Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Μετρονόμος - τεύχος 44

Αφιέρωμα
Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας
.
.
Το 44ο τεύχος του Μετρονόμου  είναι εξ' ολοκλήρου αφιερωμένο στους αδελφούς Κατσιμίχα.  Για πρώτη φορά στην ιστορία των σημαντικότερων, από τη δεκαετία του '80 και μετά, τραγουδοποιών της ελληνικής σκηνής επιχειρείται ένα εκτενές αφιέρωμα στη ζωή και το έργο τους. Μουσικολογικά άρθρα και μαρτυρίες δημιουργών και στενών συνεργατών τους επιχειρούν να φωτίσουν τις πολλαπλές πλευρές της τραγουδοποιίας τους (τη σχέση τους με το ροκ, την παράδοση, το λαϊκό τραγούδι, την ποίηση κ.ά.)  δημοσιεύοντας παράλληλα άγνωστες ιστορίες γύρω από τα χρόνια τους στη Γερμανία, την πρώτη τους εμφάνιση στο Φεστιβάλ της Κέρκυρας το 1982, την ηχογράφηση των θρυλικών «Ζεστών ποτών» κ.ά. συνοδευόμενα από σπάνιο και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό. Το αφιέρωμα ξεκινά με μια βαθιά προσωπική πολυσέλιδη συνέντευξη των ίδιων των αδελφών Κατσιμίχα.
Το περιοδικό συνοδεύεται από ένα cd single με ένα καινούριο τραγούδι του Πάνου Κατσιμίχα που ερμηνεύει ο Γεράσιμος Ανδρεάτος με τον τίτλο «Δως μου απ΄ το κουράγιο σου» (Ο πυγμάχος).
.
Επιμέλεια Αφιερώματος: Σπύρος Αραβανής, Θανάσης Συλιβός
.
Μίλoυν και γράφουν οι:
Γιώργος Ανδρέου, Σπύρος Αραβανής, Στέλλα Βλαχογιάννη, Θανάσης Γιώγλου, Μάκης Γκαρτζόπουλος, Νίκος Ζιώγαλας, Δημήτρης Ζμπέκος, Νίκος Ζούδιαρης, Θύμιος Παπαδόπουλος, Οδυσσέας Ιωάννου, Σταύρος Καρτσωνάκης, Ηρακλής Κοντός, Μιχάλης Κουμπιός, Αλέξης Λιόλης, Θάνος Μικρούτσικος, Xρήστος Α. Μιχαήλ, Δήμος Μούτσης, Σωτήρης Μπέκας, Αντώνης Μποσκοΐτης, Γιώργος Νταλάρας, Hρακλής Οικονόμου, Λένα Παππά, Μιχαήλ Πελώνης, Αντώνης Περιβολάκης, Θανάσης Συλιβός, Γιάννης Σπάθας
.
Περιεχόμενα τεύχους
- Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή
- Αδελφοί Κατσιμίχα: Βeat poetry
- Οι ποιητές του λυκόφωτος, της Στέλλας Βλαχογιάννη
- Η μουσική των αδελφών Κατσιμίχα, του Αντώνη Μποσκοΐτη
- Μια βραδιά στην Κέρκυρα, του Μάκη Γκαρτζόπουλου
- Μανώλης Ρασούλης: Αφοί Κατσιμίχα
- Νίκος Ζιώγαλας: Κράτησαν γερά μέσα στο χρόνο, του Χρήστου Α. Μιχαήλ
- Ο Γιάννης Σπάθας και τα «Ζεστά ποτά», του Σωτήρη Μπέκα
- Berlin zeit, του Δημήτρη Ζμπέκου
- «Μου φαίνεται σα να’ ναι χθες μα πάνε τόσα χρόνια…», του Ηρακλή Κοντού
- Στους ελαιώνες  της ποίησης, του Σπύρου Αραβανή
- Η Λένα Παππά για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- «…στο κέντρο και τις συνοικίες». Η διαλεκτική χώρου-ατόμου στους αδερφούς Κατσιμίχα, του Ηρακλή Οικονόμου
- Ο Δήμος Μούτσης για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Τα λαϊκά του Χάρη και του Πάνου, του Θανάση Γιώγλου
- Η παράδοση στο έργο των αδελφών Κατσιμίχα, του Σωτήρη Μπέκα
- O «εξάδελφος» Μιχάλης Πελώνης θυμάται
- Ο Γιώργος Νταλάρας για τους Αδελφούς Κατσιμίχα
- Ο Θύμιος Παπαδόπουλος για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Σκορπώντας χαμόγελο και κέφι στην αγέλαστη πολιτεία των σχολείων μας,
του Σταύρου Καρτσωνάκη
- Η «παράλληλη δισκογραφία» των αδελφών Κατσιμίχα, του Αλέξη Λιόλη
- Ο Θάνος Μικρούτσικος για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Ο Χάρης και ο Πάνος σε 500 λέξεις… του Μιχάλη Κουμπιού
- Οι Πρίγκιπες της τραγουδοποιείας, του Νίκου Ζούδιαρη
- Γιώργος Ανδρέου: «Γέλα πουλί μου, γέλα», του Χρήστου Α. Μιχαήλ
- «Δύο δίδυμοι που έχουν πολύ πλάκα!», του Οδυσσέα Ιωάννου
- Πόσο γεμάτο είναι ένα άδειο δωμάτιο; του Αντώνη Περιβολάκη
- Νέοι τραγουδοποιοί για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Η δισκογραφία των Κατσιμίχα, του Θανάση Συλιβού

