Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

“… εγώ μονάχα ένα πράγμα θα σου πω, μου φτάνει πως μεγάλωσα με σένα.”

.
Όλα είναι έτοιμα για τη …"γιορτή":
Τα σημαιάκια, η εξέδρα των επισήμων, η μπάντα, η ίλη των τεθωρακισμένων και οι μαθητές του γυμνασίου της περιοχής, όλα σε τέλεια παράταξη...
Ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, και η σκυτάλη του φασισμού αλλάζει χέρια˙ από τον ολοκληρωτισμό του Μεταξά, στην πολεμική μηχανή των Ιταλών και Γερμανών, η απόσταση τελικά ήταν πολύ μικρή...
Ο ελληνικός λαός αντιστέκεται, πολεμάει, τραυματίζεται, προδίδεται, οπισθοχωρεί. Κι εκείνο το «Πρώτον πολεμικόν ανακοινωθέν» της 28ης Οκτωβρίου 1940, να ηχεί σαν φάλτσο ρεφρέν της ιστορίας: «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις, προσβάλλουσιν από της 5:30 ώρας της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής Μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους…».
Πως, τώρα, από το ένα και μοναδικό ΟΧΙ, φτάσαμε στα χιλιάδες ΝΑΙ, είναι μια άλλη ιστορία…

Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, το ελληνικό τραγούδι ήταν παντού: στην πρώτη γραμμή του μετώπου, στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο, στα σπίτια με τα “πειραγμένα” ραδιόφωνα να πιάνουν Μέση Ανατολή, στο συνθηματικό σφύριγμα των τσιλιαδόρων. Τραγούδι παραπονεμένο, πικρό, μα τις περισσότερες φορές σατιρικό, σκωπτικό, επίκαιρο, “επιθεωρησιακό”, κι άλλες φορές μάχιμο, τραγούδι διεκδίκησης και πάθους, ακόμα και ερωτικό, με σαφή τα υπονοούμενα για μια ελεύθερη, ανεξάρτητη ζωή.
Στα εξίσου δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο, η Ελλάδα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μαζέψει τα κομμάτια της, να γιατρέψει τις πληγές της. Τότε ήταν που εμφανίστηκε στα περίπτερα και τα Πρακτορεία Αθηναϊκού Τύπου, ένα εβδομαδιαίο έντυπο που έγραψε τη δική του ιστορία στα χρόνια από το 1953 μέχρι το 1968, όπου και απαγορεύτηκε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Ο «Μικρός Ήρως», ήταν ένα παιδικό έντυπο (με τη σημερινή ορολογία θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε πρόδρομο των κόμικς) που αγαπήθηκε από τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές και ιστορούσε τις περιπέτειες ενός ηρωικού παιδιού, του Γιώργου Θαλάσση, και της παρέας του (της Κατερίνας και του Σπίθα), κατά τη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής. Ο έφηβος Γιώργος Θαλάσσης, ένα παιδί με σχεδόν υπερφυσικές ικανότητες στρατευμένες στον αγώνα ενάντια στους κατακτητές, η Κατερίνα, γνήσια πατριώτισσα και ανομολόγητα ερωτευμένη με τον ήρωα Γιώργο Θαλάσση, και ο Σπίθας, ο ευτραφής και ατσούμπαλος μα πάντα πρόθυμος να βοηθήσει στον αγώνα πιτσιρικάς, ήταν οι κύριοι χαρακτήρες που έπλασε ο Στέλιος Ανεμοδουράς (με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης) και φιλοτέχνησε με τα σκίτσα του ο Βύρων Απτόσογλου, δίνοντας μορφή στους τρείς ήρωες και τροφοδοτώντας την φαντασία των πιτσιρικάδων της μεταπολεμικής Ελλάδας. Αντιγράφουμε από τον δικτυακό τόπο Wikipedia: «Στόχος του Ανεμοδουρά δεν ήταν τόσο η απόδοση υψηλών λογοτεχνικών εκφράσεων, όσο η χρήση λιτής και κατανοητής γλώσσας αλλά και η αποφυγή διχαστικών αναφορών, προκειμένου να επιτύχει την ανάδειξη αισθήματος πατριωτικής υπερηφάνειας και ομόνοιας, κάτι που πίστευε ότι είχε ανάγκη η “φουρνιά” των νεαρών κυρίως αναγνωστών εκείνη τη δύσκολη εποχή».
.
Ο Σπίθας, η Κατερίνα και ο Γιώργος Θαλάσσης (ο Μικρός Ήρως)
Σκίτσα του Βύρωνα Απτόσογλου

Μεταφερόμαστε αρκετά χρόνια μετά, στο καλοκαίρι του 1976, όταν η Ελλάδα είχε μόλις βγει από μία ακόμα δικτατορία! Το «Ελεύθερο Θέατρο», ανεβάζει την επιθεώρηση «Το τραμ το τελευταίο» στην μόνιμη, τότε, στέγη του, το Άλσος Παγκρατίου. Οι νεαροί συντελεστές της παράστασης (ανάμεσά τους η Άννα Παναγιωτοπούλου, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Κώστας Αρζόγλου και πολλοί άλλοι), στήνουν μια παράσταση με επιθεωρησιακά νούμερα που ζωντάνευαν τις παιδικές μνήμες της γενιάς τους. Όπως είναι φυσικό, δε θα μπορούσε να απουσιάζει ο «Μικρός Ήρως» και η παρέα του, που από σκίτσα σε φτηνό χαρτί της δεκαετίας του ’50, αναλάμβαναν ξανά “δράση” μπροστά στα δακρυσμένα από συγκίνηση μάτια των θεατών. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που επί χρόνια έντυσε με μουσική τις επιθεωρήσεις του «Ελεύθερου Θεάτρου» και αργότερα της «Ελεύθερης Σκηνής», έφτιαξε ένα τραγούδι που επί σκηνής τραγουδούσαν ο Ντίνος Λύρας στο ρόλο του Γιώργου Θαλάσση, η Υβόνη Μαλτέζου ως Κατερίνα και ο Γιώργος Σαμπάνης ως Σπίθας.
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1984 με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Αντώνη Πυλιαρό στο “ρόλο” του Γιώργου Θαλάσση.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ

Από τη μια οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί
για να σε βρουν αναστατώνουν την Αθήνα,
κι από την άλλη του πατέρα μου η φωνή:
“νομίζω πως το κρύβει στην κουζίνα”.

Εσύ να παίζεις με το θάνατο κρυφτό
κι αυτοί να σκίζουνε τα τεύχη τα κρυμμένα,
μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό
εσύ τους Γερμανούς κι αυτοί εμένα.

Που είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει
καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση
που είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει
Μικρέ μου Ήρωα, Γιώργο Θαλάσση.

- “Εγώ δεν ξεκουράζομαι ποτέ
είμαι παντού όπου το χρέος με προστάζει,
κι όσο θα υπάρχουνε στη γη κατακτηταί
θα τους συντρίβω και το αίμα τους θα στάζει”.

Πίσω απ’ τον τοίχο ο ασύρματος καλεί
είναι απ’ τη Μέση Ανατολή, απ’ το αρχηγείο,
θα σου αναθέσουν μια καινούργια αποστολή
με ευχές για καλή τύχη απ’ τον «Χ2».

Η Κατερίνα σ’ αγαπούσε σιωπηλά
αλλά κι εσύ το ίδιο αγνά την αγαπούσες,
χωρίς τον Σπίθα ίσως να ‘ταν πιο καλά
παρ’ όλ’ αυτά εσύ τον συγχωρούσες.

