------
.

ΣΤΗΝ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
Στην Αθήνα ήρθα πολύ μικρός, γύρω στα 14 μου χρόνια, κι από τότε ζω εδώ. Ποτέ δε μπήκα σε συγκοινωνίες, είχα στην αρχή ποδήλατο, μετά είχα μηχανάκι, μετά μοτοσυκλέτα. H πρώτη μοτοσυκλέτα που πήρα ήταν μια Honda 175· τότε θεωρείτο μεγάλη μηχανή και σπουδαία.
.
Στη Αθήνα τελείωσα το Γυμνάσιο. Έβγαλα νυχτερινό σχολείο γιατί την ημέρα ήμουν εργαζόμενος και το βράδυ πήγαινα στο σχολείο. Δούλευα σε διαφημιστικές εταιρείες. Τότε οι διαφημιστικές εταιρείες δεν ήταν όπως είναι τώρα με computers και γραφεία, ήταν συνεργεία που έκαναν ρεκλάμες. Τα διαφημιστικά τότε γίνονταν όλα στο χέρι. Δούλευα στα γήπεδα, ζωγραφίζαμε τα λογότυπα των εταιρειών, λάστιχα αυτοκινήτων. Έχω κάνει λάστιχα Pirelli με το πινέλο, με αερογράφους. Είχα μια ευχέρεια βέβαια, και αυτό με βοήθησε να βρίσκω δουλειές εύκολα και με καλό μεροκάματο.
.
Στην Καλών Τεχνών μπήκα όταν ήμουν ήδη στρατιώτης. Πήρα άδεια για έξι μέρες, έδωσα εξετάσεις και έτσι μπήκα στη Σχολή. Δεν ήμουν σε κάποιο εργαστήρι, δεν ήμουν πουθενά… έκανα φροντιστήριο μια βδομάδα και μπήκα στους τρεις πρώτους. Πήγα στον Σαραφιανό, με έστειλε ένας γνωστός μου καλλιτέχνης που είναι πατριώτης, ο Πανουργιάς ο γλύπτης. Εκεί, σε μια βδομάδα κατάλαβα, είδα τι έκαναν οι άλλοι, το ’κανα κι εγώ, είδα πως αντιλαμβάνεσαι το σχέδιο, και έδωσα στη Σχολή. Ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα πετύχω που δεν πήγα να δω ούτε καν τον κατάλογο με τα αποτελέσματα. Βρήκα ένα σημείωμα κάποια στιγμή ότι μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών και δεν μου έκανε καμία εντύπωση.
.
Τυχαία έγιναν όλα, και η ζωγραφική, και τα χρώματα, και το σχέδιο. Εκεί που δούλευα στη διαφημιστική εταιρεία, πέρασε κάποιος καλλιτέχνης, ο οποίος ήταν φίλος με το αφεντικό. Είδε τις ζωγραφιές τις δικιές μου και μου λέει: «να πας στη Σχολή Καλλών Τεχνών να σπουδάσεις». Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει Σχολή Καλών Τεχνών, δεν με ενδιέφερε. Εγώ ζούσα το παρόν, ήμουν ευτυχισμένος. Δούλευα σε μια εταιρεία, άλλαζα, πήγαινα σε άλλη αν μού ’διναν κάτι παραπάνω και ήμουν ευτυχισμένος. Και στην Καλών Τεχνών όταν σπούδαζα, πάλι έτσι ήταν η ζωή μου. Δούλευα και ήμουν ευτυχισμένος και ως φτωχός – υποτίθεται – σπουδαστής. Πάντα, σε όλες τις εποχές ήμουν ευχαριστημένος. Δεν ήθελα ποτέ να βελτιωθεί η ζωή μου, γιατί την έβλεπα πάντα βελτιωμένη… δεν είχα ποτέ τέτοια προβλήματα.
.
Έρχονταν συνδικαλιστές στη Σχολή και έλεγαν να κάνουμε απεργία για να μας δίνουν δωρεάν εισιτήριο. Εγώ είχα το ποδήλατό μου. Όποιος ήθελε μπορούσε να λύσει το πρόβλημά του. Δε χρειάζεται να ζητιανεύεις μια ζωή· αυτό είναι η Ελλάδα. Και οι σπουδαστές όλοι είναι με το χέρι απλωμένο, ζητιάνοι, που όλο ζητάνε απ’ τον άλλον να τους λύσει το πρόβλημα. Εγώ δε ζήτησα ποτέ τίποτα, και δυο-τρεις φορές που δεν είχα λεφτά ούτε εισιτήριο, πήγαινα εκεί που έμενα με τα πόδια. Αλλά μιλάμε, ορισμένες φορές έμενα και πολύ μακριά: στην Πεντέλη, στα Εξάρχεια, εδώ στο Παγκράτι. Έχω αλλάξει 100 σπίτια. Και όταν δεν είχα να βγάλω εισιτήριο πήγαινα με τα πόδια, δε ζητούσα δανεικά από φίλο. Δεν το καταδεχόμουνα ποτέ ούτε αυτό.
.
.

Στην Καλών Τεχνών του ’60 βίωσα έναν παράδεισο. Είχαμε σεβασμό ακόμα και στους μεγαλύτερους σπουδαστές. Όταν, δηλαδή, ήμουν πρωτοετής και ο άλλος τελείωνε τη σχολή, τον βλέπαμε ήδη ως μεγάλο καλλιτέχνη. Ακόμα και κάποιον που ήταν στο δεύτερο έτος τον θεωρούσαμε προχωρημένο καλλιτέχνη. Και είχαμε και σεβασμό μεταξύ μας. Δεν υπήρχαν «ρεύματα» και τέτοια. Τώρα τα συζητάνε αυτά, τότε μοναχά δουλεύαμε. Είχαμε το μοντέλο εκεί, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι δουλεύαμε πάνω σε αυτό, και το πρόβλημά μας ήταν να το κάνουμε καλά. Μετά είχαμε τα θεωρητικά μαθήματα, και το βράδυ το γυμνό νυκτός· συγκεκριμένα πράγματα. Τώρα μπορεί ένα σπουδαστής να έχει μπροστά του το μοντέλο και να ζωγραφίσει ένα αεροπλανάκι ή να πετάξει ένα χρώμα. «Γιατί έτσι το νιώθω», σου λέει. Και ο καθηγητής το δέχεται: «αφού έτσι το νιώθεις, τι να σου πω εγώ;». Τότε τρέμαμε να το κάνουμε σωστό το σχέδιο, να μη μας φύγει καμία φόρμα, να είναι όλα οργανωμένα, και πάλι μας διόρθωνε ο καθηγητής.