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

"...όσοι απ' ορμή νεανική, την άνοιξη με το αίμα τους πληρώνουν..."

Ο τραγουδοποιός Γιώργος Φραντζολάς
Στις πρόσφατες κυκλοφορίες δίσκων του Δεκεμβρίου - αν και σαφώς λιγότερες σε αριθμό από άλλες χρονιές - μπορεί κανείς να βρει ιδιαίτερα αξιόλογες εργασίες, είτε αυτές εκδόθηκαν από μεγάλες εταιρείες είτε από μικρότερες ανεξάρτητες παραγωγές. Ανάμεσά σε αυτές ξεχωρίζει ο καινούργιος δίσκος του Βαγγέλη Κοντόπουλου με τίτλο Όλα είναι αλλού, με βασικό ερμηνευτή τον Χρήστο Θηβαίο και τη συμμετοχή του Αλκίνοου Ιωαννίδη, του Μάκη Σεβίλογλου, της Μαρίας Λούκα και των On the road. Τα στοιχεία που καθιστούν τον δίσκο του Βαγγέλη Κοντόπουλου έναν από τους ωραιότερους που κυκλοφόρησαν το τελευταίο διάστημα, είναι αντικείμενο μιας άλλης, ξεχωριστής αναφοράς που αξίζει να γίνει κάποια στιγμή. Στο παρόν κείμενο, ο δίσκος Όλα είναι αλλού είναι μονάχα η αφορμή για να επισημάνουμε την ιδιαίτερη περίπτωση του Γιώργου Φραντζολά, που στη συγκεκριμένη εργασία υπογράφει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια. Και είναι αυτή η “καινούργια” ιδιότητα του Φραντζολά που μας γυρίζει πίσω, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όπου τον συναντάμε για πρώτη φορά με την ιδιότητα του τραγουδοποιού.
Το 1994, σε ανεξάρτητη παραγωγή του Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης φτάνει στα δισκοπωλεία ο πρώτος δίσκος του Γιώργου Φραντζολά με τίτλο Νύχτα από σεντέφι. Παρόλο που η πρώτη φορά που τον συναντάμε στη δισκογραφία είναι λίγα χρόνια πριν, με ένα τραγούδι σε δική του μουσική και στίχους της Χριστίνας Ματθαίου (Τα μεσημέρια τα καλοκαιρινά που βρίσκεται στον δίσκο του Θανάση Γκαϊφύλλια Βραδυάζει), η Νύχτα από σεντέφι είναι πρακτικά ο πρώτος κύκλος τραγουδιών με τον οποίο ο Φραντζολάς συστήνεται στο κοινό. Πρόκειται για μία καθαρά βορειοελλαδίτικη υπόθεση, μιας και ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο Studio Αγροτικόν στη Θεσσαλονίκη και τις ερμηνείες των τραγουδιών ανέλαβε η Μαρία Φωτίου με τη συμμετοχή του Θανάση Γκαϊφύλλια, της Λίας Τζιαμπάζη και της Παιδικής Χορωδίας Ξάνθης. Ο Γιώργος Φραντζολάς υπογράφει τη μουσική και τους στίχους στα 12 τραγούδια του δίσκου που σε γενικές γραμμές κινούνται πάνω σε λαϊκές φόρμες, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν λείπουν και οι “τζαζ” πινελιές που με αριστοτεχνικό τρόπο αναδεικνύει με τις ενορχηστρώσεις του ο Κώστας Βόμβολος, συνεπικουρούμενος από μία ομάδα άριστων μουσικών όπως ο Θοδωρής Ρέλλος στο σαξόφωνο και ο Φλώρος Φλωρίδης στο κλαρίνο.
Η Μαρία Φωτίου προσφέρει ίσως τις καλύτερες ερμηνείες της από την εποχή των Νέων Επιβατών, και ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας συμμετέχοντας μόλις σε 2 τραγούδια προλαβαίνει να δώσει το δικό του στίγμα σε ένα δίσκο που στην εποχή του πέρασε σχετικά απαρατήρητος. Τραγούδια όπως το Έρχεται η αγάπη, Νύχτα από σεντέφι, Έλα και πάρε με μαζί, και Μισό ποτήρι (ίσως το μοναδικό που μεταδόθηκε περισσότερο από τα ραδιόφωνα της εποχής), έδωσαν απ’ την αρχή το σαφές στίγμα της δημιουργίας του Φραντζολά: τραγούδια φτιαγμένα με έμπνευση και πρωτοτυπία, που μοναδικό τους προορισμό έχουν να τραγουδηθούν από παρέες, και που αφήνουν στον ακροατή μία γλυκιά αίσθηση καθαρού αισθήματος και αβίαστης ανάγκης για ανθρώπινη επικοινωνία μέσω του τραγουδιού.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1999, η Καίτη Κουλλιά ερμηνεύει τα καινούργια τραγούδια του Γιώργου Φραντζολά στο δίσκο Εδώ ξυπνούν τα όνειρα. Τις ενορχηστρώσεις των 11 τραγουδιών αναλαμβάνει η Ευανθία Ρεμπούτσικα, ενώ για ακόμα μία φορά σημαντικοί μουσικοί πλαισιώνουν την ορχήστρα: ο Θόδωρος Κοτεπάνος στο πιάνο, ο Πλούταρχος Ρεμπούτσικας στο τσέλο και στο ακορντεόν, ο Μιχάλης Διακογιώργης στα κρουστά και η Στέλλα Κυπραίου στην κιθάρα, είναι μερικά μόνο απ’ τα ονόματα που δίνουν ζωή στα τραγούδια. Και η Καίτη Κουλλιά, έχοντας στις αποσκευές της ένα πλούσιο και καλά δουλεμένο φορτίο με ρίζες στο παραδοσιακό τραγούδι, ερμηνεύει τις μουσικές και τα λόγια με ακρίβεια και την εσωτερική ένταση που τους ταιριάζει. Σε αυτή τη δεύτερη εργασία, ο Φραντζολάς φτιάχνει μελωδίες πιο χαμηλόφωνες σε σχέση με την πρώτη του δουλειά. Δεν απουσιάζουν κι εδώ οι λαϊκοί δρόμοι και ρυθμοί, όπως για παράδειγμα στο “βαλκανικό” Στου κόσμου την ανατολή, στο χασάπικο Στης νύχτας το μελάνι και στο τραγούδι που κλείνει τον δίσκο με τίτλο Τα όνειρα. Αυτή τη φορά όμως οι μελωδίες κρύβουν πιο πλούσιες αρμονίες και μοιάζει να κινούνται με περισσότερη άνεση στο χώρο αυτού που συνήθως αποκαλούμε «έντεχνο» τραγούδι. Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης συμμετέχει στο ομότιτλο Εδώ ξυπνούν τα όνειρα, ενώ στο δίσκο υπάρχει κι ένα τραγούδι σε στίχους ανώνυμου, προερχόμενοι από το χωριό Γκαλλιτσανό της Καλαβρίας.

