Κυριακή 28 Μαΐου 2017

2 ΣΟΝΕΤΑ


«Ό,τι και να κάνεις, ό,τι και να λαχταράς,
Σ’ εξιλεώνει»

Το 2016, με αφορμή τη συμπλήρωση 400 χρόνων από τον θάνατο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1564 - 1616) παρουσιάστηκε στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων - «Λευτέρης Βογιατζής» μία από τις πιο ιδιαίτερες παραστάσεις βασισμένη σε Σονέτο του Σαίξπηρ.
Το 57ο Σονέτο απευθύνεται κατά τους ειδικούς, σε έναν νεαρό άντρα με τον οποίο εικάζεται ότι ο Σαίξπηρ είχε κάποιο είδος ερωτικής σχέσης. Το σημαντικότερο, όμως, αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα σονέτα του Σαίξπηρ, είναι η αίσθηση βασανιστικής απουσίας και ατέρμονης αναμονής που κατακλύζει κάθε του λέξη, με το ερωτικό συναίσθημα να φτάνει στα πιο ακραία όρια υποταγής αποκτώντας διαστάσεις σχεδόν μαζοχιστικές.

Στην παρουσίαση του 57ου Σονέτου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, υπό τον τίτλο «57//a passion play», ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης και ο συνθέτης Γιώργος Κουμεντάκης πρότειναν μία εντελώς πρωτοποριακή ανάγνωση του Σονέτου. Με τη συμμετοχή τεσσάρων λυρικών τραγουδιστών και τριών ηθοποιών, έστησαν μία παράσταση που ακροβατούσε ανάμεσα στην πρόζα και το λυρικό θέατρο, όπου η μουσική αναπαράγονταν μέσω φυσικών ήχων αντικειμένων και φωνών. Μια σωματική παρτιτούρα που λειτούργησε αποκαλυπτικά ως προς τον ποιητικό λόγο του Σαίξπηρ και τη σκηνοθετική ματιά του Θέμελη Γλυνάτση να αποκαλύπτει πρωτόγνωρους θεατρικούς κώδικες που λειτούργησαν απόλυτα υπέρ του κειμένου.

Την απόδοση του 57ου Σονέτου του Σαίξπηρ όπως παρουσιάστηκε στην παράσταση «57//a passion play» τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 2016, έκανε ο Θέμελης Γλυνάτσης και δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο Άρωμα του Τραγουδιού.
Τον ευχαριστώ θερμά για την τιμή και την εμπιστοσύνη του.

.
ΣΟΝΕΤΟ 57 - Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
(απόδοση: Θέμελης Γλυνάτσης)

Αφού σκλάβος δικός σου είμαι, τι μπορώ να κάνω εγώ
Παρά να φροντίζω τις ώρες, τις στιγμές της ηδονής σου.
Στάλα χρόνου ακριβού δεν έχω εγώ πια καμιά.
Άπραγος θα ‘μαι.
Μέχρι εσύ να μου ζητήσεις. Κάτι.
Ανήμπορος είμαι.
Τον απέραντο κόσμο του χρόνου θα αντέξω.
Θα κοιτάζω το ρολόι.
Για σένα. Αφέντη μου.
Αδιάκοπα.
Δεν είναι πικρή η απουσία,
Όταν φεύγοντας,
ψελλίζεις στον υπηρέτη σου
ένα αντίο.
Ανίκανος είμαι.
Δεν τολμώ με ζήλια να σκεφτώ,
Πού μπορεί να είσαι, ή τι μπορεί να κάνεις μακριά.
Ακίνητος.
Σαν σκλάβος όλο θλίψη,
σκέφτομαι το τίποτα.
Σκέφτομαι μόνο
πού βρίσκεσαι,
πόσο χαρούμενους τους κάνεις όλους.
Ο δικός μου ο έρωτας είναι ανόητος.
Ό,τι και να κάνεις, ό,τι και να λαχταράς,
Σ’ εξιλεώνει.


--------------------------------------------------------------------------------

…«στην άγρια σου ματιά να κρυφολιώνω
και να σου είμαι πάντα υποταγμένος»
Τα Τραγούδια της αμαρτίας, είναι ο τελευταίος ανολοκλήρωτος κύκλος τραγουδιών πάνω στον οποίο εργαζόταν ο Μάνος Χατζιδάκις τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του. Πρόκειται για μελοποιήσεις ποιημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου και ένα του Γιώργου Χρονά, τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατό του Μάνου Χατζιδάκι με ερμηνευτή τον Ανδρέα Καρακότα και την Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο.

Ο Μάνος Χατζιδάκις σημειώνει:
«Μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη το '45, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης είχε τελειώσει η λειτουργία και οι εκκλησίες άδειες, φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα μόνος και θαμπωμένος - είπα από μέσα μου: «Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει αυτή η πόλη για να 'χει τόσες εκκλησίες». […] Κι έτσι έγινα φανατικός λάτρης της πόλης και των αφανών κατοίκων της. Τα παλιά σπίτια, οι ατέλειωτες συνοικίες, οι κεντρικοί μα και οι απόκεντροι δρόμοι της, λειτουργούσαν θρησκευτικά τον ερωτισμό των νεαρών κατοίκων της και την υπέροχη και τόσο προχωρημένη αταξική ερωτική συνείδησή τους. Συγχρόνως μου έγινε αντιληπτό πως ο αρχαίος έρωτας δεν έχει τόση αξία στον καιρό μας, δίχως αυτό το ανομολόγητο αίσθημα αμαρτίας κι ενοχής που μας παρέχει η βυζαντινή θρησκευτική κληρονομιά μας. Και όλ' αυτά επιχειρώ να τα συνθέσω, σε μια πολύχρωμη τοιχογραφία που περιέχει ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου κι ένα του Γιώργου Χρονά, βυζαντινές υμνωδίες, λαϊκούς ρυθμούς και μια στρατιωτική μπάντα που να παίζει επίμονα το «Ειδύλλιο του Ζήγκφριντ» του Βάγκνερ.
Το έργο αυτό το αφιερώνω σ' όσους μπορούν ακόμη να διαβρωθούν από τη Μουσική και το Τραγούδι».

Ανάμεσα στα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις στα Τραγούδια της αμαρτίας, συναντάμε και το Σονέτο. Στους τίτλους των τραγουδιών ο Μάνος Χατζιδάκις έδωσε στο συγκεκριμένο τραγούδι τον τίτλο Έρωτας. Ο πρωτότυπος, όμως, τίτλος του ποιήματος, είναι Σονέτο.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έγραψε το ποίημα στα πρότυπα του ιταλικού σονέτου, το οποίο αποτελείται από ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους στίχους οργανωμένους σε δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές.

Πέρα όμως από τη μορφή, το ποίημα του Χριστιανόπουλου μοιάζει να συγγενεύει σε μεγάλο βαθμό με το περιεχόμενο και το κλίμα του 57ου Σονέτου του Σαίξπηρ. Η άνευ όρων υποταγή του ερωτικού υποκειμένου, η βασανιστική αίσθηση της απουσίας και η ακραία εκδήλωση ερωτικής λατρείας, είναι τα βασικά στοιχεία που συναντάμε και στα δύο Σονέτα.
Όσοι παρακολούθησαν το φθινόπωρο του 2016 την παράσταση «57//a passion play» σε σκηνοθεσία και απόδοση του Θέμελη Γλυνάτση και μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, είναι πολύ πιθανό, βγαίνοντας από τη Νέα Σκηνή της Οδού Κυκλάδων, οι συνειρμοί να τους οδήγησαν σε εκείνο το Σονέτο του Νίνου Χριστιανόπουλου.

Με αφορμή μία από τις πιο συγκλονιστικές αποδόσεις Σονέτου του Σαίξπηρ, διαβάζουμε σήμερα το 57ο Σονέτο σε απόδοση του Θέμελη Γλυνάτση, πλάι στο Σονέτο του Ντίνου Χριστιανόπουλου, κρατώντας στη μνήμη τις εικόνες από την παράσταση «57//a passion play» και ακούγοντας – ξανά – την μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι στο ποίημα του Χριστιανόπουλου.

ΣΟΝΕΤΟ – Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ολόκληρος στον έρωτα δοσμένος
άλλη χαρά δεν έχω παρά μόνο
στην άγρια σου ματιά να κρυφολιώνω
και να σου είμαι πάντα υποταγμένος.
Κι όταν στα πόδια σου, γονατισμένος
τ’ απελπισμένα χέρια μου απλώνω
όπως με διώχνεις νιώθω τέτοιο πόνο
που ευφραίνομαι σαν σκύλος κλωτσημένος.
Σκληρό αγόρι, όσο με πληγώνεις
τόσο και πιο πολύ χαρά μού δίνεις
σκιρτά η ψυχή μου όταν τη ματώνεις
και τρέμει από φόβο μήπως γίνεις
πιο τρυφερός μια μέρα γιατί ξέρει
να χαίρεται, μονάχα αν υποφέρει.

--------------------

Ένα μεγάλο Ευχαριστώ στον Θέμελη Γλυνάτση για την εμπιστοσύνη του, να παραχωρήσει για δημοσίευση στο Άρωμα του Τραγουδιού την απόδοση του 57ου Σονέτου του Σαίξπηρ όπως παρουσιάστηκε στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – «Λευτέρης Βογιατζής» στην παράσταση «57//a passion play».
Εδώ, η μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι στο ποίημα Σονέτο του Ντίνου Χριστιανόπουλου (ο τίτλος που δόθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι στο τραγούδι είναι: Έρωτας).

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

"Αυτός ο μαύρος τόπος θα πρασινίσει κάποτε"


Η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου εκδόθηκε το 1943, χρονιά ορόσημο για την νεοελληνική ποίηση, μιας και λίγους μήνες νωρίτερα είχαν προηγηθεί ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου και Ο Ήλιος ο πρώτος του Οδυσσέα Ελύτη. Λίγο μετά την Αμοργό, ο Γκάτσος συνέθεσε ένα ακόμα ποίημα, το οποίο μάλιστα εντάχτηκε και στις μεταγενέστερες εκδόσεις της Αμοργού ως ανεξάρτητο ποίημα. Ο τίτλος του: Ο Ιππότης κι ο Θάνατος (1513).

Πηγή έμπνευσης για τον Νίκο Γκάτσο αποτέλεσε μία χαλκογραφία του Albrecht Dürer του 1513 με τίτλο Ο Ιππότης, ο Θάνατος και ο Διάβολος. Στη χαλκογραφία του Dürer, όπου παριστάνει έναν αγέρωχο ιππότη πάνω στο άλογό του, ο Γκάτσος «είδε» τον όλεθρο και την καταστροφή που σκόρπισαν οι απόγονοί του με τον πόλεμο που βίωνε η Ελλάδα εκείνα τα χρόνια. Είναι η πικρή διαμαρτυρία του ποιητή απέναντι στα δεινά που προκάλεσε στους λαούς της Ευρώπης ο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμος.

Αποσπάσματα του ποιήματος μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις και το τραγούδι εντάχθηκε στα Παράλογα, που εκδόθηκαν το 1976. Το τραγούδι ερμήνευσε μοναδικά ο νεαρός, τότε, Ηλίας Λιούγκος.

Παραθέτουμε την χαλκογραφία του Albrecht Dürer  καθώς και ολόκληρο το ποίημα του Νίκου Γκάτσου Ο Ιππότης κι ο Θάνατος, έχοντας με σήμανση τους στίχους που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις.



Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
(1513)
Dürer zum Gedächtnis

Καθώς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Αη-Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές πού θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσύ παντοτεινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου 
Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Aντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ’ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει –
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας 
Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ’ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες. 
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού
Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου
Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς 
Θα βάλω τώρα κοντά σου
Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα 
Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.

Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’αναποδογυρίσει τ’ αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη
Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μα εσύ θα μένεις ακίνητος
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι ου Αη – Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια
Ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων
Μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβυστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε 
Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν
Βαριά σφυριά της υπομονής
Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά
Αλλά για κλαδευτήρια και αλέτρια.




Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Angélique Ionatos - Μαρία Νεφέλη (Marie des brumes)

Η επιρροή και η παρουσία του Οδυσσέα Ελύτη στην, επί 30 και πλέον χρόνια, δισκογραφική πορεία της Angélique Ionatos, είναι κάτι παραπάνω από διαρκής και καθοριστική. Από το 1979 που ξεκίνησε την αυτόνομη δισκογραφική της διαδρομή με το δίσκο Η παλάμη σου, λίγες είναι οι φορές που η ποίηση του Ελύτη απουσιάζει από τις εργασίες της.

Έχει μελοποιήσει και τραγουδήσει αποσπάσματα σχεδόν από όλο το εύρος των ποιητικών συλλογών του Οδυσσέα Ελύτη: από τον Ήλιο τον Ηλιάτορα και Τα Ρω του Έρωτα, μέχρι το Μονόγραμμα και τους Προσανατολισμούς, φωτίζοντας με την ιδιαίτερη μουσική γραφή και ερμηνεία της πτυχές του έργου του με τρόπο που μονάχα μία γυναίκα θα μπορούσε





Ανάμεσα σε αυτές τις εργασίες, εξέχουσα θέση έχει ο δίσκος Marie des brumes, που εκδόθηκε το 1984. Πρόκειται για την μελοποίηση αποσπασμάτων από τη ποιητική συλλογή Μαρία Νεφέλη, ενός από τα πιο ιδιαίτερα ποιητικά έργα του Οδυσσέα Ελύτη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε σε διπλό βινύλιο και πρόκειται για την ζωντανή ηχογράφηση του έργου που παρουσιάστηκε στο Théâtre de la Ville του Παρισιού σε συμπαραγωγή του Théâtre de Sartouville, στις 25 Ιανουαρίου 1984. Την ευθύνη της διεύθυνσης ορχήστρας είχε ο Αλέξανδρος Μυράτ και ερμηνευτές ήταν η Angélique Ionatos και ο Σπύρος Σακκάς.

Η ποιητική συλλογή Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη (εκδόσεις Ίκαρος, 1978), εκδόθηκε ένα χρόνο πριν την βράβευση του ποιητή με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η Ionatos προσεγγίζει το ιδιαίτερο τούτο έργο, το γεμάτο αλληγορικές εικόνες πλασμένες με λυρισμό κι έναν σχεδόν προκλητικό ερωτισμό, με την ευλάβεια και την προσοχή που του αρμόζει. Αποκωδικοποιώντας – κι άλλες φορές πράττοντας ακριβώς το αντίθετο: «κλειδώνοντας» με μουσική τους κώδικες του ποιητή – εισχωρεί στο ποιητικό σύμπαν της Μαρίας Νεφέλης αφήνοντας το ιδιαίτερο στίγμα της τόσο στη σύνθεση όσο και στην ερμηνεία.
Αναλαμβάνοντας η ίδια να τραγουδήσει τα λόγια της Μαρίας Νεφέλης κι έχοντας στο πλάι της τον Σπύρο Σακκά στο ρόλο του Αντιφωνητή, παραδίδει μία από τις πιο αξιόλογες εργασίες πάνω σε ένα από τα ομορφότερα κείμενα της όψιμης περιόδου του Ελύτη.

(…) «η αστρολογία θα προσέξει το κρεβάτι σου
και θα στηρίξει τα προγνωστικά της στην απελπισία σου˙
είσαι ωραία σαν απελπισία
σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
Ίρις Μαρία Νεφέλη
με τη γοητεία τού πισινού σου όταν
καθίζει ξάφνου ανύποπτα πάνω σ’ ένα ξυράφι.»

Ύμνος στη Μαρία Νεφέλη (απόσπασμα)
από την ενότητα Η Παρουσία (σελ. 41 & 43 της πρώτης έκδοσης
στο δίσκο το τραγούδι ερμηνεύει ο Σπύρος Σακκάς


 Εδώ, η Angélique Ionatos στο τραγούδι Η Νεφέλη (επίσης από την ενότητα Η Παρουσία):




Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

"Ο ζωντανός ο χωρισμός – το λέει και το τραγούδι παρηγοριά δεν έχει…"


Η Τρίτη Ανθολογία του Γιάννη Σπανού, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα δίσκο – σταθμό, τόσο για την προσωπική διαδρομή του Σπανού όσο και για την ελληνική δισκογραφία στο σύνολό της. Από το 1975 που εκδόθηκαν, οι 12 μελοποιήσεις του Γιάννη Σπανού ξεχώρισαν αμέσως μέσα απ’ την υπερ-πληθώρα των μελοποιήσεων της μεταπολίτευσης, με κορυφαία τα τραγούδια που προέκυψαν απ’ τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία (Σπασμένο καράβι, Ιδανικός κι ανάξιος εραστής), του Νίκου Καρύδη (Αν είσαι… - Πως θες να το ξέρω) και Βύρωνα Λεοντάρη (Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι).

Ανάμεσα στα άλλα, στην Τρίτη Ανθολογία, συναντάμε και τη μοναδική μελοποίηση ποιήματος της Λιλής Ιακωβίδη (1900 – 1985). Ο Γιάννης Σπανός μελοποίησε το ποίημα Χωρισμός, το οποίο για τις ανάγκες του τραγουδιού πήρε το τίτλο Το λέει και το τραγούδι. Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα ποιήματα της Λιλής Ιακωβίδη, που ο Σπανός έντυσε με μία υπέροχη μελωδία και στο δίσκο ερμήνευσε η νεαρή, τότε, Αρλέτα.

Η Λιλή Ιακωβίδη, το γένος Πατρικίου (ανιψιός της είναι ο Τίτος Πατρίκιος), υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση για την ελληνική προπολεμική και μεταπολεμική ποίηση. Μεταξύ άλλων, στενή φίλη και μούσα του Κωστή Παλαμά (μετά το χωρισμό της από τον σύζυγό της Μικέ Ιακωβίδη, του οποίου κράτησε το επώνυμο, η σχέση της με τον Παλαμά υπήρξε εντονότερη και πιο στενή), έγραψε ποίηση, μελέτες και θεατρικά έργα.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά στη μορφή των ποιημάτων της, είναι η άρρηκτη σχέση τους με το ύφος και το ρυθμό του παραδοσιακού τραγουδιού. Πολλά από τα ποιήματά της έχουν τις ρίζες τους σε Νανουρίσματα, Παραλογές, Κλέφτικα, Μοιρολόγια και Ακριτικά τραγούδια, οι ιστορίες των οποίων χάνονται μέσα στο χρόνο.

Ο Χωρισμός (ή Ο Ζωντανός ο χωρισμός, ή Το λέει και το τραγούδι, όπως έγινε γνωστό από την Τρίτη Ανθολογία του Σπανού), είναι ένα από τα ποιήματα που αποκαλύπτουν τις επιρροές της ποίησής της από το παραδοσιακό τραγούδι.
Το μοτίβο που επαναλαμβάνεται στο ποίημα, «το λέει και το τραγούδι», αποτελεί σαφή αναφορά σε ένα από τα πιο όμορφα παραδοσιακά τραγούδια που ανήκουν στην κατηγορία που ονομάζουμε της Ξενιτιάς. Το συναντάμε σε διάφορες παραλλαγές, κυρίως στην Ήπειρο και στη Ρούμελη, με πιο γνωστές:

«Άνοιξε, φλιβερή καρδιά και πικραμέν’ αχείλι
άνοιξε, πες μας τίποτες και παρηγόρησέ μας.
- Παρηγοριά ‘χ’ ο θάνατος και λησμοσύν’ ο Χάρος,
ο ζωντανός ο χωρισμός (ή ο ζωντανός ξεχωρισμός)
παρηγοριά δεν έχει»…*

και αλλού:

…«Μέσα η καρδιά μου με πονεί μα δεν ηξεύρω τι έχει
κάνε πουλί τηνε τσιμπά, κάνε θεριό την τρώει
κάνε μαχαίρι δίκοπο είναι και τηνε τρώει.
Παρηγοριά είν’ ο θάνατος κι ελεημοσύνη ο χάρος
ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει»**

Εδώ, λοιπόν, συναντάμε το τραγούδι στο οποίο αναφέρεται η Λιλή Ιακωβίδη στο ποίημά της, σε ορισμένες παραλλαγές του παραδοσιακού τραγουδιού με τον τίτλο Ο ζωντανός ο χωρισμός, που με τον τρόπο της μετέτρεψε σε ένα από τα ομορφότερα ερωτικά της ποιήματα. Κι ο Γιάννης Σπανός με τη σειρά του, ως ένας από τους σημαντικότερους μελωδούς του ελληνικού τραγουδιού, έντυσε τους στίχους της με τρόπο αξεπέραστο.

Το τραγούδι μαγνητοσκοπήθηκε τον Ιανουάριο του 1975 στα πλαίσια της εκπομπής του Γιώργου Παπαστεφάνου Μουσική Βραδιά, που ήταν αφιερωμένη στην Τρίτη Ανθολογία που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με τον Γιάννη Σπανό στο πιάνο, τον Κώστα Καράλη στην κιθάρα και, φυσικά, την νεαρή Αρλέτα στο τραγούδι.

-----------------------------
Πηγές:
1. *«Τα Δημοτικά μας Τραγούδια». Συλλογή και μελέτη του ποιητή και πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου (Ερμής, 1965)
2. «Ανθολογία Ποιήσεως Περάνθη» (Ελληνικά Γράμματα, 1954)
3. **«Όλες οι μέρες που έλειπα». Ενθετο του cd του συγκροτήματος Δυνάμεις του Αιγαίου (Filocalia Romana, 2002)




Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Ο Πάνος Κατσιμίχας για τη Βεζυροπούλα με το σάζι

Η Βεζυροπούλα με το σάζι, είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια του Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα. Περιλαμβάνεται στο δεύτερο δίσκο τους, το Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις, του 1987. Ένα δίλεπτο τραγούδι, σαν μια μουσική μινιατούρα που προκλητικά κρατάει τους κώδικές της καλά κρυμμένους.

Το Άρωμα του Τραγουδιού θέλησε να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία του τραγουδιού.
Απευθύνθηκε στους δημιουργούς του.
Η άμεση ανταπόκριση του Πάνου Κατσιμίχα, συγκινητική.

Ένα μεγάλο Ευχαριστώ στον Πάνο Κατσιμίχα για το όμορφο κείμενο που αποκωδικοποιεί τη Βεζυροπούλα με το σάζι, και για την τιμή που έκανε στο Άρωμα του Τραγουδιού να το δημοσιεύσει πρώτο στις σελίδες του.
.
-------------------------------------------



«Η Βεζυροπούλα με το σάζι, είναι μια ντροπαλή σκιά, χαραγμένη για πάντα στο λευκό πανί της μουσικής μνήμης, φωτισμένης ακόμα, από τη λάμψη των μπαγλαμάδων και των μακρινών, ονειροπαρμένων φωνών της λαϊκής μας μουσικής.»

Αυτά γράφαμε τότε, στο σημείωμα που ακολουθούσε, κάτω από τους στίχους της Βεζυροπούλας με το σάζι.