Όταν ακούω να μιλάνε γι’ Αφρική
για Βερολίνο, Βενετία και Παρίσι,
σκέφτομαι, λέω, που να ξέραν μερικοί
πως σ’ όλα αυτά τα μέρη εγώ έχω ζήσει.

Πως όταν ήταν στην Ελλάδα κατοχή
μέσα στις σφαίρες, μες στο κρύο, μες στην πείνα,
με τους Εγγλέζους να εξοπλίζουνε τη “Χι”
μου έδειχνες μια ξένοιαστη Αθήνα.

Εσύ μπορούσες να οδηγήσεις φορτηγό
μοτοσικλέτα, οτομοτρίς κι αεροπλάνο,
κι όπου κι αν ήσουν πάντα δίπλα ήμουν κι εγώ
μαζί σου ή να ζήσω ή να πεθάνω.

Ήσουνα πάντα εκδικητής και τιμωρός
γι’ αυτόν που γέμισε τον τόπο με στρατό του,
και μ’ ένα χτύπημά σου έπεφτε ο φρουρός
με μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του.

Μπορούσες πάλι να ημερεύεις τα σκυλιά
με κάποιο σφύριγμα που σού ‘μαθε τσοπάνος,
κι έτσι που πέταγες με κόλπο τη θηλιά
θα έπρεπε να είσαι Αμερικάνος.

Τι να σου πω, τι να σου πω, τι να σου πω
που να μην το ‘χει πει κανένας για κανέναν
εγώ μονάχα ένα πράγμα θα σου πω
μου φτάνει πως μεγάλωσα με σένα.

Που είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει
καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση
όπου κι αν είσαι, θα ‘χεις γεράσει
Μικρέ μου Ήρωα, Γιώργο Θαλάσση.

Ο Κηλαηδόνης κλείνει μέσα σε ένα μονάχα τραγούδι τις μνήμες μιας ολόκληρης γενιάς, που έζησε την παιδική της ηλικία σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα προσπαθούσε να ξεχάσει και να ανασυνταχτεί. Έπρεπε οπωσδήποτε να εφευρεθεί ένα ήρωας! Ένας ήρωας της δικιάς τους ηλικίας, που θα ενώνει και δε θα χωρίζει, ένας αγνός πατριώτης που θα μάχεται για το καλό της Ελλάδας. Ένας σύγχρονος αναγνώστης, το πιο πιθανό είναι να βρει πολλά λογοτεχνικά και κυρίως ιδεολογικά “στραβοπατήματα” στα κείμενα του «Μικρού Ήρωα». Μια τέτοια ανάγνωση όμως, θα οδηγούσε σε συμπεράσματα που παραβλέπουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αγαπήθηκε ο «Μικρός Ήρως» από τους πιτσιρικάδες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Αξίζει να επισημάνουμε και αυτό που με τόσο όμορφο τρόπο λέει και ο Κηλαηδόνης στις δύο πρώτες στροφές του τραγουδιού: ότι οι γονείς (και φυσικά οι δάσκαλοι και οι καθηγητές) ήταν πολέμιοι του «Μικρού Ήρωα», όχι φυσικά γιατί περνούσε μηνύματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς (μη ξεχνάμε ότι ο απόηχος του εμφυλίου ήταν για πολλά χρόνια παρόν στην ελληνική κοινωνία, πόσο μάλλον κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘50), αλλά γιατί κρατούσε μια ουδέτερη στάση ανάμεσα στις δύο πλευρές, κάτι που για εκείνη την εποχή ήταν τουλάχιστον …ύποπτο. Και βεβαίως, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η κυκλοφορία του περιοδικού διακόπηκε από την χούντα, κατά τον πρώτο χρόνο της επιβολής της, το 1968.
Αντίθετα, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στο τραγούδι του, περνάει από το προσωπικό του φίλτρο την πορεία που χάραξε στην παιδική του ηλικία ο «Μικρός Ήρως» και φτιάχνει μια μουσική με σαφείς πολιτικές αναφορές. Αν και ο ρυθμός του παραπέμπει σε στρατιωτικό μαρς, η μουσική του ρεφρέν και ιδιαίτερα η επανάληψή της μετά τα “λόγια” του “Μικρού Ήρωα”, είναι δανεισμένη από τον Ύμνο του ΕΛ.Α.Σ., μέρος του οποίου τραγούδησε ο Διονύσης Σαββόπουλος στην δεύτερη, αποσπασματική εκτέλεση του τραγουδιού στην τηλεοπτική εκπομπή «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι»: «Με το ντουφέκι μου στον ώμο, σε πόλεις, κάμπους και χωριά…». Μη ξεχνάμε ότι ο Κηλαηδόνης έγραψε το τραγούδι κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κι αυτό έχει τη δική του σημασία. Να λοιπόν, πως ένα επιθεωρησιακό τραγούδι μπορεί να εξυπηρετεί από τη μία τις ανάγκες ενός θεατρικού σκετς, κι από την άλλη να συγκινεί, να περιγράφει μια ολόκληρη εποχή, να κλείνει μέσα του μνήμες και αισθήματα ακριβά.

Το πρόγραμμα της παράστασης του Ελεύθερου Θεάτρου «Το τραμ το τελευταίο» (καλοκαίρι 1976)


Ο «Μικρός Ήρως» είναι ένα ανάγνωσμα που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να απασχολήσει τη σύγχρονη γενιά, ούτε καν σαν μουσειακό είδος! Μπορεί να μεγάλωσε δύο γενιές πιτσιρικάδων στην μεταπολεμική Ελλάδα, να ανατυπώθηκε μέχρι και σήμερα τρείς φορές, να τιμήθηκε σε εκδηλώσεις και θεατρικές παραστάσεις και τα πρώτα τεύχη του να πωλούνται σήμερα πανάκριβα από τους συλλέκτες, όμως παραμένει ένα έντυπο που “μιλάει” σχεδόν αποκλειστικά στις καρδιές εκείνων που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια συντροφιά με τα ανδραγαθήματα του «Μικρού Ήρωα». Σε εμάς, τους νεότερους, μένει αυτό το πολύ όμορφο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη να μας ιστορεί πως κάποτε, για κάποιους πιτσιρικάδες, η ανάγνωση ενός εφηβικού εντύπου ήταν πράξη “ηρωική”, αντίστοιχη των ιστοριών του “παιδιού - φάντασμα”, του Γιώργου Θαλάσση και της τολμηρής παρέας του. Η μνήμη σώζεται ακόμα και μέσα από τις κίτρινες σελίδες ενός “αθώου” και ηθικοπλαστικού παιδικού εντύπου. Όπως ακριβώς σώζεται και μέσα από ένα τραγούδι, από δυο στίχους, από εκείνο το «μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό / εσύ τους Γερμανούς κι αυτοί εμένα»…

Μάθημα σε σχολείο. Κανάλια Βόλου, Ιούλιος 1946
Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου (1898 – 1989)



------------------------

Σημείωση:
Για πρώτη και μοναδική φορά, ας μου επιτραπεί μια προσωπική αφιέρωση αυτού του κειμένου: σε εκείνον που μού διάβαζε αποσπάσματα του «Μικρού Ήρωα», μιας και γω ήμουν αρκετά τεμπέλης για να το κάνω από μόνος μου… «Εγώ μονάχα ένα πράγμα θα σου πω: μου φτάνει πως μεγάλωσα με σένα»…
.
.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Σωτήρης Κακίσης: Ο φίλος από το Μέλλον Πάντα