.
ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΑΞΗ

Δεν τους ρώτησα τους γονείς μου, ούτε τους είπα ποτέ ότι στην Αθήνα εγώ σπουδάζω στην Σχολή Καλών Τεχνών. Να τους έλεγα ότι σπουδάζω ζωγραφική; Θα έλεγαν: «πάει στην Αθήνα αυτός και κάνει ζωγραφιές;». Θα γελάγανε κιόλας. Όταν ήρθα στην Αθήνα, πέρασα δυο –τρεις μήνες σε μια αδερφή της μάνα μου και μετά την κοπάνησα, ήθελα να είμαι ανεξάρτητος και ελεύθερος. Μέχρι και υπάλληλος έγινα μετά τη Σχολή για 12 μέρες. Έπιασα δουλειά στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Έπαιρναν τότε απόφοιτους της Σχολής, και το πρώτο 15ήμερο που πληρώθηκα είπα «δεν ξαναγίνομαι υπάλληλος».
.
Τελικά το είπα και στους γονείς μου, δεν έμεινε κρυφό. Αν τους έλεγα ότι σπουδάζω δικηγόρος ή γιατρός θα ήταν περήφανοι. Αλλά πού! Ξέρετε γιατί έφυγα απ’ το χωριό; Ήμουνα μαθητής στο Θέρμο, κοντά στο χωριό μου, την Προστοβά της ορεινής Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας. Με τα πόδια πηγαίναμε σχολείο. Εκεί, ήμουν ο χειρότερος μαθητής. Πώς όλοι δείχνουν με το δάχτυλο τον καλύτερο; Ε, αν ήθελαν να δείξουν τον χειρότερο, έδειχναν εμένα. Δεν είχα κανένα μέλλον, ούτε ως σπουδαστής να συνεχίσω, ούτε ως μαθητής. Αλλά και πάλι, ήμουν ευχαριστημένος από τη ζωή μου εκεί.
.
Έκανα ό,τι ήθελα· αυτά που κάνουν όλοι οι μαθητές. Ήμουν σ’ όλα τα γούστα μέσα: στα τσιγάρα, στα σφαιριστήρια, στα μπιλιάρδα, στα χαρτοπαίγνια, σε όλ’ αυτά ήμουν ο πρώτος. Έπαιρνα κι αποβολές. Μα ο πατέρας μου δε με μάλωνε ποτέ. Πήγαινε στο σχολείο και μάλωνε εκείνος τους καθηγητές. «Μα τι θέλετε να κάνει το παιδί αν δεν παίξει χαρτιά, μπιλιάρδο και τέτοια, τι θα κάνουν τα παιδιά;»  Κι ο πατέρα μου ήξερε γράμματα, ήταν του Σχολαρχείου, μιλούσε καθαρεύουσα. Εγώ δεν έχω φάει απ’ τον πατέρα μου ούτε μία μπάτσα ποτέ στη ζωή μου, ούτε βέβαια απ’ τη μητέρα μου. Έτσι ήταν η οικογένειά μου. Αφού όταν έμενα στην ίδια τάξη συνέχεια, το πρόβλημά τους ήταν να μην στεναχωρηθώ εγώ.
.
ΔΑΣΚΑΛΟΙ, ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ
Για μένα, δάσκαλοι υπήρξαν πάρα πολλοί. Όποιος έλεγε το σωστό και άκουγα κάτι πολύ σημαντικό και έβαζε το μυαλό μου σε μια σκέψη σημαντική, σε μια διαδικασία να σκέφτομαι, ήταν για μένα δάσκαλος. Δεν είχε σημασία αν ήταν ο καθηγητής στην Καλών Τεχνών ή ο φίλος ή ο μπακάλης της γειτονιάς. Έχω ακούσει πολλά σημαντικά πράγματα που διαμορφώσανε την δική μου φυσιογνωμία και από πολύ σημαντικούς ανθρώπους, από τον Γκάτσο, τον Χατζιδάκι, από πρόσωπα με τα οποία έτυχε να δημιουργηθεί μία φιλία. Μπορεί να μην είναι σωστός ο όρος φιλία. Γιατί δεν μπορώ να πω εγώ ξαφνικά «είχα φίλο τον Γκάτσο» επειδή τον είδα καμιά δεκαριά φορές που λέει ο λόγος - αν δεν ήταν δέκα μπορεί να ήταν εκατό, δεν έχει σημασία. Αλλά ήταν σε άλλη κλίμακα· πρέπει να κρατάμε τις αναλογίες. Και χθες είχαν ένα αφιέρωμα για τον Γκάτσο και με πήραν τηλέφωνο και μίλησα ένα τέταρτο. Και είπαν «ήσασταν φίλοι με τον Γκάτσο»… δεν ήμουν ούτε φίλος ούτε μαθητής του. Είναι μεγάλη ευθύνη να πω ότι ήταν φίλος μου ο Γκάτσος και εγώ μαθητής του. Απλώς, είχα τη σεμνότητα να ακούω, και να μη μιλάω πολύ. Και αυτά που άκουγα τα σκεφτόμουνα. Δεν αρνούμαι τον τίτλο, γιατί δε μου ανήκει ο τίτλος αυτός· είναι μεγάλος. Είναι σαν κάποιους άλλους που λέγανε «είμαι μαθητής του Πικάσο» επειδή πήγαν και είδαν 5 έργα του στο Παρίσι, και βαφτίστηκαν μαθητές του.
