Μανώλης Ρασούλης ο στιχουργός, ο τραγουδοποιός, ο ερμηνευτής, ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος, ο λεξιπλάστης, ο πρωτοπόρος, ο φλεγόμενος ιδεολόγος. Μια από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου Πολιτισμού, έφυγε σε ηλικία 66 χρονών αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη για το ελληνικό τραγούδι και όχι μόνο. Αντιγράφουμε το παρακάτω απόσπασμα που βρίσκεται στο επίσημο site του δημιουργού (http://www.rasoulis.gr), αντί βιογραφικού: «Γνωστός για τις πρωτότυπες και ανεξάρτητες ιδέες του, γεφύρωσε το πιο αυθεντικό, βαθύ και λαϊκό στοιχείο του Έλληνα με τα πιο υγιή οικουμενικά ρεύματα, πυροδοτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ιδεολογική επανάσταση, κάτι που δεν άρεσε στα παντός είδους κατεστημένα. Συνεπής, εδώ και δεκαετίες, στην βασική του ιδέα ότι η Ελλάδα από φύση και θέση πρέπει να στραφεί προς τον πολιτισμό και όχι καταστροφικά προς τον μιλιταρισμό, ώστε να παίξει ένα πρωτοποριακό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αντί να είναι ουραγός όπως τώρα».
Στο ενεργητικό του είχε δεκάδες στίχους τραγουδιών που μελοποίησαν συνθέτες όπως ο Μάνος Λοϊζος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Νίκος Ξυδάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Πέτρος Βαγιόπουλος και άλλοι, καθώς επίσης και 9 βιβλία αλλά και το ιστορικό περιοδικό Το Αυγό, μια εκδοτική προσπάθεια που ξεκίνησε μαζί με την Βάσω Αλλαγιάννη στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Τα λιγοστά σε αριθμό τεύχη του περιοδικού (μόλις τέσσερα σε διάρκεια δύο ετών) είναι αποκαλυπτικά ως προς το πνεύμα και την διορατικότητα του Ρασούλη, αφού ουσιαστικά πρόκειται για κείμενα που έγραφε σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος και η θεματολογία τους εκτείνονταν από τη λογοτεχνία, τη μουσική και το τραγούδι, μέχρι τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και φυσικά την πολιτική. Η Βάσω Αλλαγιάννη θυμάται: «Ήτανε ένα φιλοσοφικοκοινωνικοπολιτικό περιοδικό που το αγκάλιασε και το υποστήριξε πάρα πολύς κόσμος. Το πρώτο τεύχος το βγάλαμε το 1979, ήτανε η εποχή που δεν καταφέρναμε να πληρώνουμε ούτε το νοίκι μας, το μόνο που θέλαμε ήτανε να βγάζουμε Το Αυγό. Θυμάμαι τα εικοσαύγουστα που κάναμε κάθε χρόνο στην Κρήτη. Ξεκινούσαμε μαζί με πολλούς αναγνώστες από παντού απ’ όλη την Ελλάδα και κάναμε χάπενινγκ στους δρόμους όλης της Κρήτης. Όπου στη διαδρομή και άλλοι πολλοί μας ακολουθούσαν και έπαιρναν μέρος σε ένα απίστευτο πανηγύρι, από θέατρο δρόμου έως μουσική και τραγούδι. Αναστατώναμε όλη την Κρήτη». (πηγή: Pathfinder http://clubs.pathfinder.gr/ALLAGIANNH/360867)
Από το δυσεύρετο πλέον πρώτο τεύχος του περιοδικού, αντιγράφουμε το χειμαρρώδες εισαγωγικό κείμενο του Μανώλη Ρασούλη με τίτλο «Το γιατί αυτής της έκδοσης». Σε αυτό το τεύχος (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1979) κάτω από τον τίτλο του περιοδικού και τον υπότιτλο «Το πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων», αναγράφονται ως μοναδικοί συντελεστές η «Ιδιοκτήτρια – Εκδότρια: Βάσω Αλλαγιάννη – Πνευματικού» και ο «Υπεύθυνος για την ύλη: Μανώλης Ρασούλης».
Στην πρώτη σελίδα του διαβάζουμε: «Να θυμάσαι πάντα: οι τέσσερεις θεμέλιοι λίθοι του ανθρώπινου γένους ο Διογένης, ο Σωκράτης, ο Χριστός και ο Μαρξ έζησαν και πέθαναν επαιτώντας και απαιτώντας»..
.
ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΜΑΣ
Το έντυπο αυτό είναι μια σύλληψη μέσα στις άλλες συλλήψεις. Βέβαια δεν είμαστε ενάντια στις εκτρώσεις αλλά παρά άμβλωση το ζυγιάσαμε και βρήκαμε ότι 90% έπρεπε να τ’ αφήσομε να τοκευτεί. Βέβαια το ζόρι είναι να μη βγει κανένα μογγολάκι μ’ όλο αυτό το προσωποκρατικό του ενός αρθογράφου και με τον, κατά τα άλλα συμπαθή τίτλο. Θα μπορούσε να ονομαστεί Μπούμεραγκ αλλά θυμίζει λίγο εκδίκηση ρίγκους και τέτοια ή σπέρμα ή σταυροδρόμι και πολλά άλλα. Αλλά Αυγό (παρ’ ότι λένε κάτι φίλοι: είναι διανοουμενιάρικο), είναι ταπεινή λέξη. Για φανταστείτε! Αυγό! Πόσοι διανοουμενιστές ή όχι δεν έχουν επιβιώσει με αυγά. Και πόσοι δεν έχουν πει την κουβέντα: το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό;
Λιγότεροι βέβαια έχουν μιλήσει για φιλοσοφικό αυγό το πρώτο σύμβολο του σύμπαντος. Έτσι λοιπόν έχουμε ένα αυγό, ταπεινό, κότας κοτετσιού, έστω ορνιθοτροφείου κι ένα συμπαντικό.
Κι ούτε που μπορούμε να πούμε ποιο έκανε το άλλο. Άραγε να μπορούσαμε να ξέραμε αυτό τ’ αυγό πού ‘χομε στα χέρια μας είναι κλούβιο ή όχι; Μπορούμε να το βράσουμε να το κάνουμε ομελέτα ή μάτι ή να το βάψουμε το Πάσχα να το στήσουμε σαν τον Κολόμβο ή το πετάξουμε στους τοίχους καμμιανής πρεσβείας; Να ‘ναι άραγε αυγό φιδιού; Δεν το νομίζω. Μάλλον πουλί πρέπει να ‘χει μέσα στον κρόκο του. Δεν έχουμε παρά να το εκκολάψομε όλοι κι όλοι, για να δούμε τι είδους στρουθοκάμηλος θα βγει. Δεν πουλάμε ραδιοκασετόφωνα για να δίνουμε προσπέκτους με καραντί. Εξαρτάται από μας, από σας, από τους ενδιάμεσους, απ’ την κατάλληλη θερμοκρασία, απ’ την ανθρώπινη ζέστα κι απ’ όλα τα ορατά κι αόρατα.
Βέβαια Αυγό είναι λίγο αστείο. Θα κομπιάζουν ορισμένοι στο περίπτερο. Κι αν ο περιπτεράς δεν έχει θα τους πει: στο μπακάλη να πάρτε αυγά. Δεν θα ‘χουν άδικο. Άλλοι σαρκαστιάρηδες θα λένε για τσόφλια και θα περιγελούνε αλλά το περιοδικό θα τους έχει προλάβει γιατί πρώτο αυτό θα σαρκάζει τον εαυτό του. Κι αφού θα αυτοσαρκάζεται θα μπορεί συνεπώς να σαρκάζει και τους απεναντινούς του ακόμη και τους καλόβολους αναγνώστες του. Γιατί εδώ δεν πρόκειται να καλοβολευτούμε ούτε να αναγνωστοποιηθούμε.
Το περιοδικό θα βγαίνει όποτε θα υπάρχει η κατάλληλη ύλη. Στο επόμενο θα μειωθεί αισθητά η προσωπική παρουσία του βοναπάρτη υπεύθυνου όλης αυτής της ύλης με συνεργασίες επιλεγμένες αυστηρώς παρ’ όλες τις καουτσουκένιες αρετές του περιοδικού. Δεν γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να βγει το πρώτο τεύχος να γίνει η αρχή έστω και επεισοδιακά. Θα μου πείτε ίσως: η αρχή είναι η μέση του τέλους. Ναι αλλά μηδένα προ του τέλους κακάριζε.
Τι φρονεί το περιοδικό; Θα προσπαθήσει να είναι ξέφρενο όσο μπορεί. Και στα μπλα μπλα του και στα πολιτικά του και στα ερωτικά του. Να ‘ναι ένα περιοδικό των νέων γενιών των καπελωμένων από τις προηγούμενες που η κληρονομιά τους η κοινωνική και η υπολοιπική μοιάζει με κείνη που οι κληρονόμοι πληρώνουν και τα φέσια που ‘χε αφήσει ο μακαρίτης.
Γι’ αυτό πρόκειται: Για να μη πληρώσουν τα φέσια αυτοί που δεν φταίξαν. Το περιοδικό οριοθετεί τις γενιές αλλά δεν φετιχοποιεί τη νεολαία και τις θερμίδες της. Το ήθος του περιοδικού ανεβάζει του ηλικιωμένους στην ψηλότερη βαθμίδα εκτίμησης και σεβασμού απ’ όλες τις άλλες συνολικότητες. Όχι ότι δέχεται τη συντηρητικότητά τους ή τη μανία τους να κατακρατούν στα χέρια τους τον πλούτο, εκβιάζοντας έτσι τους νέους ανθρώπους, φέρνοντας τους στο αδιέξοδο, αλλοτριώνοντας τους σιγά σιγά, γερνώντας τους πριν την ώρα τους.