.
Στις 23 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται 83 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, με αφορμή μια άλλη επέτειο (αυτή του θανάτου του), όλες οι αναρτήσεις στο Άρωμα του Τραγουδιού ήταν αφιερωμένες στο έργο του. Σήμερα, με αφορμή τη γενέθλια ημέρα του Μάνου Χατζιδάκι, φιλοξενούμε ένα κείμενο του Σωτήρη Κακίση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο στο Τεύχος Νο9, τον Ιούνιο του 1996 (ένα τεύχος αφιερωμένο στο συνθέτη, δύο χρόνια μετά το θάνατό του). O ποιητής, στιχουργός, σεναριογράφος και επί πολλά χρόνια έγκυρος συνεντευξιαστής Σωτήρης Κακίσης, ανήκει στους ανθρώπους που έζησαν από κοντά τον Μάνο Χατζιδάκι στα χρόνια μετά την επιστροφή του από τη Νέα Υόρκη, μέχρι και το ‘94. Και το πιο σημαντικό: μετά το θάνατο του Χατζιδάκι, δεν περιέφερε στα τηλεοπτικά κανάλια αυτή την εμπειρία, δεν “διαφήμισε” τον εαυτό του μέσω της αυτόφωτης προσωπικότητας του Μάνου Χατζιδάκι. Παρέμεινε ουσιαστικός και καίριος˙ ένας πραγματικός “φίλος από το Μέλλον Πάντα”.
Να ευχαριστήσω με τη σειρά μου τον Σωτήρη Κακίση για την άδεια αναδημοσίευσης του κειμένου του στο Άρωμα του Τραγουδιού, καθώς και για το ανέκδοτο, στην πλειοψηφία του, φωτογραφικό υλικό και το ηχητικό ντοκουμέντο που μου παραχώρησε από το προσωπικό του αρχείο για τις ανάγκες της ανάρτησης.

.
.
-------------------------------

Ο φίλος από το Μέλλον Πάντα
του Σωτήρη Κακίση
.
.
.
“- Κατ’ αρχήν, πώς να σ’ αποκαλώ, Μάνο ή κύριο Χατζιδάκι; Με συγχωρείς, αλλά είμαι καινούριος στο δημοσιογραφικό χώρο και θέλω να ξέρω.
Μάνος Χατζιδάκις: Καλά κάνεις και ρωτάς. Άσχετα αν εσύ μπορείς να μ’ αποκαλείς Μάνο, μια και σε γνωρίζω καλά κι εκτιμώ τη φιλία σου. Διότι δυστυχώς ο ενικός στην ελληνική δημοσιογραφία είναι κεκτημένο δικαίωμα, αποκλειστικό του εκάστοτε δημοσιογράφου, ερήμην της θελήσεως του συγκεκριμένου προσώπου με το οποίον, ατυχώς ή ευτυχώς, έρχεται σ’ επαφή δημοσιογραφική ο δημοσιογράφος. Κι όμως, το μικρό μας όνομα ανήκει στην οικογένειά μας και στους στενούς μας φίλους, κι όχι, π.χ., στους οδηγούς ταξί οι οποίοι τυχαίνουν να μας αναγνωρίζουν μεταφέροντάς μας, μεταφέροντας και τον τρόπο και το ύφος των δημοσιογράφων –κάνοντάς με να αισθάνομαι τότε σα να ζω στην Ουγκάντα ή στο Μπαγκλαντές”…

Δεν μ’ αρέσει που λένε “ο Μάνος”. Δεν μ’ αρέσει, ποτέ δεν μ’ άρεσε κι εμένα ως τώρα στη ζωή μου η ψεύτικη οικειότητα, όλη αυτή η δημοσιογραφική ισοπέδωση, η απρόσωπη, η δήθεν προσωπική.
Δεν μ’ αρέσει που λένε, που λέγανε και παλιά “ο Μάνος”, όσο ο Μάνος Χατζιδάκις ζούσε. Ας μην ήταν δυνατό να του μιλάς στον πληθυντικό, ας ήταν σχεδόν αδύνατο να μην έχει κανένας μαζί του σχέση παιδική και φιλοπαίγμονα.

Θυμάμαι μια από τις πρώτες του για μένα εικόνες, στο χρυσό Τρίτο Πρόγραμμα. Μού ‘χε χαρίσει έναν σπάνιο ακόμη και τότε δίσκο της Francesca Da Rimini, “-Ν’ ακούσω τον πραγματικό Ντελ Μόνακο ! ”, που εγώ αγαπούσα από ακόμη πιο νέος. Κι όπως ήμουν σ’ ένα στούντιο ηχογραφώντας ως εκφωνητής μια εκπομπή ηλεκτρονικής μουσικής του παιδικού μου φίλου, του συνθέτη Βαγγέλη Κατσούλη, βρήκα μια ευκαιρία σ’ ένα τεχνικό διάλειμμα να βάλω στη διαπασών τον Μάριο και την Ολιβέρο, ν’ ακούσω. Δεν κατάλαβα γιατί πετάχτηκαν όλοι πάνω ξαφνικά, ο τεχνικός και δυο άλλοι εκεί μέσα παρεπιδημούντες, κι έμειναν κλαρίνα, όρθιοι κι ακίνητοι. Γύρισα και είδα τον Μάνο Χατζιδάκι, που περνούσε απ’ έξω κι είχε πάρει τ’ αφτί του πως το δώρο του ήδη έπιανε …πολύ τόπο. “-Είδες;”, μου ‘πε. “-Είδα. Δίκιο έχεις. Όπως σχεδόν πάντα, άλλωστε, για οτιδήποτε μουσικό ! ”.
Έβαλε τα γέλια, είπε “-Τα λέμε το βράδυ στον Αυλό” κι έφυγε όπως είχε έρθει: διευθυντής και… πληθυντικότατος αριθμός για κείνους που ποτέ δεν κατάλαβαν τίποτα από της προσωπικότητάς του την ευγενική δύναμη, και ενικός, άμεσος, έφηβος μια ζωή, παιδί ολοζώντανο κι άτακτο εβδομήντα παρά κάτι χρόνια επί της γης, μαζί μας.

Ο τενόρος Mario Del Monaco με τον βαθύφωνο Νίκο Ζαχαρίου, με ιδιόχειρη αφιέρωση του Ζαχαρίου στον Σωτήρη Κακίση.


Σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να γράψω οποιοδήποτε κείμενο γι’ αυτόν, χωρίς να γίνω κι εγώ τελείως προσωπικός, προσωπικότατος. Πώς θα μπορούσα να μιλήσω πιο καλά, χωρίς να με βάλω κι εμένα πέρα για πέρα στο κόλπο, για του Μάνου Χατζιδάκι την ανεξάντλητη νεανικότητα, γι’ αυτό τελικά που είναι η πεμπτουσία της ζωής του, αλλά προπαντός του μοναδικού, για τα δικά μας πράγματα, τόσο καθρέφτη των πιο ζωντανών μας στιγμών, του έργου του. Οι “Reflections”, ας πούμε, της Αμερικής του, πως γίνεται να ‘ναι, κοντά τριάντα χρόνια μετά, εξίσου δυνατή και στα ελληνικά υπόθεση, αντικατοπτρισμοί εξίσου εκτός συναγωνισμού, χωρίς να μπορείς να βρεις μέσα τους τίποτε, μα τίποτε το βέκιο, το ξεπερασμένο έστω και ελάχιστα, δείγμα μιας μόδας, έστω και για μια στιγμή, παλιάς; Ποιο είναι το κλειδί, το πολύ πιο μεγάλο από κείνο του Σολ, που έκανε αυτόν τον τρομερό συνθέτη τόσο τρομερό παιδί μια για πάντα; Πείτε μου!

Τον πλησίασε, μου ‘λεγε, ο Χοκς ο μέγας, κάποτε στην Παραμάουντ: “-Α, εσείς είστε ο Μάνος ο Χατζιδάκις; Πολύ χαίρομαι”, του ‘πε. “-Ξέρετε, εμείς οι δύο, κύριε Χατζιδάκι, είμαστε οι δυο τελευταίοι Ινδιάνοι της Παραμάουντ !”. Εννοούσε ο Χοκς αυτό που εννοώ κι εγώ εδώ, σήμερα: Δεν έμπαινε σε ρυθμούς “επαγγελματικούς” ούτ’ εκεί, στα …μεγαλεία, ο Χατζιδάκις, αυτός, ο πιο μεγάλος επαγγελματίας στην τέχνη του. Ακόμα κι εκεί, ο Χατζιδάκις “διάλεγε”, αποφάσιζε ο ίδιος από καρδιάς, κι ας επέμενε μετά όλα να προσπαθεί να τα υποστηρίξει και διαλεκτικά, ο νους του, ο τόσο διαυγής και πάντα εν εγρηγόρσει, του άρεσε να μένει στη σκιά, όταν ήταν να μιλήσει με τη μουσική του, με του Μεγάλου του Ερωτικού την απίστευτη, την παθιασμένη έμπνευση.

Ο Νίκος Γκάτσος, η Αγαθή Δημητρούκα και ο Σωτήρης Κακίσης στο «GB»
(φωτογραφία: Μάνος Χατζιδάκις)


Είχε έρθει στο «GB» της Μεγάλης Βρεταννίας, αρκετά χρόνια μετά, αρπαγμένος ένα ζεστό μεσημέρι μ’ όλους κι όλα. Ο Γκάτσος, όσο …έσφυζε από ζωή και θυμό, από ψυχή …επιτόπια, ο φίλος του ο γκαρδιακός, δεν μιλούσε. Έτρωγε μια ντομάτα γεμιστή ατάραχος απέναντί του. Ο Χατζιδάκις λαχανιασμένος και φλέγων, γύρισε ξαφνικά προς το μέρος του και τον ρώτησε, άγρια σχεδόν: “-Τι μέρα είναι σήμερα;”, με κεκτημένη ταχύτητα… εκνευρισμού υψηλότατου. “-Πέμπτη, Μάνο”, του ‘πε ο Γκάτσος. “-Μήπως έχεις αντίρρηση;”.

Αυτό ήταν όμως, αυτό είναι! Ο Μάνος Χατζιδάκις, ευτυχώς, είχε για όλα, πάντα, αντίρρηση! Όλα, και τα πιο απλά και δεδομένα αυτής της ζωής της μάταιης αλλά εξοντωτικής, τα περνούσε από του εαυτού του το πιο ψυχικά προσεκτικό κόσκινο, για όλα και για όλους είχε να πει, να ψάξει, να σκεφτεί, να διαφωνήσει. Δεν θυμάμαι ούτε μια φορά, από τις αρκετές θα ‘λεγα που μιλήσαμε, στον Φλόκα, στον Αυλό, στο …Καπρικόρνο, στον Ηλία, στον Μαύρο Γάτο, στο Πάρτυ, στο GB, στο σπίτι του, στ’ άλλα σπίτια, που να ‘ξερα ακριβώς τι θα πει, τι θα πούμε παρακάτω, κι ας είμαι μάλλον καλός κι εγώ φωτογράφος των μυαλών και των τρόπων των ανθρώπων γύρω μου, ιδίως εκείνων που δεν μπορώ με τίποτα να μην τους προσέξω, να μην ανοίξω διάλογο εφ’ όρου ζωής μαζί τους, ακόμη και στον χώρο του αόρατου, εξ αποστάσεως, ακόμα και χωρίς της φιλίας τ’ άχαρα συχνά μπερδέματα.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που την πρώτη συνέντευξη τής ως τώρα, επίσης άχαρης δημοσιογραφικής μου καριέρας (που είναι συχνά “ένα τσιγάρο που το φουμάρω, αλλά δεν το γουστάρω”) την πήρα, για την ιστορική εκείνη Εγνατία της Θεσσαλονίκης, από τον Μάνο Χατζιδάκι. Λύνοντας, μάλιστα, μια και καλή, όπως είδατε στην αρχή αυτού εδώ του ταπεινού, του αλαζονικού κειμένου, το ζήτημα των …αριθμών, και ποτέ, μα ποτέ ως τώρα δεν έχω απευθυνθεί εγγράφως σε κανέναν στον ενικό, χίλιες και μία πια συνεντεύξεις μου μετά, όπου γης κι …εντύπου.
Ήξερε ο Χατζιδάκις. Ήξερε πως η ζωή έχει πολλά πονηρά μονοπάτια, πως οι σχέσεις των ανθρώπων λίγο, ελάχιστα θέλουν για να ξεφτίσουν, να μην κρατηθούν στο επίπεδο που τους πρέπει, που τους αξίζει.

Θα σας πω και δυο λόγια του, πράξεις του καλύτερα, γιατί αυτό κι αν είναι το πιο ενδιαφέρον ίσως της δικιάς του ζωής όλης: δεν απείχαν γι’ αυτόν τον πραγματικό άρχοντα τα λόγια από τα έργα, έργο του ήταν να κάνει …έργα του τα λόγια! Να, ένα δεύτερο, προτελευταίο σημείο, στη μέση αυτού εδώ του κομματιού μου για κείνον, από τη συνέντευξη εκείνη την παλιά, που με το μαγικό του ραβδί που λέγαμε, ούτ’ αυτή αυτός την άφησε ποτέ να παλιώσει:

Ο Σωτήρης Κακίσης και ο Μάνος Χατζιδάκις
(φωτογραφία: Γιώργος Σταθόπουλος)

“- Η τοποθέτησή σας αυτή δε σας φέρνει σ’ αντίθεση με τους νέους;
Μ.Χ.: Ποιους νέους; Τους βιολογικά μόνο νέους δε φιλοδοξώ να τους έχω συνομιλητές. Πολλοί από αυτούς –οι περισσότεροι- θα είναι οι μελλοντικοί μας δυνάστες, είτε υπό τη μορφή του επιλοχία στη στρατιωτική εκπαίδευση, είτε του φοροεισπράκτορα, είτε του αστυνόμου, είτε του ταξιτζή, είτε του βασανιστή, είτε του κερδοσκόπου ταβερνιάρη, είτε του υπαλλήλου τραπέζης, είτε του κλητήρα υπουργείου, είτε του θυρωρού τέλος πάντων στην πολυκατοικία που θα διαμένουμε. Χώρια που στον καιρό μας οι νεολαίες έχουν διαβρωθεί απ’ την κομματική ομαδοποίηση των πολιτικών παρατάξεων που τους αφαιρούν τη φυσική ευαισθησία της ηλικίας και τους καθιστούν έτοιμους προς βρώσιν και εκμετάλλευσιν. Μ’ αυτούς τι τάχα έχω να πω; Και τι μπορεί να πει ο οποιοσδήποτε; Οι άλλοι νέοι, οι επιλέγοντες, οι νέοι κάθε ηλικίας, οι νέοι που προορίζονται να κουβαλήσουν την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς τους, με καταλαβαίνουν και συνομιλούν μαζί μου θαυμάσια. Ακόμη και όταν διαφωνούν. Γι’ αυτούς τους νέους ενδιαφέρομαι. Γι’ αυτούς που μ’ επιλέγουν κι επιλέγω. Και που δεν έχουν ηλικία”…

Τι πιο συγκεκριμένο, άρα, τι πιο καθαρό, για το πώς ήταν, πως ένιωθε εντός του ο Μάνος Χατζιδάκις για τις “γενιές”, για τα “νιάτα”, για τη “νεολαία”, για όλες αυτές τις τόσο έκδηλα επιφανειακές και στείρες ιστορίες. Ο Χατζιδάκις μπορεί κι εκατό, και διακόσια χρόνια μετά, να γίνει σημαία για τα πιο νεανικά, για τα πιο πραγματικά πράγματα, όντας ο ίδιος τόσο απόλυτα ονειροπόλος και του δικού του, πάντα υπερβατικού κόσμου εραστής. Μία νότα του μόνο αρκεί για να ξυπνήσουν πολλών ανθρώπων οι άδικα κοιμισμένοι εαυτοί, πολλών χρόνων η άγρια επαναληπτικότητα μπορεί να μηδενιστεί με μία και μόνη στιγμή της θείας του μουσικής, με ένα “Μανούλα μου”, τόσο αιώνιο και τόσο νέο, στον αιώνα τον άπαντα.

Μού ‘γραψε, ενώ γνωριζόμασταν πια δέκα χρόνια και, μια πολύ συγκινητική αφιέρωση (τελείως άλλη από κείνη, την επίτηδες αθώα πονηρή, πάνω στο γυμνό κορμί της γυναίκας του Σταθόπουλου, στο εξώφυλλο γκρο πλαν, των τραγουδιών του “Για την Ελένη”): “Στον Σωτήρη, που χαίρομαι τη μετανάστευσή του από ποιητικό σε …ποιητή”, ομολογώντας, πάλι χαριτωμένα, πως ποτέ δεν σταμάταγε την …παρακολούθηση όλων μας, όσο κι αν, μες στο χάος της συνάφειας του κόσμου, έμοιαζαν αλλιώς τα πράγματα, κι ο τρόπος καμιά φορά.

Η ιδιόχειρη αφιέρωση του Μάνου Χατζιδάκι στον Σωτήρη Κακίση


Δεν ξέρω αν κατάφερα τίποτα από ‘κείνα που ήθελα σήμερα εδώ, στου Διφώνου την ευχάριστη επικαιρότητα ν’ αποδείξω, για τον Μάνο Χατζιδάκι να πω. Θα τελειώσω με το τέλος πάλι εκείνης της συνέντευξής του, από την Αππία μου Οδό πια το βιβλίο, και θα σας ξαναφιερώσω του άλλου του φίλου, του Μίνου Αργυράκη τον οπτικό σχολιασμό στα λόγια του τότε. Άλλωστε, το “Κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο!”, πού ‘χε ο Αργυράκης εκθέσει στην …έκθεσή του, κι ο Χατζιδάκις φωτογραφήθηκε πανευτυχής μπροστά του, θα μπορούσε να αρκεί, σαν μια δική του, αξεπέραστη μελωδία, σαν περίληψη σαφής όλων όσα πήγα να σας πω και δεν ξέρω αν, τελικά σας είπα:


“- Δε σας αρέσει ιδιαίτερα η λέξη «φεστιβάλ»
Μ.Χ.: Όχι, καθόλου. Όσο δε μ’ αρέσει κι η λέξη «χωροταξία»
- Πως σας ήρθε;
Μ.Χ.: θυμήθηκα ένα λαμπρό υπουργό που ασχημονεί «δια της λέξεως» και «με την λέξιν». Ο οποίος ελπίζω να μην ψηφιστεί και να επιστρέψει στα ειρηνικά έργα τού πατέρα του και στις ασφάλειες.
- Η χωροταξία έχει σχέση με τον έρωτα;
Μ.Χ.: Καθόλου και καμία. Πως σας ήρθε;
- Τώρα που λέγατε για τον υπουργό χωροταξίας…
Μ.Χ.: Θεέ μου, ο υπουργός αυτός σας υποβάλλει την έννοια του έρωτα; Ποιος θα το ‘λεγε, ένας νέος άνθρωπος σαν κι εσάς να ‘χετε τόσο κουρασμένη αντίληψη έρωτος.
- Εδώ έγινε μια μικρή παρεξήγηση: μίλησα για τον έρωτα και τη χωροταξία, ερήμην του υπουργού.
Μ.Χ.: Αυτό μάλιστα. Μ’ ενθουσιάζει! Ερήμην του υπουργού… Γιατί η σύγχρονη αντίληψη περί έρωτος, εξακολουθητικά μονοδιάστατη, δημιουργεί μια αίσθηση χώρου ασφυκτικού μες στον οποίο ο νέος άνθρωπος, μοντέλο των γειτόνων του κι ενός κόσμου αντιδραστικού, προσπαθεί μάταια να επιβεβαιώσει τον από τη γέννησή του τραυματισμένο ανδρισμό του. Ποιος να του πει πω ο ανδρισμός είναι έννοια πνευματική και περιεχόμενο που κατακτιέται έξω από επιθυμίες και ανάγκες των συγκατοίκων του στις πολυκατοικίες.
- Πως βλέπετε λοιπόν εσείς τον σύγχρονο ερωτικό άνθρωπο: Άνδρα ή γυναίκα;
Μ.Χ.: Στην τελική του εξέλιξη, γυναίκα και άνδρα μαζί. Αδιαχώριστο, συγκεχυμένο, απροσδιόριστο. Αυτή θα ‘ναι μια τελική νίκη, οριστική, του έρωτα πάνω στον εξαναγκασμό και στον ευνουχισμό που επιχειρούν οι πολλοί στους επερχόμενους…”


Χειρόγραφο του Μάνου Χατζιδάκι, από τη συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση



-------------------------------

Σημείωση:
Ολόκληρη η συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Σωτήρη Κακίση, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εγνατία στις 31 Αυγούστου 1981, έχει δημοσιευτεί και στην ιστοσελίδα των Μουσικών Προαστίων (εδώ το link).
.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

“…το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι.”

.
Ανάμεσα στους πολλούς σημαντικούς συνθέτες που όρισαν αυτό που ονομάζουμε έντεχνο τραγούδι, δε μπορεί να απουσιάζει το όνομα ενός ιδιαίτερου δημιουργού, που με την παρουσία του στην ελληνική μουσική έχει γράψει τη δικιά του ιστορία δίπλα σε πολλούς μουσικούς της γενιάς του, όπως ο Μάνος Λοϊζος, ο Νότης Μαυρουδής, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Ηλίας Ανδριόπουλος κ.α. Ο Χρήστος Λεοντής, είναι ένας δημιουργός που έμαθε να λειτουργεί μέσα από την ουσία της μουσικής και όχι με την επιφανειακή και πρόχειρη παραγωγή εύπεπτων τραγουδιών. Έγραψε και εξακολουθεί να γράφει τραγούδια που ακουμπούν τον ποιητικό λόγο (είτε αυτός προέρχεται από κείμενα ποιητών, είτε από στίχους γραμμένους για να γίνουν τραγούδι) με προσοχή και ευαισθησία, κατορθώνοντας πάντα να ολοκληρώσει κύκλους τραγουδιών ιδιαίτερης αισθητικής. Στην εργογραφία του συναντάμε δίσκους – σταθμούς: «Η καταχνιά» σε στίχους του Κώστα Βίρβου, το «Αχ, έρωτα» σε ποίηση του Λόρκα, οι «Πυγολαμπίδες» και φυσικά, το «Καπνισμένο τσουκάλι» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, μέχρι την πρόσφατη δουλειά του «Έρωτας αρχάγγελος» (2007) σε στίχους του Δημήτρη Λέντζου, είναι μερικοί μόνο από τους δίσκους που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο ελληνικό τραγούδι. Μεγάλος και ο κατάλογος κορυφαίων ερμηνευτών που τραγούδησαν τραγούδια του, από τον Μανώλη Μητσιά και τη Νένα Βενετσάνου, μέχρι την καθηλωτική ερμηνεία του Νίκου Ξηλούρη στο «Καπνισμένο τσουκάλι» το 1975.