.
Δε σε καθορίζει τελικά ούτε μία λέξη του πατέρα ή της μάνας, ούτε τίποτα. Αυτό που σε καθορίζει στη ζωή σου είναι η ατμόσφαιρα του σπιτιού, αυτή η διάχυτη κατάσταση που βρίσκεται σε όλα τα πράγματα. Όταν το περιβάλλον σου έχει μία άξια γυναίκα, τη μάνα, που ήταν ένα εργοστάσιο το οποίο δούλευε με μεράκι και έκανε απ’ το φαγητό μέχρι το ψωμί και έφερνε βόλτα όλο το σπίτι, όταν παράλληλα δούλευε στα χωράφια και ήταν όλα τέλεια και ωραία, δε μπορούσες εσύ να είσαι αγνώμων σ’ αυτό το πράγμα που ζούσες. Το ίδιο ίσχυε και για τον πατέρα μου. Όταν έχεις αυτό το περιβάλλον, δεν περιμένεις να σου πει κάτι ο γονιός που να σε καθορίσει· η πράξη είναι το μάθημα το μεγάλο. Όχι να κάνουμε όπως κάνουν οι πιο πολλές μανάδες που δίνουν συμβουλές στο παιδί, «πρόσεχε εκείνο», «κάνε εκείνο», «μην καπνίζεις», «μην πίνεις»… Οι γονείς μου ήταν απλά νορμάλ άνθρωποι.
.

Άραγε είχαμε ειδικά κριτήρια να κρίνουμε όταν ήμασταν μαθητές στο Γυμνάσιο τι θα πει φίλος; Όχι βέβαια. Με όλους όσους έκανα παρέα, φίλοι ήτανε. Αυτές οι έννοιες εισάγονται μετά, όταν μπαίνεις στη διαδικασία της φιλολογίας. Όταν κάνεις παρέα με έναν άνθρωπο δε σκέφτεσαι τίποτα, απλά κάνεις παρέα επειδή ταιριάζεις. Και τι  θα πει ταιριάζεις; Είναι μία αφηρημένη έννοια. Μήπως ταιριάζεις επειδή ψηφίζετε το ίδιο κόμμα; Όχι. Μήπως επειδή υποστηρίζετε την ίδια ομάδα; Δεν είναι λόγοι αυτοί. Αυτές οι διαδικασίες της φιλίας και των επαφών έρχονται εκ των υστέρων, δεν υπάρχουν στην αρχή.
.
Έχω φιλίες που κρατάνε δεκαετίες, φίλους που τους βλέπω καθημερινά εδώ και 30, 40, 50 χρόνια. Κάνω παρέα πολλά χρόνια με πολλούς, δεν έχει νόημα να λέω ονόματα. Και με τους ζωγράφους τους συναδέλφους μου έχω φιλία, αλλά και με ανθρώπους που είναι έξω απ’ το επάγγελμα, με τους οποίους μπορούμε να δούμε ένα πράγμα όχι έτσι όπως το παρουσιάζει ας πούμε η τηλεόραση. Σου δείχνουν μία άλλη όψη του νομίσματος που δεν την έχεις αντιληφθεί. Αυτό είναι οι φιλίες, όχι μόνο να χαϊδεύει ο ένας τον άλλον. Άκουσα μια φορά τον Γκάτσο που είπε στον Χατζιδάκι όταν εκδόθηκε ο δίσκος «Ο Οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης» και δεν είχε την αναμενόμενη ανταπόκριση σε πωλήσεις: «άλλον έναν Οδοιπόρο να γράψεις, θα πηγαίνεις με τα πόδια στο σπίτι σου». Ο φίλος δεν είναι αυτός που θα εκτιμήσει αυτό που κάνεις κι εσύ θα τον λατρέψεις επειδή σου το είπε αυτό. Ο φίλος είναι αυτός που θα σε κάνει καλύτερο.
.
Και πώς φτάνεις εκεί; Το να γίνεις καλύτερος είναι ένας προσωπικός παιδεμός. Και κυρίως: επιλέγεις. Αν δεν μπορείς να δεις τα πράγματα, δεν γίνεται τίποτα. «Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα» που λέει κι η παροιμία. Όποιος έχει αυτιά, ακούει, κι αν δεν έχεις αυτιά, δεν ακούς. Και σ’ αυτό το χάλι που έχουμε φτάσει σήμερα και καλλιτεχνικά, και οικονομικά, και κοινωνικά, είναι επειδή δεν ακούμε. Δεν ακούει ο Έλληνας.
.
.
ΔΟΥΛΕΙΑ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΔΟΥΛΕΙΑ…
Η τέχνη τυχαία έγινε, και δε χρωστάω σε κανέναν τίποτα. Την ψυχική μου υγεία, την οποία πιστεύω ότι την έχω, την χρωστάω στην οικογένειά μου, στους γονείς μου. Η ζωγραφική είναι άλλη ιστορία. Δεν υπάρχει κανείς που θα σου χαρίσει την ελευθερία σου. Μόνος σου θα τα κάνεις όλα. Μόνος σου θα δουλέψεις, μόνος σου θα πειθαρχήσεις, μόνος θα σκεφτείς. Εγώ δούλευα και δουλεύω τώρα όλη την ημέρα. Μόνο το βράδυ δε δουλεύω ποτέ, δε μ’ αρέσει. Από το πρωί μέχρι τις 7-8 το βράδυ δουλεύω συνέχεια. Μπορεί να δουλέψω κι ένα βράδυ αν έχω κάτι να τελειώσω, που είναι επιτακτική ανάγκη να το τελειώσω, αλλά αυτή θα είναι η εξαίρεση. Πιστεύω μόνο στην εργασία. Αυτή γεννάει ιδέες, αυτή γεννάει ασκήσεις στο επάγγελμά σου, μ’ αυτήν γίνεσαι καλλίτερος κάθε μέρα. Δεν πιστεύω σε τίποτε άλλο, όπως και δεν πιστεύω να περιμένεις απ’ τους άλλους. Αν μιλήσεις με ζωγράφους, με σπουδαστές, τους φταίει κάποιος άλλος. Εγώ ένα παιδί απ’ το χωριό ήμουνα, δεν είχα τίποτε, ούτε γνωριμίες ούτε τίποτε. Και με αυτό που έκανα, με τη δουλειά μου, είχα τη συμπάθεια πολλών ανθρώπων που παρακολουθούσαν τα πράγματα. Τυχαίνουν πράγματα καλά στη ζωή μας· μη νομίζεις, μπορεί να τύχουν στον καθέναν.