Κάποτε, στα μέσα της δεκαετίας του `60, (παιδάκι του δημοτικού) είχα την τύχη να παρακολουθήσω μια παράσταση Καραγκιόζη.
Εξω από μια υπαίθρια ταβέρνα, μέσα στα πεύκα, δίπλα στη θάλασσα, κάπου... δε θυμάμαι πού. Θυμάμαι μονάχα το φωτισμένο πανί, αριστερά την καλύβα του Καραγκιόζη, δεξιά το παλάτι του Βεζύρη, φουστανέλες, σαλβάρια, γιαταγάνες, φασαρία, φωνές και ανάμεσα σ’όλα αυτά, μια μικρή χαριτωμένη φιγούρα, ένα νεαρό κορίτσι ακίνητο, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα σάζι. Όποτε εμφανιζόταν στο πανί αυτή η φιγούρα, ακουγόταν από τα ηχεία ένας μακρόσυρτος αμανές και κολλητά (δεν ξέρω αν γινότανε τυχαία) έβγαινε στη σκηνή ο Σταύρακας και έσκουζε κάτι ζεϊμπέκικα του θανάτου.

Από τότε και για πάντα, αυτή η ντροπαλή σκιά με το σάζι, έγινε για μένα το σύμβολο και η ψυχή της λαϊκής μας μουσικής. Από τόσο παλιά την αγαπήσαμε αυτή τη μουσική ο Χάρης κι εγώ και θα μπουρούσαμε να έχουμε εξελιχθεί σε λαϊκούς τραγουδοποιούς, αν λίγα χρόνια αργότερα, δεν προέκυπτε στη ζωή μας η μοιραία συνάντηση με τους Βeatles, τους Stones και τον Jimmy Hendrix.
Από ‘κει και πέρα, διαλέξαμε «γειτονιά» και «παρέες». Μια για πάντα. Η αγάπη για τη «βεζυροπούλα» όμως δεν ξεχάστηκε ποτέ. Παρέμεινε έρωτας βαθύς και πλατωνικός.
Γι’αυτό και λέμε στο τραγούδι της, «κι αν χαμηλώνω τα μάτια όταν περνά, είναι γιατί ..τη ντρέπομαι, γιατί είμαι από άλλη γειτονιά».

Φυσικά και γράψαμε μέσα στα χρόνια μερικά λαϊκά τραγούδια (κυρίως εγώ), αλλά καθαρά «χομπίστικα» και για συγκεκριμένους ανθρώπους.
Αυτή η παιδική ανάμνηση και το τραγούδι Regiment (1981), όπου ο Brian Eno κι ο David Burne έκαναν αυτό το απίστευτο fusion (πάνω στον αμανέ της λιβανέζας τραγουδίστριας Dunya Yusin), ήταν η έμπνευση που «γέννησε» τη Βεζυροπούλα με το σάζι.

Το κομμάτι δε μπήκε τυχαία μέσα στο δεύτερο δίσκο μας.
Επρεπε να είναι εκεί, γιατί το Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις, είναι ένα καθαρόαιμο concept album. Όλα σ’αυτό το δίσκο, είναι συμβολικά, από τον τίτλο του, μέχρι και την τελευταία φράση του τελευταίου τραγουδιού.

«Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις». Είναι ένα σύνθημα που χρησιμοποιούσαμε, όταν παίζαμε πιτσιρικάδες κρυφτό. Κάτι σα σύνθημα και παρασύνθημα.
Μέχρι και το κλείσιμο του δίσκου : «είμαστε ακόμα εδώ, ψάχνοντας στα τυφλά καινούριους τρόπους».
Ανάμεσα σ’αυτές τις δύο φράσεις-τραγούδια, είναι γραμμένη με Σήματα Μορς, κλεισμένη σαν εξομολόγηση, όλη η περιπλάνηση, μέσα στην προσωπική μας μυθολογία. Ενας δίσκος «δακτυλικό αποτύπωμα».

Οι καταβολές μας, η γειτονιά , τα παιδικά χρόνια, τα παραμύθια, τα διαβάσματα, η ποίηση, το Πολυτεχνείο (1973..ξημέρωμα φρικτό σαν πιστολιά...), η «δύσκολη εφηβεία των 29», το Ροκ, τα ρεμπέτικα, η Αριστερά, οι ναυαγισμένες προσδοκίες, η ενηλικίωση, το διαρκές «trip» των ονείρων.

Πάνος Κατσιμίχας



Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Μιά θάλασσα μικρή - Δάνεια στη στιχουργική του Διονύση Σαββόπουλου

Είναι γνωστό ότι στους στίχους των τραγουδιών του Διονύση Σαββόπουλου βρίσκουμε μία σειρά από δάνεια, κυρίως από ποιήματα ποιητών που ο ίδιος αγάπησε.

Tο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι στίχοι του Νίκου Εγγονόπουλου από το ποίημα Όρνεον 1748: «Μίρκο Κράλη, τι ζητάς; / εδώ δεν είναι παίξε γέλασε: / εδώ είναι Μπαλκάνια», που ο Σαββόπουλος τραγούδησε στον Μπάλλο ως «εδώ είναι Μπαλκάνια / δεν είναι παίξε γέλασε».
Εξίσου χαρακτηριστική περίπτωση είναι και οι στίχοι της Θαλασσογραφίας. Εδώ, ο Σαββόπουλος στήριξε ολόκληρο το τραγούδι του σε ένα απόσπασμα από το ποίημα Σκόρπια Φύλλα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: «να μας πας στην ξενητειά / να μας πας στα πέρα μέρη / φύσα θάλασσα πλατειά / φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι», όπου ο Σαββόπουλος τροποποιώντας το ελαφρώς το τραγούδησε: «να μας πάρεις μακριά / να μας πας στα πέρα μέρη / φύσα θάλασσα πλατειά / φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι».
Υπάρχουν όμως κι άλλες, λιγότερο γνωστές περιπτώσεις στα τραγούδια του Σαββόπουλου, όπου παρεμβάλλονται αυτούσιοι ή ελαφρώς τροποποιημένοι στίχοι ποιημάτων.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και το τραγούδι Μια Θάλασσα μικρή.
Δύο από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία στους στίχους του τραγουδιού, προέρχονται από δύο διαφορετικά ποιήματα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου: από το ποίημα Κι αν είσαι άνθρωπος (από τη συλλογή Ποιήματα για ένα καλοκαίρι) και από το ποίημα Θέλω λυπητερά τραγούδια.
Όταν ο Σαββόπουλος τραγουδάει «και στη γωνία η στάμνα μου / για ένα καλοκαίρι / ήσουνα εσύ / Σε τραγουδούσα εγώ / σαν τις χορδές του ανέμου / στα μαύρα σου μαλλιά», έχει αντλήσει την πηγή των εικόνων του από τους στίχους του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου: «Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι» και αλλού: «γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες / χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου».

Φέτος, συμπληρώνονται 20 χρόνια από το θάνατο του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου.
Το Άρωμα του Τραγουδιού, με αφορμή αυτή την επέτειο και το τραγούδι Μια θάλασσα μικρή, αντιγράφει αυτά τα δύο μικρά αριστουργήματα τού Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου.

.
Κι αν είσαι άνθρωπος
Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη
Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή πού σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή
Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι
.
.

Θέλω λυπητερά τραγούδια
Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
καφτό σακατεμένο μου διαμάντι
γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες
χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου
Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
ηλεκτρισμένα μάτια στο σεργιάνι
η μουσική στα σφαιριστήρια της αγάπης
το πυροτέχνημα του ήλιου στη φωνή μου
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω


Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Ο Βασίλης Νικολαϊδης για το Je reviens toujours των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω

Την πρώτη δισκογραφική συνεργασία του Βασίλη Νικολαΐδη με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω τη συναντάμε το 1988, όταν στο Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι εκδόθηκε ο 5ος κατά σειρά δίσκος του συγκροτήματος, Τα Παροίνια. Η πορεία τους όμως έχει ξεκινήσει νωρίτερα, από το 1981, με τη γνωριμία τους στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας. Και πάλι ο Μάνος Χατζιδάκις «παρών», με τον τρόπο του...

Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε πολλές σελίδες ιστορώντας, τόσο τη δισκογραφική πορεία των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω και του Βασίλη Νικολαΐδη ξεχωριστά, όσο και την, από κάποια στιγμή και έπειτα, συχνή συμπόρευσή τους σε ρόλους διακριτούς: του Νικολαϊδη στο ρόλο του στιχουργού και των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω (και ειδικότερα των Χάρη Καβαλλιεράτου και Γιώργου Φιλιππάκη) στο ρόλο των μελωδών.
Προτιμήσαμε όμως να μας αφηγηθεί ο ίδιος.

Η αφορμή, δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί. Ένα κόκκινο μπαλόνι «που πετάει ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες», τo ρεφραίν στα γαλλικά, ο Εμπειρίκος, η Αργώ… αυτά και μόνο, ήταν αρκετά.
Αθώοι, σχεδόν αφελείς, στείλαμε πρόσκληση.
Κι εκείνος κατέφτασε χαμογελαστός και, αντί να χτυπήσει το κουδούνι, έβαλε το κλειδί και μπήκε!
Σαν στο σπίτι του, που λέμε… Έτσι ακριβώς όπως έπρεπε.
Κι έφερε δώρα ακριβά:
Αναμνήσεις, έργο ζωγραφισμένο κατακόκκινο (μπαλόνι ολόφωτο, δίχως βαρίδια), φωτογραφία, κι ένα αφήγημα σκέτη απόλαυση, όλα για την επίσημη πρώτη τους στο Άρωμα του Τραγουδιού!

Χωρίς άλλα περιττά λόγια, νιώθοντας μεγάλη χαρά και τιμή, καλωσορίζουμε τον λόγο του Βασίλη Νικολαΐδη στο Άρωμα του Τραγουδιού και τον ευχαριστούμε από καρδιάς για τη γενναιοδωρία του.
Αφορμή, το τραγούδι Je reviens toujours.
Για τις αιτίες, θα μιλήσουμε μιαν άλλη φορά…
.
---------------------------------------------



Je reviens toujours
(Ημέρες του περασμένου αιώνα.)

«Ά, τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπης και όλα να τα απολαμβάνης, από εκεί επάνω, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!»
Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου.

.
Μιλάμε για την δεκαετία του ογδόντα. Στο σπίτι του Φαλήρου έμενε ο Χάρης, αλλά ήταν συγχρόνως και στέκι συναναστροφής και καλλιτεχνικής-ιδεολογικής ζύμωσης, καθώς και χώρος για τις πρόβες των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Θυμάμαι κάποτε τον Μπαχ -στην σύντομη βέγκαν περίοδό του- να παραγγέλνει σουβλάκια χωρίς σουβλάκια, μόνο ντομάτα, κρεμμύδι, τζατζίκι και πάπρικα. Ενώ εγώ διάβαζα μια υπέροχη ανάλυση της Τσάινατάουν (ποιανού;) που ήταν στην βιβλιοθήκη του Χάρη. Παντρεύτηκε ο Κερκύρας και του φτιάξαμε τραγούδι, το τραγουδήσαμε με τα όργανα στην εκκλησία. Μετά ο Χάρης και η Μπάρμπαρα φύγανε, πήγαν στο Λαγονήσι. Πήγαινα και ψήναμε παϊδάκια στην αυλίτσα, πίσω από την κουζίνα.