Πέρα όμως από τους εξαιρετικά σημαντικούς κύκλους τραγουδιών, ο Λεοντής συνέθεσε και πολλές μουσικές για το θέατρο. Ειδικά η στενή συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης και τον Κάρολο Κουν, τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πλέον σημαντικούς συνθέτες σκηνικής μουσικής. Στο ενεργητικό του εντάσσονται μουσικές για δεκάδες θεατρικές παραστάσεις του σύγχρονου ρεπερτορίου, αλλά και εργασίες του για αρχαία δράματα και κωμωδίες. Μια απ’ τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης την οποία έντυσε με τη μουσική του, είναι για το έργο του Γιώργου Αρμένη, «Μαντζουράνα στο κατώφλι», του 1980. Από τα τραγούδια της παράστασης, τους στίχους των οποίων υπέγραφε ο Γιώργος Αρμένης, το «Ξενιτεμένο μου πουλί» ήταν εκείνο που αμέσως ξεχώρισε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το συγκεκριμένο τραγούδι ηχογραφήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, μία φορά από τη Νένα Βενετσάνου και άλλη μία από τον Παντελή Θαλασσινό. Στην πρώτη εκτέλεση, το τραγούδι ερμήνευσε με τον πιο ιδιαίτερο τρόπο ο Γιώργος Μπαγιώκης, με τη λιτή συνοδεία μιας κιθάρας, μιας φυσαρμόνικας κι ενός βιολιού.

ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥΛΙ


Ξενιτεμένο μου πουλί
αυτού στα ξένα πού ‘σαι
σου στέλνω μήλο, σέπεται
κυδώνι, μαραγκιάζει.

Σου στέλνω και το δάκρυ μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι
το δάκρυ είναι καυτερό
και καίει το μαντήλι.

Ξενιτεμένο μου πουλί
αυτού στα ξένα πού ‘σαι
ξένοι σου πλένουν τα σκουτιά
ξένοι στα σαπουνίζουν.

Στα πλένουν μια, στα πλένουν δυο
στα πλένουν τρεις και πέντε
κι από τις πέντε κι ύστερα
τα ρίχνουν στο σοκάκι.

Πάρε ξένε μ’ τα ρούχα σου
πάρε και τα σκουτιά σου
και σύρε στην πατρίδα σου
σε καρτερεί η φαμελιά σου.

Με την πρώτη κιόλας ακρόαση, οι στίχοι του τραγουδιού παραπέμπουν στο κλίμα των δημοτικών τραγουδιών. Και όχι άδικα! Αν και σε όλα τα τραγούδια του δίσκου αναφέρεται ο Γιώργος Αρμένης ως ο στιχουργός, στην ουσία οι στίχοι στο «Ξενιτεμένο μου πουλί» είναι παρμένοι από ένα παραδοσιακό Ηπειρώτικο τραγούδι. Όπως συμβαίνει με όλα τα δημοτικά και παραδοσιακά τραγούδια, το συναντάμε με διάφορες παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή. Ακολουθεί μια από τις πολλές εκδοχές του τραγουδιού, ενώ μέσα σε παρενθέσεις αναγράφονται κάποιες από τις παραλλαγές με τις οποίες μπορεί να το συναντήσει κανείς:

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο
Η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου (ή κι εγώ πίνω φαρμάκι)
Τι να σου στείλω ξένε μου, αυτού στα ξένα πού ‘σαι (ή τι να σου παραγγείλω)
Σου στέλνω μήλο, σέπεται, κυδώνι, μαραγκιάζει
Σου στέλνω μοσχοστάφυλο, στο δρόμο σταφιδιάζει (ή ξεσπυριάζει)
Σου στέλνω και το δάκρυ μου, σ’ ένα χρυσό (ή φτενό) μαντήλι
Το δάκρυ είναι καψερό (ή βαψερό) και καίει (ή κι έβαψε) το μαντήλι.

Ο Λεοντής, απ’ την άλλη, παραλαμβάνει τους στίχους και βάζει την εντελώς προσωπική του σφραγίδα, δημιουργώντας ένα καινούργιο τραγούδι! Ο ρυθμός που επιλέγει θυμίζει περισσότερο επτανησιακή καντάδα, ενώ η τέχνη με την οποία ενορχηστρώνει το κομμάτι, καταφέρνει την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα σε μια λιτή αλλά ουσιαστική συνοδεία τριών μόλις οργάνων, και την μεστή και γεμάτη ερμηνεία του Γιώργου Μπαγιώκη. Ο τρόπος με τον οποίο η φυσαρμόνικα και η κιθάρα ξεδιπλώνουν την εισαγωγή, και ακολουθούν αμέσως την μελωδική γραμμή του τραγουδιού με τη διακριτική συνοδεία ενός βιολιού, αποτελούν κατά τη γνώμη μου την πιο λαμπρή απόδειξη του πως μπορεί μια απλή, απλούστατη μελωδία, να αποκτήσει τέτοια δυναμική που να “σαρώνει” κυριολεκτικά της αισθήσεις, αφήνοντας πίσω μια γλύκα και μια μελαγχολία που μόνο τα πραγματικά τραγούδια μπορούν να μεταδώσουν. Ο Λεοντής ξαναγυρίζει στη ρίζα του τραγουδιού: με υλικά πρωτόλεια, παρασκευάζει έναν ήχο καθαρό και διαυγή, μια μελωδία που ρέει αβίαστα, σα να υπήρχε από πάντα και βρήκε τους κατάλληλους στίχους για να απλωθεί. Καταφέρνει απ’ τη μια να “περιγράψει” την μελαγχολία της ξενιτιάς και τη λαχτάρα της επιστροφής, κι απ’ την άλλη να συνθέσει μια μελωδία “της παρέας”, απ’ αυτές που τραγουδούν οι συντροφιές με μια κιθάρα γύρω από ένα τραπέζι, με κόκκινο κρασί στα ποτήρια και μέσα ένα κομμάτι μήλο…
Έχει λείψει από το σύγχρονο τραγούδι μια τέτοια απλότητα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σήμερα δε γράφονται εξαιρετικά τραγούδια, αυτή η λιτή γραμμή στο τραγούδι απουσιάζει από τη σύγχρονη δημιουργία, ή μάλλον καλύτερα, τη συναντάμε όλο και πιο σπάνια. Αρκεί να σκεφτεί κανείς και κάτι ακόμα: ότι ο Λεοντής έγραψε τη μουσική στο «Ξενιτεμένο μου πουλί» για να ακουστεί και να τραγουδηθεί σε μια παράσταση! Και κει που το τραγούδι γράφεται για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες ενός θεατρικού έργου, σα να ξεγλιστράει από τη σκηνή, να αλλάζει “κατεύθυνση”, να γίνεται κάτι μεγαλύτερο από την ανάγκη για την οποία φτιάχτηκε και να καταλήγει ξανά στα χείλη μας, φρέσκο σα να γράφτηκε μόλις χθες. Και κείνη η βαριά προφορά του Γιώργου Μπαγιώκη όταν τραγουδάει “αυτού στα ξένα πού ‘σαι” και το σπαρακτικό “και σύρε στην πατρίδα σου / σε καρτερεί η φαμελιά σου”, να μετατρέπει αυτή την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού σε μάθημα ερμηνείας, μια πραγματική επιστροφή στη ρίζα του τραγουδιού, στην απλότητα και τη μαγεία του.
Αν όλ’ αυτά φαίνονται κάπως υπερβολικά, ας μην τα λάβει κανείς υπ’ όψιν του. Ας σταθεί μόνο για λίγο να ξανακούσει αυτό το τραγούδι του Χρήστου Λεοντή στην πρώτη του εκτέλεση. Μια έκπληξη τον περιμένει, 20 χρόνια μετά την ηχογράφησή του...
.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

“… κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο, που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου.”

.
Ένα αεράκι θα μας πει την ιστορία
σαν μια μεγάλη και τυχαία συγκυρία
κι εμείς θα μπούμε τη μεγάλη τιμωρία
γιατί δεν έχουμε εαυτό…
.
.
Όταν το 2002 ο στιχουργός Παρασκευάς Καρασούλος διοργάνωνε την Πρώτη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου για νέους ερμηνευτές, γνώριζε πολύ καλά ότι οι Ακροάσεις θα είχαν και συνέχεια, και μάλιστα θα έφταναν να γίνουν “θεσμός” (όχι βεβαίως σαν το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ή σαν κάποιους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς τραγουδιού, αλλά ένα ουσιαστικό βήμα για νέους καλλιτέχνες). Δύο χρόνια αργότερα, όταν η Δεύτερη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου δεν αφορούσε μόνο νέους ερμηνευτές, αλλά επιπλέον συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδοποιούς, ήταν περισσότερο από φανερό ότι επιτέλους, κάποιος ανέλαβε με προσωπικό κόστος να συνεχίσει την προσπάθεια που ξεκίνησε το 1981 ο Μάνος Χατζιδάκις με τους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας και να αφουγκραστεί σε βάθος τη φωνή των νέων δημιουργών, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια πραγματικά καινούργια πρόταση στο ελληνικό τραγούδι. Οι Ακροάσεις της Μικρής Άρκτου δεν έχουν ανάγκη από τις τηλεοπτικές κάμερες, τις πολυέξοδες παραγωγές και τις κριτικές επιτροπές από “επώνυμους του χώρου”. Οι Ακροάσεις δεν είναι καν διαγωνισμός, δεν υπάρχουν πρωτιές, νικητές και νικημένοι. Όπως αναφέρει και το Δελτίο Τύπου: «είναι σα μια γιορτή για το ελληνικό τραγούδι»! Είναι η πιο οργανωμένη και συγκροτημένη προσπάθεια των τελευταίων ετών να ακουστεί η φωνή των νέων ανθρώπων που έχουν κάτι πραγματικά ξεχωριστό να προτείνουν στο χώρο του τραγουδιού. Μια ευκαιρία για νέους συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές και τραγουδοποιούς να εκφράσουν τη δική τους φωνή, και παράλληλα μια μοναδική ευκαιρία για εμάς να ακούσουμε ένα τραγούδι σύγχρονο και εμπνευσμένο, από καλλιτέχνες μιας γενιάς που όλοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν έχει ποιότητα και ότι περνάει όλη τη μέρα της βυθισμένη στην εικονική πραγματικότητα του internet και των virtual games.
Η Δεύτερη Ακρόαση Νέων Καλλιτεχνών της Μικρής Άρκτου που έγινε το 2004, ήταν αποκαλυπτική! Η Νατάσσα Μποφίλιου, ο Κώστας Τσίρκας, ο Θέμης Καραμουρατίδης, ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, ο Δημήτρης Μαραμής και ο Σωτήρης Τριβιζάς, είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που ξεχώρισαν και είχαν τη δική τους συνέχεια στη δισκογραφία: ο Εμμανουηλίδης με το δίσκο «Φυσάει αλλιώς εδώ ο αέρας» (2007) και ο Δημήτρης Μαραμής με τον Σωτήρη Τριβιζάς με τα «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα» σε ποίηση του Λόρκα. Όσο για τη Νατάσσα Μποφίλιου, οι ερμηνείες της στις «Εκατό μικρές ανάσες» (2004) με τη μουσική του Κώστα Τσίρκα και στο «Μέχρι το τέλος» (2008) με τη μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη, εντυπωσίασαν και ξάφνιασαν το κοινό, που με τη σειρά του γέμισε τον «Ιανό» και όποιον άλλο χώρο εμφανίστηκε η τραγουδίστρια κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα. Οι «Εκατό μικρές ανάσες» και το «Μέχρι το τέλος» (δύο δίσκοι – διαμάντια, για τους οποίους θα υπάρξουν στο μέλλον εκτενείς αναφορές στο «Άρωμα του Τραγουδιού»), εκτός από την Μποφίλιου, έχουν έναν ακόμα κοινό παρανομαστή, παιδί κι αυτό της Δεύτερης Ακρόασης της Μικρής Άρκτου: τον στιχουργό Γεράσιμο Ευαγγελάτο.
.
Τα παιδιά που συναντώ μελαγχολούν
βλέπουν το μέλλον σαν αγάπη πού ‘χει αργήσει
κάνουνε όνειρα τις νύχτες όταν πιουν
κι όμως κανείς τους δεν τολμάει να τα ζήσει
.
Ίσως φανεί ακραίο, θεωρώ όμως ότι, κατά τη δεκαετία που διανύουμε, τα πιο αξιόλογα δείγματα σε στιχουργικό επίπεδο τα συναντάμε σε τραγούδια τραγουδοποιών, και πολύ λιγότερο σε τραγούδια όπου η μουσική και οι στίχοι έχουν γραφτεί από διαφορετικούς δημιουργούς. Με άλλα λόγια, πραγματικά εμπνευσμένους και πρωτότυπους στίχους βρίσκουμε πλέον σε τραγούδια όπως για παράδειγμα του Χρίστου Θηβαίου, του Θανάση Παπακωνσταντίνου, της Δανάης Παναγιωτοπούλου ή του Θέμου Σκανδάμη, παρά σε τραγούδια που τους στίχους υπογράφουν “επαγγελματίες” στιχουργοί, νεότερής ή ακόμα και παλαιότερης γενιάς. Βεβαίως και υπάρχουν εξαιρέσεις (όπως για παράδειγμα ο Άλκης Αλκαίος, αλλά και άλλοι) που εξακολουθούν να μας χαρίζουν μοναδικά δείγματα της τέχνης τους, όμως ο κανόνας δεν είναι αυτός. Νιώθω ότι εκείνοι οι δημιουργοί που σκαλίζουν μόνοι τους στίχους και μουσική, καταφέρνουν τα τελευταία χρόνια να απευθύνονται στο κοινό με μια πραγματικά σύγχρονη και φρέσκια γλώσσα, τη στιγμή που οι κατεξοχήν στιχουργοί δείχνουν κάπως … αμήχανοι στο τι και κυρίως πως να το πουν! Εκεί ακριβώς έρχεται ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος με την αμεσότητα της γραφής του, να ανατρέψει το σκηνικό και να μας παρουσιάσει σε αυτές τις δύο δισκογραφικές δουλειές μια γλώσσα άμεση, πηγαία και πραγματικά σύγχρονη. Διανύοντας μόλις την δεύτερη δεκαετία της ζωής του, ο Ευαγγελάτος δείχνει πιο ώριμος από πολλούς ομότεχνούς του να αποτυπώσει στους στίχους του εικόνες καθημερινές, άλλες φορές φωτεινές κι άλλες ενδόμυχες και μυστικές, όλες όμως με μια τέχνη αφοπλιστική που ξεπερνάει κατά πολύ τον μέσο όρο της σύγχρονης στιχουργικής.
.
Τον φαντάζομαι σαν ένα φωτογράφο που τριγυρνάει στο κέντρο της πόλης των Αθηνών, φωτογραφίζοντας τα ίχνη όσων πέρασαν από αυτά τα σημεία και δε στάθηκαν για λίγο να αφουγκραστούν τις ίδιες τους τις σκέψεις. Στις “φωτογραφίες” του (σχεδόν όλες ασπρόμαυρες), αποτυπώνεται η βαθιά «Πρωινή μελαγχολία», η «Πλατεία Αμερικής», η «Αλεξάνδρας», «Μια βροχή» που ξέσπασε για να “ξεπλύνει τα μάτια” και οι «Μικρές Αγγελίες» μιας κίτρινης και ξεθωριασμένης εφημερίδας, που όμως τυπώθηκε πριν από λίγες ώρες. Κάνει μια στάση σ’ ένα παλιό σινεμά για να (ξανα)δει την «Καζαμπλάνκα» και να ψιθυρίσει: “δώρο στην κρυφή φωνή μου η κάθε ατάκα / ίδιο το σενάριο χρόνε σινεφίλ”, ενώ λίγο πιο κάτω, γράφει με σπρέι σε μια μισογκρεμισμένη μάντρα: “Όχι, που τρέμω το σταυρό / αλλά που δεν μπορώ να βρω / χρυσά καρφιά, που να αξίζουν τη θυσία”!
Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος χρησιμοποιεί μια γλώσσα καθημερινή, χωρίς φτιασίδια. Δεν πέφτει στην παγίδα που πέφτουν πολλοί νέοι δημιουργοί, να τα πει όλα σε ένα ή δύο τραγούδια και μετά στα υπόλοιπα να επαναλαμβάνει τον εαυτό του! Σκαλίζει τους στίχους του με πάθος χωρίς ποτέ να φτάνει σε υπερβολές και αφοπλίζει με την ειλικρίνειά του:

Μη μου αγχώνεσαι
δεν το κουνάω απ’ τη θέση μου
αλλάζω απλά ταυτότητα
μπορώ και συμβιβάζομαι.
Κι από άνθρωπός σου σταθερός
όσο περνάει ο καιρός
θα γίνομαι εκκρεμότητα

Αναμφισβήτητα, στα μέχρι και τώρα δείγματα της δουλειάς του, το «Εν λευκώ» ξεχώρισε από όλα τα τραγούδια του. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε βεβαίως η μουσική τού Θέμη Καραμουρατίδη και η ισορροπημένη γεμάτη πάθος ερμηνεία της Μποφίλιου. Όμως, οι στίχοι του «Εν λευκώ», από μόνοι τους αποτελούν ένα εξαιρετικό δείγματα τού πως πραγματικά οφείλει να είναι ένας σύγχρονος στίχος. Από τα πιο δυνατά κομμάτια που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια! Αξίζει να το ξαναδιαβάσουμε:

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο
βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ' το μετά γνωρίζω.
.
Αν είχα θάρρος για να πω το «έλα»
τώρα δεν θα ‘χα τη φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ‘ταν άσπρη η τρέλα
αν είχε σώμα θα ‘ταν πάλι ψέμα.
.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σα να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου.
.
Μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μ’ εξηγήσει
να ‘χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει.
.
Τίποτα σημαντικό
Ζω μονάχα εν λευκώ...
.
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λέν’ οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ότι αργεί απάντηση να στείλει.
.
Αν είχε θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δεν θα ‘τανε φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ΄ταν άσπρο ο φόβος
αν είχε σώμα θα ‘ταν σαν κι εμένα.
.
Αν σ΄ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ΄ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν΄ ανέβεις.
.
Και σε λυπούνται που δεν το έχεις νοιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω.
.
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ΄ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να ‘ναι σαν κι εμένα.
.
Τίποτα σημαντικό
Ζω μονάχα εν λευκώ...
.
Ο Ευαγγελάτος δεν αντλεί τις πηγές των στίχων του από τα βαριά βιβλία με τα άπαντα των μεγάλων ποιητών. Δείχνει να μην τον απασχολεί ο αμιγώς ποιητικός λόγος στο τραγούδι, όχι από σνομπισμό, αλλά ως συνειδητή επιλογή. Απ’ την άλλη, δεν αντιγράφει τίποτα από τους στιχουργούς που χάραξαν στην εποχή τους τη δική τους τομή στο ελληνικό τραγούδι (κι ας βιάστηκαν πολλοί να παρομοιάσουν τους στίχους του με αυτούς της Νικολακοπούλου, κάτι που κατά την προσωπική μου άποψη είναι τελείως λανθασμένο). Εκείνο που κάνει τους στίχους του Ευαγγελάτου να ξεχωρίζουν, είναι ακριβώς αυτό: ότι κουβαλάνε μέσα τους την κληρονομιά της νεότερης στιχουργικής (από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα), πηγαίνοντάς την ένα βήμα παρακάτω. Με μια απόλυτα προσωπική ματιά, “φωτογραφίζει” (όπως λέγαμε και πιο πριν) την μελαγχολία της γενιάς του, τα όνειρα και τις προσδοκίες, την καθημερινότητα, τις μικρές στιγμές της, τους έρωτες και τη μοναξιά της.

Μέτραγα ανάποδα διακόσια
να’ χεις πάντα χρόνο να κρυφτείς…
μέτραγα κι ας μού ‘χες κάνει τόσα
για να βγαίνεις πάντα νικητής…
Μέτραγα τα βράδια που αργούσες
μέχρι νά ‘ρθεις είχα κοιμηθεί
κι αν καμιά φορά δε μου γυρνούσες
έλεγα απλά έχεις κρυφτεί.

Μέσα στην πλήξη της επανάληψης που νιώθουμε εδώ και χρόνια στο ελληνικό τραγούδι (ειδικά στο επίπεδο τους στίχου), «Ένα αεράκι» φύσηξε και μας έφερε όμορφα ειπωμένα λόγια από έναν νέο δημιουργό που θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον. Οφείλουμε ένα “ευχαριστώ” στον Παρασκευά Καρασούλο για τις “ανασκαφές” που πραγματοποιεί με τις Ακροάσεις του και φέρνει στο φως “διαμάντια” που δίνουν νέα ώθηση στο καλό ελληνικό τραγούδι.
Να κλείσουμε με κάποιες στροφές από δύο τραγούδια σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Το πρώτο από τον δίσκο «Μέχρι το τέλος» και το δεύτερο από τις «Εκατό μικρές ανάσες».

Πρωινή μελαγχολία
μέσα στα λεωφορεία
άνθρωποι μετακινούνται
ο καθένας μια ιστορία
στις χειρολαβές κρατιούνται
με τα χέρια τους τα κρύα.

Μια γραμμή μπροστά στη στάση
ποιος θα τρέξει να προφτάσει
ζώδια και βιταμίνες
μόδα είναι θα περάσει
τα λεπτά γίνονται μήνες
τη ζωή του ποιος θα πιάσει.

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Εκατό μικρές ανάσες
κι ούτε μια πραγματική
δεν το ‘χω έτσι φανταστεί
αν αυτό ζωή το λένε
δε γεννήθηκα γι’ αυτή
αλλιώς εγώ το ‘χω σκεφτεί.