Όποιος δουλεύει δεν έχει ανάγκη, μόνο φοβάται μην του χαλάσεις τη δουλειά. Ένα παλικάρι είχε κάποια στρέμματα και έβαλε σαλιγκάρια και πάει εξαιρετικά. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουνε, κι αυτοί δεν έχουν πρόβλημα, δεν θα πεινάσουνε. Θα πεινάσει ο τεμπέλης, αυτός που περιμένει από αλλού τη λύση του προβλήματος. Δε θα πεινάσει αυτός που παράγει έργο, αυτός που είναι άξιος και όχι τεμπέλης.
.
Όταν ο Πικάσο συμβούλευε τους νέους καλλιτέχνες, τους έλεγε: «δουλειά, δουλειά, δουλειά». Το ίδιο έλεγε και ο Χατζιδάκις στους μουσικούς του: «να δουλεύετε, δεν υπάρχει άλλη λύση». Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, μόνο δουλειά. Κι αυτοί οι άνθρωποι δούλεψαν πάρα πολύ· δεν έκαναν δέκα τραγούδια, έκαναν χίλια. Ο Χατζιδάκις έχει κάνει δεκάδες μουσικά έργα για τον κινηματογράφο και το θέατρο, χώρια τα υπόλοιπα τραγούδια. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν εργοστάσια, δεν ήταν τεμπέληδες.
.
.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ
Εγώ έδωσα εξετάσεις στη γλυπτική γιατί με συγκινούσε ιδιαίτερα. Όμως, αυτό δε μου απαγόρευσε να ασχοληθώ με τη ζωγραφική, γιατί έτσι κι αλλιώς στο προκαταρκτικό κάναμε και χρώμα και ζωγραφική. Μετά, στα εργαστήρια κάναμε γλυπτική, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, όμως στράφηκα στη ζωγραφική για πρακτικούς λόγους.
.
Εμένα δεν με ενδιαφέρει η δημιουργία που δεν αμείβεται, αλλά η δημιουργία που αμείβεται. Δεν είμαι τρελός εγώ να κάνω του κεφαλιού μου, «κάνω αυτό κι αν σ’ αρέσει». Με ρώτησε τις προάλλες ένας: «πονάτε όταν πουλάτε κι αποχωρίζεστε τα έργα σας;». «Όχι», λέω, «πονάω άμα δεν τα πουλάω»! Όταν τα πουλάω δεν πονάω καθόλου. Αυτή είναι η ευτυχία μου και η χαρά μου. Γιατί όταν φτιάξω ένα έργο και αρέσει και ο άλλος βγάζει λεφτά απ’ την τσέπη του να στα δώσει, αυτό είναι η μαρτυρία ότι αρέσει αυτό. Το θέλει να το κάνει δικό του, κι εγώ ικανοποιούμαι. Είναι σαν τη γυναίκα. Όταν στολίζεται και βγαίνει στο δρόμο και δεν την κοιτάει κανείς, θα πάθει κατάθλιψη. Άμα βγει στο δρόμο και την φλερτάρουν δέκα άνθρωποι, αμέσως θα νιώσει ότι υπάρχει, ότι είναι γυναίκα. Έτσι είναι και ο καλλιτέχνης. Φαντάσου να κάνεις ένα τραγούδι και να μην το τραγουδάει κανείς, να μην αρέσει σε κανέναν. Άμα το έργο σου δεν έχει απήχηση στο κοινό και δεν αρέσει, βέβαια, μαραζώνει. Και γι’ αυτό βλέπουμε τα παράπονα μετά που ξεχειλίζουν από τους καλλιτέχνες, οι οποίοι αποδίδουν τα πάντα στα κυκλώματα. Δηλαδή, πάντα κάποιος άλλο φταίει, αυτοί δεν φταίνε ποτέ.
.
Όλοι είμαστε υπό αμφισβήτηση. Ο χρόνος θα δείξει ποιος αξίζει, και ο χρόνος αργεί. Εγώ δε θα το δω αυτό, μπορεί ούτε κι εσείς να το δείτε. Όχι για μένα, για όλους. Τα έργα που δεν έχουν να πούνε τίποτε στον κόσμο, στο λαό, στον πολίτη, χλομιάζουν. Η τέχνη ζει μόνο όταν περάσει στη συνείδηση του κόσμου· αν δεν περάσει, είναι νεκρή. Από κει και πέρα, αυτό που λένε ότι εγκλωβίζεσαι μέσα σε μια μανιέρα στη οποία επαναλαμβάνεσαι, αυτό είναι μια σαχλαμάρα. Μπορεί κανείς να αλλάξει τη γραφή του ή να αλλάξει τον ήχο της φωνής του, σήμερα να μιλά ή να τραγουδά σαν τον Μπιθικώτση, αύριο σαν τον Μητσιά; Ο καθένας έχει τη δική του γραφή. Αυτή η φυσιογνωμία του χτίζεται με τον χρόνο. Αποκτάς κάποια φυσιογνωμία και λες αυτά που έχεις να πεις. Δεν υπάρχει πείραμα στην τέχνη, μόνο στην επιστήμη. Η τέχνη λέει τα ίδια πράγματα, ο καθένας τα λέει με τη γλώσσα του, με τον δικό του τρόπο. Αν διαβάσεις τον Καβάφη σου λέει τα ίδια πράγματα που έχει πει κι ο Σικελιανός, κάπως αλλιώς, αλλά τα ίδια πράγματα.
