Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Παιδική δισκοθήκη. Γ’ μέρος

.
Στο Α’ Μέρος του αφιερώματός μας στην παιδική δισκοθήκη, αναφερθήκαμε στον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η «Λιλιπούπολη» σε αυτό που ονομάζουμε παιδικό τραγούδι, ή μάλλον καλύτερα, στο τραγούδι που απευθύνεται στα παιδιά. Στα χρόνια που ακολούθησαν μετά το τέλος της ραδιοφωνικής μετάδοσης της «Λιλιπούπολης», υπήρξε μια σειρά εκδόσεων που πλούτισαν την παιδική δισκοθήκη μας με εξαιρετικά αξιόλογες εργασίες (σε κάποιες απ’ αυτές έχουμε ήδη αναφερθεί στα πλαίσια τού αφιερώματος) και που “πατούσαν” αισθητικά στα χνάρια της ιστορικής αυτής εκπομπής. Όλη αυτή η “ακμή” κράτησε μόνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Μοιάζει να διακόπηκε ξαφνικά αυτή η εξέλιξη, μιας και οι πραγματικά αξιόλογες δουλειές με παιδικά τραγούδια στην δεκαετία του ’90 είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Και ενώ μια καινούργια φουρνιά δημιουργών (κυρίως τραγουδοποιών) κάνει την εμφάνισή της στα χρόνια του ’90 και ανανεώνει το τοπίο του ελληνικού τραγουδιού στο σύνολό του, το κομμάτι της παιδικής δισκογραφίας μοιάζει να ξεχάστηκε και να αφέθηκε εντελώς στην τύχη του. Όλη εκείνη η προσπάθεια που ξεκίνησε μετά τη «Λιλιπούπολη» ήταν σα να πήγε χαμένη, με ορατό πια τον κίνδυνο να μην ανανεωθεί ξανά το κομμάτι της παιδικής δισκογραφίας και να παραμείνει στο ίδιο σημείο που έμεινε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ευτυχώς, με την είσοδο της δεκαετίας που διανύουμε, μια φουρνιά νέων δημιουργών δείχνει να πιάνει το νήμα από κει που το άφησε η προηγούμενη γενιά των συναδέλφων τους και να ασχολείται ξανά με σοβαρότητα και σε πείσμα των καιρών με το καλό παιδικό τραγούδι. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, πρόκειται για εκείνους τους δημιουργούς που ηλικιακά, ήταν οι ίδιοι παιδιά όταν μέσα απ’ τη ραδιοφωνική συχνότητα του Τρίτου Προγράμματος ξεδιπλώνονταν ο μαγικός κόσμος της «Λιλιπούπολης»!! Δεν πήγε τίποτα χαμένο, λοιπόν! Μια νέα γενιά δημιουργών είναι εδώ για να ανανεώσει την παιδική δισκοθήκη μας και να μιλήσει στα παιδιά μια γλώσσα σύγχρονη και ουσιαστική. Αρκεί να σταθούμε για λίγο και να την ακούσουμε…



----------------------------------
Πετώντας πας στην πόλη
Δεν βιάζομαι να μεγαλώσω
.

Το 2004 η Τατιάνα Ζωγράφου κάνει το δισκογραφικό της ντεμπούτο με τρεις κύκλους παιδικών τραγουδιών σε ένα cd, κάτω απ’ τον γενικό τίτλο «Πετώντας πας στην πόλη». Παιδαγωγός η ίδια, διαλέγει το δύσκολο δρόμο για να μπει στη δισκογραφία και αμέσως κάνει τη διαφορά! Ο δίσκος ήταν μια μεγάλη έκπληξη, τόσο για την άρτια αισθητική και τις υπέροχες μελωδίες του, όσο και για τον μεγάλο αριθμό ερμηνευτών “πρώτης γραμμής” που κλήθηκαν να τραγουδήσουν: Μαρία Φαραντούρη, Νένα Βενετσάνου, Ηλίας Λιούγος, Άννα Καραγεωργιάδου, Κώστας Θωμαΐδης, Δήμητρα Τσίγκα, Δώρος Δημοσθένους, Βασίλης Γισδάκης, Τάσης Χριστογιαννόπουλος. Δεκαεννέα τραγούδια τα περισσότερα σε στίχους της ίδιας, ένα του Κώστα Καρτελιά και δύο του Σταμάτη Δαγδελένη, ενταγμένα σε τρεις κύκλους τραγουδιών με διαφορετική θεματολογία ο καθένας («Το παιχνίδι του χρόνου», «Το τι και το γιατί» και «Για την αγάπη…»). Μια εργασία που δύσκολα συναντάμε στη δισκογραφία, με τραγούδια που μιλούν στα παιδιά μια γλώσσα γνήσια ποιητική, χωρίς διδακτικό ύφος και κυρίως, καταθέτοντας μια αισθητική πρόταση που χρόνια είχαμε να συναντήσουμε στο παιδικό τραγούδι. Δουλεμένες μελωδίες, άρτιες ενορχηστρώσεις, λόγια που μιλούν κατευθείαν στο νου και τις καρδιές των παιδιών, ένας δίσκος που σίγουρα κατατάσσεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς του είδους του.
Η Ζωγράφου φαίνεται να εκμεταλλεύεται τη διδακτική της εμπειρία για να αντλήσει τη θεματολογία που θα χρησιμοποιήσει για να μιλήσει στα παιδιά. Δεν υποψιάζεται απλά τους κώδικες με τους οποίους θα επικοινωνήσει με τους μικρούς ακροατές˙ τους γνωρίζει ήδη μέσα απ’ την καθημερινή ενασχόλησή της με τα παιδιά και αυτό φαίνεται να την απελευθερώνει και να της επιτρέπει να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στα μέσα με τα οποία θα το καταφέρει. Και αυτά δεν είναι άλλα από τις λεπτές και γεμάτες ευαισθησία μελωδικές γραμμές που χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει τα τραγούδια. Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των τραγουδιστών που μοιάζει να αντιμετωπίζουν το υλικό με την παιδικότητα που τους αρμόζει. Τι να πει κανείς για τη Φαραντούρη και τη Βενετσάνου, τον Λιούγκο και τον Θωμαΐδη, αλλά και για τους νεότερους ερμηνευτές που όλοι τους σαν γνήσια “παιδιά” της «Λιλιπούπολης» γνωρίζουν καλά τους κώδικες του τραγουδιού και πως να το επικοινωνήσουν στο πλέον απαιτητικό κοινό: τα παιδιά. Η Τατιάνα Ζωγράφου έσκυψε πάνω από το κάθε τραγούδι ξεχωριστά και μελέτησε και την παραμικρή λεπτομέρεια˙ το ίδιο και οι ερμηνευτές. Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα ένα σύνολο τραγουδιών που μας θύμισε ξανά πως το παιδικό τραγούδι μπορεί να είναι σύγχρονο χωρίς να χάνει τίποτα από την ουσία και την πνοή του.


Ό,τι ξεκίνησε με το «Πετώντας πας στην πόλη», η Τατιάνα Ζωγράφου το συνέχισε τρία χρόνια αργότερα με τον δεύτερο προσωπικό της δίσκο, «Δεν βιάζομαι να μεγαλώσω». Ακριβώς η ίδια αισθητική πρόταση, αυτή τη φορά πιο πλούσια μετά την εμπειρία του πρώτου της δίσκου, και βεβαίως με μια ομάδα εξίσου σημαντικών ερμηνευτών: Διονύσης Σαββόπουλος, Βαγγέλης Γερμανός, Τάσος Αποστόλου, Ηλίας Λιούγκος, Ειρήνη Δερέμπεη, Άννα Καραγεωργιάδου, Νίτσα Κουρτίδου. Αυτή τη φορά τους στίχους υπογράφει στα περισσότερα τραγούδια η Βεατρίκη Κάντζολα – Σαμπατάκου, ενώ σε δύο τραγούδια στίχους έχει βάλει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, σε άλλα δύο η Τατιάνα Ζωγράφου, και από ένα ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος και η Αργυρώ Κοκορέλη. Στο δίσκο περιλαμβάνονται και τρία οργανικά κομμάτια που ολοκληρώνουν με τη σειρά τους αυτό τον κύκλο τραγουδιών, απ’ τον οποίο ξεχωρίζουν οι ερμηνείες του Βαγγέλη Γερμανού στο ομότιτλο τραγούδι και του Διονύση Σαββόπουλου σε ένα εξαιρετικό νανούρισμα. Θα περίμενε κανείς ότι στο «Δεν βιάζομαι να μεγαλώσω» η Ζωγράφου απλά καταγράφει δεκαπέντε παιδικά τραγούδια σαν συνέχεια του πρώτου της δίσκου. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για έναν ακόμα κύκλο τραγουδιών που, μπορεί να μην ολοκληρώνει μία θεματική ενότητα, σίγουρα όμως καταθέτει μια αισθητική πρόταση το ίδιο ουσιαστική με το «Πετώντας πας στην πόλη».

Με τους μέχρι τώρα δίσκους της, η Τατιάνα Ζωγράφου έχει καταφέρει να δώσει το δικό της καλλιτεχνικό στίγμα μέσω ενός ιδιαίτερα δύσκολου και απαιτητικού είδους όπως είναι το παιδικό τραγούδι. Μαζί και με άλλους μουσικούς στους οποίους θα αναφερθούμε και στη συνέχεια του αφιερώματος, αποτελεί μέρος της γενιάς των νέων δημιουργών που έστρεψαν το βλέμμα τους ξανά στο παιδικό τραγούδι και έδωσαν νέα ώθηση για να μπορούμε σήμερα να μιλάμε και πάλι για την ανανέωση της παιδικής μας δισκοθήκης.

.
----------------------------------
Ο γαργαλιστής
Ο Αγησίλαγος


Ο Δημήτρης Μπασλάμ είναι ευρύτερα γνωστός στους μουσικούς κύκλους ως ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος μουσικός, ένας κοντραμπασίστας που έχει συνεργαστεί με πολλούς συνθέτες του σύγχρονου τραγουδιού. Το 2005 εμφανίζεται στη δισκογραφία και ως δημιουργός, με ένα δίσκο που ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή για την πρωτοτυπία και το χιούμορ του. «Ο γαργαληστής» δεν είναι απλά ένας δίσκος με παιδικά τραγούδια˙ είναι ένα μουσικό παραμύθι. Ο Δημήτρης Μπασλάμ γράφει το κείμενο, το στολίζει με μουσική και τραγούδια, κάνει την ενορχήστρωση και την παραγωγή, και συγκεντρώνει γύρω του μια σειρά από γνωστούς ερμηνευτές και τραγουδοποιούς που αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα του παραμυθιού. Και μόνο διαβάζοντας κανείς τα ονόματα όσων συμμετέχουν, μπορεί να φανταστεί το ύφος και την ανατρεπτική διάθεση του «Γραγραληστή»: Γιάννης Χαρούλης, Σωκράτης Μάλαμας, Γιάννης Αγγελάκας, Μάρθα Φριτζήλα, Φώτης Σιώτας, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, και αφηγητής ο ηθοποιός Αντώνης Καφετζόπουλος!
Ο γαργαληστής (όπως άλλωστε προδίδει και το όνομά του), είναι ένας ληστής που ταξιδεύει σε όλες τις χώρες, εισβάλοντας τα βράδια στα παιδικά δωμάτια γαργαλώντας στον ύπνο τους τα παιδιά για να τους κλέψει το ...γέλιο. Το εγκλωβίζει σε ένα μικρό μπουκαλάκι και με τη βοήθεια της θείας του της Πελαγίας που κατέχει μια μυστική συνταγή, μετατρέπει τα γέλια σε πολύτιμο και ευωδιαστό άρωμα. Με την ίδια μυστικότητα μοιράζει πίσω στα παιδιά τα μπουκαλάκια με το άρωμα – γέλιο, κι ένα ξέφρενο πανηγύρι από παιδικά γέλια ξεκινά! Όλο το παραμύθι είναι γραμμένο σε έμμετρο λόγο (στο μεγαλύτερο μέρος σε δεκαπεντασύλλαβο), με τη ζωντανή αφήγηση του Καφετζόπουλου και τον Αγγελάκα στο ρόλο του γαργαληστή, να δημιουργούν ένα κλίμα πραγματικού παραμυθιού γεμάτου εικόνες και όμορφα νοήματα. Όλοι οι ερμηνευτές δίνουν το καλύτερο εαυτό τους: από την Φριτζήλα και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Φώτη Σιώτα και τον ίδιο τον Μπασλάμ, μέχρι τον Χαρούλη και τον εξαιρετικό Μάλαμα στο ρόλο του κουρασμένου ήλιου που ακολουθεί διαρκώς την ίδια διαδρομή! Με κύριο μοχλό το χιούμορ και τη φαντασία, ο Μπασλάμ φτιάχνει ένα μουσικό παραμύθι που ακούγεται απ’ την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς διακοπή.
«Όταν το γέλιο τα παιδιά μοιράζουν, τα πάντα στα σίγουρα αλλάζουν» γράφει στο σημείωμά που αφήνει ο γαργαληστής μετά από κάθε μυστική επίσκεψή του στα παιδιά˙ και ο Μπασλάμ να μάς θυμίζει ότι ένα παραμύθι δε χρειάζεται να είναι διδακτικό για να λειτουργήσει στα παιδιά.



Δύο χρόνια μετά τον «Γαργαληστή», ο Δημήτρης Μπασλάμ επιστρέφει με ένα ακόμα μουσικό παραμύθι, τον «Αγησίλαγο»! Και πάλι ο Αντώνης Καφετζόπουλος στον ρόλο του αφηγητή, η Μάρθα Φριτζήλα, ο Γιάννης Χαρούλης, ο Φώτης Σιώτας και ο Σωκράτης Μάλαμας να μοιράζονται τα τραγούδια, ενώ στην παρέα προστίθεται ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και ο Αργύρης Μπακιρτζής. Ένα παραμύθι γεμάτο γεύσεις, με τον πρωταγωνιστή μάγειρα Αγησίλαγο να παθαίνει …μαγουλάδες και να ξεκινά ένα ευφάνταστο ταξίδι για να βρει τις τροφές που θα του κάνουν μόνο καλό και δε θα τον πειράζουν στην υγεία του!
Στον «Αγησίλαγο», ο Μπασλάμ ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που χάραξε με τον «Γαργαληστή»: ίδια διάθεση, φαντασία και χιούμορ, ένα μουσικό παραμύθι που σε πολλά σημεία του θυμίζει την πρώτη του εργασία. Αυτό ίσως είναι και το μοναδικό τρωτό σημείο του δίσκου. Κατά τα άλλα, όλοι οι ερμηνευτές συμμετέχουν δείχνοντας να το διασκεδάζουν πραγματικά, ακολουθώντας τη ροή του παραμυθιού και δίνοντας ζωή στους χαρακτήρες. Ιδιαίτερες οι ερμηνείες της Φριτζήλα στο «Νανούρισμα» και του Μπακιρτζή στην «Αδικία». Η μουσική του Μπασλάμ είναι πρωτότυπη, με ενορχηστρώσεις γεμάτες φαντασία και τον ίδιο να παίζει τα περισσότερα όργανα (από κιθάρες και μαντολίνο, μέχρι πιάνο και φυσικά, κοντραμπάσο). Με τον «Γαργαληστή» και τον «Αγησίλαγο», ο Δημήτρης Μπασλάμ ξαναφέρνει στη δισκοθήκη μας ένα είδος παιδικού τραγουδιού που απουσίαζε εδώ και χρόνια από το ελληνικό τραγούδι. Το ανακάτεμα αφήγησης, μουσικής και τραγουδιών που μάς παρουσίασε, έδωσε ξανά πνοή στο παιδικό τραγούδι και μάς θύμισε τις όμορφες στιγμές της «Λιλιπούπολης», της «Συνέλευσης των ζώων» του Κουρουπού (εδώ η σχετική αναφορά στο Άρωμα του Τραγουδιού) και της «Αγέλαστης πολιτείας» του Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα.

.

.

Σημείωση: το Α’ μέρος του αφιερώματος στην παιδική δισκοθήκη βρίσκεται εδώ, το Β’ μέρος εδώ και το Δ' μέρος εδώ.

.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009. Η τολμηρή συνομωσία της Νατάσσας Μποφίλου.

.
Έπρεπε να το είχα φανταστεί! Άλλωστε, η αφίσα των παραστάσεων το λέει ξεκάθαρα:
.
Η καθιερωμένη πια συνομωσία μας με την Άνοιξη, εγκαινιάζει έναν πανέμορφο, ολοκαίνουργιο χώρο στο κέντρο της Αθήνας.
Τραγούδια που περιμένετε, από του δίσκους «Εκατό Mικρές ανάσες», «Μέχρι το τέλος» έως και το πιο πρόσφατο «Τρία μυστικά» μαζί με άλλα που ούτε καν φαντάζεστε…
.

Υπάρχουν άραγε σήμερα μουσικές συνομωσίες; Και αν ναι, ποιοι είναι εκείνοι που τις σκαρώνουν;
Και ακόμα: τι “περίεργος” πληθυντικός είναι αυτός; (συνομωσία μας με την Άνοιξη…);!

Κατηφορίζοντας κανείς την Πανεπιστημίου και περνώντας το κατώφλι της καινούργια μουσικής σκηνής του Metropolis Live Stage, για ένα πράγμα μπορεί να είναι σίγουρος: ότι η μουσική παράσταση της Νατάσσας Μποφίλιου και των συνεργατών της δεν ακολουθεί καμία από τις γνωστές συνταγές των νέων καλλιτεχνών: αυτές που θέλουν τον ερμηνευτή να υποστηρίζει σχεδόν αποκλειστικά την προσωπική του δισκογραφία με κάποιες, λίγες πινελιές από γνωστά τραγούδια, που όμως κρατάνε πάντα “αποστάσεις ασφαλείας” από την πρώτη εκτέλεση για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε σύγκριση. Τόσο στις περσινές εμφανίσεις της, όσο και σε αυτές που ξεκίνησαν από την προηγούμενη Παρασκευή 27 Μαρτίου, η Μποφίλιου έχει αποδείξει πως δε διστάζει να αναμετρηθεί με ένα ευρύ ρεπερτόριο που ακουμπάει σε διαφορετικά είδη τραγουδιού, βγαίνοντας πάντα νικήτρια και προσφέροντας στο κοινό ένα πλούσιο σε εναλλαγές πρόγραμμα. Δύσκολα μπορεί να μιλήσει κανείς για τη δομή του προγράμματος, χωρίς παράλληλα να μπει στον πειρασμό να αναφέρει τίτλους τραγουδιών που ακούστηκαν χθες το βράδυ στη σκηνή του Metropolis Live Stage˙ οι παραστάσεις όμως, συνεχίζονται για 7 ακόμα Παρασκευές και θα ήταν άδικο να στερήσω από κάποιον επισκέπτη το στοιχείο της έκπληξης, (πάγια τακτική του Αρώματος του Τραγουδιού είναι να μην αναγράφονται τα τραγούδια των μουσικών παραστάσεων, ειδικά όταν αυτές συνεχίζονται). Και επιμένω στο στοιχείο της έκπληξης, γιατί οι φωνητικές και εκφραστικές ικανότητες της Νατάσσας Μποφίλιου θεωρούνται πια δεδομένες!

Με εξαιρετική σκηνική παρουσία και τις απίθανες ερμηνευτικές της ικανότητες, η Μποφίλιου, πιο ώριμη από ποτέ, ξεδίπλωσε στη σκηνή τις μουσικές ιστορίες της με τέτοιο πάθος που λίγες φορές συναντάμε σε live. Ερμηνείες απόλυτα ισορροπημένες, δίχως ίχνος υπερβολής, μια σαρωτική παρουσία που ξέρει να υπηρετεί με τη φωνή της την Τέχνη του τραγουδιού και να επικοινωνεί με τον ακροατή. Η Μποφίλιου γνωρίζει καλά τα όριά της και φροντίζει κάθε φορά να τα ξεπερνάει! Μια τολμηρή διαδικασία που απαιτεί πρώτ’ απ’ όλα γνώση και αφοσίωση. Και η Μποφίλιου διαθέτει το ταλέντο και την υπομονή να ανακαλύπτει τους δύσκολους δρόμους της Τέχνης της, χωρίς να φαίνεται διατεθειμένη να προχωρήσει σε συμβιβασμούς και κυρίως, δίχως να παρασύρεται στον εύκολο δρόμο της προχειρότητας και του ναρκισσισμού. Το μόνο που την απασχολεί είναι το Τραγούδι και η δική της Αλήθεια! Στοιχεία που εισπράττει ο ακροατής κάθε φορά που ξεκινά ένα τραγούδι, όταν κλείνει τα μάτια και σμίγει τα φρύδια για να τραγουδήσει μια φράση που πονάει, όταν ελεύθερη και εξωστρεφής χτυπάει το ντέφι σε ρυθμούς βαλκανικούς, όταν τέλος, υποκλίνεται μαζί με τους μουσικούς στο κοινό. Η αμεσότητα με την οποία επικοινωνεί στις ζωντανές τις εμφανίσεις είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο έχει προηγουμένως φιλτράρει μέσα της το κάθε τραγούδι, αφού πρώτα την έχει βασανίσει η κάθε φράση του, η κάθε αναπνοή του.



Συνοδοιπόροι της σε αυτή τη διαδικασία, ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης και ο στιχουργός Γεράσιμος Ευαγγελάτος που, πέρα από τα εξαιρετικά τραγούδια που έχουν γράψει για τη φωνή της Νατάσσας Μποφίλιου, λειτούργησαν από κοινού στο στήσιμο της παράστασης. Ό,τι πρόκειται να ακούσει και να δει ο θεατής στις εμφανίσεις της Μποφίλιου στο Metropolis Live Stage, είναι ουσιαστικά προϊόν συλλογικής δουλειάς των τριών αυτών ταλαντούχων παιδιών. Έτσι δικαιολογείται και ο “περίεργος” πληθυντικός στον οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με αποκλειστική επιλογή τραγουδιών της ερμηνεύτριας με σκοπό να εξυπηρετηθούν μονάχα οι φωνητικές της ικανότητες. Μιλάμε για μια συνολική αισθητική πρόταση που ξεπερνά κατά πολύ το μέσο όρο των αντίστοιχων live. Και έχει τεράστια σημασία κάτι τέτοιο, σε μία εποχή όπου θριαμβεύει η ατομική δράση και οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια στο χώρο της τέχνης θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση πολύπλοκη, και στη χειρότερη ξεπερασμένη. Ο Καραμουρατίδης, ο Ευαγγελάτος και η Μποφίλιου, κατορθώνουν μέσα απ΄ την κοινή τους δισκογραφία και κυρίως μέσα απ’ το στήσιμο των 9 αυτών παραστάσεων στο Metropolis, να ξαναφέρουν στο προσκήνιο τη διαδικασία κατά την οποία ένα καλλιτεχνικό γεγονός αποτελεί πεδίο γόνιμου διαλόγου και κοινής προσπάθειας. Από τη δομή του προγράμματος μέχρι τις προβολές των video και των slides που προβάλλονται παράλληλα με τα τραγούδια στο βάθος της σκηνής, δημιουργείται ένα θεατρικό σκηνικό που ολοκληρώνει την ιστορία των τραγουδιών (ιδιαίτερες στιγμές, κατά τη γνώμη μου, η μία και μοναδική λέξη που αναβοσβήνει στην οθόνη για όση ώρα η Μποφίλιου ερμηνεύει μοναδικά το «Εν λευκώ», καθώς και οι σκηνές που προβάλλονται στη διασκευή ενός πολύ γνωστού τραγουδιού του Σωκράτη Μάλαμα!).
Τέλος, αξίζει ιδιαίτερη αναφορά στην εκπληκτική ορχήστρα. Από τις πιο δεμένες ορχήστρες που εμφανίζονται αυτή τη στιγμή στις μουσικές σκηνές της Αθήνας! Μια καλοδουλεμένη μπάντα αποτελούμενη από εξαιρετικούς μουσικούς, που αναδεικνύει τις ενορχηστρώσεις του Θέμη Καραμουρατίδη και έρχεται σε απόλυτη ισορροπία με τις εκρηκτικές ερμηνείες της Νατάσσας Μποφίλιου.

Οι συντελεστές:
Ενορχηστρώσεις / πιάνο: Θέμης Καραμουρατίδης
Τύμπανα: Φοίβος Κουντουράκης
Τσέλο: Άρης Ζέρβας
Κιθάρες: Παύλος Συνοδινός
Μπάσο: Γιώργος Μπουλντής
Πνευστά: Παναγιώτης Ράπτης

Επιμέλεια: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Οπτικό υλικό: Παντελής Φραντζής
.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

“Αχ κρυστάλλινο νερό, φεύγεις πας με τον καιρό.”

.
Ο Μιχάλης Τερζής είναι ένας συνθέτης που, αν και έχει συμπληρώσει ήδη 30 ολόκληρα χρόνια στην ελληνική δισκογραφία, το όνομά του δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό στο κοινό. Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, έχουν εκδοθεί πάνω από 15 δίσκοι με τραγούδια του συνθέτη που έχουν τραγουδηθεί από πολλούς αξιόλογους ερμηνευτές, όπως ο Γιώργος Ζωγράφος, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Κρίστη Στασινοπούλου, η Γλυκερία κ.α. Έχει επίσης γράψει μουσικές για θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικές σειρές. Ανάμεσα στις δισκογραφικές εργασίες του Μιχάλη Τερζή (δυσεύρετες οι περισσότερες στο εμπόριο, αφού οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν επανεκδώσει πολύ μικρό μέρος της εργογραφίας του), συναντάμε και τη μουσική που έγραψε το 1988 για την ταινία του Δημήτρη Σπύρου «Ο ψύλλος». Ανάμεσα στα μουσικά κομμάτια που συνέθεσε ο Τερζής για τις ανάγκες της ταινίας, υπάρχει κι ένα υπέροχο τραγούδι σε στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση που ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου. Ένα τραγούδι μικρής διάρκειας, πραγματικό διαμάντι, με τον τίτλο «Μια σημύδα».
.
Μια σημύδα σ’ ένα δάσος
αγαπούσε τρυφερά
το μικρό το ποταμάκι
που στα πόδια της κυλούσε.

- Αχ κρυστάλλινο νερό
φεύγεις πας με τον καιρό.

Με το νου μου ταξιδεύω
πάω σε χώρες μακρινές
θα ‘θελα να ‘ρθω μαζί σου
μα είν’ οι ρίζες μου βαθιές.
.
.
Από την Βικιπαίδεια αντιγράφουμε: «Η σημύδα είναι φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει σε ύψος τα 20 – 25 μέτρα. Είναι ψυχρόβιο είδος και φύεται σε μεγάλα υψόμετρα της Βορείου Ελλάδας (Ροδόπη, Φαλακρό όρος, Παγγαίο, κ.ά.). Έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε φως σε σχέση με τα άλλα πλατύφυλλα και αναπτύσσεται καλύτερα σε βαθιά νωπά πηλοαμμώδη εδάφη».
Ο Μιχάλης Τερζής παίρνει τους στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση και σκαλίζει μια απλή μα εξαιρετικά μεστή μελωδία, που σε μεγάλο βαθμό θυμίζει τη δομή και την αρμονία των δημοτικών τραγουδιών. Αναπόφευκτα τον οδηγούν προς τα κει τόσο η δομή όσο και το περιεχόμενο των στίχων, με το “διάλογο” ανάμεσα στη σημύδα και το νερό του μικρού ποταμού να παραπέμπει σε αντίστοιχους “διαλόγους” που αναπτύσσονται στα δημοτικά τραγούδια ανάμεσα σε δέντρα, πουλιά, ποτάμια και άλλα στοιχεία της φύσης. Το αρχέγονο πάθος για φυγή με κινητήριο μοχλό τον έρωτα, βρίσκει εδώ το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθεί μέσα σ’ ένα τραγούδι φτιαγμένο για τις ανάγκες μιας κινηματογραφικής ταινίας. Και ο συνθέτης δε χάνει την ευκαιρία να πατήσει απάνω στην παράδοση και να ακολουθήσει τους μουσικούς δρόμους των πολυφωνικών τραγουδιών της Ηπείρου, με τον ίδιο λιτό τρόπο που οι εμπειρικοί ανώνυμοι μουσικοί της υπαίθρου σκάλιζαν τις μελωδίες τους τις εμπνευσμένες από τους ήχους της φύσης.

Φωτογραφία από την ταινία «Ο ψύλλος» του Δημήτρη Σπύρου


Απ’ την άλλη μεριά, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ιδανικότερη ερμηνεύτρια γι’ αυτό το τραγούδι από τη Νένα Βενετσάνου! Η καθαρή, σα γάργαρο νερό φωνή της, οι τονισμοί και το βιμπράτο της, μα πάνω απ’ όλα η υπόγεια δύναμη με την οποία η Βενετσάνου ερμηνεύει το «Μια σημύδα», δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να περάσει το τραγούδι απαρατήρητο απ’ τον ακροατή. Η κλασσική παιδεία και η άρτια τεχνική της, γίνεται τελικά το πιο κατάλληλο όχημα για να μεταφέρει τη συγκίνηση ενός τραγουδιού που, μπορεί να μην έχει μεγάλες απαιτήσεις όσον αφορά την αρμονία του, έχει όμως ιδιαίτερη δυσκολία στην έκφραση και στα μέσα τα οποία οφείλει να επιστρατεύσει ο ερμηνευτής για να αποδώσει τις εικόνες του. Το τραγούδι ακούγεται στην ταινία σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις: η μία ερμηνευμένο με ένα πιάνο και συνθεσάιζερ και η άλλη a capella. Την εκτέλεση με το πιάνο τη συναντάμε και σε έναν άλλο δίσκο του Μιχάλη Τερζή, «Τα κορίτσια της Κυριακής», ανάμεσα σε δεύτερες εκτελέσεις παλαιότερων τραγουδιών του συνθέτη. Στο soundtrack της ταινίας όμως, υπάρχουν και οι δύο ηχογραφήσεις με τη Βενετσάνου που, μοιάζει να αντιμετωπίζει την κάθε μια με εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Στη μεν μία η φωνή της γίνεται ένα ακόμα μουσικό όργανο δίπλα τα πλήκτρα του πιάνου, στην δε άλλη, η φωνή της πολλαπλασιάζεται σε κάθε επανάληψη και κει ακριβώς είναι που αναδεικνύεται η καταγωγή της μελωδίας του Τερζή, στις ρίζες του παραδοσιακού τραγουδιού.

Είναι πολλοί οι συνθέτες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού που βρήκαν τρόπους να στηρίξουν τις μελωδίες τους πάνω στο στέρεο έδαφος του δημοτικού τραγουδιού. Αυτή η “παράδοση” κρατάει από το Νέο Κύμα της δεκαετίας του ’60 και τους τότε εκφραστές του, και φτάνει μέχρι και τους σύγχρονους τραγουδοποιούς (από τα πιο λαμπρά παραδείγματα είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου). Ο Μιχάλης Τερζής έχοντας τη γνώση και την ευαισθησία, σκάλισε ένα τραγούδι που δε μιμείται και δεν αντιγράφει το ύφος των παραδοσιακών τραγουδιών˙ αντίθετα, χρησιμοποιεί σαν μαγιά την κληρονομιά αυτή και πλάθει ένα τραγούδι στο βάθος του πένθιμο, λυπημένο, όμοιο με κείνα τα πονεμένα άσματα της ξενιτιάς και του έρωτα που μέσα απ’ τις φωνές ανώνυμων τραγουδιστών έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Σε μία συλλογή όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα σύγχρονα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας που έχουν ευθεία μουσική αναφορά στο παραδοσιακό τραγούδι, σίγουρα το «Μια σημύδα» θα είχε την δική του θέση ανάμεσα στο «Ξενιτεμένο μου πουλί» του Χρήστου Λεοντή, στο «Ηπειρώτικο τραγούδι» της Αφροδίτης Μάνου, στο «Πως περνούν οι άνθρωποι» της Δήμητρας Γαλάνη και σε πολλά άλλα.

.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009. Μια βραδιά με τον Βασίλη Νικολαΐδη.

.
Όσοι αψήφησαν το Σάββατο 21 Μαρτίου τη δυνατή βροχή και τη δαιδαλώδη διαδρομή μέχρι το Studio Mabrida της οικογένειας Σοφιανού στο Κορωπί, θα έχουν στο εξής να θυμούνται μία από τις πιο όμορφες και σπάνιες μουσικές βραδιές των τελευταίων ετών. Άλλωστε, κάθε φορά που ο Βασίλης Νικολαΐδης αποφασίζει να κουρδίσει την κιθάρα του και να εμφανιστεί σε κάποιο μουσικό χώρο, αυτόματα η πράξη του αυτή είναι ένα γεγονός. Όχι μοναχά γιατί οι εμφανίσεις του είναι πλέον εξαιρετικά σπάνιες αλλά κυρίως γιατί ο ακροατής είναι σίγουρος πως το μουσικό ταξίδι που θα παρακολουθήσει δεν θα ‘χει καμία σχέση με αυτό που η κυρίαρχη αντίληψη ονομάζει «ζωντανή εμφάνιση».

Η αφίσα της παράστασης


Ο φιλόξενος χώρος στο κτήμα Mabrida είχε το πιο κατάλληλο σκηνικό: κρεμασμένες κούκλες και μαριονέτες, χαμηλός φωτισμός και ευχάριστη ατμόσφαιρα και στη μέση της σκηνής ένα σκαμπό και δύο μικρόφωνα για τον οικοδεσπότη της βραδιάς. «Η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού» να είναι το πρώτο τραγούδι και ο Βασίλης Νικολαΐδης, σα να μην πέρασε μια μέρα από τους «Αγώνες Τραγουδιού» της Κέρκυρας, να ξεκινά το ταξίδι. «Νούμερα στην Αθήνα», «Το λίκνισμά σου», «Για τις διακοπές», είναι μόνο μερικά από τα τραγούδια που ακούστηκαν στο πρώτο μέρος του προγράμματος, παράλληλα με κάποια ανέκδοτα τραγούδια γραμμένα όλα τα τελευταία χρόνια. Μία απ’ τις πιο ιδιαίτερες στιγμές του προγράμματος ήταν όταν ο Νικολαΐδης μοιράστηκε μαζί μας τέσσερα τραγούδια βασισμένα σε ισάριθμα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη! Ο Νικολαΐδης δεν αρκέστηκε απλά στη μελοποίηση των κειμένων του ποιητή˙ ανέπτυξε με όχημα τον ποιητικό λόγο ολόκληρη την μυθολογία τού βίου τού ποιητή, όπως αυτή συνδέθηκε με μία γυναίκα ονόματι Μάρμω, δημιουργώντας παράλληλα μια γέφυρα με το σήμερα. Προσωπικά, δε γνωρίζω άλλον τραγουδοποιό να έμπλεξε με τέτοιο ποιητικό τρόπο τους στίχους ενός ποιητή με θρύψαλα της προσωπικής του ζωής, και την ίδια στιγμή να συνέδεσε αυτό το μύθο με το σήμερα. Ίσως και να ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή της βραδιάς αυτή, με τον Νικολαΐδη σε μια ατμόσφαιρα απόλυτης κατάνυξης να μάς χαρίζει απλόχερα αυτό το ακριβό δώρο, αυτά τα τέσσερα ανέκδοτα τραγούδια τα βασισμένα στα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη.


Στο δεύτερο μέρος, ξεκινώντας με «Το αστείο» και συνεχίζοντας αργότερα με την «Ιστορία της Μαρίας» Νο1 και Νο2, ο Νικολαΐδης μας ταξίδεψε στην σκωπτική, την άναρχη, την ανατρεπτική πλευρά της δημιουργίας του. Και πάλι ανέκδοτα τραγούδια, με σουρεαλιστικό περιεχόμενο (όπως το άκρως αθυρόστομο τραγούδι για την επίσκεψή του σε ένα Τσίρκο), με κορυφαία στιγμή τον «Παραχαράκτη», ένα τραγούδι που ανακατεύει τέλεια το Φροϋδικά σύνδρομα με το ντιβάνι του ψυχαναλυτή και την παιδική ηλικία στην πρωκτική της φάση (αλήθεια, δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς αυτό το τραγούδι!!). Και ξαφνικά τα γέλια να παγώνουν με δύο ανέκδοτα τραγούδια που έγραψε ο Νικολαΐδης μετά από την επιστροφή του απ’ την Ρουάντα όπου, ως εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ βρέθηκε εκεί κατά την περίοδο τού εμφυλίου πολέμου. Το πρόγραμμα τελείωσε με τον τραγουδοποιό να ξεδιπλώνει την ιστορία της «Τζένης la revolution» και να αφήνει στη μέση το τραγούδι του «Για τις διακοπές» για να το τραγουδήσουμε εμείς. Λίγο αργότερα, ο Χάρης Καβαλλιεράτος των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω ανέβηκε στη σκηνή και μοιράστηκε μαζί μας μία απ’ τις καλύτερες στιγμές της κοινής τους δημιουργίας, το «Je reviens toujours».


Δύσκολα μπορεί να περιγραφεί η συγκίνηση και η αίσθηση που άφησε πίσω της αυτή η σπάνια εμφάνιση του Βασίλη Νικολαΐδη. Είναι συγκλονιστικό (και ας μην θεωρηθεί υπερβολή) να έρχεται κανείς σε επαφή με τον κόσμο των τραγουδιών του Νικολαΐδη, να ρουφάει κάθε λέξη τους, να κοινωνεί με το κρασί που στάζουν οι στίχοι και οι μελωδίες τους. Μια βραδιά με τον Βασίλη Νικολαΐδη είναι ο ορισμός της Έκπληξης, της Ανατροπής, της Κάθαρσης. Μια τέτοια βραδιά ήταν και η 21η Μαρτίου, η Εαρινή Ισημερία του 2009, που μας βρήκε μεθυσμένους και ευάλωτους να υποδεχόμαστε την άνοιξη διονυσιασμένοι, νικητές και την ίδια στιγμή ηττημένοι, ποιητές και απόκληροι, συνένοχοι στο μεγάλο κόλπο του Βασίλη Νικολαΐδη που μας άφησε στο τέλος μόνους να τραγουδάμε την «Οδό Σανταρόζα», για να εξαφανιστεί με την κιθάρα στο χέρι μέσα στο κτήμα της οικογένειας Σοφιανού, κάπου στο Κορωπί…

Το πρόγραμμα της παράστασης με έργο του Βασίλη Νικολαΐδη

.
.
.

ΥΓ: Όσοι βρεθήκαμε στο Mabrida το Σάββατο το βράδυ, οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στο διοργανωτή της βραδιάς, Οδυσσέα Ξένο. Θέλω να τον ευχαριστήσω ιδιαιτέρως, που επέλεξε ένα μέρος από την παρουσίαση της δισκογραφίας του Βασίλη Νικολαΐδη που δημοσιεύτηκε στο Άρωμα του Τραγουδιού (εδώ το σχετικό link), για να συνοδεύσει το πρόγραμμα της παράστασης..

.