Είχα αρχίσει να δικηγορώ. Πελάτες δικούς μου δεν είχα. Κρατούσα ένα γραφείο κάποιου παλιού δικηγόρου, του Διαδρομόπουλου. Ήταν κομμουνιστής παλιός. Στα χρόνια του Εμφυλίου υπερασπιζόταν τους υπόδικους στα στρατοδικεία δωρεάν. Σαν γιατρός σε επιδημία πανούκλας τον δωδέκατο αιώνα, δεν γίνεται να σώσεις τους καταδικασμένους σε θάνατο. Ύστερα, επί Χούντας, του πήραν την άδεια ασκήσεως. Δικηγορούσε με ψεύτικο όνομα. Ή έστελνε άλλους συναδέλφους να παρασταθούν στην έδρα. Με την Μεταπολίτευση, ορθοπόδησε τελικώς. Αλλά μετά αρρώστησε, δεν μπορούσε να πηγαίνει στο γραφείο, και ήθελε έναν νεαρό να το κρατάει ανοιχτό, να παρίσταται στα δικαστήρια, να γράφει αγωγές, να καταθέτει δικόγραφα, να απαντάει στα τηλέφωνα, να ταξινομεί τον Ραπτάρχη*, παιδί για όλες τις δουλειές. Έβγαινε το μεροκάματο, τέλος πάντων. Κρατιόταν κι' ο Διαδρομόπουλος με τα δόντια στον μάταιο τούτο κόσμο, να περιμένει τον Κόκκινο Στρατό να κατέβει από την Βουλγαρία.

Ο Διαδρομόπουλος είχε έναν πελάτη, Μπαταχτζίδη ονόματι. Ήταν ένας γίγας με θλιμμένα μάτια που κοιτούσαν βαθιά μέσα στα μάτια των άλλων με την πιο αυθεντική αθωότητα. Παρίστανε και τον ξυλουργό, κάποτε ίσως και να υπήρξε. Ήταν βιρτουόζος της ακάλυπτης επιταγής. Τον γλύτωνε μετά ο Διαδρομόπουλος με κάτι ταχυδακτυλουργίες, άφηνε τον Μπαταχτζίδη να δικαστεί ερήμην πρωτοδίκως, έτρωγε αυτός τρεις-τέσσερις καμπάνες χωριστά. Μετά, έκανε έφεση τις τρεις-τέσσερις πρωτόδικες μαζεμένες, και μετά πήγαινε μόνος του ο Διαδρομόπουλος στο Εφετείο, γιατί αν εμφανιζόταν μαζί και ο Μπαταχτζίδης θα τον μπουζουριάζανε, είχε κι' άλλες εκκρεμότητες, χαμός. Έδινε λοιπόν ο Διαδρομόπουλος των δικαστών ένα γιατρόχαρτο που έλεγε πως ο Μπαταχτζίδης ήταν άρρωστος, γιατί ο Μπαταχτζίδης λάδωνε τον γιατρό, τόπαιρνε το χαρτί. Κάναν λοιπόν αυτοί οι δικασταί πως το χάβαν τον μύθο, άφηναν τον Διαδρομόπουλο να δικάσει κανονικά, εδικάζετο ωσεί παρών ο Μπαταχτζίδης, εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του. Οπότε ο Διαδρομόπουλος έκανε αίτηση συγχώνευσης επί τόπου στο ακροατήριο, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο, μετατρέψιμη να πούμε προς τόσο την ημέρα, βάλε πενήντα, βάλε εκατό χιλιάρικα σύνολο, πλήρωνε, καθάριζε. Πέρναγε το μεσημέρι από το γραφείο ο Μπαταχτζίδης, "είχαμε τον Άγιο Φανούριο που μας φύλαγε, Βασίλη μου, μεγάλη η χάρη του," έλεγε και σταυροκοπιόταν. Κι' είχε φάει των αλλουνών μπορεί και δύο εκατομμύρια με τις ακάλυπτες επιταγές. Που πάει να πει ένα εκατομμύριο εννιακόσιες χιλιάδες καθαρό κέρδος. Εις δραχμάς, τότε. Πως τα κατάφερνε να βγάζει μπλοκ επιταγών με τέτοιο μητρώο, άγνωστον. Τέτοιες υποθέσεις ανέλαβα στο γραφείο του Διαδρομόπουλου, έβλεπα τους μηνυτές να κλαίνε σπαρακτικά, δεν ήξερα πως να φερθώ. «Εσύ το ψωμί σου βγάζεις, βρε παιδάκι μου», μου λέγανε οι εξαπατημένοι του Μπαταχτζίδη, «αλλά αυτό το κάθαρμα μας κατέστρεψε, πεινάνε τα παιδιά μας». Αυτά να τα κάναμε ταινία, θα σαρώναμε όλα τα Όσκαρ και τους Φοίνικες.

Το γραφείο του Διαδρομόπουλου αποτελείτο από δύο δωματιάκια στο αίθριο μιας παλιάς πολυκατοικίας της οδού Σταδίου, στον έβδομο, κοντά στην Ομόνοια. Τουλάχιστον έβλεπα πολύ ουρανό μπλε. Είχε ένα φορητό αιρκοντίσιον μέσα, κι' ένα ψυγειάκι, στριμωγμένο μεταξύ της περιστρεφόμενης πολυθρόνας του Διαδρομόπουλου -καπιτονέ από δερματίνη- και της βιβλιοθήκης με το Νομικό Βήμα. «Μπαίνει ο άλλος μέσα, σου λέει έχει και ψυγείο, καλός δικηγόρος θα είναι, επιτυχημένος,» έλεγε ο Διαδρομόπουλος. Οι φάκελλοι, ένα δάχτυλο σκόνη, εντωμεταξύ.
Έκανα διπλή ζωή, εκείνα τα χρόνια. Έπαιζα συνήθως στο Καφεθέατρο της Κοδρινγκτώνος, άλλοτε με τους Χάνομαι, ή με τον Μακρή, ή και τον Τόμπλερ. Έπαιζα και Θεσσαλονίκη, στο Λιόγερμα του Αγγελίδη. Και σε διάφορες πόλεις, Γιάννενα, Έδεσσα, Σέρρες, Κατερίνη, Καβάλα, Κοζάνη, Καρδίτσα, Λεχαινά, Ρέθυμνο, Χανιά, και που δεν πήγα με την κιθάρα μου!
Όμως ο καημός μου ήταν άλλος. Να ήμουν χειμώνα σ' ένα νησί. Νάχει λιακάδα. Και να απολαμβάνω ένα ουζάκι με γαύρο τηγανητό στην παραλία.

* * * * * * * *

Τέλος πάντων, στο γραφειάκι της Σταδίου περνούσα και πολλές ώρες απραξίας, ιδίως πριν από τις γιορτές. Δεν θυμάμαι την χρονιά, ήταν το ‘86 ή το ‘87. Είχα πάει λοιπόν πρωί στο γραφείο, κι' έκανε ψόφο, κι' είχα ανάψει το αιρκοντίσιον, δεν πάταγε ψυχή, και το τηλέφωνο είχε μουγγαθεί για ώρες, κι' όλα ήταν φίνα. Καθόμουν λοιπόν και σκάλιζα με την πένα το χαρτί, καφέ και τσιγαράκι. Φαίνεται όμως πως ο χώρος μού ήταν ανοίκειος για να γράψω τραγούδια, τουλάχιστον με τον τρόπο που έφτιαχνα τα δικά μου τραγούδια. Δεν ήταν οι εικόνες της δικής μου ζωής που μου έρχονταν, ούτε στην δική μου γλώσσα, διότι εκείνο το αερόστατο του Ανδρέα Εμπειρίκου έγραφε απάνω Je reviens toujours, και εγώ δεν θα τολμούσα να γράψω στίχους στα γαλλικά λόγω εθνικής υπερηφανείας αν μη τι άλλο, αλλά για να περάσει η ώρα τόγραψα, και συνέχισα να πλέχω ομοιοκαταληξίες, δίχως νάχω ένα κάποιο θέμα στο μυαλό μου, κι' όπου με πάει, διότι πάντα μου άρεσε να γράφω και να σχεδιάζω με πένα, χωρίς να καλοσκέπτομαι, και μάλιστα με μαύρο μελάνι.

Επίσης, πρέπει να πω πως ο ανδριάντας του κυρ Ανδρέα στην Άνδρο γράφει αποκάτω ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΥΣ, αλλά εγώ δεν τόξερα, δεν είχα πάει ακόμα στην Άνδρο, άσε που μπορεί να μην τον είχαν βάλει ακόμα. Έγραφα λοιπόν αυτομάτως, για εκείνο το αερόστατο την ΑΡΓΩ, που είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο, το οποίο πήρε τους τρεις εκείνους αεροναύτας μαζί του, και ούτε το κατάλαβα πως εκείνοι απεχώρησαν από το αερόστατο, και έμεινα μόνος επιπλέων του αέρος ανάλαφρα, και πως έτσι ευδαίμων και αιωρούμενος άγνωστον πώς, έπλεχνα στίχους απολύτως μετρημένους με την πένα μου, και μάλιστα με μία παράξενη ομοιοκαταληξία, ή τουλάχιστον μια χαχόλικη γλωσσική γεωμετρία, ευσταθέστατη και ευέλικτη, την οποία ανακάλυψα δεκαετίες αργότερα πως υπήρχε μέσα στο ποίημα. Τι έκανα δηλαδή; Έκανα πεντάστιχα! Όπου ο πρώτος στίχος κάθε πενταστίχου έκανε ρίμα με τον τρίτο, κι' όλοι μαζί -ω! του θαύματος- τέλειωναν σε -άει: πετάει και γελάει, ξεψυχάει και χτυπάει, παραφυλάει και τρυπάει, κατρακυλάει και ακολουθάει, κρατάει και ξαναγυρνάει, χαλάει και τραβάει. Έπειτα, ο δεύτερος στίχος κάθε πεντάστιχου τέλειωνε πάντα σε παροξύτονη λέξη σε -ες: βλαστήμιες, δεσποινίδες, ιστορίες, πλανήτες, λύπες, και ακτίνες. Ο τέταρτος στίχος του κάθε πεντάστιχου ήταν οξύτονος και τέλειωνε σε -ού: βαποριού, σπιτιού, κελιού, Χριστού, γυρισμού, και φεγγαριού. Ο πέμπτος στίχος τέλειωνε σε -ούς: αφρούς, γνωστούς, αδειανούς, Χριστούς, γυρισμούς, και σκοτεινούς. Με άλλα λόγια, η θεός να την κάνει ομοιοκαταληξία του στιχουργήματος βρισκόταν η μισή εντός της κάθε πεντάστιχης στροφής και η άλλη μισή εκτός, μέσα στις υπόλοιπες στροφές του!

Περιττό να σας πω πως τούτη την μεταξύ των πενταστίχων οιονεί ομοιοκαταληξία δεν την είχα επιτύχει εγώ κατά κυριολεξίαν, αλλά το ασυνείδητό μου, διότι εγώ την ίδια ώρα που έγραφα προσπαθούσα να καταλάβω που πήγαινε το έρμαιο το ποίημα και δεν πρόσεχα πολύ ομοιοκαταληξίες και τέτοια. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω καταλάβει απολύτως ούτε πως βγήκε το ποίημα έτσι συμμετρικό χωρίς να φαίνεται, ούτε τι θέλει να πει. Μπορεί να το έγραψε και κάποιος άλλος. Πάντως, σε κάθε πεντάστιχο ήταν κάποιος ταξιδευτής-επιστροφεύς που μιλούσε αντ' εμού, και αυτός ο ψημμένος μεταμορφωνόταν διαδοχικώς σε μπαλόνι, μπεκρή, σκύλο, αγνοούμενο, λέξη, δραπέτη, διάττοντα αστέρα και μάγο χριστουγεννιάτικο με δερβίσικο φέσι και μια κελεμπία μάλλινη με αστεράκια χρυσά διότι κρύο, αλλά δυστυχώς όλοι τον διώχναν, κανένας δεν τον ήθελε, από παντού γεύεται την απόρριψη και την μοναξιά, ενώ αυτός εις πείσμα των καιρών και των ανθρώπων επιστρέφει, κι' ας ξέρει πως η επιστροφή δεν έχει νόημα, γενναιόδωρος και ελεύθερος, αλλά πικραμένος και αντιφατικός, πιστεύει πως στο τέλος, δεν γίνεται αλλιώς, θα δικαιωθεί, και θα σώσει και την ανθρωπότητα. Για κερασάκι στην τούρτα έβαλα κι' αυτόν τον στίχο στα γαλλικά ανάμεσα στα πεντάστιχα. Αυτόν που τον έκλεψα βεβαίως, που ήταν γραμμένος πάνω σε κείνο το αερόστατο. Εγώ, ο φλογερός υπέρμαχος του ελληνικού στίχου, ο άτεγκτος τιμητής της λογοκλοπής, είχα κάνει βουταρία το Je reviens toujours από τον Ανδρέα Εμπειρίκο!