 .
.
Κατά κάποιο τρόπο, ισχύει ότι ζωγραφίζεις σ’ όλη σου τη ζωή τον ίδιο πίνακα. Αλλάζω θεματολογία πολλές φορές, αλλά η γραφή παραμένει η ίδια, δε μπορεί να είναι άλλη. Όταν κάποιος γράφει, δεν έχει ένα στιλ στο γράψιμο; Δεν έχει την υπογραφή του; Δεν το αλλάζεις αυτό. Σήμερα μπορεί να ζωγραφίσω ένα πουλί, αλλά με την ίδια γραφή θα το κάνω. Κι έτσι, ένας άσχετος που δεν ξέρει θα πει: «αυτός επαναλαμβάνεται». Δεν επαναλαμβάνεται, αυτό είναι! Αυτή είναι η μορφή του. Αν θες κάτι άλλο, να το αναζητήσεις σε άλλη γραφή, σε άλλον ζωγράφο. Δεν υπάρχει «να το πας πιο πέρα» στην τέχνη. Η τέχνη δεν έχει πρόοδο όπως η επιστήμη. Η τέχνη είναι η αληθινή έκφραση αυτών που ζούμε κάθε μέρα. Είναι μια αισθητική που περιέχει κι άλλα πράγματα μέσα, ίσως πιο εσωτερικά.
.
Και τι είναι τέχνη; Να ένα παράδειγμα. Ακούει κανείς ένα τραγούδι το οποίο είναι από την άλλη άκρη του κόσμου. Δεν καταλαβαίνει τι λέει. Αν του αρέσει, γιατί του αρέσει; Γιατί αυτό το περιέχει, είναι αληθινό, κρύβει μια αλήθεια η οποία είναι και δική του. Και βρίσκει χώρο στη δική του αλήθεια. Αν είναι μια σαχλαμάρα πειραματική, εγκεφαλική, δεν αρέσει σε κανέναν, δεν έχει να σου πει τίποτα. Το έχεις ακούσει και το ξέχασες κιόλας. Ο καλλιτέχνης τι κάνει; Έρχεται να σου αποκαλύψει κάτι που το έχεις κι εσύ μέσα σου. Δεν είναι δικό μου, είναι και δικό σου. Εγώ απλώς βρήκα το κόλπο για να μπορώ να στο δείξω, να στο αποκαλύψω. Δε σου ρίχνω μια μουτζούρα για να σου πω ότι είναι τέχνη. Αυτό δε σου λέει τίποτα, δεν το ταυτίζεις με την τέχνη.
.
Η τέχνη είναι μια ψυχαγωγία· την ψυχή την πάει κάπου αλλού. Δεν είναι η τέχνη μόνο για να σε σοκάρει, ούτε για να σε τρομάξει, ούτε για να σε προβληματίσει, ούτε να για σε φοβίσει. Αν κοιτάξουμε στην αρχαία Ελλάδα, στους μεγάλους πολιτισμούς, τα πράγματα ήταν πολύ καθαρά. Υπάρχει κάτι που μπορεί να σε ενοχλήσει; Ακόμα και την τραγωδία, που είναι η πιο σκληρή μορφή τέχνης, τη βλέπεις και δεν απελπίζεσαι. Δεν είναι ένα θέαμα νοσηρό, έχει μια δύναμη, και φεύγει. Φεύγεις κι εσύ μετά, βλέπεις την παράσταση και μετά επιστρέφεις στα δικά σου. Φαντάσου να έχεις ένα έργο εφιαλτικό στο σπίτι σου και να ζεις μ’ αυτό. Γι’ αυτό η τέχνη, η ζωγραφική, ήταν πάντα αισιόδοξη και σ’ όλους τους μεγάλους πολιτισμούς μετέφερε την ομορφιά της ζωής. Και στην Κίνα, και στην Ιαπωνία, και την Περσία, και στην Ελλάδα· μόνο η Ευρώπη τα μπουρδούκλωσε τα πράγματα.
.
Υπήρξε και μία πιο σκοτεινή, χρωματικά, περίοδος στη δουλειά μου. Αλλά κι εκείνα τα έργα αν τα δει κανείς, δεν είναι εφιαλτικά. Ακόμα και τώρα κάνω έργα με σκοτεινά χρώματα, μαύρα. Είναι απλά ένα υλικό αυτό· το θέμα είναι να είναι ωραίο, να σ’ αρέσει, να μη σε απωθεί. Όταν είσαι επαγγελματίες πρέπει να τα κάνεις όλα. Τα σημαντικότερα έργα στην ανθρωπότητα, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα, έγινα από παραγγελίες.
.
Η ζωγραφική δεν είναι για να μιμηθούμε τη φύση. Αν πάω να μιμηθώ το λουλούδι, θα κάνω μία σαχλαμάρα, θα είναι ένα ψέμα, θα προσπαθήσω να σε ξεγελάσω. Το φυτό είναι ένα ζωντανό πράγμα, το έχει φτιάξει η φύση. Θα πας να μιμηθείς το ρυθμό, το φως του;. Η φύση σου δείχνει ένα αριστούργημα. Εγώ όμως θα φτιάξω το δικό μου δέντρο, με τη δική μου αίσθηση. Το ίδιο ισχύει και για τα σώματα. Οι Έλληνες δεν έκαναν ανατομία, παρά μετέφεραν τα γεωμετρικά σχήματα στα αγάλματα και έπαιζαν με τους ρυθμούς. Δεν θα δεις στα αρχαία αγάλματα πλευρά και φλέβες στα χέρια. Η Ευρώπη δεν τα κατάλαβε αυτά τα πράγματα, δεν είδε το ελληνικό μεγαλείο ούτε στο λόγο, ούτε στη φιλοσοφία, ούτε στις θεωρίες. Δεν είδε τίποτα.
.
ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ – ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Το πρώτο μου εξώφυλλο για δίσκο ήταν ο «Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης». Όταν έπεφτε η δικτατορία, ήρθε ο Χατζιδάκις απ’ την Αμερική και έκανε το Πολύτροπο. Μιλάμε για το ’73-’74. Το Πολύτροπο του Μάνου ήταν ένα μαγαζί στην Πλάκα, μία μπουάτ, με την ορχήστρα του Χατζιδάκι που αυτός είχε επιλέξει για να παρουσιάσει τα τραγούδια του. Εγώ ήμουν ο εικαστικός του χώρου, όλο το μαγαζί είχε έργα μου, και γι’ αυτό πήρα την παραγγελία από το Χατζιδάκι να κάνω το εξώφυλλο για το συγκεκριμένο δίσκο. Στην Κολούμπια τότε ήταν ο Λαμπρόπουλος. Ούτε αυτός, ούτε ο Πατσιφάς ήταν τυχαίοι· και οι δύο ήταν διανοούμενοι. Παρουσίασαν δίσκους ποιότητας, προώθησαν τους μεγάλους συνθέτες, το ξένο ρεπερτόριο, ήταν άλλη η ατμόσφαιρα της δισκογραφίας εκείνα τα χρόνια. Έκανα πολλά εξώφυλλα για συνθέτες όπως ο Καλδάρας, ο Κουγιουμτζής, ο Ξαρχάκος, ο Θεοδωράκης… Μόνο πέρυσι έκανα 30-40 εξώφυλλα για μία σειρά μελοποιημένης ποίησης.
.
Η επαφή μου με τον Χατζιδάκι έγινε τυχαία. Είχα ένα συμμαθητή στο νυχτερινό σχολείο, ο οποίος δε μιλούσε πολύ, ερχόταν καλοντυμένος, και οδηγούσε Σιτροέν – κάτι σπάνιο για την εποχή. Ένα βράδυ που περίμενα στη στάση του λεωφορείου και έβρεχε, προθυμοποιήθηκε να με πάρει για να μην βραχώ. Αυτός ήταν ο Δημήτρης Βερνίκος, ο σκηνοθέτης και φίλος του Χατζιδάκι. Έτσι γνωριστήκαμε, και μία φορά πήγαμε στο Μαγεμένο Αυλό. Μπαίνοντας εκεί, είδαμε τον Μάνο Χατζιδάκι με τον Δήμο Μούτση, ο οποίος τότε δεν είχε δηλώσει παρουσία ως συνθέτης. Ήταν ένας ταλαντούχος βιολιστής με σπουδές στο Παρίσι, κι έπαιζε και φυσαρμόνικα στην ορχήστρα του Μάνου. Ως νεολαία, είχαμε μεγάλη λατρεία γι’ αυτά τα πρόσωπα, και λαχτάρα να πάμε να δούμε στη βιτρίνα κάθε καινούργιο δίσκο του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι. Βλέποντας το δίσκο, ήταν αρκετό για να εισπράξουμε και το περιεχόμενο. Τώρα δεν ενδιαφέρεται κανείς τι θα βγάλει ο ένας μουσικός ή ο άλλος.
.
Πιστεύω πολύ στο τυχαίο. Όλα τυχαία είναι. Ακόμα κι οι επιστήμονες όταν ερμηνεύουν το σύμπαν και τη ζωή, αναφέρονται στο τυχαίο, και είναι φυσικό αυτό. Πώς αναπτύσσεται ένα κύτταρο; Πώς προσπαθεί να επιβιώσει εκεί που γεννήθηκε και φτιάχτηκε μέσα σε κάποιες συνθήκες;  Τυχαία. Και η γνωριμία με τον Χατζιδάκι έγινε τυχαία. Αν το βράδυ εκείνο δεν με έπαιρνε ο Βερνίκος με το αμάξι του, δεν θα είχα γνωρίσει και τον Χατζιδάκι.


Μια μέρα, ήρθε στο ατελιέ μου ο Μάνος με ταξί. Κατεβαίνει από το ταξί, μπαίνει μέσα σα σίφουνας, αρπάζει έναν πίνακα και φεύγει.
- «Πού το πας το έργο;», του λέω.
- «Μου ανήκει!», μου απαντά.
- «Γιατί σου ανήκει;»
- «Γιατί μου αρέσει!»
Ο πίνακας απεικόνιζε ένα παλιό σπίτι με καμινάδα. Από τα παράθυρα του σπιτιού φαινόταν ο ουρανός.
.
Ο τρόπος με τον οποίο δούλευα τα έργα για τα εξώφυλλα των δίσκων ποικίλει. Πολλές φορές άκουγα ένα «δοκίμιο» από το μουσικό έργο προτού εκδοθεί, άλλες φορές δεν άκουγα. Το ένα δεν έχει σχέση με το άλλο. Η εικόνα του εξωφύλλου δίσκου ή βιβλίου είναι αυτό που θα ελκύσει το μάτι του περαστικού που το βλέπει στη βιτρίνα. Πρέπει να βρεις ένα τρόπο να είναι ελκυστικό το εξώφυλλο, αυτή είναι η συνταγή. Δεν κάνεις έναν Επιτάφιο στο εξώφυλλο επειδή μέσα ο δίσκος έχει τραγούδια της Μεγάλης Παρασκευής. Έχω κάνει εικονογράφηση και εξώφυλλα για πάνω από εκατό βιβλία· δεν έχω διαβάσει κανένα.


Μ’ αρέσει πάρα πολύ η μουσική του Χατζιδάκι. Μου αρέσουν οι έλληνες μουσικοί. Και ο Θεοδωράκης μου αρέσει, και ο Ξαρχάκος, κι ο Σαββόπουλος, και ο Λεοντής, και ο Λοΐζος, και ο Κουγιουμτζής, κι ο Μαμαγκάκης. Όλοι αυτοί είναι σημαντικοί καλλιτέχνες. Ακούω 90% ελληνική μουσική, κι έχω κι ένα 10% ξένης μουσικής. Μου αρέσουν πολύ τα μπλουζ τ’ αμερικάνικα, τα ηλεκτρικά μπλουζ αλλά και τα μπλουζ της Νέας Ορλεάνης και του Μισισιπή. Επίσης, μου αρέσουν τα τραγούδια της Νότιας Ιταλίας, οι ταραντέλες. Ένας φίλος μου πρόσφατα μου είπε ότι όλα αυτά είναι ελληνικά, κι ότι ξεκινούν από την αρχαιότητα και τους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας. Μου αρέσουν τα τραγούδια των Εβραίων της Ισπανίας. Μου αρέσουν τα τούρκικα τραγούδια. Μπορεί να έχω και είκοσι δίσκους τούρκων τραγουδιστών· τρομερές φωνές. Μου αρέσουν και τα τραγούδια του Σούμπερτ, η «Ωραία Μυλωνού», καθώς και του Μάλερ.
.
ΤΑ ΑΡΧΕΓΟΝΑ ΕΝΣΤΙΚΤΑ
Με τον ερχομό μιας νέας ζωής δεν μπορείς να κρυφτείς, δεν μπορείς να πεις ευφυολογήματα. Πρώτα απ’ όλα, το να έχεις έναν άνθρωπο δικό σου είναι μια μεγάλη, μία βαθιά χαρά. Αμέσως όμως ξυπνάει κι ένα ένστικτο που πριν είναι κοιμισμένο: το ένστικτο της φροντίδας. Γι’ αυτό λένε ότι ολοκληρώνεσαι σαν άνθρωπος αν κάνεις οικογένεια· γιατί ενεργοποιούνται κι άλλα ένστικτα που πιο πριν βρίσκονται εν υπνώσει. Αυτά είναι αρχέγονα ένστικτα, όπως το ερωτικό ένστικτο. Αν δεν τα εισπράξεις αυτά στη ζωή σου, μένεις λίγο στην άκρη, είσαι ελλιπής. Δεν σημαίνει ότι γίνεσαι και σπουδαίος άνθρωπος· μπορεί να μείνεις και ζώο. Απλά, βιώνεις ένα ένστικτο που ξυπνάει μέσα σου, και γίνεσαι πιο πλήρης. Δεν μπορούμε ούτε να τα ειρωνευθούμε αυτά, ούτε να τα προσπεράσουμε· είναι ο κύκλος της ζωής.
.
Στον έρωτα δεν έχει κανένας το προνόμιο να είναι πιο σπουδαίος. Για όλους, ίδιος είναι ο έρωτας, και δεν είναι ο καλλιτέχνης κάτι διαφορετικό. Τίποτε το ξεχωριστό δεν είναι· ένας άνθρωπος όπως όλοι. Εμείς ως κοινωνία, κάποια στιγμή, θελήσαμε να αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία στους καλλιτέχνες. Γιατί έγινε αυτό; Δεν έχω ιδέα. Στις μεγάλες εποχές δεν υπήρχαν επώνυμοι καλλιτέχνες, υπήρχαν μόνο μαστόροι. Όπως έκανε ένα κρεβάτι ή μια καρέκλα, ο μάστορας έκανε και το άγαλμα. Ένας έκανε αγάλματα, άλλος έκανε ψηφιδωτά, άλλος έκανε αγγεία. Η τέχνη δεν πρέπει να συμβολίζει κάτι· είναι ύποπτα πράγματα τα σύμβολα. Το έργο τέχνης πρέπει από μόνο του να σε παίρνει και να σου λέει κάτι, μόνο με το υλικό του.
.
Δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό να διδάξω την τέχνη μου. Δεν θεωρώ ότι είμαι σε θέση να διδάξω, ούτε θεωρώ ότι οι απόψεις που πρεσβεύω είναι τελεσίδικες. Δεν μπορώ να πάρω στο λαιμό μου άλλους ανθρώπους. Μπορεί να κάνω και λάθος, δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι κατέχω την αλήθεια. Και ποτέ δεν ένιωσα ότι άγγιξα την επιτυχία. Ελλιπή είναι όλα· δεν έχω την αίσθηση ότι έκανα και τίποτα σπουδαίο.
 .
ΧΛΟΜΙΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Όταν ζούμε σε μία παρακμή, τα πράγματα χλομιάζουν, χαμηλώνουν λίγο. Όταν υπάρχει μία γενική κοινωνική άνοδος, ανεβαίνουν όλα, καθώς ο ένας σπρώχνει το άλλο. Η περιρρέουσα κατάσταση αγκαλιάζει όλη την κοινωνία. Και η Ελλάδα έζησε τόσα πράγματα και τόση παρακμή. Μόνο μετά τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο άρχισε η Ελλάδα να προχωράει και είδαμε μεγάλους καλλιτέχνες που έφτιαξαν τη φυσιογνωμία του τόπου μας. Υπάρχει σε όλα η άνοδος και η πτώση, και στον άνθρωπο και στον πολιτισμό. Τα πιο σημαντικά πράγματα στην Ελλάδα έγιναν μέχρι τη δεκαετία του ’70. Ακόμα και μέσα στη δικτατορία έγιναν σημαντικά πράγματα στην τέχνη. Υπήρχαν βέβαια πράγματα που ήταν απαγορευμένα, υπήρχε λογοκρισία, προσβλήθηκε η δημοσιογραφία, ο σατιρικός λόγος, το θέατρο, το τραγούδι.
.
Μετά, τη δεκαετία του ’80 ήρθε η εποχή της ευμάρειας. Μπήκε στη ζωή μας το χυδαίο, το lifestyle, όλοι πετυχημένοι, όλοι ξεχωριστοί. Μας έδιναν τα πακέτα από την Ευρώπη για να αναπτύξουμε βιομηχανίες και καλλιέργειες, και εμείς τα φάγαμε. Και παίρναμε και δάνεια από πάνω! Στη μεταπολίτευση δεν ήμασταν χρεωμένοι και ήταν εύκολος ο δανεισμός, και όλοι μας δανείζανε για να πάρουν τους τόκους. Θα μπορούσαμε ακόμα να έχουμε ανοδική πορεία, αλλά δεν ήμασταν σε θέση να εισπράξουμε ό,τι μας έδιναν οι Ευρωπαίοι. Δεν το σεβάστηκε ο πολίτης, δεν το σεβάστηκε κι ο πολιτικός. Ο πολίτης φταίει πάνω απ’ όλα. Όταν ο μπάρμπας μου στο χωριό είχε 80 ελιές και δήλωνε 380 και έπαιρνε επιδότηση για 380, δεν έφταιγε ο πολιτικός. Την επιδότηση δεν στην έδινε για να μην αρμέγεις τα πρόβατα, στην έδινε για να εξελίξεις την παραγωγή σου. Σου έδινε λεφτά για να κάνεις τα 10 πρόβατα 20. Όχι για να δηλώσεις 300 πρόβατα και να αγοράσεις μία BMW. Οι πολίτες είναι το πρόβλημα, και όχι οι πολιτικοί. Και οι πολιτικοί, δικοί μας άνθρωποι είναι· εμείς τους βγάζουμε.
.

.

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ
Εγώ ζω σ’ αυτόν τον τόπο εδώ, στην Ελλάδα. Τα έργα μου κι εγώ προέρχονται από το φως αυτό, αναγκαστικά. Έχω φτιάξει τη φυσιογνωμία μου σύμφωνα με αυτά που ζω. Αν ακούσεις ένα έργο του Ξαρχάκου ή του Σαββόπουλου, έχεις την εντύπωση ότι ακούς ένα γερμανό μουσικό; Όχι βέβαια. Το φως δεν είναι μόνο ο ήλιος που λάμπει. Το φως αυτό περνάει και στην ψυχή μας και στη συνείδησή μας. Θέλουμε να βλέπουμε και να διατυπώνουμε τα πράγματα καθαρά. Και γι’ αυτό όσο πάμε προς το Βορρά, τα πράγματα είναι πιο συγκεχυμένα, πιο χλωμά, πιο σκοτεινά. Δεν μπορούσαμε εμείς στην Ελλάδα να έχουμε μύθους με βρικόλακες που βγαίνουν τη νύχτα και πίνουν το αίμα. Μες στα χιόνια, όταν πέφτει το σκοτάδι περιμένεις να έρθει ο λύκος να σε φάει, ενώ εδώ στη γειτονιά μου, ακόμα και σήμερα, μυρίζει ο δρόμος από τις λεμονιές και το γιασεμί. Εντάξει, έγινε μεγαλούπολη η Αθήνα. Εγώ όμως στο ίδιο ατελιέ είμαι από φοιτητής. Μια χαρά είμαι εδώ, έχω το τραπέζι μου, τα έργα μου· αυτό το μπουντρούμι είναι το οικόπεδό μου. Με ρωτάνε: «δεν θες να πας ένα ταξίδι, να δεις ένα βουνό;» Δεν μ’ ενδιαφέρουν τα βουνά κι ο Όλυμπος· φτιάχνω τον δικό μου!
.
Ο θάνατος με τρομάζει, και με τρομάζει και το γήρας, ο εξευτελισμός. Απ’ αυτό δεν γλιτώνει κανείς, εκτός κι αν φύγεις από κανέναν πυροβολισμό ή τρακάρισμα. Όσο είσαι υγιής, είσαι αποδέκτης και των υλικών και των πνευματικών αγαθών. Όταν ασθενείς, δεν σ’ ενδιαφέρει τίποτα· κοιτάς το χάρο που έρχεται. Ξέρεις τι είναι να μην μπορείς να σηκωθείς να πας στην τουαλέτα; Δεν περνάνε από το μυαλό σου αυτά, από μένα όμως περνάνε που είμαι 68 ετών.
.
Έχω πάει στην Αμερική τρεις φορές, κι από τότε που πήγα έγινα αμερικανόφιλος. Έκανα δύο εκθέσεις, στη Φιλαδέλφεια και στη Νέα Υόρκη. Εκεί χτυπάει ο παλμός. Πώς ήταν η Ελλάδα πριν από 2.500 χρόνια; Έπρεπε να ξέρεις ελληνικά, να ξέρεις την ελληνική φιλοσοφία. Μετά το επίκεντρο πήγε στη Ρώμη, μετά πήγε Αγγλία, Γαλλία, Αμερική. Ευτυχώς ή δυστυχώς, στην Αμερική συντελούνται κάποια σημαντικά καλλιτεχνικά και επιστημονικά δρώμενα. Έχεις την εντύπωση ότι είσαι στον ομφαλό της γης, σε άλλον πλανήτη. Όλο αυτό είναι ένα εντυπωσιακό και δυνατό πράγμα που πάλλεται συνέχεια. Ο λόγος των ανθρώπων εκεί είναι συμβόλαιο. Κι αν είσαι άξιος, πάει τελείωσε, θα προκόψεις. Πήγα τρεις φορές και κάθε φορά έκατσα από ένα μήνα. Αν δεν είχα την οικογένειά μου, το γιο μου, τον τόπο μου, αν δεν είχα τις ρίζες δηλαδή, δεν θα γύριζα πίσω.



---------------


Στη στήλη «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» τα τραγούδια που συνοδεύουν την ανάρτηση επιλέγει ο εκάστοτε καλεσμένος. Οι επιλογές του Γιώργου Σταθόπουλου είναι:



1. Νύν και Αεί - σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και στίχους του Νίκου Γκάτσου με τη Βίκυ Μοσχολιού

2. Το τραγούδι του παλιού καιρού - σε μουσική του Ηλία Ανδριόπουλου και στίχους του Νίκου Γκάτσου με τον Μανώλη Μητσιά

3. Πάει ο καιρός - σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και στίχους του Νίκου Γκάτσου με τον Ηλία Λιούγκο