Αξίζει να σταθούμε για λίγο στο σημείωμα του Γιώργου Φραντζολά στο εσώφυλλο του δίσκου:
«Λένε πως η θάλασσα είναι καθώς η ψυχή μας και η ψυχή, θάλασσα. Άλλοι πάλι λένε πως από τα δάκρυα των ανθρώπων έγινε η θάλασσα αλμυρή.
Τα τραγούδια ετούτα ταξιδεύουν μεσ’ του νερού τις φλέβες και αντικρύζουν τα άσπρο της μέρας να αναδύεται μέσα απ’ το πέλαγο.
Εδώ ξυπνούν τα όνειρα. Απ’ τα νερά της Αγια-Βαρβάρας στη Δράμα ως την άνοιξη του ’86 στο κάστρο της Μύρινας. Κι από κει στα Αγρίδια και στο Σχοινούδι της Ίμβρος, στο καράβι που χάθηκε στη Σάμο κι από κει αλλού. Στα λόγια υφαίνονται ακόμα ένα πλήθος μνήμες. Οι τόποι, τα πράγματα και τα πρόσωπα που νοτίζουν το μέσα πέλαγος με θαλπωρή.
Όποια παρηγοριά μου δόθηκε γράφοντάς τα, εύχομαι να συνοδεύει το άκουσμά τους.
Ξάνθη, 12 Ιανουαρίου ‘99»