* * * * * * * *

Όμως ποιός ήταν αυτός ο μυστηριώδης αφηγητής, αυτός ο αεί μεταλλασσόμενος ταξιδευτής-επιστροφεύς; Θα μπορούσε κάλλιστα να υποθέσει κανείς πως το ποίημα μιλούσε για τον Εμπειρίκο, ή για κάποιον άλλο χριστιανό. Αλλά θα μπορούσε εξ ίσου πάλι να μην μιλάει για τον Εμπειρίκο ή οιονδήποτε τυχόντα. Άρχισα να υποψιάζομαι μήπως αυτός ο ταξιδευτής επιστροφεύς ήμουν εγώ. Δεν μπορούσα να καταλάβω, ή δεν ήθελα να το παραδεχτώ πως μιλούσα για τον εαυτό μου, και αυτό με έκανε να αισθάνομαι κάπως άβολα, διότι πως να αποδεχτώ την τόση απόρριψη που έτρωγα απ' όλους; Κι' έπειτα, δυσκολευόμουν να βάλω μουσική σ' αυτό το κείμενο, δεδομένης και της μυστήριας φράκταλ δομής του, να αναπαράγεται δηλαδή η ίδια ιδέα μέσα από επαναλαμβανόμενες φόρμες, σε άλλες διαστάσεις, όμοιες αλλά όχι ίδιες.

Για να είμαι ακριβής, δεν ήταν η πρώτη φορά που έφτιαχνα τέτοια παράξενα πράγματα εκείνο τον καιρό. Για παράδειγμα, μου κατέβηκε και είχα γράψει το εξής: σαν το κρασάκι ο Θάνατος και η Δημοκρατία. Όταν μου ήρθε, ήμουν ξενύχτης και μεθυσμένος μέσα σε ένα αεροπλάνο το οποίο προσγειωνόταν χαράματα στο αεροδρόμιο των Χανίων. Ήταν Σεπτέμβρης, ο ήλιος έβγαινε πάνω από τα βράχια της Κρήτης και τάδειχνε όλα τραγικά κόκκινα. Σκεφτόμουν μετά μήπως ήταν ετούτη η εικόνα τους που με έκανε να ελαφραίνουν τόσο οι λέξεις μου πάνω σε τόσο βαριά πράγματα, αν βέβαια δεχθούμε πως ήταν όντως δικές μου λέξεις αυτά τα καραγκιοζλίκια του ασυνειδήτου μου. Σκεπτόμουν μήπως ήμουν μηδενιστής, αλλά τι θα γινόταν αν μπροστά μου δεν εμφανιζόταν η Δημοκρατία να την κογιονάρω έτσι, αλλά πες πως έσκαγε μούρη ένας Χάρος φοβερότατος και τρομερότατος, με τα δρεπάνια του, την κουκούλα σα δοσίλογος, και όλα τ' αξεσουάρ. Θάχα το νεφρί να του τραγουδάω τζιριτζάντζουλες; Τι τάγραφα τότε αυτά; Τέλος πάντων, τέτοια ερωτήματα δεν βρίσκουν απάντηση παρά όταν τίποτε δεν έχει πια σημασία, όταν αυτήν την απάντηση δεν είσαι πια εκεί να την ακούσεις. Ίσως όμως γι' αυτό ακριβώς πρέπει να τα κάνουμε ποιήματα. Άργησα να το καταλάβω αυτό. Τότε όμως -μιλάμε πάντα για το ογδοντατόσο- προτίμησα να τα μεταθέσω σε κάποιον άλλον, ο οποίος να είναι επιτήδειος στο να φτιάνει μελωδίες πιο ευέλικτες, και πιο ικανός από εμένα να φέρει βόλτα λόγια που λέγαν του κεφαλιού τους. Για την ακρίβεια, κάποιον που να τιθασσεύει τα ποιήματα με την μουσική, όπως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ μίλαγε στο αυτί του αλόγου και αυτό γινόταν αρνί**.

Μάζεψα λοιπόν τα χαρτιά μου και τα πήγα του Χάρη.

- Πω ρε χτύπημα! είπε ο Χάρης όταν το διάβασε. Ακόμα και τώρα, άμα του αρέσει κάτι πάρα πολύ, λέει «πω ρε χτύπημα!» και κουνάει το χέρι του κυκλικώς στον αέρα, όπως κάνουμε όταν τρώμε ένα πολύ νόστιμο φαΐ. Βέβαια, το κάνει και η Βουγιουκλάκη μέσα στη βάρκα που κρύφτηκε να πάει ταξίδι με τους δοκίμους, εκεί που κλέβει το ψωμοτύρι του Γκιωνάκη, αλλά το κάνει επειδή λύσσαξε της πείνας, κι' όχι από κλεπτομανία. Διότι η φέτα στο Πολεμικό Ναυτικό είναι σαν ασβέστης, δεν τρώγεται πολύ ευχάριστα, ομιλώ μετά λόγου γνώσεως. Ο Χάρης είχε κάνει σμηνίτης, αλλά και κει την ίδια φέτα θάχαν.

Να μην μακρηγορώ, αυτό το «πω ρε χτύπημα!» ο Χάρης το εκφέρει αργά, για να πάει να κολλήσει στον ουρανίσκο, όπως κάνουν οι δοκιμαστές οίνων εκλεκτών. Ύστερα, πιάσαμε μια συζήτηση για τον Εμπειρίκο, για την γλώσσα του την καθαρεύουσα, για το αερόστατο, κι' ύστερα ο Χάρης διάβασε ξανά το ποίημα από μέσα του, και ξαναείπε «πω ρε χτύπημα!» Για να είμαι ειλικρινής, χαίρομαι να τον ακούω κάθε φορά που το λέει, αλλά επειδή το λέει συναπτά τριανταέξι χρόνια τώρα, έχω σταματήσει να τον θεωρώ και πολύ αντικειμενικό. Οπότε βάλαμε μια ρετσίνα να πιούμε. Τότε έβρισκες ακόμα, μετά κάνανε τα αμπέλια αεροδρόμιο. Είχα έναν θείο που άμα εύρισκε καλή ρετσίνα έλεγε: «Διαμάντι!», ή «Αγίασμα!» Τέλος πάντων, απ' ό,τι μου είπε ο Χάρης μετά που το ηχογραφήσανε, άρεσε και του Χατζιδάκι, το Je reviens toujours. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την Μπάρμπαρα, που δεν χαρίζει κάστανα. Κι' ούτε τον πείραξε τον Χατζιδάκι που ήταν κλεψιμέικο.
Μετά πήγαμε πίσω από την κουζίνα και ψήσαμε παϊδάκια. Ήταν Αλκυονίδες, είχε λιακάδα.

Βασίλης Νικολαΐδης

.

* Πανδέκτης της νομοθεσίας των προ των ηλεκτρονικών υπολογιστών χρόνων. Ήταν καμιά πενηνταριά ντοσιέ με κλιπάκια, τα οποία ενημερώνονταν περιοδικά με πρόσθετα φύλλα που ταχυδρομούσε ο εκδοτικός οίκος στους συνδρομητές.

**Να τονίσω πως ο Χάρης μπορεί να κάνει και άλλου είδους αλχημείες. Μια φορά του πήγε ο Γιώργος Φιλιππάκης ένα τραγούδι με εκπληκτική μελωδία, αλλά οι στίχοι του ξυνίζανε κάπως (του Χάρη, του Γιώργου, ή πιθανώς και των δύο, δεν θυμάμαι ακριβώς.) Την άκουσε ο Χάρης, και αμέσως την ταίριαξε με κάτι που είχε διαβάσει κάποτε, ίσως μισόν αιώνα πριν. Ήταν Ο Αφέντης της Καρύταινας, του Νίκου Εγγονόπουλου. Το βάζω ανάμεσα στα ωραιότερα τραγούδια των ΧγΡ.




Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

“Επιβάτης στην υποψία αυτή του πλήθους...”

Οποιαδήποτε οργανωμένη απόπειρα προσέγγισης του στιχουργικού κόσμου του Κώστα Τριπολίτη, επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις κι ακόμα περισσότερες ανατροπές. Πρώτ’ απ’ όλα, θα πρέπει κανείς να ερευνήσει εξονυχιστικά την ελληνική δισκογραφία των τελευταίων 40 χρόνων, για να ανακαλύψει διάσπαρτα τραγούδια του που περιλαμβάνονται σε δίσκους ξεχασμένους και δυσεύρετους. Εκεί ακριβώς, πριν καλά – καλά μπει σε μία τάξη όλο αυτό το υλικό, διαπιστώνει ότι από άποψη μορφής και θεματολογίας η στιχουργική του χωρίζεται σε δύο περιόδους. Τη δεκαετία του ’70, όπου ο Τριπολίτης γράφει στίχους σε τραγούδια που αργότερα ο ίδιος χαρακτηρίζει «σοβαρά, λιγότερο σοβαρά έως και φαιδρά, μερικά με την προφανή πρόθεση να γίνουν επιτυχίες». Η δεύτερη περίοδος ξεκινάει από το 1981 και κρατάει μέχρι και σήμερα: «το ’80 αποφάσισα ότι ήθελα να γράψω ουσιαστικά πράγματα και σταμάτησα να εμπλέκομαι σε αυτήν την αγοραία χρήση του τραγουδιού. Ό,τι έχω γράψει από κει κι έπειτα το υποστηρίζω με σθένος. Δεν αποκηρύσσω τα προηγούμενα αλλά δεν είμαι και περήφανος γι’ αυτά» (απόσπασμα συνέντευξης στη Γιούλη Επτακοίλη. Εφημερίδα «Καθημερινή», 19/11/2006).
Στην περίπτωση, τώρα, που κι εμείς χωρίς δεύτερη σκέψη τραβήξουμε αυτή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο περιόδους, θα έχουμε χάσει το νήμα που συνδέει ορισμένα από τα τραγούδια της πρώτης περιόδου με αυτά της δεύτερης, κυρίως όσον αφορά στη χρήση της γλώσσας και τη μορφή τους. Το περιεχόμενο των τραγουδιών τού Τριπολίτη, πράγματι, αλλάζει ριζικά από το ’80 και μετά˙ το ίδιο συμβαίνει και με τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί. Παρ’ όλ’ αυτά, ψήγματα της ιδιαίτερης γλώσσας του, τα συναντάμε ακόμα και σε εκείνα τα πρώτα του τραγούδια , κι ας γράφτηκαν «με την προφανή διάθεση να γίνουν επιτυχίες».
Με  το παρόν κείμενο επιχειρούμε πρώτ’ απ’ όλα να ανακαλύψουμε τα περισσότερα – αν όχι όλα – τα τραγούδια του Κώστα Τριπολίτη που έχουν εκδοθεί, και να ακουμπήσουμε έστω και λίγο τον υπέροχο στιχουργικό σύμπαν ενός από τους σημαντικότερους στιχουργούς του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.