Οι μεταπολεμικοί νέοι άνθρωποι είχαν κι αυτοί τους πολέμους τους, την Αλβανία τους, την καθημερινή σύγκρουση με την οικογένεια, με τους θεσμούς. Μια Αλβανία με πολλά ψυχικά θύματα, σ’ ένα έπος μέσα στους παγετώνες και τις εκπυρώσεις της καθημερινής ρουτίνας, της εγκλώβισης σε μια ζωή πλαισιωμένη, σχεδόν δοσμένη από τα πριν. Οι νέοι αντέδρασαν, όχι τόσο θεαματικά βέβαια όπως η αμερικάνικη νεολαία, ή αντιδρούν καθημερινά με κάθε τρόπο. Όμως πώς να νικήσουν έναν εχθρό που τους θίγει τα θυμικά μέσ’ από ‘να συναισθηματισμό και ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Υπήρξαν πατεράδες που προτίμησαν να παραδώσουν τους γιούς τους στην Ασφάλεια και να ‘ναι φυλακή παρά να διαμορφώνουν ελεύθεροι μια γνώμη ανάμεσα σε άλλους μιας ομάδας αριστερών ή διαφορετικών κοινωνικών ή πολιτικών συμπεριφορών. Κάτι τέτοια τραγικά δεδομένα και άλλα κωμικά συνδράμουν στο να υπάρξει επιτέλους μια συνειδητοποίηση ενός τέτοιου ανήλεου πολέμου που κάποια στιγμή πρέπει να αποχτήσει την έκβασή του.
Τι σχέση έχει το Αυγό με όλα αυτά: Πάντα ένα αυγό έχει λειτουργικές ή μη σχέσεις με το τηγάνι των κοινωνικών συγκυριών. Αν εκκολαφτεί θα πηδήξει πάνω απ’ το τσιτσίρισμα και θα φύγει στον ορίζοντα. Ο κάθε αναγνώστης έχει ένα ανοιχτό ορίζοντα μέσα του, ας τον καταθέσει για τούτη τη διεκπεραίωση. Αργότερα μπορεί και να νοιώσει ότι το πουλί μέσα απ’ αυτό το αυγό, που πέταξε στον ορίζοντά του, ήταν η ίδια του η ψυχή. Αλλά και να μην το νοιώσει εμείς πάλι εδώ θα ‘μαστε να επιμένομε με διάφορους θρεπτικούς τρόπους στην ουτοπία μας. ΟΒΕΡ.
Υστερόγραφο
Δεν σας είπα το συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο έδωσε το πράσινο φως γι’ αυτή την έκδοση. Στεκόμουνα μία μέρα στον Εθνικό κήπο, στη λιμνούλα που είναι προς την είσοδο της Βασιλίσσης Σοφίας. Περίμενα να πιω νερό στις βρύσες. Δίπλα μου μια οικογένεια, ο μπαμπάς, η μαμά, η γιαγιά και τα δύο παιδιά. Ο πατέρας μάλλον εργαζόμενος, ίσως ιδιοκτήτης ενός μικρού επιπλοποιείου, με τη σχετική αναγκαία κοιλίτσα που σημαίνει εκτός του κρασιού απ’ το χωριό, και 4-5 μπύρες στο ψυγείο. Ενώ λοιπόν τα παιδιά πίνανε νερό, ο σπορέας τους γύρισε ξαφνικά και είπε στη γυναίκα του μισοθριαμβολογώντας: «το είδες; το είδες; ένα χρυσόψαρο, να ένα πράμα! Πετάχτηκε μέχρι κει πάνω απ’ το νερό. Να το ρίξεις αυτό στο τηγάνι, κάνεις μια τηγανιά μούρλια!!» Τζίζας! που λένε κι οι αγγλοφωνείς. Αιώνων πείνα; Βουλιμία από κεχτημένη ταχύτητα; Ο Παύλωφ εν θριάμβω; Πάντως δεν φαινόταν άνθρωπος πεινασμένος. Νοσηρό ανανακλαστικό; Βρέστε το και πάρτε το.
Όπως και να ‘χει, έχω διαπιστώσει, ότι αυτός ο πειναλέος ωφελιμισμός κυριαρχεί στην ιδεολογία, την ψυχολογία και την ηθική αυτής της χώρας.
![]() |
Τα περιεχόμενα του 1ου τεύχους (1979) |
Στείλτε λοιπόν τις παρατηρήσεις, τις συμμετοχές, τις συνεργασίες, γραπτές, οπτικές, ακουστικές, ακόμα και τις συνεισφορές, τις διαφωνίες, τα πλεγμένα εγκόσμιά σας, την εχθρότητά σας, με τους πρέποντες δισταγμούς, τις αναγκαίες οικειότητες, το απαραίτητο …γνέθει σ’ αυτόν, και κατά τα άλλα ευτυχείτε.
Ο υπεύθυνος
Δημοσιεύτηκε στο www.musicpaper.gr
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Με φουρτουνιάζει ο έρωτας (μουσική: Μάνος Λοϊζος, στίχοι - ερμηνεία: Μανώλης Ρασούλης. Από το δίσκο "Ναι στο ναι, ναι στο όχι")
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Με φουρτουνιάζει ο έρωτας (μουσική: Μάνος Λοϊζος, στίχοι - ερμηνεία: Μανώλης Ρασούλης. Από το δίσκο "Ναι στο ναι, ναι στο όχι")
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου