Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

“Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα”

.
Είναι μέρες τώρα που σκεφτόμουν να ανεβάσω ένα post για τη Λίνα Νικολακοπούλου. Μόλις χθες θυμήθηκα πως είχα ηχογραφήσει ένα κείμενο της Ιωάννας Καρυστιάνη για την Νικολακοπούλου, το οποίο είχε διαβάσει η ίδια στα πλαίσια του κύκλου εκδηλώσεων του Δευτέρου Προγράμματος της Ελληνική Ραδιοφωνίας υπό τον τίτλο Οι στίχοι του Δεύτερου στον Ιανό, και μεταδόθηκε ζωντανά από τις συχνότητές του.

Πριν ακριβώς από ενα χρόνο, την Τετάρτη 28 Μαρτίου 2007, το πατάρι του βιβλιοπωλείου γέμισε από τους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Και ήταν όλοι εκεί: ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Δήμητρα Γαλάνη, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, ο Βασίλης Λέκκας, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, το Τρίφωνο, μέλη από την Σπείρα – Σπείρα και πολλοί άλλοι. Κάποιοι μίλησαν, κάποιοι άλλοι τραγούδησαν...

Απομαγνητοφώνησα σήμερα και δημοσιεύω το κείμενο που έγραψε και διάβασε η Ιωάννα Καρυστιάνη εκείνη τη βραδιά στο βιβλιοπωλείο Ιανός, εγκαινιάζοντας στο Άρωμα του Τραγουδιού ένα ακόμα μπουκαλάκι με ακριβό άρωμα στιχουργού. Αυτό της Λίνας Νικολακοπούλου.


Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που δεν αγαπούν τα τραγούδια. Σ’ αυτό τον τόπο έλειψε και το ψωμί και η ελευθερία αλλά το μπερεκέτι των τραγουδιών μας χόρτασε, μας χάιδεψε, μας ζέστανε. Τα τραγούδια μας αναθρέψανε. Πολλές καίριες στιγμές μας τις έχουμε συνδέσει με τα τραγούδια που λέγαμε μόνοι μας ή με παρέα. Άλλες αλησμόνητες στιγμές τις δημιούργησε στα ξαφνικά ένα τραγούδι που μας περιέθαλψε στην ατμόσφαιρά του, ξεσκάλισε μέσα μας κάτι, χάραξε ένα νέο δρομάκι για τη θέαση της ζωής.

Θυμόμαστε και ταυτοποιούμε πρόσωπα με το τραγούδι τους. Ο μερακλής της γειτονιάς πήγαινε με το «Θα σπάσω κούπες». Ένας καστανομάλλης έρωτα πλάγιαζε σε μια «Θάλασσα πλατιά». Η κολλητή στο πανεπιστήμια ατένιζε μέρα – νύχτα ένα «Χάρτινο φεγγαράκι». Ο σουβλατζής της γωνίας ξεφλούδιζε τη μπάλα του γύρου με την «Αφιλότιμη». Ο συνάδελφος στο γραφείο εδώ και χρόνια συνεννοείται μόνο με τη «Ρόζα». Η Μαρία τάδε ζει με το «Let it be». Ο νεαρός του φωτοτυπάδικου σφυρίζει τακτικά το «Nothing compares to you» και η Σαλονικιά ξαδέρφη «Κυκλοφορεί κι οπλοφορεί». Τα αγαπημένα τραγούδια γίνονται 10, 20, 30, 60 χρόνων και μείς εορτάζουμε τη δύναμή τους, μεγαλώνουμε μαζί τους, αντέχουμε μαζί τους.

Ο Λαμπεντούζα στον «Γατόπαρδο» λέει πως «οι Σικελοί αντιλαμβάνονται τα πάντα, μόνον μέσω της θλίψης. Η θλίψη είναι η γέφυρα πρόσληψης, γιατί αυτήν διαθέτουν, αυτήν ξέρουν». Και στον τόπο μας, τουλάχιστον μέχρι και τη γενιά μου, για άξιους λόγους, η θλίψη ήταν η μεγάλη αρχόντισσα. Ερωτευτήκαμε, βεγγερίσαμε, χορέψαμε, κηδέψαμε, διαδηλώσαμε την περηφάνια των θλιμμένων τραγουδιών, γλεντήσαμε την μελαγχολία τους στις νότες και στις λέξεις.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στην ομαδική φωτογραφία των σπουδαίων στιχουργών, τρύπωσε ένα κορίτσι, ζιζάνιο της νέας μετά τη δικτατορία εποχής. Οι μεγάλοι: Νίκος Γκάτσος, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, με την οξυδέρκεια και τη γενναιοδωρία του αληθινού καλλιτέχνη, της έκαναν αμέσως χώρο να σταθεί δίπλα τους. Δε την ξεροψήσανε αναμένοντας κάμποσους επόμενους δίσκους για να την τσεκάρουν. Άλλωστε, οι κορυφαίοι καλλιτέχνες δε δημιουργούν ιερατεία, δεν εξοργίζονται με το καινούργιο, προκύπτουν από τη βαθιά ανάγκη για την τέχνη, τη χαίρονται κι έχουν πάντα την αδημονία για το νέο αίμα. Η Λίνα Νικολακοπούλου χωρίς ίχνος αυθάδειας, απαλά αλλά και ανυποχώρητα, κόμισε στη στιχουργική τα νιάτα της. Τα δικά της και της γενιάς της. Δίχως παντιέρες ρήξης και επίδειξη μοντερνισμού, με γνώση, με σεβασμό στις στέρεες λέξεις, ανανέωσε την παλιά θλίψη, την πήρε από το πριν και την συνταίριασε στις συχνότητες της νέας εποχής.

Η νέα εποχή έφερε μια γιορτή ελευθερίας με μεγάλη αβεβαιότητα, με πολύ αμηχανία, με καινούργιες υποψίες κι έδωσε χώρο να φανεί ο εαυτός του καθενός σκέτος και ασυντρόφευτος, όταν αραίωσαν οι ευφορικές συλλογικότητες μέσα στις οποίες είτε είχαμε στοιχηθεί αποφασισμένοι και ζωηροί – ζωηροί, είτε είχαμε κρυφτεί. Με τους στίχους της, η Λίνα νομιμοποίησε για λογαριασμό μας το δικαίωμα στην ατομικότητα, αποενοχοποίησε τη μοναχικότητα, είδε με καλό μάτι την εσωστρέφεια, στήριξε τις αδέσποτες ώρες. Μας κράτησε συντροφιά στις πρωτόγνωρες και παράξενες μέρες. Μας είπε: “δεν πειράζει, μη το κάνουμε θέμα, μη μας φάει κι άλλο ο βραχνάς, θα τα βρούμε, θα βρισκόμαστε αλλού”. Έγραψε και γράφει για την καθημερινότητα. Βάζει ποίηση στη ρουτίνα. Βγάζει το μελό από τη νοσταλγία. Δεν της πάει η μεγαλοστομία. Δεν ξερογλείφεται με την αποπλάνηση. Παράγει ουσία χωρίς να αντλεί από τη σκοτεινιά το πένθος, το ποινολόγιο της ζωής. Αναδεικνύει την πολυσημία μικρών συνηθισμένων στιγμών, κάνει τραγούδια «για το τίποτα γραμμένα».

Καμιά φορά η τέχνη βοηθάει τους ανθρώπους να ξαποστάσουν από την πίεση που σπρώχνει απ’ έξω κι από μέσα, ανασταίνει το κουράγιο, γοητεύει με την αλαφράδα και μια κατά καιρούς απαραίτητη περιπαιχτική διάθεση για τη ζωή, σαν παιδική σκανταλιά, σαν εφηβική τρέλα. Αποφορτίζει και αποδραματοποιεί. Βάζει τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Η Λίνα λοιπόν, μάς κατάφερε να τραγουδήσουμε και τραγούδια που δεν απολογούνται για το παρελθόν, δε στηλιτεύουν το παρόν, μαλάκωσε την ακαμψία μας, μας έπεισε ότι η τρυφερότητα και ο γλυκός τρόπος δεν είναι αντεπανάσταση και εκτός νόμου στις αναζητήσεις μας. Τα τραγούδια της γίνανε επιτυχίες γιατί ο κόσμος τα περίμενε. Είχε την προσμονή που εγκυμονούν κάποιοι καιροί.

Κάτι μας τρώει ως ανάγκη, ως επιθυμία, απροσδιόριστο κι έρχεται η τέχνη και μας το αποδίδει με μια ταινία, με δυο βιβλία, με ζωγραφικές και τραγούδια. Οι στιχουργοί βάζουν τη διατύπωση λιτά, συνοπτικά και καίρια στις μπερδεμένες σκέψεις πολλών ανθρώπων. Όπως λέει η ίδια: όταν δε μπορείς να πεις αυτό που θες και «τα λόγια σου ζαλίζουν το κεφάλι». Οι στίχοι τραγουδιών γεννιούνται εκεί που γεννιέται η ποίηση, η πεζογραφία, το σενάριο, το θεατρικό έργο. Είναι σωθικά λογοτεχνίας. Κάθε καλό τραγούδι είναι απόσταγμα εμπειρίας, συναισθημάτων, επεξεργασία ζωής και γλώσσας, ακροβασία σε τρία μόλις λεπτά που καλούνται να καταυγάσουν μια ολόκληρη εποχή, μια ολόκληρη περιδιάβαση σε μύχιες πτυχές, έναν ολόκληρο έρωτα από την πρώτη σπίθα ως τις στάχτες του.

Η Λίνα στους στίχους της προλαβαίνει να διηγείται με όλες τις λεπτομέρειες την κάθε ιστορία της. Φτιάχνει το σκηνικό, βάζει τα χρώματα, τα χιόνια, τα βαπόρια, τα τραίνα, τις παραλίες, τα δωμάτια. Ανεβάζει την «τέντα στο μπαλκόνι», μαζεύει τσαλαπετεινούς, χελιδόνες και παγώνια. Πότε φτιάχνει μια «Πίστα από φώσφορο», πότε στρώνει τα μωσαϊκά, διαλέγει τα ρούχα (μπλούζα, μαύρο μεσοφόρι κι άσπρο φουστάνι), στολίζει την πραμάτεια της κι εκεί που «Τόσο εμείς πουθενά», να ‘μαστε στην ατμόσφαιρα που φιλοτεχνεί από καρδιάς για να μας φιλέψει με φιλιά, όνειρα, λυγμούς και προσευχές τα κεράσματα μιας συγκίνησης που δε μας κουρελιάζει αλλά μας ανασυγκροτεί. Κι όταν τρωγόμαστε με τους άλλους ή με τον εαυτό μας, η Λίνα με λόγια δραστικά και σταράτα μας καλμάρει και μας ενώνει.

Το χάρισμά της πατάει γερά. Κουβαλάει τα διαβάσματά της: το σύμπαν ποιητών από τον Καρυωτάκη ως το Σεφέρη κι απ’ τον Ελύτη ως τη Δημουλά. Αλληλογραφεί με τους ομοτέχνους της και τους δοξάζει με ευγνωμοσύνη και ευγένεια όλους: απ’ την Παπαγιαννοπούλου ως το Σαββόπουλο κι απ’ τον Παπαδόπουλο ως τον Γκανά, παράγοντας το ήθος της συνέχειας και του διαλόγου. Μια αρετή που προκύπτει από τη ευφυΐα και την αυτοπεποίθησή της για την κατά-δική της σαφή και πλούσια κι όλας κατάθεση.

Από το ξεκίνημά της με τον Σταμάτη Κραουνάκη του θρυλικού τσούρμου της Παντείου, καμικάζι της αντιηρωικής πρότασης, ντουέτο απόλυτης ισοτιμίας και ανθεκτικής φιλίας που αστράφτει στις δουλειές τους ως στάση ζωής. Μετά με το Σπανό, τον Χατζηνάσιο, τον Μικρούτσικο, τον Bregovic, τον Θεοδωράκη, τον Αντύπα, τον Σπάθα και πόσους άλλους, με φωνές που αναγνωρίζουμε από την πρώτη νότα και τους παραδινόμαστε άφοβα: Μοσχολιού, Γαλάνη, Πρωτοψάλτη, Αλεξίου, Μητσιάς, Μακεδόνας, Μαρίνος, Μαρινέλλα, Λέκκας και οι αποψινοί θαυμάσιοι φίλοι, όλοι τους τυχεροί ο ένας με τον άλλο κι εμείς οι ακροατές πιο τυχεροί με τα τραγούδια τους που τα αγαπήσαμε για τη γενναία κατάφαση στην περιπέτεια της ζωής.

Της οφείλω και την ευχαριστώ για ένα πολύ χειμωνιάτικο και ανάποδο Σάββατο, πάνε κάτι χρόνια, που έφυγα από το σπίτι υπό καταρρακτώδη βροχή στις πεντέμιση το πρωί, πήγα με το αυτοκίνητο στη Ραφήνα, πήρα το βαπόρι για την Άνδρο, έκανα το γύρο του νησιού και γύρω στις δώδεκα βρέθηκα στο Σινετί, μικρή άγρια παραλία, ψόφος, ερημιά, απόκρημνα βράχια και στρώματα φύκια, τοπίο αλά «Δαμάζοντας τα κύματα». Σε τέσσερεις ώρες άδειασα ένα θερμός με καφέ, έλιωσα στο κασετόφωνο τα «Σκουριασμένα χείλη» τραγουδώντας με τη Μοσχολιού ξανά και ξανά «Να σου λερώνω το φιλί» και αργά το απομεσήμερο, ηδονικά σαλεμένη, πήρα το δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα.