Η δεκαετία του ‘70

Από το 1977 μέχρι το 1981, η μεγάλη πλειοψηφία των τραγουδιών του Τριπολίτη βρίσκεται διάσπαρτη σε προσωπικούς δίσκους ερμηνευτών. Σε αυτή την πρώτη περίοδο τα τραγούδια του ερμηνεύονται αποκλειστικά από γυναικείες φωνές, με εξαίρεση εκείνα που ηχογραφήθηκαν στον πρώτο δίσκο του Χάρρυ Κλύνν. Η Χριστιάνα, η Βασιλική Λαβίνα, η Λιζέττα Νικολάου, μέχρι και η Μπέσσυ Αργυράκη, εντάσσουν τραγούδια του Τριπολίτη σε προσωπικούς τους δίσκους, τα περισσότερα με τη μουσική του Νίκου Ιγνατιάδη. Εκείνη την περίοδο, στίχους του μελοποιούν επίσης ο Λίνος Κόκοτος σε δύο τραγούδια, αλλά κι από ένα τραγούδι ο Μίμης Πλέσσας και ο Αντώνης Βαρδής.
Ως προς το περιεχόμενο, ο Τριπολίτης εναρμονίζει πλήρως το λόγο του στις ανάγκες του κάθε δίσκου στον οποίο συμμετέχει, ακολουθώντας τη συνολική αισθητική της κάθε εργασίας. Η θεματολογία των τραγουδιών του εκείνα τα χρόνια είναι σχεδόν αποκλειστικά ερωτική, όπως άλλωστε ήταν και η θεματολογία των συγκεκριμένων δίσκων. Γράφοντας για τις μουσικές του Ιγνατιάδη ή του Πλέσσα, που προορίζονταν για τραγούδια που ερμηνεύτηκαν για παράδειγμα από τη Χριστιάνα ή την Μπέσσυ Αργυράκη, μοιάζει τελικά απόλυτα λογικό οι στίχοι του Τριπολίτη να μην έχουν καμία απολύτως σχέση με ό,τι ακολούθησε στις επόμενες δεκαετίες. Ακόμα όμως και σε ορισμένα από αυτά τα ερωτικά τραγούδια, βρίσκουμε αληθινά διαμάντια, όπως το παρακάτω:

Ήρθες νύχτα αργά, σιγά
και με τραίνα φορτηγά,
το αμπέχονο στο μέρος της καρδιάς
ήταν τρύπιο και μπαινόβγαινε ο βοριάς.

Και τώρα που θ’ αγαπηθούμε
ξανά στο ίδιο το κρεβάτι,
το ίδιο πάλι θα γευτούμε
του έρωτά μας του πικρού
το πιο πικρό αλάτι.
(Από το τραγούδι «Ήρθες νύχτα», σε μουσική του Αντώνη Βαρδή, από το δίσκο της Λιζέττας Νικολάου «Σ’ αγάπησα, μ’ αγάπησες»)

Μοναδική εξαίρεση ως προς τη θεματολογία των τραγουδιών του, αποτελεί ο πρώτος δίσκος του Χάρρυ Κλύνν που είχε τίτλο «Για δέσιμο», σε μουσική Γιώργου Κριμιζάκη. Δίσκος καθαρά σατιρικός, “ακραίος” και καινοτόμος για την εποχή του, με τον Τριπολίτη να υπογράφει τέσσερα τραγούδια και πρόζες που όχι μόνο δεν ήταν ερωτικά, αλλά ξέφευγαν κατά πολύ από τα δεδομένα της δισκογραφίας εκείνων των χρόνων. Κι εδώ ακριβώς είναι που μπορούμε να αναγνωρίσουμε δείγματα γραφής που αργότερα συναντάμε – έστω και αποσπασματικά – στην μετά το ’81 στιχουργική του. Αξίζει να σταθούμε λίγο στο παρακάτω απόσπασμα από τραγούδι με τίτλο «Ώχου χαβαλές», όπου στο δίσκο ο Τριπολίτης συνυπογράφει τους στίχους μαζί με τον συνθέτη Γιώργο Κριμιζάκη.

(…) Ώχου τζερτζελές, με κόψανε στη γλύκα
απάνω που τη βρήκα, με κόψαν στις ζουρλές,
ώχου γκαντεμιά, με κάνανε τσουβάλι
μου σπάσαν και το κιάλι, αμάν βρε τι ζημιά.
Εξ’ αιτίας κάτι νομάτοι με πήρανε πρέφα πάνω στο μάτι
και μου κάνανε τη μάπα μπλε μαρέν αράπα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα πρωτότυπο σατιρικό τραγούδι, γραμμένο για τις ανάγκες του ρεπερτορίου ενός ανατρεπτικού καλλιτέχνη όπως ήταν ο Χάρρυ Κλύνν εκείνης της εποχής. Αξιοσημείωτη όμως είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Τριπολίτης, αυτή η απόλυτη αργκό, μια γλώσσα του πεζοδρομίου που ακόμα και τότε λίγοι μιλούσαν, και που εδώ την επιστρατεύει με απόλυτη επιτυχία. Κι όμως! Την ίδια περίπου αργκό συναντάμε και αργότερα σε ορισμένα τραγούδια του, όχι βεβαίως σε αυτή την ακραία μορφή, αλλά σίγουρα σε στιγμές που μας θυμίζουν κάτι από τη γλώσσα του “ματάκια” στο παραπάνω τραγούδι.

Ζόρικος, κρεμανταλάς, ο καιρός που κουβαλάς
η ζωή σου μια νταλίκα, με μπαγκάζια και με ΙΚΑ,
τώρα απόκτησες καβούκι και αμάξι σπορ μοντέλο
τώρα σκάλωσες στο λούκι κι είσαι αλλιώτικο καπέλο.

Η ζωή σου ντούμπλε – φας, μέσα κι έξω τη φοράς
η καρδούλα σου γκαζιέρα, δίχως γκάζι και αγέρα.
(Από το τραγούδι «Νταλίκα», σε μουσική Δήμου Μούτση. Δίσκος: «Φράγμα». Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου)

Ο δίσκος με τον Χάρρυ Κλύνν δίνει παράλληλα στον Τριπολίτη και την αφορμή για πρώτη φορά να φανερώσει και μία πτυχή της στιχουργικής του που επίσης θα συναντήσουμε κι αργότερα: το υπόγειο, καυστικό, πολλές φορές πικρό χιούμορ του, που στα επόμενα χρόνια θα το δούμε να επιστρατεύεται από τον ίδιο σε ορισμένες ιδιαίτερες στιγμές της εργογραφίας του. Από τις «Κουβεντούλες με τον Φρόυντ» και τις «Διαδόσεις» του Δήμου Μούτση, μέχρι το «Επεμβαίνεις» του Σταμάτη Κραουνάκη και τον «Βεελζεβούλ» του Θάνου Μικρούτσικου, ο Τριπολίτης δίνει δείγματα μιας καυστικής γραφής που σχεδόν κανένας στιχουργός της γενιάς του δεν κατάφερε να παρουσιάσει. Το χιούμορ μετατράπηκε στα χέρια του σε εργαλείο για να πει τα πιο σοβαρά πράγματα.

Άφησες για μπουφάν και τσίχλες
του ονείρου σου τις ζόρικες ομίχλες,
γκομενίτσες κουλτουριάρες
όλο καμπύλες και καμάρες.
(Από το τραγούδι «Κουβεντούλες με τον Φρόυντ» σε μουσική Δήμου Μούτση. Δίσκος: «Φράγμα». Ερμηνεία: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Δήμος Μούτσης, Άλκιστης Πρωτοψάλτη)

Επεμβαίνεις με πυρρά κατευθυνόμενα
στο σπίτι μου, σους φίλους και τον γκόμενο
με εντάλματα και σπαστικά, με κόλπα τρομοκρατικά
επεμβαίνεις
μ’ έκανες μπαλάκι τένις.
(Από το τραγούδι «Επεμβαίνεις» σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη. Δίσκος: «Σκουριασμένα χείλια». Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού, Γιώργος Ζαμπέτας)

Δεν έχω πια πρεστίζ και σέβας, κι ας ήμουν γκόμενος της Εύας
δε με φοβούνται ούτε οι θρήσκοι και με νομίζουν μπόμπα ουίσκι.
Δεν είναι να εμπιστεύεσαι της αγοράς τα ήθη
έτσι μου ξευτιλίσανε και το παραμύθι.
(Από το τραγούδι «Βεελζεβούλ» σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Δίσκος: «Συγνώμη για την άμυνα». Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στην περίοδο μέχρι το 1980, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία στη συνάντηση του Κώστα Τριπολίτη με τον Γιώργο Χατζηνάσιο. Η πρώτη τους συνεργασία έγινε το 1979 στο δίσκο «Εικόνες» με ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Γαλάνη. Ο Τριπολίτης υπογράφει έξι τραγούδια τού δίσκου, και είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά που οι στίχοι του σημειώνουν επιτυχία στο ευρύ κοινό με το τραγούδι «Ζω», καθώς επίσης και με «Το γρανάζι» αλλά και το «Κοίτα πράγματα». Την αμέσως επόμενη χρονιά, γράφει στίχους για δύο ακόμα τραγούδια σε μουσική Χατζηνάσιου που κυκλοφόρησαν με ερμηνεύτρια την Τάνια Τσανακλίδου στο δίσκο «Χωρίς ταυτότητα». Κι είναι ακριβώς αυτός ο δίσκος που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως την τομή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη περίοδο της στιχουργικής του. Μονάχα με δύο τραγούδια με τα οποία συμμετέχει στο «Χωρίς ταυτότητα», ο Τριπολίτης πραγματοποιεί την πλέον συνειδητή και ξεκάθαρη στροφή του σ’ ένα είδος τραγουδιού που θα υπηρετήσει και θα εξελίξει ο ίδιος μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Τόσο με «Τα Σάββατα» όσο και με «Τα κόκκινα φώτα του μπαρ», στήνει τις ράγες πάνω στις οποίες θα κινηθεί στο εξής το στιχουργικό του όχημα: από τη μία ο βαθιά πολιτικός, ευθύς, ενίοτε σκληρός και απότομος λόγος του, κι απ’ την άλλη ο σκοτεινός κόσμος της νύχτας όπου η ανθρώπινη επαφή γίνεται ανάγκη επιτακτική, μέσα σε ένα σκηνικό παρακμής και μοναξιάς.

Τα όνειρα, τα βήματα και το κορμί σου τράβα τα
στο σινεμά, στην ψησταριά, στη ντισκοτέκ τα Σάββατα.
Το σπίτι σου, τα μάτια σου και την καρδιά σου σφάλιστα
έτσι, σκυφτός να προχωράς, κι όλο να λες τα «μάλιστα».
(Από το τραγούδι «Τα Σάββατα». Δίσκος: «Χωρίς ταυτότητα»)

Φοβάμαι
οι άνθρωποι αλλάζουν την ώρα που σπάζουν
φοβάμαι
τα μάτια βραδιάζουν, κι εμένα διαβάζουν
φοβάμαι
τα κόκκινα φώτα του μπαρ.
(Από το τραγούδι «Στα κόκκινα φώτα του μπαρ». Δίσκος: «Χωρίς ταυτότητα»)

Η χρονιά του 1981

Το 1981 είναι μια καθοριστική χρονιά για τον Κώστα Τριπολίτη. Είναι κατ’ αρχάς η πρώτη φορά που υπογράφει ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Ραντάρ» και «Επιβάτης» με τον Μίκη Θεοδωράκη, Φράγμα» με τον Δήμο Μούτση, «Σκουριασμένα χείλια» με τον Σταμάτη Κραουνάκη, ενώ παράλληλα συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Γιώργο Χατζηνάσιο υπογράφοντας τη δεύτερη πλευρά του δίσκου «Πίσω απ’ τη βιτρίνα» που περιλαμβάνει έξι τραγούδια (τους στίχους στην πρώτη πλευρά υπέγραφε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος). Αυτοί οι τέσσερεις κύκλοι τραγουδιών οριοθετούν την αφοσίωσή του στην αναζήτηση ενός καινούργιου κώδικα επικοινωνίας με το κοινό, που στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός απόλυτα προσωπικού πολιτικού λόγου στο τραγούδι. Παράλληλα, στα τραγούδια των τεσσάρων αυτών δίσκων του 1981 είναι συμπυκνωμένη ολόκληρη η θεματολογία αλλά και τα εκφραστικά μέσα που ο Τριπολίτης επανέλαβε με επιμονή μέσα στα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν. Θα έλεγε κάποιος ότι όλα τα τραγούδια του «Ραντάρ» και του «Επιβάτη», καθώς και τα περισσότερα από το «Φράγμα» και ορισμένα από τα «Σκουριασμένα χείλια», είναι το λάιτ μοτίφ (το καθοδηγητικό μοτίβο, για να χρησιμοποιήσουμε κι έναν μουσικό όρο), στον οποίο κινείται η στιχουργική του από τότε μέχρι και σήμερα. Ακόμα και με τον Γιώργο Χατζηνάσιο, που μαζί του λίγα χρόνια πριν είχε σημειώσει τις πρώτες του εμπορικές επιτυχίες με το «Ζω» και το «Γρανάζι», δε φαίνεται πλέον διατεθειμένος να ακολουθήσει την ίδια επιτυχημένη συνταγή.