Αυτές οι αναφορές του Γιώργου Φραντζολά στη θάλασσα και το υγρό στοιχείο που συναντάμε στο παρόν κείμενο, θα τον ακολουθήσουν επίμονα από δω και στο εξής σε στιχουργικό επίπεδο στην – κατά τα άλλα σποραδική – μετέπειτα παρουσία του στη δισκογραφία. Αν και μετά τον δίσκο Εδώ ξυπνούν τα όνειρα δεν τον συναντάμε μέχρι και σήμερα με δικούς του ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών, βρίσκουμε ορισμένα ακόμα τραγούδια του σε προσωπικούς δίσκους ερμηνευτών.
Την επόμενη χρονιά η Αφεντούλα Ραζέλη ερμηνεύει 2 τραγούδια (Με γυρίζεις, Και το βράδυ ουζάκι) στον δίσκο Στη φωτιά να ρίχνεις μέλι, ενώ το 2004, και πάλι η Καίτη Κουλλιά ερμηνεύει ακόμα 2 τραγούδια του στον προσωπικό της δίσκο Η αγάπη λάθη συγχωρεί. Το ένα απ’ τα δύο είναι το Μισό ποτήρι που πρώτη ερμήνευσε η Μαρία Φωτίου στη Νύχτα από σεντέφι. Το δεύτερο, είναι ίσως το μόνο τραγούδι του Γιώργου Φραντζολά που έμελε να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό.
Πρόκειται για τον Ωκεανό, που στο δίσκο παρουσιάζεται σε δύο εκδοχές, η μία περισσότερο ακουστική και η άλλη λίγο πιο “πειραγμένη” σε διασκευή των Micro. Το τραγούδι βρήκε μεγάλη ανταπόκριση μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών, αν και όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, λίγοι γνώρισαν και εξακολουθούν να γνωρίζουν ποιος είναι ο δημιουργός του. Από κει και μετά, ακολουθεί ένα διάστημα 7 χρόνων που απουσιάζει απ’ τη δισκογραφία, μέχρι και την πρόσφατη κυκλοφορία τού Όλα είναι αλλού όπου για πρώτη φορά τον συναντάμε αποκλειστικά στο ρόλο του στιχουργού.
Η ιδιότητα του εκπαιδευτικού (καθηγητής Λυκείου στην Ξάνθη) και του δοκιμιογράφου, δεν εμπόδισε τον Γιώργο Φραντζολά να διαγράψει μέχρι τώρα μία αξιόλογη – αν και παραγωγικά μικρή – πορεία στην ελληνική δισκογραφία. Ξεκινώντας ως συνθέτης, έπειτα ως τραγουδοποιός και πρόσφατα ως στιχουργός, η γραφή του τόσο στο μουσικό όσο και στο στιχουργικό πεδίο έχει τη φρεσκάδα της δημιουργίας με υλικά που η πηγή τους μοιάζει να αναβλύζει μέσα απ’ τις παρέες και τη συλλογική εμπειρία. Τραγούδια απαλλαγμένα από τα κλειστοφοβικά σύνδρομα που ταλαιπωρούν σε επίπεδο θεματολογίας το ελληνικό τραγούδι εδώ και δύο δεκαετίες, ο Φραντζολάς, ως γνήσιος ερασιτέχνης του τραγουδιού (με την έννοια του εραστή της Τέχνης, και όχι του ημιμαθούς που πασχίζει να μοιάσει στα είδωλά του), διατηρεί την πολυτέλεια να εμφανίζεται στη δισκογραφία όποτε οι συνθήκες ή/και η έμπνευσή του το επιτρέπουν.

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο www.musicpaper.gr

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

“Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι, το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά…”


Συνέντευξη του Μιχάλη Νικολούδη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο (τεύχος 164) τον Οκτώβριου του 2009. Αφορμή για τη συζήτηση ήταν ο δίσκος Αρμενιστής που μόλις είχε κυκλοφορήσει.


συνέντευξη στον Μάκη Γκαρτζόπουλο

Για περισσότερα από 15 χρόνια, ο Μιχάλης Νικολούδης φωτογραφίζει μουσικά τοπία και τα καταγράφει σε προσωπικούς δίσκους και συλλογές που ταξιδεύουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Από την Αιολία στη Σαϊτάμα, το ταξίδι μοιάζει να έχει πολλές στάσεις, και ακόμα περισσότερους προορισμούς.


Σε ένα δισκογραφικό περιβάλλον όπου κυριαρχεί το τραγούδι, για ποιο λόγο επιμένετε να παρουσιάζετε εργασίες που περιλαμβάνουν αποκλειστικά οργανικά κομμάτια;
Η οργανική μουσική είναι ένα κομμάτι της δισκογραφίας που το υπηρετώ αρκετά χρόνια. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι απευθύνεσαι σ’ έναν κόσμο που εκτός απ’ τα τραγούδια ακούει και οργανική μουσική και θεωρώ ότι, όταν δεν υπάρχει ο στίχος, η μουσική μπορεί και επικοινωνεί με τον ακροατή βαθύτερα. O κάθε ένας που ακούει ένα κομμάτι οργανικό, φαντάζεται και φτιάχνει το δικό του σενάριο. Εάν μπορέσεις και συγκινήσεις τον ακροατή σου, η συγκίνηση αυτή είναι βαθύτερη. Κατά καιρούς γράφω και κάποια τραγούδια, αλλά κυρίως ασχολούμαι με τη σύνθεση οργανικών κομματιών. Νομίζω ότι έχω κάποιο κόσμο που με παρακολουθεί, οπότε, είμαι ικανοποιημένος καλλιτεχνικά.

Πως θα ορίζατε τα μουσικά τοπία του καινούργιου σας δίσκου, του Αρμενιστή;
Τα τοπία είναι θαλασσινά. Ο Αρμενιστής, το λέει και η λέξη, είναι αυτός ο οποίος αρμενίζει, αυτός που ταξιδεύει τη θάλασσα με τη δύναμη των πανιών. Είναι όμως και αυτός που επιλέγει να ταξιδέψει με πανιά, με τη δύναμη του αέρα, που εκμεταλλεύεται δηλαδή τη δύναμη της φύσης. Είναι ένας αναζητητής που δεν βάζει μπροστά τη μηχανή για να πάει στον προορισμό του. Γι’ αυτόν η ουσία είναι το ταξίδι και όχι το να φτάσει στον προορισμό. Και, εάν το μεταφέρεις κάπως, μπορεί να πει κανείς ότι κι εμένα με ενδιαφέρει αυτό καθαυτό το ταξίδι της ζωής και όχι ο προορισμός. Και αυτό νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη γοητεία.

Ακόμα και από τον τίτλο του δίσκου, δημιουργείται η εντύπωση ότι πραγματοποιείτε μια επιστροφή στην πρώτη σας δισκογραφική δουλειά, την Αιολία.
Ο Αρμενιστής περιέχει κομμάτια τα οποία έρχονται από το 1995 μέχρι το 2007. Πρόκειται για ένα μάζεμα από μουσικές που έχουν ενταχθεί σε διάφορες συλλογές που κυκλοφόρησαν και στο εξωτερικό, και όπως είναι φυσικό, έχει απόλυτη συγγένεια τόσο με την Αιολία όσο και με μεταγενέστερες δουλειές, μιας και είναι νέες εκτελέσεις των κομματιών αυτών.

Τι ανταπόκριση έχουν οι συλλογές που σκοπό έχουν να προωθήσουν την ελληνική μουσική και σε άλλες χώρες;
Έχω την τύχη δικά μου κομμάτια να κυκλοφορούν από την Ευρώπη μέχρι την Ιαπωνία. Ιδιαίτερα ένας δίσκος που λέγετε Deza Vu, κυκλοφορεί ακόμα και στην Ιαπωνία και στην Κορέα. Επίσης, δικοί μου δίσκοι κυκλοφορούν στην Ευρώπη, ευρύτατα, θα έλεγα, για το είδος αυτό. Υπάρχει σαφής ανταπόκριση του κόσμου σε αυτή την προσπάθεια, και νομίζω ότι τα πράγματα αργότερα θα πάνε ακόμα καλύτερα, όσον αφορά το να βγαίνει με αξιώσεις η ελληνική μουσική παραγωγή στο εξωτερικό.

Προκρίνονται μόνο προσεγμένες παραγωγές;
Είναι επόμενο να βγαίνουν και πράγματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτό που θα ‘πρεπε να είναι. Είναι μία λογική εξέλιξη, μέσα στους νόμους της παραγωγής. Στο παρελθόν έχουνε γίνει και πολύ σοβαρά εγκλήματα σ’ αυτόν τον τομέα, ειδικά κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80, με τους λεγόμενους τότε τουριστικούς δίσκους. Οι δίσκοι αυτοί περιελάμβαναν 10 – 15 μεγάλες ελληνικές επιτυχίες, από Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο, κ.α., οι οποίες είχαν διασκευαστεί άρπα κόλλα με σκοπό να καλύψουν όλα τα νησιά και τα σημεία πώλησης προς τους τουρίστες, και βεβαίως να κάνουν και εξαγωγές. Αντίθετα, εάν δείτε της ίδιας εποχής δίσκους άλλων χωρών που κυκλοφόρησαν για τους ίδιους λόγους, όπως της Ισπανίας ή της Τουρκίας, θα δείτε ότι οι παραγωγές αυτές ήταν πάρα πολύ προσεγμένες. Κι έτσι έχουμε ένα φαινόμενο σήμερα, όπου ένας τουρίστας ή ένας ξένος θεωρεί ότι η ελληνική μουσική είναι μόνο σουβλάκι – τζατζίκι – ρετσίνα. Είναι πολύ καλό το φολκλόρ, αλλά, ελληνική μουσική δεν είναι μόνον αυτό! Ευτυχώς που υπήρξε ο μέγας Χατζιδάκις και έκανε το Χαμόγελο της Τζοκόντα, αυτό το αριστούργημα, το οποίο ήρθε και διόρθωσε κατά κάποιο τρόπο την εικόνα, ότι, ελληνική μουσική δεν είναι μόνο ένα ξερό μπουζούκι που παίζει τη μελωδική γραμμή κάποιας επιτυχίας, αλλά είναι κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό.


Σε αυτή την περιπέτεια με την οργανική μουσική, νιώθετε με κάποιους μουσικούς να έχετε ιδιαίτερη “συγγένεια”;
Υπάρχει μεγάλος κύκλος Ελλήνων και ξένων μουσικών που είμαστε, ας το πούμε, συγγενείς, όσον αφορά την προσπάθεια. Θα σας πω για μουσικούς που γνωρίζω και προσωπικά, όπως ο Rene Aubry από τη Γαλλία, από την Τουρκία ο Omar Faruk Tekbilek με τον οποίο έχω συνεργαστεί, από τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου οι Bustan Abraham, ένα σπουδαίο συγκρότημα, ο Zohar Fresco. Αλλά και από την Ελλάδα, θα ‘λεγα τον Ross Daily με τον οποίο έχω επίσης συνεργαστεί, ο οποίος κάνει άλλου είδους μουσική από εμένα και από τους υπόλοιπους, όμως ανήκει σίγουρα σ’ αυτή την κατηγορία, τον Σταύρο Λάντσια που έχει κάνει σπουδαία δουλειά, τον Δημήτρη Παπαδημητρίου που επίσης είχε κάνει πολύ σπουδαίες εγγραφές, και ένα σωρό άλλους που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Συναντιέστε συχνά μαζί τους στη σκηνή ή στη δισκογραφία;
Έχω συναντηθεί με αρκετούς, όχι με όλους. Δισκογραφικά, συναντιόμαστε στα ράφια των δισκοπωλείων και ενδεχομένως και σε κάποια ραδιόφωνα.

Σας έχει τύχει να χρησιμοποιηθεί μουσική σας χωρίς τη δική σας συγκατάθεση για εμπορικούς σκοπούς, όπως για παράδειγμα να ακούγεται σαν μουσική επένδυση σε κρουαζιερόπλοια, ασανσέρ εμπορικών κέντρων ή super market;
Έχω μια σχετική εμπειρία όπου, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί, έχουν πάρει μουσική μου κάποιοι σκηνοθέτες και την έχουν βάλει σε διάφορα ντοκιμαντέρ αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στην τηλεόραση, όχι όμως αυτού του περιεχομένου που αναφέρατε. Για παράδειγμα, κάπου σε ένα νησί, κάποιος είχε ένα φούρνο και έβαζε μια δικιά μου μουσική διαφημίζοντας την επιχείρησή του. Φυσικά, δεν έκανα κάτι. Νομίζω ότι το να επιτεθείς νομικά στον φούρναρη του χωριού είναι λίγο γκραν γκινιόλ. Αν είναι μια μεγάλη εταιρεία, ναι, γιατί όχι.

Έχετε ασχοληθεί με μουσική για τον κινηματογράφο ή το θέατρο;
Όχι. Ποτέ και καθόλου. Έχω κάνει κάποια ντοκιμαντέρ, αλλά δεν έτυχε ποτέ να συνεργαστώ για κάποια ταινία ή κάποια θεατρική παράσταση. Εμένα με ενδιέφερε πάντα κάτι τέτοιο˙ απλώς, δε συνέβη.

Υπάρχουν δυσκολίες για έναν μουσικό να εκδώσει σήμερα τη δουλειά του;
Όχι, δεν υπάρχουν. Είναι πολύ φθηνότερη η παραγωγή ενός cd σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Το κόστος παραγωγής έχει πέσει, όπως ακριβώς έχει πέσει η αξία όλης της νέας τεχνολογίας. Απ’ την άλλη μεριά, ένας νέος μουσικός έχοντας την ευκολία να κάνει ένα καινούργιο cd και να το παρουσιάσει μέσα από άλλα μέσα, όπως το internet και ειδικά το myspace, είναι πιο εύκολο να φτάσει στον κόσμο. Αυτό είναι ένα ατού αλλά ταυτόχρονα είναι και πρόβλημα διότι, επειδή ακριβώς βγαίνουν εκατοντάδες ηχογραφήσεις στον αέρα μέσω αυτής της νέας τεχνολογίας, είναι πολύ πιο δύσκολο να φτάσει στον ακροατή, μιας και θα πρέπει να ανακαλύψει καινούργιες δουλειές ερευνώντας μέσα από χιλιάδες ίσως και εκατομμύρια νέες προτάσεις. Όπως είναι και αυτό το μπουκάλι στο εξώφυλλο του Αρμενιστή, που πρέπει κάποιος να το βρει και να το ανακαλύψει. Εγώ βέβαια, ομολογώ ότι έχω ένα πλεονέκτημα έναντι ενός νέου ανθρώπου, επειδή με ξέρει μία μερίδα του κοινού. Έχω ενδεχομένως περισσότερες πιθανότητες να ακούσουν τη δουλειά μου, σε αντίθεση με έναν καινούργιο δημιουργό.

Ποια είναι η διαδικασία στην οποία μπαίνει ένας μουσικός για να ξαναδουλέψει ένα παλιότερο δικό του υλικό;
Είναι λίγο περίεργο. Ποτέ το αποτέλεσμα δεν είναι όμοιο μ’ αυτό που έχεις αρχικά ηχογραφήσει. Ακούς κάτι παλιό και πολλές φορές δεν θες να το πειράξεις, γιατί η ηχογράφηση ενός μουσικού θέματος ή ενός τραγουδιού είναι ζυμωμένο με την εποχή εκείνη, με το χρόνο. Το ξανακάνεις καινούργιο και είναι κάτι άλλο. Καλύτερο ή χειρότερο, δεν έχει σημασία, πάντως είναι κάτι άλλο. Κατά έναν περίεργο τρόπο, κάποιες παλιότερες ηχογραφήσεις, ανήκουνε τόσο πολύ στον χρόνο που, άμα τις ξανακάνεις σήμερα μπορεί και να αποτύχουν. Να είναι δηλαδή ηχοληπτικά, τεχνικά αρτιότερες, μα ποτέ να μη φτάσουν αυτό που ήτανε στην πρώτη τους μορφή. Είναι μία φωτογραφία της στιγμής, ένα πάγωμα του χρόνου. Αυτή η φωτογράφιση, είναι γεγονός συγκλονιστικό. Έπρεπε να ωριμάσω για να αντιληφθώ τη φωτογραφία του χρόνου μέσω ενός ηχογραφήματος.

Όταν ολοκληρώνετε μια μουσική ή ένα τραγούδι, έχετε αίσθηση της σημαντικότητας της φωτογραφίας που αποτυπώσατε εκείνη τη στιγμή;
Όχι, σε καμία περίπτωση. Για παράδειγμα, τον Ήλιο Θεό τον έγραψα το ’94, το τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς στο στούντιο, μάς άρεσε, και τέλος. Το ότι αυτό το τραγούδι πέρασε και έμεινε στο χρόνο, το ότι το πήρανε οι χειριστές των μαχητικών αεροσκαφών και το έκαναν, ας το πούμε, τραγούδι τους, ή το ότι ακόμα και ο στίχος “σαν το σύννεφο φεύγω πετάω” γράφτηκε στον τάφο του άτυχου παιδιού που σκοτώθηκε στις επιχειρήσεις στο Αιγαίο, δεν ήταν δυνατόν να το φανταστώ ποτέ. Σήμερα που μιλάμε, όταν ακούω για παράδειγμα τον Ήλιο Θεό απ’ το ραδιόφωνο, δεν έχω την αίσθηση ότι ανήκει σε μένα. Σα να έχει τη δική του υπόσταση, και νομίζω ότι έτσι το αισθάνονται όλοι όσοι έχουν γράψει κάτι και είχαν την τύχη να μείνει στο χρόνο. Το ότι αυτό το τραγούδι επιβιώνει στο χρόνο είναι γιατί το κάνει από μόνο του, εγώ δεν κάνω τίποτα, δεν μπορώ να προσφέρω κάτι.

Παρακολουθείτε τις συζητήσεις στο internet και τα blogs που αφορούν τη δουλειά σας;
Βεβαίως και τις παρακολουθώ, και μάλιστα έχει συμβεί αρκετές φορές να διαβάζω διάφορα πράγματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Βλέπω, για παράδειγμα, σε ένα blog για τον Ήλιο Θεό που λέγαμε, να αναφέρει κάποιος ότι το τραγούδι αυτό το έγραψε η γυναίκα του πιλότου που σκοτώθηκε στις επιχειρήσεις στο Αιγαίο. Έτσι το φαντάστηκε εκείνος! Κάπου αλλού διάβασα ότι το τραγούδι είναι παραγγελία της αεροπορίας. Ή κάποιος άλλος, προφανώς επηρεασμένος από το εξώφυλλο του δίσκου, έλεγε ότι αυτός που έγραψε την Αιολία, δηλαδή εγώ, ζει σε ένα φάρο. Είναι ωραία αυτά! Και βεβαίως, παρακολουθώ και τις κάθε λογής αντιπαραθέσεις σε διάφορες ιστοσελίδες. Γενικά, νομίζω ότι το internet είναι αυτό που τελικά θα επικρατήσει στην υπόθεση της μουσικής. Είναι μια ανοιχτή ελεύθερη κοινωνία ανταλλαγής απόψεων που δε χειραγωγείται, τουλάχιστον έτσι όπως το ξέρουμε εμείς.

Τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;
Αυτή την περίοδο κάνουμε κάποιες συναυλίες με τον Μιχάλη Κουμπιό. Παράλληλα, συνεργαζόμαστε και για κάποιες παραγωγές που είναι σε εξέλιξη. Πραγματοποιούμε, λοιπόν, μια “τρέλα”: ο Μιχάλης είχε το ‘79 – ‘80 ένα post-punk συγκρότημα που λεγόταν Κουμπότρυπες Α.Ε., με τους οποίους είχαν ηχογραφήσει ορισμένα τραγούδια. Έχουμε επιλέξει λοιπόν 12 – 13 τραγούδια εκείνης της εποχής που ηχογραφούμε ξανά αυτή την περίοδο, στα οποία εγώ θα έχω τον ρόλο του αφηγητή, του “τραγουδιστή”, εντός εισαγωγικών. Αυτό είναι σε εξέλιξη τώρα και πρόκειται να κυκλοφορήσει κατά τον Οκτώβριο. Κάποια από αυτά τα κομμάτια τα λέμε και στις συναυλίες που κάνουμε αυτή την εποχή.
Παράλληλα, έχουμε ξεκινήσει και μια δουλειά με τον Μιχάλη Μπουρμπούλη. Είμαστε σε μία διαδικασία όπου μελοποιώ τους στίχους του Μπουρμπούλη, και τα τραγούδια πρόκειται να τα πω εγώ στον δίσκο που θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη δουλειά, που δύσκολα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω. Για παράδειγμα, λέει σε κάποιο σημείο ο Μιχάλης: “Ένας που έπινε πολύ, είχε ένα μικροσκόπιο και κοίταζε την ύλη / στο τέλος έφτασε εκεί, που η ευθεία έγινε ίδια με την καμπύλη”, και στο ρεφρέν: “μη με ρωτάς αν σ’ αγαπώ, και μη μου συννεφιάζεις / βρες έναν κόσμο σταθερό, κι ύστερα με δικάζεις”. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πνεύματος των στίχων του Μιχάλη Μπουρμπούλη που δουλεύουμε αυτό τον καιρό.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

“Στο μπαλκόνι βγες – ανοίγω, κάτω οι ζωές μας πιάτο…”

Περιμένοντας τις Μέρες του φωτός, τον καινούργιο δίσκο του Θέμη Καραμουρατίδη και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, η βελόνα του Αρώματος του Τραγουδιού έχει κολλήσει σε ένα απόσπασμα από την εκπομπή Στην υγειά μας που προβλήθηκε στην ΝΕΤ στις 3 Μαρτίου.
Η Νατάσσα Μποφίλιου είχε την τιμητική της, και ανάμεσα στους πολλούς καλεσμένους ήταν και ο Στάμος Σέμσης. Όταν η Μποφίλιου κάθισε στο πιάνο και ο Σέμσης πήρε στα χέρια του την βιόλα, δε φανταζόμουν τι ακριβώς θα ακολουθήσει. Ένα παλιότερο τραγούδι σε μουσική του Σέμση και στίχους του Νίκου Μωραϊτη, που πρώτη είχε ερμηνεύσει η Έλλη Πασπαλά στο δίσκο Σε ποιο Θεό να πιστέψω πριν από 10 χρόνια, μεταμόρφωσε την οθόνη της τηλεόρασης σε χοάνη – όπως θά 'λεγε και η Λένα Πλάτωνος – που από μέσα της μπορούσε ο καθένας να αφουγκραστεί τους ήχους ενός γκρίζου αστικού τοπίου που μας πνίγει, κι εκεί, την ίδια στιγμή, μας ελευθερώνει. Ένα απ’ τα ωραιότερα τραγούδια της προηγούμενης δεκαετίας, σε μια μοναδική εκτέλεση που στο μέλλον θα καταγραφεί ως συλλεκτική. Από τις ελάχιστες φορές τα τελευταία χρόνια που η τηλεόραση προσφέρει τέτοια μοναδικά στιγμιότυπα.


Ζω εδώ
μ' έναν ήλιο γκρι
μες στην Αττική
που αλλάζει.
Εδώ
ζέστη και σκουριά
κρύβεται η καρδιά
τρομάζει.

Στο μπαλκόνι βγες - ανοίγω
κάτω οι ζωές μας πιάτο,
μας τραβούν γλυκά στον πάτο
όμως τώρα λες θα φύγω.

Ζω εδώ
μες στην Αττική
μ' έναν ήλιο γκρι
στα μάτια.
Εδώ
ζέστη και σκουριά
κρύβεται η καρδιά
τρομάζει.

Στο μπαλκόνι βγες - ανοίγω
κάτω οι ζωές μας πιάτο,
μας τραβούν γλυκά στον πάτο
όμως τώρα λες θα φύγω.

Βάλε μουσική - να φύγω
βάλε και καρδιά - να φύγω
πάρε με αγκαλιά - να φύγω
απ' την πόλη αυτή - να φύγω.