Της οφείλω μερικά πολύτιμα μεθύσια πάλι στην Άνδρο, πάλι χειμώνας, πάλι μόνη, οχτώ – δέκα τσικουδιές τη φορά για το «Μαμά γερνάω», το «Κανονικά», την «Έξοδο κινδύνου», τη «Θάλασσα». Την ευχαριστώ για την μουσική υπόκρουση όταν έγραφα πρώτο χέρι το μεσαίο κεφάλαιο της «Μικράς Αγγλίας» και είχα στο χαμηλό για μέρες το «Ποτέ». Την ευχαριστώ για ένα δίωρο τηλεφωνικό ρεσιτάλ προχθές το βράδυ, όταν με πήρε ένας σύντροφος της νιότης από την Αμερική να μου ζητήσει να του τη φιλήσω για λογαριασμό του και πιάσαμε να την τραγουδάμε στην αρχή συνωμοτικά, μετά με εξεγερμένα λαρύγγια σαν μπράβοι της νοσταλγίας του ανέφικτου, εκείνος άσχημα βραχνιασμένος κι εγώ με κρίσεις τσιγαρόβηχα. (στο σημείο αυτό η Ιωάννα Καρυστιάνη διακόπτεται από τα παλαμάκια του κοινού).

Μαζί με τον Παντελή, της οφείλουμε ένα πολύ ευτυχισμένο βράδυ πριν από λίγο καιρό, μόλις τέλειωσε η εκπομπή με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και κείνην, κι οι δυο μας κεφάτοι και γεμάτοι κλείσαμε την τηλεόραση, πιάσαμε χαρτί και μολύβι κι αρχίσαμε το διαγώνισμα: να γράφουμε τα ονοματεπώνυμα συνθετών, στιχουργών και τραγουδιστών που μας έχουν χαρίσει λίγα ή πολλά υπέροχα τραγούδια. Και η ώρα περνούσε και θυμόμασταν και τούτον και τον άλλον και την άλλη και συμπληρώναμε κι άλλες σελίδες, πολλές σελίδες.


Τα τραγούδια είναι τα υπάρχοντά μας.

Δε θα ξεμείνουμε ποτέ από μαγικά τρίλεπτα.
Ιωάννα Καρυστιάνη (βιβλιοπωλείο Ιανός, Τετάρτη 28 Μαρτίου 2007)
Φωτογραφία από τη βραδιά στον Ιανό: Λ. Νικολακοπούλου, Ι. Καρυστιάνη, Γ. Χουλιαράς, Α. Ανδρικάκης
.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

"Ξανά σαν κόκκινο μπαλόνι που πετάει, ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες"

.
Κάνοντας μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, άκουγε κανείς να ξεπηδάνε από τα ημιυπόγεια των σπιτιών μουσικές από ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσα και τύμπανα, και κάτι περίεργες φωνές εφήβων να τραγουδάνε Rolling Stones, Doors και Bob Dylan. Ήταν το γκρουπάκι της γειτονιάς! Με άλλα λόγια, η απογευματινή συνάντηση για “πρόβα” της παρέας που στα χρόνια της μεταπολίτευσης είχε βρει τον τρόπο να εκφράζει τις εφηβικές της ανησυχίες μέσω της αμερικάνικης μουσικής παραγωγής, σνομπάροντας τον “Θεοδωράκη του μπαμπά” και δοκιμάζοντας ακόρντα και ήχους που δε διδάσκονταν στα ωδεία. Κάθε γειτονιά είχε και το γκρουπάκι της. Ατελείωτες πρόβες για να μιμηθούν όσο πιο πιστά γίνεται τον ήχο των ξένων συγκροτημάτων, ατέρμονες συζητήσεις για να βρεθεί το καλύτερο όνομα για το γκρουπ και αγωνία πριν από κάθε ζωντανή εμφάνιση στο προαύλιο του σχολείου ή στο πνευματικό κέντρο του Δήμου.

Εκείνη ακριβώς την εποχή, στη Νέα Σμύρνη, μια παρέα φίλων ανεβάζει αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις συνοδευόμενες από ζωντανή μουσική σε μικρούς χώρους και Πνευματικά Κέντρα. Τα σκετσάκια επενδύονται με μουσική που γράφει και τραγουδάει η 9μελής παρέα, ενώ όσο περνάει ο καιρός, τα θεατρικά δρώμενα δίνουν τη θέση τους αποκλειστικά στη μουσική. Η παρέα αυτή αποτελούνταν από τους: Νίκο Πορτοκάλογλου, Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη, Οδυσσέα Τσάκαλο, Αργύρη Αμίτση, Μιχάλη Μουστάκη, Γιάννη Κερκύρα, Νίκο Μηλιώνη και η Ιωάννα Τσακάλου. Σύντομα το γκρουπ διαλύεται και από τη διάσπασή του δημιουργούνται οι ΦΑΤΜΕ και οι ΧΑΝΟΜΑΙ ΓΙΑΤΙ ΡΕΜΒΑΖΩ.



Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω εμφανίζονται πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1982 με το δίσκο «Οι κακές μας πράξεις». Η σύνθεση του συγκροτήματος σε αυτόν τον πρώτο δίσκο ήταν: Χάρης Καβαλλιεράτος, Γιώργος Φιλιππάκης, Αργύρης Αμίτσης, Μιχάλης Μουστάκης (αργότερα έγινε μέλος των Φατμέ παίζοντας πλήκτρα και ακορντεόν) και Γιάννης Κερκύρας. Στο δίσκο συμμετείχαν επίσης ο Μιχάλης Σιγανίδης, ο Θοδωρής Μανίκας και η Ελευθερία Αρβανιτάκη (που μάλιστα αναφέρεται στο δίσκο μόνο με το μικρό της όνομα και όχι το επώνυμό της!). Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σημειώνουν στο οπισθόφυλλο: «Οι κακές μας πράξεις είναι τραγούδια που δεν έχουν κεραυνοβοληθεί από μεγαλίστικη συμπεριφορά. Είναι βγαλμένα από το παιχνίδι και τις ζαβολιές του – γι’ αυτό έχουν τη γοητεία να σ’ αφήνουν ανικανοποίητο …».

Την εποχή της “Αλλαγής”, όταν οι ροκάδες αμφισβητούσαν οτιδήποτε ελληνικό και οι νεολαίες των κομμάτων «ανακάλυπταν» το ρεμπέτικο, ένα συγκρότημα με το παράξενο όνομα Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκαλίζει τραγούδια σαν τους παλιούς κανταδόρους, μελαγχολικά και παιχνιδιάρικα. Με κιθάρες, φλάουτο, μαντολίνο, ακορντεόν και κόρνο, ο ήχος τους έχει κάτι από τη φρεσκάδα των εφηβικών πειραματισμών της περασμένης δεκαετίας. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν ξεχνάνε τη μουσική τους καταγωγή: συνεχίζουν να παίζουν μουσική όπως έπαιζαν και στη γειτονιά, ενοχλώντας το γείτονα τις ώρες της κοινής ησυχίας και γελώντας κρυφά με τα καινούργια καμώματα που σκαρφίστηκαν για να κλέψουν λίγο χρόνο από το διάβασμα και να συναντηθούν να παίξουν μουσική. Τι κι αν από τη γειτονιά της Νέας Σμύρνης βρέθηκαν στα studio δισκογραφικής εταιρείας και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο; Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι, κι έτσι συνέχισαν.

Την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1983, βγάζουν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο «Πλάγια λόγια». Η σύνθεση του συγκροτήματος αλλάζει μετά την αποχώρηση του Μιχάλη Μουστάκη (ο οποίος όμως συμμετέχει στο δίσκο μαζί με την Χέλγκα Γιαννούλα και τον Κώστα Θωμαϊδη) και προστίθεται η Barbara Sauter. Το συγκρότημα παίρνει πια την οριστική του μορφή και βουτάει ακόμα πιο βαθιά στο παιχνίδι που έχει ξεκινήσει. Τραγούδια άλλοτε προσωπικά και άλλοτε σκωπτικά, με την υπόγεια μελαγχολία που αφήνει η θέα ενός άδειου τραπεζιού μετά από ένα ξέφρενο φαγοπότι, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν τραγούδια της παρέας. Της δικής τους παρέας. Κι αρχίζει σιγά – σιγά να απλώνει η φήμη αυτού του συγκροτήματος που δεν ακολουθεί τη μόδα της εποχής του, αλλά δημιουργεί τραγούδια αληθινά, με δική τους ταυτότητα και χρώμα. Αξίζει στο σημείο αυτό, να σημειώσω πως σε κανέναν από τους δύο πρώτους δίσκους του συγκροτήματος δεν αναφέρεται ποιος γράφει τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια! (αναφέρονται μόνο τα ονόματα όσων έχουν γράψεις στίχους, αλλά δεν ανήκουν στο συγκρότημα). Μένει λοιπόν η εντύπωση ότι τα τραγούδια είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας, όχι μόνο στο επίπεδο της εκτέλεσης, αλλά και της δημιουργίας.

Η φήμη τους έμελλε να απλωθεί περισσότερο το 1985, όταν η Δήμητρα Γαλάνη ηχογραφεί το δίσκο που έφερε το όνομά τους. Στο εξώφυλλο η Δήμητρα Γαλάνη ποζάρει ως άλλη Μαφάλντα και πάνω δεξιά, μέσα σε εισαγωγικά, το όνομα του συγκροτήματος που ουσιαστικά έπαιζε και συμμετείχε στο δίσκο με 4 τραγούδια. Τα υπόλοιπα τραγούδια ήταν από διάφορους συνθέτες με τους οποίους είχε συνεργαστεί κατά καιρούς η Δήμητρα Γαλάνη: Σταμάτης Κραουνάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Μάνος Λοϊζος, κ.α. Αν και στη συγκεκριμένη δουλειά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν έχουν τον πρώτο λόγο, τα 4 τραγούδια που έγραψαν ταίριαξαν απόλυτα με το συνολικό ύφος του δίσκου. Ανάμεσα σε τραγούδια που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη και έγιναν αμέσως γνωστά, όπως το «Μου ‘ταξες ταξίδι να με πας» και «Τίποτ’ άλλο», ξαφνικά ακούει κανείς μια παρέα να τραγουδάει για την «Ελενίτσα την κολυμβήτρια» και για κάποια «Τώνια», με αφέλεια και παιχνιδιάρικη διάθεση απόλυτα εναρμονισμένη με την όλη αισθητική του δίσκου. Παράλληλα, είναι η πρώτη φορά που αναγράφεται το όνομα του δημιουργού των τραγουδιών (τη μουσική και τους στίχους υπέγραφε ο Γιώργος Φιλιππάκης, και σε ένα τραγούδι τους στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου).

Φτάνουμε στα 1988, μια χρονιά καθοριστική για το συγκρότημα. Είναι η χρονιά που οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βρίσκουν δισκογραφική «στέγη» στην εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο. «Τα παροίνια» είναι ο δίσκος που βρίσκει το συγκρότημα στην πιο ώριμη φάση του. Αρχίζουν για πρώτη φορά και μελοποιούν ποιήματα (Ομάρ Καγιάμ, Λι Τάι Πο), ενώ σε τρία τραγούδια τους στίχους υπογράφει ο Βασίλης Νικολαϊδης. Ο ήχος τους εμπλουτίζεται. Το κάθε τραγούδι αφηγείται και μια διαφορετική ιστορία, αλλά και ολόκληρος ο δίσκος αποτελεί έναν ενιαίο κύκλο τραγουδιών. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω “διονυσιασμένοι”, ζαλισμένοι από το κρασί, τραγουδούν γύρω από ένα τραπέζι τις καντάδες τους και προσκαλούν όποιον περαστικό μπορεί να νιώσει την υπόγεια μελαγχολία των τραγουδιών τους. Στα περισσότερα τραγούδια τη μουσική υπογράφει ο Χάρης Καβαλλιεράτος και σε δύο ο Γιώργος Φιλιππάκης. Την ίδια περίοδο, παίζουν ζωντανά τα τραγούδια τους στη μουσική σκηνή του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο, σε ένα πρόγραμμα με τον γενικό τίτλο «Ο Σείριος παρουσιάζει», όπου εναλλάσσονται συγκροτήματα, συνθέτες και τραγουδιστές, από τη Δήμητρα Γαλάνη και την Χάρις Αλεξίου, μέχρι τους Κατσιμίχα και τον Φοίβο Δεληβοριά.

Την επόμενη χρονιά βγάζουν στον Σείριο τον δίσκο «Τα εγκαίνια». Ένα καλοκαιρινό αεράκι περνάει ανάμεσα από τα τραγούδια του δίσκου και ανακατεύεται με το άρωμα του ούζου και του μεζέ απάνω στο τραπέζι. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκορπάνε τα τραγούδια τους πάνω στα βότσαλα που σκάει το κύμα. Μικρής διάρκειας τα περισσότερα τραγούδια, ντυμένα με υπέροχες μουσικές, παιχνιδιάρικη διάθεση (όπως πάντα!), σαν να μας κλείνουν με νάζι το μάτι και να μας καλούν σε μια ακόμα γιορτή τους. Μέσα στο δίσκο εκτός των άλλων, βρίσκουμε μελοποιημένο ένα ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά και το «Μεθυσμένο καράβι» του Αρθούρου Ρεμπώ.


Ο Σείριος φιλοξενεί έναν ακόμα δίσκο τους το 1991. Στην «Ιχνογραφία», μεταξύ των τραγουδιών, συναντάμε μελοποιημένα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, και του Ανδρέα Κάλβου. Σε αυτό το δίσκο οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω κατασκευάζουν ένα πελώριο τελάρο και ζωγραφίζουν απάνω του με έντονα χρώματα τις μουσικές τους. Προσωπογραφίες, τοπία καλοκαιρινά και σκηνές δρόμου, συνθέτουν ένα κολάζ τέλειας αισθητικής, με κορυφαίο (κατά τη γνώμη μου) το τραγούδι - διάλογο του Van Gogh με μια πόρνη του 20ου αιώνα, με τους ευφυείς στίχους του Βασίλη Νικολαΐδη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τις μουσικές τους. Ακροβατούν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και μας προσφέρουν απλόχερα το αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο, από ένα τραγούδι πηγαίο και αληθινό.

Το 1995 οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βγάζουν το δίσκο «Πέρα στου κεχριού τον κάμπο» στην εταιρεία MBI. Εδώ, τον πρώτο ρόλο στην ερμηνεία των τραγουδιών αναλαμβάνει η μεσόφωνος Άννα Καραγεωργιάδου και η παιδική χορωδία του Γιάννη Τσιαμούλη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σε αυτό το δίσκο, γίνονται κυριολεκτικά παιδιά! Ανακατεύονται με τα πιτσιρίκια της παιδικής χορωδίας, γελάνε και “ευθείς μελαγχολούν” όπως εκείνα τα «Παιδιά κάτω στον κάμπο» του Χατζιδάκι, αποκαλύπτουν το παιδί που κρύβουμε μέσα μας και το φέρνουν στην επιφάνεια μέσα από τα τραγούδια τους. Τραγούδια πολύχρωμα σαν παιδικές ζωγραφιές, μουσικές που ξαφνιάζουν και στίχοι με αθωότητα και νάζι.


Το 1998 βρίσκει τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω να επιστρέφουν στο δισκογραφικό “σπίτι” του Μάνου Χατζιδάκι, 4 χρόνια μετά το ταξίδι του προς τα άστρα! Η επιστροφή στο Σείριο σηματοδοτεί τη συνεργασία του συγκροτήματος με τη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα. Στο δίσκο «Προς την αθανασία τη μαρτυρική», για πρώτη φορά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω υπογράφουν μόνο τη μουσική και την ενορχήστρωση, αφού οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στην Αγαθή Δημητρούκα και η ερμηνεία τους στον Βασίλη Γισδάκη και την Αλεξία Μουστάκα. Οι ερμηνείες των δύο νέων τραγουδιστών είναι εξαιρετικές! Τραγούδια άμεσα, αληθινά, με τον γήινο λυρισμό των στίχων της Δημητρούκα και τις ανάλαφρες μελωδίες του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιππάκη, ο δίσκος είναι από τις ωραιότερες δουλειές που εκδόθηκαν από το Σείριο μετά το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι.


Ένα χρόνο αργότερα, εκδίδεται ο δίσκος «Ένα ευχαριστώ». Πρόκειται για δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών από την 17χρονη πορεία του συγκροτήματος, που ερμηνεύουν διάφοροι τραγουδιστές. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω καλούν τους φίλους τους και τους αφήνουν ελεύθερα να διασκευάσουν και να ερμηνεύσουν τα τραγούδια τους. Στο κάλεσμά τους ανταποκρίνονται αμέσως: Νένα Βενετσάνου, Σπύρος Σακκάς, Βασίλης Γισδάκης, Άννα Καραγεωργιάδου, Γιώργος Μακρής, Βασίλης Νικολαϊδης, Χρήστος Τσιαμούλης, Μιχάλης Σιγανίδης, Μαίρη-Ελεν Νέζη, Γιάννης Bach Σπυρόπουλος. Όπως όλα ξεκίνησαν το 1982 σαν παιχνίδι, έτσι και τώρα, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω μπλέκουν στο παιχνίδι τους κι άλλους δημιουργούς, τους δίνουν απλόχερα τα τραγούδια τους και ο καθένας τα ερμηνεύει σύμφωνα με την δική του αισθητική. Και σαν τα σκανταλιάρικα παιδιά, κάθονται απέναντι και χαζεύουν το παιχνίδι των φίλων τους, που-και-που πετάγονται και λένε κι αυτοί μια φράση, ένα τραγούδι, ζουν τα τραγούδια τους μέσω των άλλων δημιουργών και απολαμβάνουν το καινούργιο άκουσμα των δικών τους παλιών τραγουδιών.


Μεσολαβούν περίπου 10 χρόνια μέχρι την πιο πρόσφατη δισκογραφική εργασία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Τον Μάρτιο του 2009, κυκλοφορεί από την νεοσύστατη ανεξάρτητη εταιρεία Yafka Records το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας / Για μιας μέρας το στοίχημα» (στο Άρωμα του Τραγουδιού είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε κάποια από τα τραγούδια του δίσκου, πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα δισκοπωλεία εδώ). Πρόκειται για δύο ενότητες τραγουδιών σε μουσική του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιπάκη, με τους στίχους της Λυδίας Βενιέρη και επίμετρο του Βασίλη Νικολαϊδη στο «Ημερολόγιο μιας γυναίκας», και του Χάρη Καβαλλιεράτου και Βασίλη Νικολαϊδη στο «Για μιας μέρας το στοίχημα». Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω αναθέτουν στη μεσόφωνο Θεοδώρα Μπάκα την ερμηνεία του «Ημερολογίου», ενώ η ίδια μοιράζεται και τις ερμηνείες στης «Μέρας το στοίχημα» μαζί με τον Σπύρο Σακκά και τον Χάρη Καβαλλιεράτο. Και στους δύο αυτούς κύκλους τραγουδιών, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δείχνουν να πηγαίνουν την Τέχνη τους ένα βήμα παρακάτω. Εκεί που το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας» αποτελεί μια ποιητική σπουδή πάνω στην διαχρονική γυναικεία μορφή, της «Μιας μέρας το στοίχημα» μας ταξιδεύει σε τοπία του μέσα κόσμου μας και αναγκάζει τις αισθήσεις σε κάθαρση με μοναδικό μέσο την γαλήνια αισθητική των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Δύο κύκλοι τραγουδιών που, καθόλου τυχαία, εκδόθηκαν σε έναν δίσκο και προσφέρονται για συνεχείς ακροάσεις με σκοπό την σταδιακή αποκάλυψη του βαθύτερου περιεχομένου τους. Σπουδαίοι είναι και οι μουσικοί που συμπράττουν με το συγκρότημα σε αυτή την εργασία: από τον Θόδωρο Κοτεπάνο και τον Νίκο Τουλιάτο, μέχρι τον Τάκη Φαραζή και τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο στο τσέμπαλο.


Μπορεί η παρουσία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω στη δισκογραφία να μην είναι πολύ τακτική, τα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στις εργασίες που εκδίδουν να είναι κάποιες φορές αρκετών ετών και οι ζωντανές εμφανίσεις τους να μην είναι πολύ συχνές, όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν παίζουν μουσική. Ίσως είναι το μοναδικό ελληνικό συγκρότημα που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άντεξε όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να ακολουθήσει το κάθε μέλος του διαφορετική πορεία όπως συμβαίνει συνήθως. Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα συγκροτημάτων που δεν άντεξαν στο χρόνο (Φατμέ, Μουσικές Ταξιαρχίες, Τρύπες, Τερμίτες, Δυνάμεις του Αιγαίου, Συνήθεις Ύποπτοι, κ.α.), με εξαίρεση τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω (καθώς επίσης και τους Χειμερινούς Κολυμβητές, μια επίσης ιδιαίτερη περίπτωση ελληνικού συγκροτήματος που αντέχει ακόμα)! Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω ξεκίνησαν σαν μια παρέα εφήβων που βασική τους ανάγκη ήταν να μαζευτούν να παίξουν μουσική και έτσι παρέμειναν. Χωρίς βεντετισμούς, χωρίς “πρώτα” ονόματα, χωρίς ανάγκες πέρα της κοινωνίας μέσω του τραγουδιού. Και αυτή τη διάθεση κρατούν μέχρι και σήμερα. Αν θέλει κάποιος να τους βρει, θα τους συναντήσει να ηχογραφούν στο Τρίτο Πρόγραμμα, να κάνουν παραστάσεις σε μικρές μουσικές σκηνές με παραμύθια και μαριονέτες (!), να γράφουν μουσική για θεατρικές παραστάσεις και να πραγματοποιούν επιλεκτικές ζωντανές εμφανίσεις.


Απλά, πρέπει να ψάξει λιγάκι κανείς για να τους συναντήσει.

Αξίζει όμως!


Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Παίζουμε?

Πέρασαν μέρες από τότε που βρήκα στο χαλάκι του «σπιτιού» μου πρόσκληση από τον dazed & confused για παιχνίδι! Οι όροι του παιχνιδιού, απλοί: να πεις το "σ' αγαπώ" με δυο από τα πιο αγαπημένα σου τραγούδια. Ψάχνοντας λοιπόν, διαπίστωσα πως τα περισσότερα αγαπημένα μου τραγούδια μιλούν είτε για χωρισμό είτε για ανεκπλήρωτους έρωτες! Ωραία! Με ποια όμως θα έλεγα «σ’ αγαπώ»? Εντάξει, για να είμαι ειλικρινής, δε δυσκολεύτηκα και πολύ!

Ιδού λοιπόν:

Μάνος Χατζιδάκις - Νίκος Γκάτσος
ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ

Αν κουραστείς απ' τους ανθρώπους
κι είν' όλα γύρω γκρεμισμένα
μην πας ταξίδι σ' άλλους τόπους
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν πέσει απάνω σου το βράδυ
με τ' άστρα του τ' απελπισμένα
μη φοβηθείς απ' το σκοτάδι
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Έλα και γείρε το κεφάλι
στα χέρια μου τ' αγαπημένα
να ζήσεις τ' όνειρο και πάλι
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν δεις καράβια να σαλπάρουν
κι αν δεις να ξεκινάνε τρένα
μην πεις μαζί τους να σε πάρουν
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
μ' αγάπη κι ήλιο κεντημένα
για την καρδιά σου πού 'ναι άδεια
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και κάθισε δεξιά μου
σαν ξεχασμένος αδερφός
να μοιραστείς την μοναξιά μου
και να σου δώσω λίγο φως.

Για την ιστορία: Το τραγούδι αρχικά τραγουδήθηκε από τον Γιώργο Μαρίνο σε κάποιο από τα προγράμματά του. Τελικά ο Μάνος Χατζιδάκις το περιέλαβε στην «Πορνογραφία» (1982), απ’ όπου και η πρώτη εκτέλεση με τον Βασίλη Λέκκα.

Βαγγέλης Γερμανός
ΣΕ ΘΕΛΩ


Σε μια ατέλειωτη παρτίδα σε κερδίζω και σε χάνω
και ποντάρω τη ζωή μου στην αγάπη σου απάνω
Ερωτόκριτος θα γίνω και το δράκο θα ξεκάνω
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω

Δεν ακούς που ρονρονίζω σαν ερωτευμένος γάτος
σαν της Βίβλου το καμίνι και σαν φλεγομένη βάτος
με τραγούδια σκάβω τούνελ τρεις χιλιάδες μέτρα βάθος
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω

Ξανά είχα αγαπήσει κι αρρώστησα καιρό
μα τούτο είναι φρενίτιδα και πάθος φοβερό.

Με βελόνες πυρωμένες τατουάζ θε να χτυπήσω
μια καρδιά και μ' αλυσίδες κι άγκυρες θα τη στολίσω
και τα μπράτσα με ξυράφι πόντο-πόντο θα μετρήσω
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω.

Πάρε κρητικό μαχαίρι κι έλα κόψε το λαιμό μου
και το αίμα σε μαντήλι μάζεψέ το το δικό μου
και στον κόσμο, αν σε ρωτήσει, πες πως το 'κανες μωρό μου
γιατί σε θέλω, ναι σε θέλω.


Για την ιστορία: από τα κλασσικά πλέον «Μπαράκια» (1981) του Βαγγέλη Γερμανού. Ανεπανάληπτη η πρώτη εκτέλεση με Βαγγέλη Γερμανό, Ελευθερία Αρβανιτάκη και Διονύση Σαββόπουλο!

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

"Μια φορά κι έναν καιρό…" ήταν κάποια "Παραμύθια δίχως τέλος"

.
Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν, ήταν ένα περιοδικό που το έλεγαν Μετρό! Μετά από 10 χρόνια λειτουργίας, λόγω εξαγοράς της ιδιοκτήτριας εταιρείας, το περιοδικό σταμάτησε την κυκλοφορία του (Δεκέμβριος του 2005 ήταν!). Το Μετρό μας χάρισε πολλές όμορφες στιγμές, πολλά υπέροχα κείμενα και συνεντεύξεις, πολλά cd και dvd. Όμως, το ωραιότερο δώρο που μας έκανε ήταν 2 cd που κυκλοφόρησαν σε διαφορετικά τεύχη του περιοδικού, δύο παραγωγές που όμοιές τους δεν υπήρξαν (και δε φαντάζομαι να υπάρξουν και στο μέλλον!).

Οι υπεύθυνοι του περιοδικού θέλησαν να βγάλουν ένα cd με παραμύθια και διηγήματα απ’ την Ελλάδα και τον κόσμο! Ποιος θα διάβαζε όμως αυτά τα παραμύθια; Ίσως κάποιος ηθοποιός. Και γιατί να είναι ένας και να μην είναι πολλοί; Να λέει ο καθένας ένα παραμύθι ή ένα διήγημα. Και γιατί να είναι ηθοποιοί; Να είναι κάτι άλλο! Ας πούμε, να είναι συνθέτες, τραγουδιστές και τραγουδοποιοί! Να μαζευτούν οι παραμυθάδες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού και να μας πουν από ένα παραμύθι. Χωρίς τις μουσικές και τους στίχους τους, χωρίς να τραγουδήσουν. Απλά, να μας διαβάσουν ένα παραμύθι. Ακούγεται δύσκολο να μαζευτούν και να συντονιστούν τόσοι άνθρωποι του τραγουδιού για μια τέτοια παραγωγή. Κι όμως! Οι υπεύθυνοι του Μετρό τα κατάφερα και μαζί με ένα τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε το πρώτο cd:

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ …
Παραμύθια και διηγήματα απ’ την Ελλάδα και τον κόσμο


1. Εισαγωγικό (ορχηστρικό κομμάτι του συγκροτήματος Θέρος)
2. Το φίδι – παραδοσιακό ελληνικό
Διονύσης Σαββόπουλος
3. Κάποτε και τα λόγια ριζώνουν – παραδοσιακό ελληνικό
Νίκος Παπάζογλου
4. Ο τυφλός και ο κυνηγός – παραδοσιακό Νοτίου Αφρικής
Έλλη Πασπαλά
5. Το παιδί και το ψαράκι – παραδοσιακό ελληνικό
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
6. Η πούλια και ο αυγερινός – παραδοσιακό ελληνικό
Δημήτρης Ζερβουδάκης
7. Ο τεμπέλης ποντικός – παραδοσιακό ελληνικό
Διονύσης Τσακνής
8. Βρεμμένα ‘ναι ή ξερά; – παραδοσιακό ελληνικό
Χρήστος Θηβαίος
9. Ο γέρος ξυλοκόπος και το λιοντάρι – παραδοσιακό ελληνικό
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
10. Από το βορρά στο νότο
Σαβίνα Γιαννάτου
11. Να του δώσω θέλω γρόσια να δω τι θα κάνει – παραδοσιακό ελληνικό
Λουδοβίκος των Ανωγείων
12. Υπό την Βασιλικήν Δρυν – διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Μελίνα Κανά
13. Αποφώνηση
14. Επιμύθιο: Για το δικό τους πάθος
τραγούδι: Δημήτρης Ζερβουδάκης, φιλική συμμετοχή: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Δε νομίζω να υπήρξε ποτέ συνάντηση τόσων ανθρώπων του ελληνικού τραγουδιού σε ένα cd, στο οποίο μάλιστα δε «συνομιλούν» με τραγούδια, αλλά με παραμύθια! Από τον μεγάλο παραμυθά του ελληνικού τραγουδιού Διονύση Σαββόπουλο, μέχρι την Έλλη Πασπαλά, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τον Χρήστο Θηβαίο, όλοι οι αφηγητές ξαναγίνονται παιδιά! Απίθανες οι αφηγήσεις του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Διονύση Τσακνή και του Δημήτρη Ζερβουδάκη. Η Σαβίνα Γιαννάτου αυτοσχεδιάζει με τη φωνή της, ο Νίκος Παπάζογλου γίνεται ένα σκανταλιάρικο παιδί, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων αφηγείται όπως τραγουδάει, ενώ τη μεγάλη έκπληξη κάνει η Μελίνα Κανά που διαβάζει ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη! Το συγκρότημα Θέρος υπογράφει τη μουσική στο εισαγωγικό κομμάτι και στο τελευταίο τραγούδι (στίχοι – μουσικοί: Αριστείδης Χατζησταύρου), ενώ με διάφορα μουσικά όργανα αναπαράγουν τους ήχους που συνοδεύουν τις αφηγήσεις.

Πρόκειται για μία καταπληκτική παραγωγή που σπάνια συναντάμε στην ελληνική δισκογραφία, πόσο δε μάλλον να διανέμεται δωρεάν με κάποιο περιοδικό. Έντεκα δημιουργοί και ερμηνευτές του ελληνικού τραγουδιού! Έντεκα «παιδιά» μάς (ξανα)βάζουν στο μαγικό κόσμο του παραμυθιού. Και αυτή η προσφορά είχε και συνέχεια: μετά από αρκετούς μήνες, το περιοδικό Μετρό κυκλοφορεί με ένα ακόμα τεύχος τη συνέχεια του παραμυθιού…

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ
Παραμύθια, διηγήματα και μύθοι απ’ την Ελλάδα και τον κόσμο


1. Ο γερο-μάγειρας – Κωνσταντίν Παουστόβσκι
Αφήγηση: Νίκος Ξυδάκης, Φλάουτο: Δημήτρης Χουντής
2. Ένα παραμύθι του Γιώργου Χειμωνά
Αφήγηση: Μαρία Φαραντούρη, Τσέλο: Γιώργος Καλούδης
3. Ο ξυλοκόπος και ο Ερμής – μύθος του Αισώπου
Αφήγηση: Ορφέας Περίδης, Μπάσο: Γιώτης Κιουρτζόγλου
4. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα – Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Αφήγηση: Ελένη Τσαλιγοπούλου, Σαξόφωνο – φλάουτο - φλογέρα – φωνητικά: David Lynch
5. Τα δύο αδέρφια – Λέων Τολστόι
Αφήγηση: Νίκος Πορτοκάλογλου, Κιθάρες: Αριστείδης Χατζησταύρου
6. Ποιο είναι το γληγορότερο πράμα του κόσμου; - παραδοσιακό ελληνικό
Αφήγηση: Μανώλης Λιδάκης, Βιολί: Γιάννης Ζευγώλης
7. Η κότα με τα χρυσά αυγά – μύθος του Αισώπου
Αφήγηση: Καλλιόπη Βέτα, Γκάιντα – καβάλ: Γιώργος Μακρής
8. Ελάφι και λιοντάρι – μύθος του Αισώπου
Αφήγηση: Γιώργος Ανδρέου, Κρουστά – φωνητικά: Βαγγέλης Καρίπης
9. Το αηδόνι του αυτοκράτορα – παραδοσιακό κινέζικο
Αφήγηση - ούτι: Νίκος Γράψας
10. Επιμύθιο
«Αφήγηση» – κλαρίνο: Πετρολούκας Χαλκιάς

Σε αυτό το δεύτερο cd του περιοδικού οι εκπλήξεις συνεχίζονται: ακόμα εννέα άνθρωποι του τραγουδιού αφηγούνται παραμύθια ελλήνων και ξένων παραμυθάδων, από τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν μέχρι τον Αίσωπο και από το δημοφιλές «Αηδόνι του αυτοκράτορα» μέχρι το παραμύθι του Γιώργου Χειμωνά! Μαζί με τους αφηγητές, σπουδαίοι δεξιοτέχνες όπως ο David Lynch, ο Γιώτης Κιουρτζόγλου και ο Βαγγέλης Καρίπης, συνοδεύουν με αυτοσχεδιασμούς τα παραμύθια, ολοκληρώνοντας ένα άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα.

Ο Ορφέας Περίδης, η Καλλιόπη Βέτα και ο Γιώργος Ανδρέου συναντούν τον Αίσωπο, ο Νίκος Ξυδάκης τον Κωνσταντίν Παουστόβσκι και ο Νίκος Πορτοκάλογλου τον Λέων Τολστόι. Η Ελένη Τσαλιγοπούλου στο χριστουγεννιάτικο «Κοριτσάκι με τα σπίρτα» και ο Νίκος Γράψας με «Το αηδόνι του αυτοκράτορα» ξυπνούν μνήμες από τα παιδικά μας χρόνια, ενώ ο Μανώλης Λιδάκης παρέα με το βιολί του Γιάννη Ζευγώλη αφηγείται ένα από τα ωραιότερα παραδοσιακά παραμύθια που έχω ακούσει. Η πιο ιδιαίτερη στιγμή του cd, είναι όταν η Μαρία Φαραντούρη αφηγείται ένα καταπληκτικό παραμύθι του Γιώργου Χειμωνά! Στο τελευταίο κομμάτι του cd, ακούμε τον Πετρολούκα Χαλκιά, έναν από τους μεγαλύτερους δεξιοτέχνες στο κλαρίνο, να μας λέει: «θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι όπως το άκουγα εγώ όταν ήμουνα μικρός». Και κει που περιμένουμε να ακούσουμε την αφήγησή του, ξεκινάει ένα υπέροχο σόλο κλαρίνο που διαρκεί περίπου 9 λεπτά! Με αυτό τον απίστευτο τρόπο ολοκληρώνεται το παραμυθένιο ταξίδι που κάποτε μας χάρισε το περιοδικό Μετρό.


Ακούω ξανά και ξανά τα παραμύθια.

Το ένα μετά το άλλο.

Λοιπόν, ας ξαναπιάσω το νήμα από την αρχή:

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα περιοδικό που το έλεγαν Μετρό

.

.

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

"ο καθένας μας γεννιέται ποιητής, ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος"

.
Σαν λουλούδι η ανάσα μου ξυπόλητη αρχή
σ' ένα αρχαίο χορό έχει στη ρίζα μόνο νερό.
.
.
Όταν το 2000 διαλύθηκαν οι Συνήθεις Ύποπτοι, ήταν περισσότερο από βέβαιο πως ο Χρήστος Θηβαίος θα ακολουθούσε προσωπική πορεία στη δισκογραφία. Ήταν άλλωστε η καρδιά του συγκροτήματος: υπέγραφε τη μουσική και τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια και βεβαίως ήταν ο κύριος ερμηνευτής των τραγουδιών που έκαναν αμέσως γνωστό το συγκρότημα. Ακολούθησε η συνεργασία του με τον Θάνο Μικρούτσικο, όπου ερμήνευσε τα τραγούδια στο δίσκο «Ο Άμλετ της σελήνης». Οι περισσότεροι όμως από εμάς που είχαμε παρακολουθήσει την πορεία των Υπόπτων από την αρχή, περιμέναμε να δούμε πώς θα είναι ο πρώτος προσωπικός δίσκος του Θηβαίου στην μετά-Υπόπτων εποχή. Θα είχε άραγε στο ίδιο στιλ; Θα ήταν μια συνέχεια ή θα ακούγαμε κάτι τελείως διαφορετικό; Όλες οι απορίες μας λύθηκαν το 2003, με την κυκλοφορία του δίσκου «Μόνο νερό στη ρίζα»!

Μέσα στη γλάστρα μου απλώνω κλαδιά,
λες θ' αγγίξω του θεού τα μαλλιά
αν κάποιος ξοδέψει για μένα λίγο καιρό.

Διαβάζω από το Δελτίο Τύπου: «… μια μουσική ιστορία που αρχίζει μ' ένα ξύπνημα, μια καινούρια αρχή και τελειώνει με μια ευχή , πριν την καληνύχτα …». Ανοίγω το cd γεμάτος περιέργεια γι’ αυτή τη «μουσική ιστορία», για το πώς ξεκινάει, τι αφηγείται και πως τελειώνει. «Πρώτη ώρα». Το πρώτο τραγούδι. Η σύντομη εισαγωγή με μια κιθάρα μόνο. Σαν αυτοσχεδιασμός που διακόπτεται απότομα. Και η ποίηση του τραγουδιού, απλώνεται!

Τι με ξεδιψάει, ρωτάω κι ανθίζω
ν' αφουγκραστώ μια ξένη δροσιά να με ποτίσει
με μια γουλιά το χωρισμό μήπως γεμίσει.

Εδώ, δεν έχουμε ένα τραγούδι που μπορεί να γίνει σουξέ, να τραγουδηθεί από το κοινό σε κάποια συναυλία με αναμμένους αναπτήρες ή να γίνει βίντεο - κλιπ! Ακόμα και στα ραδιόφωνα, το τραγούδι μεταδόθηκε πολύ λιγότερο από άλλα του δίσκου.

Ο Θηβαίος δεν έγραψε ακριβώς ένα τραγούδι. Μελοποίησε ένα κείμενό του! Σα να πήρε ένα πεζό κείμενο και να το προσάρμοσε σε μια υπέροχη μουσική που μοιάζει να γεννήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
Τίποτα δεν είναι στην τύχη: η κάθε λέξη, η κάθε στροφή του τραγουδιού έχει από μόνη της να πει μια ιστορία.

Κάθε πρωί όταν ξυπνάω με σπασμένα σχοινιά
μόνο οι χαρακιές στο στόμα του πηγαδιού
δείχνουν πως ήπια νερό.
Στα χνώτα του πρωινού βαφτισμένος
λέω πως ο καθένας μας γεννιέται ποιητής,
ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος.

Όσο απλώνεται το τραγούδι, αρχίζουν ένα - ένα τα όργανα ενός κουαρτέτου εγχόρδων να συνοδεύουν την κιθάρα, που επίμονα συνεχίζει να «καρφώνει» τα ακόρντα στον καμβά των στίχων.

Δε θέλω ειδήσεις, όχι άλλα σκουπίδια
μόνο τη δύναμη του ανθρώπου που κάθε μέρα
σαν να ευλογεί απ' την αρχή τα πάθη τα ίδια.

Και το ρεφρέν έρχεται να δώσει το καθοριστικό «χτύπημα»:

Σ' ευχαριστώ ζωή μου διψασμένη κι ακριβή
που μ’ έμαθες πως μόνο ο εαυτός μου δεν μου αρκεί.

Ο Θηβαίος υφαίνει ένα ακριβό σκηνικό με υλικά γήινα. Το χώμα, το νερό και η πρωινή δροσιά, αποτελούν τις πρώτες ύλες για ένα τραγούδι που από πολλούς μπορεί να θεωρηθεί «δύσκολο» (προσωπικά, δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τι εννοούν κάποιοι χαρακτηρίζοντας ένα τραγούδι «δύσκολο». Αντίθετα, καταλαβαίνω αμέσως τι σημαίνει «εύκολο» τραγούδι!). Ο Χρήστος Θηβαίος σκαλίζει με τέχνη και υπομονή και βρίσκει τη ρίζα του τραγουδιού, αβίαστα, με ποιητική διάθεση και χωρίς περιττά τεχνάσματα.

Πριν με σπαράξει η δουλειά
στο μαξιλάρι μου ψάχνω του αστεριού μου το φως,
μια προσευχή να κρατηθώ ζωντανός.

Στο τέλος του δίσκου, συναντάμε και πάλι το τραγούδι με διαφορετικούς στίχους κρατώντας ίδιο μόνο το ρεφρέν και εντελώς διαφορετική ενορχήστρωση. Η κιθάρα και το κουαρτέτο εγχόρδων, μεταλλάσσονται σε μια μικρή jazz ορχήστρα με άψογους αυτοσχεδιασμούς, ενώ ο τίτλος του τραγουδιού αλλάζει και γίνεται «ευχή της νύχτας». Έτσι ξεκινάει και ολοκληρώνεται η μουσική ιστορία που «αφηγήθηκε» το 2003 ο Θηβαίος με το δίσκο «Μόνο νερό στη ρίζα».

Περιμένω την καινούργια δισκογραφική δουλειά του Χρήστου Θηβαίου που θα έχει τίτλο «Πέτρινοι κήποι».

Μέχρι τότε, το τραγούδι «Πρώτη ώρα» θα φέρνει μαζί του το άρωμα του βρεγμένου χώματος κι ένα απαλό αεράκι θα ψιθυρίζει:

"... στα χνώτα του πρωινού βαφτισμένος
λέω πως ο καθένας μας γεννιέται ποιητής,
ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος ..."



Μουσική – Στίχοι: Χρήστος Θηβαίος
Ενορχήστρωση: Βάσω Δημητρίου
.
.