Μέσα μου σέρνω μια Ελλάδα
που αγκομαχάει και βήχει
και όλο ξύνει τις πληγές της
με το νύχι.
(«Μια πατρίδα» σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου. Δίσκος: «Πίσω απ’ τη βιτρίνα». Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας)

Η στιχουργική του Τριπολίτη μπαίνει σε καινούργια μονοπάτια. Αν διακινδυνεύσουμε να ορίσουμε μια σχέση πάνω στην οποία κινείται από κει και έπειτα η θεματολογία του, θα τη βρούμε στο δίπτυχο: Εξουσία - Άνθρωπος. Τα τραγούδια του εστιάζουν στις κάθε λογής εξουσίες και πως αυτές διαβρώνουν τη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου. Δε χαρίζεται πλέον σε κανέναν. Ούτε στις εξουσίες αλλά ούτε και στο άνθρωπο, που με αντάλλαγμα μια πλαστή ευημερία επιδίδεται σε ένα άνευ όρων ξεπούλημα. Απ’ τη μία η εξουσία και τα μέσα που χρησιμοποιεί, κι απ’ την άλλη ο άνθρωπος – καταναλωτής που έχει μετατραπεί κι ο ίδιος σε προϊόν προς κατανάλωση, θα αποτελούν από δω και στο εξής τον πυρήνα της θεματολογίας των τραγουδιών του. Οι υπεκφυγές και η αοριστολογία δεν έχουν πλέον καμία απολύτως θέση σε αυτά. Ο λόγος του γίνεται ευθύς και κοφτερός.

Λέγε την άσφαλτο γυαλί
που χαρακώνονται οι πολλοί,
λέγε τα σπίτια φυλακές
και τις ζωής μας πλαστικές.
Λέγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
και διαπίστωνε αργούς θανάτους.
(«Λέγε», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Δίσκος: «Ραντάρ». Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα οι φυλακές και τα ψυχιατρεία.
Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα οι εκκλησιές και τα στενά σχολεία
(«Τα σύνορα εδώ», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Δίσκος: «Επιβάτης». Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη / Μαργαρίτα Ζορμπαλά)

Μπορούμε να γεμίσουμε ακόμα πολλές σελίδες αν συνεχίσουμε να μιλάμε για ένα προς ένα τα τραγούδια του που εκδόθηκαν το 1981. Από το «Δε λες κουβέντα», το «Γράμμα από τη Λεγεώνα των Ξένων» και το «Ερηνούλα μου» του Δήμου Μούτση, την «Εφαρμογή», την «Αγάπη» και τη «Σύνοψη» του Μίκη Θεοδωράκη, τα «Ηλεκτρισμένα» και το «Κόκκινο κουμπί» του Σταμάτη Κραουνάκη, μέχρι το «Ώρα εφτά ηλεκτρικός» του Γιώργου Χατζηνάσιου, ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Η δεκαετία του ‘80

Από το 1982 μέχρι και σήμερα, ο Τριπολίτης υπογράφει τέσσερεις ακόμα ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών, το «Όλα από χέρι καμένα» και το «Συγνώμη για την άμυνα» με τον Θάνο Μικρούτσικο, το «Ρίνγκ» με τον Τάκη Μπουγά, καθώς επίσης και τις «Γέφυρες» με τον Διονύση Τσακνή, ενώ συναντάμε και αρκετά δικά του τραγούδια διάσπαρτα σε δίσκους του Αντώνη Βαρδή, του Νίκου Ζιώγαλα, του Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ, της Νένας Βενετσάνου, του Λίνου Κόκοτου, της Μάρθας Μεναχέμ και άλλων.
Εξαίρεση όσων αναφέρονται πιο πάνω για την μετά το ’81 στιχουργική του, αποτελεί ο τελευταίος προσωπικός δίσκος του Μιχάλη Βιολάρη με τίτλο «Το γαϊτανάκι της ζωής». Πρόκειται για μία μάλλον αποτυχημένη απόπειρα επιστροφής του νεοκυματικού ερμηνευτή στην καινούργια μουσική και δισκογραφική κατάσταση της δεκαετίας εκείνης. Η μουσική του δίσκου είναι του Ανδρέα Πρέζα, και ο Τριπολίτης γράφει τους στίχους σε τέσσερα τραγούδια που είναι εντελώς εκτός κλίματος της στιχουργικής του, όπως αυτή εξελίχτηκε από το ’81 και μετά.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει προσφέρει σπουδαία δείγματα γραφής, που δικαίως τον κατατάσσουν στη λίστα με τους σημαντικότερους σύγχρονους έλληνες στιχουργούς. Αξίζει στο σημείο αυτό  να αναφέρουμε και ένα ακόμα στοιχείο: μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν από το ’81 και μετά, υπάρχουν και δύο περιπτώσεις όπου δεν εμφανίζεται στη δισκογραφία με το δικό του όνομα, αλλά με το ψευδώνυμο Κώστα Άλλος. Στο δίσκο «Ρίνγκ» που εκδόθηκε το 1987 σε μουσική του Τάκη Μπουγά, με ερμηνεύτριες την Τάνια Τσανακλίδου, τη Μαρία Κανελλοπούλου και τη Μαρινέλα, ο Τριπολίτης υπογράφει τα εννέα τραγούδια ως Κώστας Άλλος, και τα άλλα δύο («Ρινγκ» και «Παράθυρα»), με το πραγματικό του όνομα. Το ίδιο ψευδώνυμο χρησιμοποιεί και κάποια χρόνια αργότερα, το 1994, υπογράφοντας με αυτό τέσσερα από τα δώδεκα τραγούδια του Αντώνη Βαρδή στο δίσκο «Κοινή γνώμη», ενώ μόλις σε ένα (στο ομότιτλο) υπογράφει με το πραγματικό του όνομα. Παρ’ όλ’ αυτά, πίσω από το ευφυές ψευδώνυμο που επινόησε, μπορούμε να αναγνωρίσουμε με ευκολία την ιδιαίτερη γραφή του.
Μονάχα εικασίες μπορούμε να κάνουμε σχετικά με τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να αλλάξει “ταυτότητα” σε αυτά τα 13 συνολικά τραγούδια. Όπως και να ‘χει, αξίζει να καταγραφεί και αυτό το “παιχνίδι” τού Τριπολίτη ως Άλλου, μαζί με δύο απόσπασμα τραγουδιών του από εκείνους τους δίσκους:

Ταγκό των παρανόμων, κρυφών δικαιωμάτων
τα βράδια των Σαββάτων,
εσύ κορμί των δρόμων, ο κύριος των σωμάτων
και πάντων αοράτων.
Αχ, με πήρε το ελικόπτερο της άγριας φαντασίας
κι ο έρωτάς μου γίνεται μια πράξη απελπισίας.
(Από το τραγούδι «Ελικόπτερο» σε μουσική Τάκη Μπουγά. Δίσκος: «Ρίνγκ». Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου)

Σε σκότωσα με όλη τη δύναμη
ενός φανταστικού θανάτου,
γιατί ο καιρός ήρθε γρήγορα
καθένας μας να ρίξει τα είδωλά του.
Στη πυρά των ονείρων μου , δε σ’ αφήνω να καις
γιατί, κι αυτά ακόμα τα όνειρα
θέλουν προοπτικές (…)
(Από το τραγούδι «Προοπτικές», σε μουσική Αντώνη Βαρδή. Δίσκος: «Κοινή γνώμη». Ερμηνεία: Αντώνης Βαρδής)

Η στιχουργική του Κώστα Τριπολίτη

Ένα από τα πολλά στοιχεία που καθιστούν τη γραφή του Τριπολίτη τόσο ιδιαίτερη αλλά και αναγνωρίσιμη, είναι η μορφή των στίχων του. Αν αποστασιοποιηθούμε προσωρινά από τις μουσικές που ντύνουν τους στίχους του και τους αντιμετωπίσουμε ως κείμενα, θα διαπιστώσουμε ότι πολλές φορές δεν ακολουθούν μια αυστηρή δομή στην ομοιοκαταληξία και στο ρυθμό. Οι συλλαβές τοποθετούνται άναρχα, κάποιες φορές η κάθε στροφή στο ίδιο τραγούδι διαφέρει από την προηγούμενη και την επόμενη σε δομή, ο λόγος μοιάζει περισσότερο προφορικός και λιγότερο γραπτός. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα περισσότερα – αν όχι σε όλα – τα τραγούδια με το Δήμο Μούτση, καθώς επίσης και στα τραγούδια με το Θάνο Μικρούτσικο και τον Διονύση Τσακνή.
Ουσιαστικά πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες καινοτομίες που εισήγαγε με τέτοιο οργανωμένο και επαναλαμβανόμενο τρόπο στο ελληνικό τραγούδι. Για τον Τριπολίτη, ένα τραγούδι οφείλει να είναι χρήσιμο, να έχει πράγματι κάτι σημαντικό να πει. Για το σκοπό αυτό αξίζει να θυσιαστεί η ομοιοκαταληξία που θα το έκανε πιο προσιτό στον μέσο ακροατή, αξίζει η πλήρης αποδόμηση της μορφής προς όφελος του περιεχομένου, η αναζήτηση νέων εκφραστικών μέσων ώστε περιεχόμενο και μορφή να λειτουργούν το ένα προς όφελος του άλλου. Αυτός είναι και ο λόγος που δε θα δούμε εύκολα τα τραγούδια του να γίνονται τσιτάτα. Είναι επίσης και ο λόγος που πολλές φορές στα τραγούδια του ακούμε τη μουσική να αλλάζει αιφνιδιαστικά ρυθμό και μέτρο˙ είναι οι απόπειρες των συνθετών να ακολουθήσουν την ιδιαίτερη γραφή του. Είναι το “γύρισμα” ρυθμού και μουσικής πχ στο «Σχήμα λόγου», που αναγκάζει τον Αντώνη Βαρδή να εφεύρει ένα καινούργιο τραγούδι μέσα στο τραγούδι:

Ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται
το λόγο αυτόν εγώ τον σεβάστηκα.
Και να! η Τροία ακόμη καίγεται.
Και να! ο Αδόλφος υψώνει τη σβάστικα.
Νίκη!
Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα
κι εγώ δεν έχω για νοίκι,
φορούσε μαύρο νυφικό η περσινή μας η κοπέλα
κι ο λόγος αυτός την ανήκει. (…)
(Από το τραγούδι «Σχήμα λόγου» σε μουσική του Αντώνη Βαρδή. Δίσκος: «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα». Ερμηνεία: Αντώνης Βαρδής, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας)

Είπατε ό,τι είχατε να πείτε.
Προσοχή: η μνήμη όταν επιστρέφει,
εκδικείται με τις ίδιες άδειες λέξεις
που σ’ αυτήν θ’ αποταθείτε.
Η ζωή ενθάδε κείται,
κι όχι μόνον η ζωή.
(«Και όχι μόνον». Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος. Δίσκος: «Συγνώμη για την άμυνα». Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Σίγουρα η μελοποίηση στίχων του Τριπολίτη δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση για τους συνθέτες, οι οποίοι με τη σειρά τους οφείλουν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς του λόγου του που διαρκώς αλλάζουν. Η τακτική όμως αυτή του Τριπολίτη δε γίνεται από εμμονή ή πρόθεση για καινοτομία γενικώς κι αορίστως. Πρόκειται για μία συνειδητή επιλογή που σκοπό έχει να θέσει τον ακροατή απέναντι στο περιεχόμενο τού τραγουδιού του χωρίς να εκβιάσει το συναίσθημα.
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η νέα γενιά στιχουργών επιδόθηκε σε έναν αγώνα δρόμου με σκοπό να ανακαλύψει τα εκφραστικά μέσα που θα μπορούσαν να αποδώσουν συναισθήματα που γεννά η ίδια η καθημερινότητα. Γεννήθηκε έτσι νέο είδος αστικού τραγουδιού, που μπορεί μεν να πρόσφερε σπουδαία δείγματα, όμως πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε μανιέρα. Ιδίως στις περιπτώσεις όπου ορισμένοι στιχουργοί βρήκαν τη μαγική συνταγή και άρχισαν να μιμούνται τον ίδιο τους τον εαυτό, το τραγούδι τους έπαψε να τροφοδοτεί το συναίσθημα και αρκέστηκε μονάχα στο να το εκβιάζει. Αντίθετα, ο Τριπολίτης έπλασε μια απόλυτα προσωπική γλώσσα, επιδιώκοντας την αφύπνιση της συνείδησης που τροφοδοτεί το συναίσθημα. Τα τραγούδια του είναι στοχευμένα, θέλουν πάντα κάτι συγκεκριμένο να καταδείξουν. Η φλου αρτιστίκ αισθητική που περιγράψαμε πιο πάνω, αυτή που κινητοποιεί μονάχα το συναίσθημα αλλά στο τέλος δεν αφήνει κανένα συγκεκριμένο φορτίο πέραν μιας θολής και αόριστης συναισθηματικής φόρτισης, δεν αφορά ούτε στο ελάχιστο τον Τριπολίτη.
Όσο και να ψάξουμε, δε θα βρούμε κανέναν στιχουργό ή τραγουδοποιό να έχει αφομοιώσει τον τρόπο που ο Τριπολίτης τοποθετεί τον ακροατή απέναντι αλλά και μέσα στα θέματά του. Κι αυτό γιατί δεν αρκεί ο σωστός χειρισμός της γλώσσας και δυο - τρία κλειδιά που θα ανακαλύψει κάποιος επίδοξος στιχουργός για να μαγνητίσει τον δέκτη. Χρειάζεται μια άλλου είδους διεισδυτική ματιά, που από την αρχική της πρόθεση μέχρι το τελικό αποτέλεσμα δε θα παρεκκλίνει από τον μοναδικό της στόχο: ένα τραγούδι ικανό να κινητοποιήσει τον ακροατή και όχι να παίξει το ρόλο του μεταπράτη ανάμεσα στον ίδιο και τα συναισθήματά του. Αυτή αποτελεί την βασική αρχή της στιχουργικής του Τριπολίτη.
Οι στίχοι του έχουν μεγαλύτερη σχέση με την πεζογραφία παρά με την ποίηση. Μοιάζουν περισσότερο με μικρές νουβέλες που παρασύρουν σε κόσμους όπου το σκηνικό είναι το περιβάλλον του ακροατή, η καθημερινότητά του, ο ίδιος του ο βίος, παρά με ποιήματα που κουβαλούν εικόνες που υπαινίσσονται τον βίο αυτό. Γι’ αυτό κι επιλέγει πεισματικά να μιλήσει για τη σκληρή όψη αυτής της πραγματικότητας. Στον κόσμο του Τριπολίτη τα πράγματα αξίζει να λέγονται μονάχα με το πραγματικό τους όνομα. Δεν επινοεί ένα δικό του περιβάλλον που αντλεί ερεθίσματα από τις προσωπικές του αγωνίες. Είναι η πραγματικότητα που τροφοδοτεί τις αγωνίες του, και σ’ αυτή την ίδια τις επιστρέφει με τη μορφή στίχων.

Στη χώρα του απροσδιόριστου
στο χρόνο ζω του αόριστου,
του αόρατου και του άοσμου
παραπατώντας στο χάος μου.
(Από το τραγούδι «Φετίχ». Μουσική: Διονύσης Τσακνής. Δίσκος: «Γέφυρες». Ερμηνεία: Διονύσης Τσακνής)

Μέσα στο δικό του στιχουργικό περιβάλλον, τα πάντα αποκτούν τις πραγματικές τους διαστάσεις: η καθημερινότητα, η ανθρώπινη επικοινωνία, η μοναξιά, ο έρωτας, η γυναίκα, η πολιτική, η εξουσία. Ο Τριπολίτης αφήνει άλλους να μιλήσουν για τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων. Εκείνος στρέφει τη ματιά του μακριά από παραμορφωτικούς καθρέφτες και αντιμετωπίζει την πραγματικότητα γυμνή. Το σημαντικότερο είναι ότι κατορθώνει να διαβάσει την εποχή του με τέτοιο διεισδυτικό τρόπο, γι’ αυτό και θεωρείται ο στιχουργός που έχει αρθρώσει τον πιο μεστό και ουσιαστικό πολιτικό λόγο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Είναι μοναδικός ο τρόπος που αφουγκράστηκε την ελληνική κοινωνία τα τελευταία τριάντα χρόνια και μίλησε μέσα στην εποχή του. Παρατηρώντας κάποιος την ανάπτυξη της στιχουργικής του από το ’81 μέχρι και σήμερα, θα μείνει πραγματικά έκπληκτος μπροστά στην οξυδέρκεια και την διεισδυτική ματιά του. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που ακούμε πολλές φορές να μιλάνε ορισμένοι για την διαχρονικότητα των τραγουδιών του, αλλά και για την ικανότητά του να γράφει τραγούδια που προηγούνται της εποχής του.
Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η φιλολογία για το “πόσο μπροστά” είναι η στιχουργική του Τριπολίτη είναι μια εντελώς λανθασμένη τοποθέτηση. Δε διαθέτει μαντικές ικανότητες ώστε να προβλέπει το μέλλον. Διαθέτει όμως τη μοναδική ικανότητα να “διαβάζει” το σήμερα, να αφουγκράζεται το παρόν και να παρατηρεί αντιδράσεις και πρακτικές γύρω του. Όταν για παράδειγμα κατέρρευσαν οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και εγκαινιάστηκε η Νέα Τάξη Πραγμάτων με τον πόλεμο του Περσικού, ο Τριπολίτης έγραφε το «Ανεμολόγιο». Ακόμα και σήμερα το τραγούδι ακούγεται σαν να γράφτηκε μόλις χθες. Αυτό όμως δεν καθιστά τον Τριπολίτη “μάντη”. Το ότι δεν υπάρχει άλλος στιχουργός (ίσως με μοναδική εξαίρεση τον Άλκη Αλκαίο) που να αφουγκράστηκε την εποχή του φιλτράροντάς την μέσα από ένα αμιγώς πολιτικό φίλτρο, καταδεικνύει ακριβώς ένα μεγάλο κενό που υπάρχει στο ελληνικό τραγούδι από τη μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα. Τελικά, αυτό που κατάφερε ο Τριπολίτης είναι να μιλήσει πέρα από το σύνθημα, πλάθοντας καινούργιους κώδικες επικοινωνίας μέσω του μαζικότερου και πιο αποτελεσματικού μέσου που είναι το τραγούδι.


Επίλογος – Δισκογραφία

Στην προσπάθεια να γίνει μία έγκυρη καταγραφή της δισκογραφίας του Κώστα Τριπολίτη, το internet αποδείχτηκε πολύτιμος σύμβουλος, αν και σε πολλές περιπτώσεις χρειάστηκε διασταύρωση των πληροφοριών μιας και διαπιστώθηκαν αρκετά λάθη και παραλείψεις. Ο παρακάτω κατάλογος με τα τραγούδια που έχουν εκδοθεί στη δισκογραφία αποτελεί περισσότερο αφορμή για περεταίρω έρευνα, παρά μια πλήρης καταγραφή των στίχων του Κώστα Τριπολίτη.

1977 – Βασιλική Λαβίνα: Πες μου
  1. Ποια είμαι και τι θέλω (μουσική: Λίνος Κόκοτος)
  2. Αχ η ζωή μου (μουσική: Λίνος Κόκοτος)
  3. Έτσι κι εγώ σ’ αγάπησα (μουσική: Μίμης Πλέσσας)

1979 – Χάρρυ Κλύνν: Για δέσιμο (μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης)
  1. Ώχου χαβαλές
  2. Το τέρας του Λόχνες
  3. Η Ηλεκτρούλα
  4. Ο κύριος Χατζηλάστιχος

1979 – Χριστιάνα: Χριστιάνα
  1. Δυο νότες από τον Σοπέν (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)
  2. Θα φύγω όταν κοιμάσαι (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)
  3. Τα χειλάκια μου ματώνεις (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

1979 – Μπέσσυ Αργυράκη: Μεγάλη στιγμή
  1. Μεγάλη στιγμή (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)
  2. Ανασαίνω (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

1979 – Γιώργος Χατζηνάσιος: Εικόνες (τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη)
  1. Ζω
  2. Κοίτα πράγματα
  3. Κι είχα μοιραστεί μαζί σου
  4. Το γρανάζι
  5. Μη γελάς
  6. Είναι πληγή η αγάπη μου

1980 – Χριστιάνα: Τι να μας κάνει η νύχτα
  1. Σου πήρα την καρδιά (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

1980 – Λιζέττα Νικολάου: Σ’ αγάπησα, μ’ αγάπησες
  1. Ήρθες νύχτα (μουσική: Αντώνης Βαρδής)

1980 – Γιώργος Χατζηνάσιος: Χωρίς ταυτότητα (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
  1. Τα Σάββατα
  2. Στα κόκκινα φώτα του μπαρ

1980 – Νένα Βενετσάνου: 6 ελληνικά τραγούδια & 5 τραγούδια σε ποίηση Paul Eluard
  1. Απόπειρα

1981 -  Μιχάλης Βιολάρης: Το γαϊτανάκι της ζωής (μουσική: Ανδρέας Πρέζας)
  1. Ο κόσμος είναι όνειρο
  2. Καρδούλα μου αντάρτισσα
  3. Εσύ ήσουνα για μένα
  4. Αυτό μη το ξεχάσεις

1981 – Μίκης Θεοδωράκης: Επιβάτης (τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη_MINOS EMI / Μαργαρίτα Ζορμπαλά_LYRA)
  1. Επιβάτης
  2. ‘80
  3. Αφιέρωμα (Με σημαία και περίστροφο)
  4. Τώρα (ΟΤΕ)
  5. Απόστημα
  6. Το τραγούδι μου
  7. Όλοι
  8. Κυριακές
  9. Αν
  10. Στη νύχτα σου δοσμένος
  11. Σαν να μην έζησα ποτέ
  12. Τα σύνορα εδώ

1981 – