Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Παίζουμε τις “τρεις ευχές”?


Τρία αγαπημένα blogs (τα “Άσματα και Μιάσματα”, τα “Μουσικά Προάστια” και ο “Ιστός…”), προσκάλεσαν το “Άρωμα του τραγουδιού” να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι με τον απλούστατο όρο: να γράψω τρεις ευχές, μία για μένα, μία για κάποιον άλλον και μια για τον εχθρό μου! Σκάλισα λοιπόν αγαπημένα τραγούδια και ξετρύπωσα τρία από αυτά, που μες στους στίχους τους βρίσκονται οι τρεις ευχές μου.

Πάμε λοιπόν:


Μία ευχή για μένα.
Τη βρίσκω στα στιχάκια ενός αγαπημένου τραγουδιού των Δυνάμεων του Αιγαίου από το δίσκο “Ήχος Β”. Η μουσική και η ερμηνεία είναι του Χρίστου Τσιαμούλη και οι στίχοι του Δημήτρη Γιαλαμά. Και εδώ η ευχή για μένα είναι διπλή: η πρώτη περιλαμβάνεται στον τίτλο του τραγουδιού, μιας και το Ραδιόφωνο και η ενασχόλησή μου με αυτό, ήταν και παραμένει για μένα ο μεγάλος στόχος (άρα και ευχή). Η δεύτερη, βρίσκεται σε κείνο το στίχο που λέει: «θα μείνω παιδί, κι ας μοιάζω μεγάλος»!

ΑΝΟΙΓΩ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Ανοίγω ραδιόφωνο, πιάνω βραχέα
δεν είναι αλήθεια πως ζούμε τυχαία
απ’ το παράθυρο μπαίνει μια θλίψη
είσαι μακριά και πολύ μού ‘χεις λείψει.

Φιλώ το λαιμό σου, γυρίζεις με νάζι
στον κόσμο αυτό, καθετί με τρομάζει
το βλέμμα σου απόψε, στιλέτο με γράμμα
οι άνθρωποι παίζουν στο ίδιο το δράμα.

Φορώ τα παπούτσια, μου δίνεις το χέρι
πως θα ‘μαστε αύριο, κανένας δεν ξέρει
μιλώ και φωνάζω, σαχλός παπαγάλος
θα μείνω παιδί, κι ας μοιάζω μεγάλος.


Μια ευχή για κάποιον άλλον.
Δε θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερη ευχή για κάποιον άλλον, πέρα από κείνη που λέει η Αρλέτα στο “Τσιφτετέλι ξιδάτο” από τον “Έμπορο ονείρων”:
“Θα σ’ αγαπήσουνε πολλοί, πολλοί θα σε μισήσουν
σου δίνω μόνο μιαν ευχή, να μην αδιαφορήσουν”.

ΤΣΙΦΤΕΤΕΛΙ ΞΙΔΑΤΟ

Τελειώνει φίλε η εκδρομή κι αρχίζει το ταξίδι
ρίξε στον έρωτα φωτιά και στη σαλάτα ξίδι.
Κι αν σε πληγώνει τ’ όνειρο, που τρέχει και δεν πιάνεται
ρίξε την πίκρα στο γιαλό, φέρε κι ένα κρασί καλό
και βερεσέ μην κάνετε, γιατί ο κακός δε χάνεται.

Θα σ’ αγαπήσουνε πολλοί, πολλοί θα σε μισήσουν
σου δίνω μόνο μιαν ευχή, να μην αδιαφορήσουν.

Κράτησε συ την πρόσθεση και δωσ’ μου την αφαίρεση
κράτησε τον κανόνα εσύ και δωσ’ μου την εξαίρεση.


Μια ευχή για τον εχθρό μου.
Εδώ, τα πράγματα είναι πιο απλά: από τη στιγμή που ο εχθρός μου δε με αγαπάει (και είναι πολύ φυσικό αυτό), ε! ας αγαπήσει τουλάχιστον όλα τα υπόλοιπα (τα βουνά, τα πέλαγα, τα νησιά, τα ποτάμια, κ.ο.κ)! “Ν’ αγαπάς”, του Παντελή Θαλασσινού και του Νίκου Βελιώτη, από τον δίσκο “Στης καρδιάς μου τ’ ανοιχτά”.

Ν’ ΑΓΑΠΑΣ

Ν' αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
και πολύ ν' αγαπάς τους ανθρώπους.

Τα θεριά ν' αγαπάς και τ' ανήμερα,
τα νησιά, τα ποτάμια, τ' αστέρια.
Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα
φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια.

Ν' αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι
τη δική σου γαλήνη και κείνα
που μ' αγάπη το νου μας φωτίζουνε,
και βλασταίνουν αμάραντα κρίνα.




Να καλέσω με τη σειρά μου στο παιχνίδι: negma, xrysfish, ναυάγιο, south of the river και όποιον άλλον επιθυμεί…

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

“… μέσα από το στήθος το ανοιγμένο, βγαίνει το τραγούδι μου σπασμένο.”

.
Από το 1997, που ο Αλκίνοος Ιωαννίδης αποφάσισε να εκτεθεί και ως δημιουργός (πέρα από ερμηνευτής, όπως τον γνωρίσαμε στους δύο πρώτους δίσκους του Νίκου Ζούδιαρη), μάς αποκαλύφθηκε μια ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδοποιού, που κατάφερε να γράψει τραγούδια με δύσκολα υλικά που δεν έμοιαζαν με οτιδήποτε είχαμε ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το να μιλάει κανείς στα τραγούδια του για τον Edgar Allan Poe, να χρησιμοποιεί στους στίχους του αποσπάσματα από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου και να εμπνέεται από διηγήματα του Gabriel Garcia Marques, ήταν κάτι που δεν είχαμε συνηθίσει στη δισκογραφία της δεκαετίας του ’90. Τέτοια τραγούδια που για κάποιους θεωρούνται “δυσνόητα” και “προσωπικά”, κατάφεραν να γίνουν επιτυχίες, να ακουστούν από τα ραδιόφωνα, να τραγουδηθούν σε παρέες με μία κιθάρα, να γεμίσουν συναυλιακούς χώρους και να κατατάξουν τον Ιωαννίδη στη γενιά των τραγουδοποιών που έδωσαν μια βαθιά ανάσα στο πολύπαθο ελληνικό τραγούδι της περασμένη δεκαετίας.

Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα τραγούδια στη δισκογραφία του Αλκίνοου Ιωαννίδη, υπάρχει κι ένα μικρό σε διάρκεια τραγούδι, που περιλαμβάνεται στον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, τον «Ανεμοδείκτη». Το «Σπασμένο» είναι ένα κομμάτι που σπάνια θα ακούσει κανείς στα ραδιόφωνα και στις συναυλίες. Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα στα δύο λεπτά που διαρκεί, φανερώνει τη μοναδική ικανότητα του Αλκίνοου Ιωαννίδη να πλάθει τραγούδια απόλυτα ισορροπημένα, χρησιμοποιώντας τις μουσικές του γνώσεις και το ιδιαίτερο αισθητήριο που διαθέτει για να φτιάξει εικόνες και να περιγράψει συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να κλειστούν σε ένα τραγούδι. Ο Ιωαννίδης καταφέρνει να δώσει την αίσθηση του σπασμένου επιστρατεύοντας ρυθμό, μελωδία, στίχους και τρόπο εκτέλεσης του κομματιού, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα τοπίο θρυμματισμένο. Από την αρχή μέχρι το τέλος, το τραγούδι δίνει την αίσθηση του κομματιασμένου, σαν μια φωτογραφία από θρύψαλα που άφησε πίσω του ο έρωτας χωρίς καμία πιθανότητα επανασύνδεσης των κομματιών.

Το πρώτο στοιχείο που δημιουργεί αυτή την αίσθηση, είναι ο ρυθμός. Ο Ιωαννίδης διαλέγει τα 7/8, που από μόνα τους, λόγω του μονού αριθμού από όγδοα, δημιουργούν την αίσθηση του μισού, του ανολοκλήρωτου, άρα και του σπασμένου. Ο τρόπος που χωρίζει το ρυθμό (σε 2-2-3), ενισχύει αυτή την αίσθηση, ενώ παράλληλα ο ξεκάθαρος τονισμός των ισχυρών σημείων του κάθε μέτρου, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση του σπασμένου.
Ο Ιωαννίδης όμως, δεν αρκείται στην αίσθηση που δημιουργεί ο ρυθμός του τραγουδιού για να αποδώσει την εικόνα που επιθυμεί. Κόβει στη μέση τις προτάσεις, χρησιμοποιώντας κυρίως το συνδετικό “και”, αφήνοντάς το μετέωρο στο τέλος του κάθε στίχου. Ο τρόπο όμως που το κάνει, δεν αλλοιώνει σε καμία περίπτωση το νόημα και τη ροή των στίχων. Ο Ιωαννίδης δε θυσιάζει το νόημα του τραγουδιού για να εκμεταλλευτεί κάποιο “εφέ” για χάρη εντυπωσιασμού. Οι στίχοι του τραγουδιού κομματιάζονται κι αυτοί από πραγματική ανάγκη για να αποδοθεί η αίσθηση του σπασμένου και όχι για να εντυπωσιάσουν τον ακροατή. Το αποτέλεσμα, είναι πραγματικά πρωτότυπο:

Γκρίζα και θλιμμένη μια βροχή και
έπεφτε και σού ‘μοιαζε πολύ και
έφυγε και μ’ άφησε βρεγμένο,
στέγνωσε και μ’ άφησε σπασμένο.

Τζάμια, κρύσταλλα και γυαλικά και
θρύψαλα τα λόγια που σωπαίνω.
Θρυμματίζω σύννεφα βαριά, για
να με δει ο καθρέφτης μου σπασμένο.

Το κορίτσι που ήθελε πολλά, μου
φύτεψε μια τρύπα στην καρδιά και
μέσα από το στήθος το ανοιγμένο,
βγαίνει το τραγούδι μου σπασμένο.

Κάθε σου ματιά χαραγματιά και
κάθε χάδι σου τραυματισμένο.
Μες στα δάχτυλά σου μια φωτιά και
ένα ρόδι κόκκινο, σπασμένο.

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης ουσιαστικά δεν τραγουδά, απαγγέλλει ρυθμικά το «Σπασμένο». Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά! Ένα κομμάτι που “φωτογραφίζει” το κομμάτιασμα και τη διάλυση ενός έρωτα, δε θα μπορούσε να έχει μια μελωδία με συμβατική αρμονία. Η ρυθμική απαγγελία του Αλκίνοου Ιωαννίδη που παραπέμπει στην αισθητική του hip-hop, δίνει στο τραγούδι τη μελαγχολία που απαιτείται. Η ερμηνεία του είναι εσωστρεφής, απόλυτα ταιριαστή με το περιεχόμενο του τραγουδιού και, ο καθαρός του λόγος δίνει την αίσθηση πως πρόκειται για μια αφήγηση καθαρά προσωπική που δε θα μπορούσε να βρει άλλο τρόπο να εκφραστεί, πέρα από το τραγούδι.

Το τελευταίο και καθοριστικό στοιχείο που καθιστά το «Σπασμένο» ένα πραγματικά ιδιαίτερο τραγούδι, είναι η ενορχήστρωση. Εδώ, αναλαμβάνει ο Γιώτης Κιουρτσόγλου τον τρόπο με τον οποίο θα παιχτεί το τραγούδι, δίνοντας το δικό του μοναδικό στίγμα στο τελικό αποτέλεσμα. Ό,τι ακούγεται από όργανα και ήχους, έχουν παραχθεί από τον Κιουρτσόγλου! Με ηλεκτρικό και άταστο μπάσο που παίζονται με διαφορετικούς τρόπους παράγοντας ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα, με παραμορφωτές, με αρμονικές και με κρουστά και τύμπανα που ο Κιουρτσόγλου αναπαράγει με το στόμα (!), αλλά κυρίως, με το αισθητήριο ενός μεγάλου δεξιοτέχνη και ολοκληρωμένου μουσικού, ο Γιώτης Κιουρτσόγλου θα μπορούσε να θεωρηθεί “συνδημιουργός” του «Σπασμένου». Η αρχική σύνθεση και ιδέα του Ιωαννίδη, ολοκληρώνεται με την μοναδική ερμηνεία του Κιουρτσόγλου και το τραγούδι κυριολεκτικά σπάει σε χίλια κομμάτια για να περιγράψει με μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο το κομμάτιασμα ενός έρωτα.

Το «Σπασμένο» είναι ένα από τα τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη που πιθανόν να περνάει απαρατήρητο ακόμα κι από το ίδιο το κοινό του τραγουδοποιού. Σε αυτό το κομμάτι όμως, αποκαλύπτεται το ταλέντο του Ιωαννίδη να φτιάχνει τραγούδια που έχουν πραγματικά κάτι καινούργιο να πουν. Δεν έχει καμία διάθεση να εντυπωσιάσει (αν και σίγουρα θα μπορούσε να το κάνει), παρά μόνο να τραγουδήσει πραγματικά για το κομμάτιασμα του έρωτα, για κείνη την αίσθηση του θρυμματισμένου γυαλιού που αφήνει πίσω του κάθε χωρισμός. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης μας παρουσίασε με τον καλύτερο (και ίσως τον δυσκολότερο) τρόπο, την εικόνα από τα θρύψαλα μιας σχέσης που άλλα τραγούδια θα ήθελαν πολλά λόγια και φορτωμένες ενορχηστρώσεις για να περιγράψουν. Όσο κι αν εμείς θεωρούμε κάποια πράγματα αυτονόητα, το να φτιάξει κανείς ένα τραγούδι τέτοιας αισθητικής και ακρίβειας σαν το «Σπασμένο», δεν είναι καθόλου εύκολο. Και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης γνωρίζει καλά τον τρόπο να δημιουργεί τραγούδια εμπνευσμένα και αληθινά.
.
.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

Ηλίας Κατσούλης 1939 – 2008


Η είδηση του θανάτου του Ηλία Κατσούλη έπεσε σαν κεραυνός!
Αφήνοντας την τελευταία του πνοή εχθές σε ηλικία 69 ετών, κάποιοι τον είδαν να μαζεύει ευλαβικά «τα Σμυρναίικα τραγούδια» του, να τακτοποιεί τα «Καράβια Χιώτικα», να κόβει ένα άνθος από του «Παραδείσου τη λεμονιά» και με «Ένα κρυμμένο Αχ», να σιγοψιθυρίζει το ρεφρέν από τον «Πόνο άπονο». Τελευταία, πάνω – πάνω, τοποθέτησε ευλαβικά στις αποσκευές του το «Καλαντάρι» σταματημένο στην τελευταία ημερομηνία (Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008) και πιο δίπλα την «Carte Postale» με τις φωτογραφίες των αγαπημένων του μύθων. Σα να ψιθύρισε κάτι (κανείς δεν κατάλαβε τι), πήρε μια κηρομπογιά και έγραψε πάνω στον καθρέφτη του μπάνιου: «Το Μάη λένε πως θα βρέξει». Φεύγοντας, άφησε πίσω του το πικ απ να παίζει τον «Ύμνο στη χαρά» από την 9η του Μπετόβεν και χάθηκε στο τέρμα του διαδρόμου.

Μεγάλος ο κατάλογος των συνθετών που συνεργάστηκαν με τον Ηλία Κατσούλη: Παντελής Θαλασσινός, Νότης Μαυρουδής, Τάσος Γκρους, Γιάννης Σπανός, Ορφέας Περίδης, κ.α. Εξίσου μεγάλος και ο κατάλογος των ερμηνευτών που είχαν την τύχη να ερμηνεύσουν τραγούδια σε στίχους του Ηλία Κατσούλη: Παντελής Θαλασσινός, Βούλα Σαββίδη, Μανώλης Λιδάκης, Χάρις Αλεξίου, Καλλιόπη Βέτα και πολλοί άλλοι.

Όταν πριν από ένα μήνα “συζητούσαμε” στο «Άρωμα του Τραγουδιού» για ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του, την «Χαλκίδα», δε φανταζόμουν πως σήμερα θα “συζητούσαμε” ξανά για τον Ηλία Κατσούλη με αφορμή την “φυγή του προς τα άστρα”! Ένας λαϊκός στιχουργός, ένας ποιητής της καθημερινότητας που υπηρέτησε το ελληνικό τραγούδι με ήθος και σεμνότητα, αφήνοντας πίσω του πολύτιμο στιχουργικό έργο. Αυτό το έργο οφείλουμε να (ξανά)ανακαλύψουμε κι εμείς.









Αξίζει να διαβάσουμε:
Την συνέντευξη του Ηλία Κατσούλη στον Σπύρο Αραβανή (εδώ) που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2006 στην ιστοσελίδα MusicHeaven.
Τα Μουσικά Προάστια θα δημοσιεύσουν μέχρι τέλος Αυγούστου κείμενα και τραγούδια του Ηλία Κατσούλη (εδώ το σχετικό link)
Στίχοι τραγουδιών του Ηλία Κατσούλη (εδώ)
Αναφορά στον Ηλία Κατσούλη στο blog Άσματα και Μιάσματα (εδώ)




Σημείωση: η φωτογραφία του Ηλία Κατσούλη είναι από το site του Δευτέρου Προγράμματος (από την βραδιά αφιερωμένη στον στιχουργό, στις 28/2/2007 στο βιβλιοπωλείο «Ιανός»).

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

“… αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα, κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο.”

.

Τι μπορεί άραγε να πει κανείς, για ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια του ελληνικού τραγουδιού που ακούει στο όνομα Βασίλης Τσιτσάνης! Αναμφισβήτητα, μια από τις μεγαλύτερες μορφές της μουσικής του αιώνα που πέρασε, ένας μεγάλος δάσκαλος που άλλαξε την ιστορία του τραγουδιού ανοίγοντας νέους δρόμους, με όπλο το τρίχορδο μπουζούκι του και τα μοναδικής ομορφιάς και αξίας τραγούδια του. Δεν ήταν καθόλου υπερβολικός ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε ότι «ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό»! Στα τραγούδια του έχουν κλειστεί όλα τα βάσανα και οι καημοί του ελληνικού λαού, τα γλέντια και τα ξεσπάσματά του, η ανάγκη για ελευθερία, οι έρωτες, ο πόνος της ξενιτιάς και η ελπίδα της επιστροφής, η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη, αισθήματα βαθιά ανθρώπινα που μέσα απ’ τις μελωδίες και τους στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη πήραν τη μορφή μια λαϊκής τέχνης αληθινής και αξεπέραστης. Τα τραγούδια του τα χαρακτηρίζει η ευγένεια και το ήθος. Δημιούργησε μουσικές που έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού, θυμίζοντάς μας πως, το τραγούδι αποτελεί μια πολύ σοβαρή υπόθεση, μια τέχνη που οφείλει να μας κάνει καλύτερους και όχι να εκτονώνει τα καταπιεσμένα ένστικτά μας.

Μέσα από τα εκατοντάδες τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, υπάρχουν πολλά που ξεχωρίζουν: από τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το «Χωρίσαμε ένα δειλινό», μέχρι το «Αργοσβήνεις μόνη», τον «Μαχαλόμαγκα» και το «Κάθε βράδυ λυπημένη». Στην εργογραφία του Τσιτσάνη συναντάμε τραγούδια διαχρονικά που, αν και γράφτηκαν ορισμένα απ’ αυτά πριν από 60 και 70 χρόνια (!), μας συγκινούν και μας συντροφεύουν ακόμα και σήμερα. Μία από τις κορυφαίες στιγμές της δημιουργικής πορείας του Βασίλη Τσιτσάνη, είναι η «Αχάριστη», ένα αργό χασάπικο σε στίχους του Τσιτσάνη, που γράφτηκε το 1942 και ηχογραφήθηκε σε δίσκο γραμμοφώνου τον Ιούνιο του 1947. Σε όλα τα ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, η πρώτη εκτέλεση έχει πάντα ιδιαίτερη αξία, τόσο ιστορική όσο και καλλιτεχνική. Η «Αχάριστη» έχει τραγουδηθεί από αρκετούς ερμηνευτές: από τον Στράτο Διονυσίου και την Πόλυ Πάνου, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Σταμάτη Κόκοτα, κ.α. Όμως, σε αυτή την πρώτη εκτέλεση με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τον Στελλάκη Περπινιάδη και τον Βασίλη Τσιτσάνη, συναντάμε μια από τις πιο άρτιες μουσικά εκτελέσεις ρεμπέτικου τραγουδιού.

Η λιτή ενορχήστρωση (με δύο τρίχορδα μπουζούκια και μια κιθάρα) είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ηχογραφούνταν τα τραγούδια μετά τον πόλεμο. Το στοιχείο όμως που πραγματικά καθηλώνει, είναι η τριφωνία! Η μελωδική αυτονόμηση των τριών τραγουδιστών, δημιουργεί στον ακροατή την αίσθηση ότι ακούει μια “χορωδία”, και αυτό είναι ένα στοιχείο που σπάνια συναντάμε στο ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Τσιτσάνης παντρεύει με τέχνη τους λαϊκούς μουσικούς δρόμους με στοιχεία της λόγιας μουσικής, δημιουργώντας ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Δανείζεται στοιχεία από τη δυτική μουσική αναμειγνύοντάς τα με λαϊκούς δρόμους και τον ρυθμό του χασάπικου, ζωγραφίζοντας ένα μουσικό τοπίο τέλειας αισθητικής. Η Γεωργακοπούλου, ο Περπινιάδης και ο Τσιτσάνης, παίρνουν θέση απέναντι στα μηχανήματα φωνογράφησης και ερμηνεύουν με συγκλονιστικό τρόπο ένα τραγούδι που θα ‘λεγε κανείς πως χωράει μέσα του τον πόνο και τον καημό όλων των ερωτικών τραγουδιών. Η ερμηνεία τους είναι τελετουργική, δίχως υπερβολές και περιττά τσακίσματα της φωνής, απαλλαγμένη πλήρως από το στοιχείο του μελό. Η ανεπανάληπτη εισαγωγή με το μπουζούκι να “χαρακώνει” τον αέρα, θα μπορούσε από μόνη της να αποτελεί ένα αυτόνομο μουσικό αριστούργημα, ενώ οι στίχοι που στάζουν παράπονο, μάς αφοπλίζουν με την άρτια τεχνική τους.

Στην πρώτη του μορφή, το τραγούδι είχε σε δυο σημεία διαφορετικούς στίχους από αυτούς που τελικά μπήκαν στη φωνογράφηση. Οι συγκεκριμένες φράσεις αντικαταστάθηκαν για το φόβο της λογοκρισίας (στις παρενθέσεις αναγράφονται οι αρχικοί στίχοι):

Δε ρώτησες τόσο καιρό για μένα
πως πέρασα, τρελή, στην ξενιτιά,
σ’ αγάπησα, δυστύχησα για σένα
και σέρνομαι, πανούργα, μακριά.

Τα βάσανά μου μ’ έριξαν στα ξένα
(Το έγκλημά μου μ’ έριξε στα ξένα)
και μ’ έχουν της ζωής κατάδικο,
(και μ’ έχει της ζωής κατάδικο)
αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα
κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο.

Μου είπανε πως ζεις ευτυχισμένη
θεότρελη, στα πλούτη κολυμπάς,
μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει
του προδομένου ο πόνος της καρδιάς.
(του καταδίκου ο πόνος της καρδιάς)


Το τραγούδι γράφτηκε από τον Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη μέσα στην καρδιά της Γερμανικής κατοχής. Φωνογραφήθηκε πέντε χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, στην Αθήνα στα στούντιο της Columbia. Στην «Αχάριστη» συναντάμε πολλά από τα στοιχεία που υπάρχουν και σε άλλα τραγούδια του Τσιτσάνη: οι χαρακτηρισμοί “τρελή” και “θεότρελη”, η γυναίκα που άλλες φορές είναι «Αρχόντισσα» και άλλες «Θεατρίνα» (“εγώ σε στόλιζα με ρόδα και με κρίνα / κι εσύ με γέλαγες, γιατί ήσουν θεατρίνα”), είναι χαρακτηριστικές εικόνες που συναντάμε στα τραγούδια του Τσιτσάνη. Εκείνο όμως που κάνει την «Αχάριστη» να διαφέρει από άλλα τραγούδια, είναι το παράπονο που ξεχειλίζει από τους στίχους. Ένα παράπονο πηγαίο και αληθινό, αντρίκιο, δίχως κλάψες, με αξιοπρέπεια, σαν βαθύς αναστεναγμός που ψάχνει τρόπο να εκφραστεί και τον βρίσκει στην πενιά του μπουζουκιού. Παρ’ όλο που θεματικά, είναι ένα τραγούδι που το λογικό θα ήταν να τραγουδηθεί από έναν άντρα, ο Τσιτσάνης βάζει την Ιωάννα Γεωργακοπούλου πλάι στον Περπινιάδη, παίρνει κι ο ίδιος θέση δίπλα τους, και ερμηνεύουν μαζί την «Αχάριστη». Ο πόνος της εγκατάλειψης δεν έχει φύλλο! Και ο Τσιτσάνης (όπως και όλοι οι ρεμπέτες) το γνωρίζει καλά αυτό. Η «Αχάριστη» εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα και οι τρείς ερμηνευτές το αποτυπώνουν στο αυλάκι του δίσκου με τον καλύτερο τρόπο.

Όσες εκτελέσεις κι αν γίνουν, αυτή η πρώτη εκτέλεση της «Αχάριστης» από την φωνογράφηση του 1947, θα παραμένει αξεπέραστη. Όχι μόνο για την ιστορική της αξία, αλλά κυρίως για το αισθητικό αποτέλεσμα που αποδεικνύει για πολλοστή φορά πως, το αληθινό τραγούδι δε χρειάζεται στολίδια και τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα για να αποτυπωθεί. Όταν ακούει κανείς τη φράση “αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα / κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο” τραγουδισμένη από τον Περπινιάδη, την Γεωργακοπούλου και τον Τσιτσάνη, είναι αδύνατον να μη λυγίσει από τη συγκίνηση που μόνο τα πραγματικά μεγάλα τραγούδια μπορούν να προκαλέσουν. Έχουν περάσει 60 χρόνια από την πρώτη ηχογράφηση της «Αχάριστης» και η εκτέλεση αυτή ήταν και θα παραμείνει ένα πραγματικό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού, δίπλα σε πολλά ακόμα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.
.
.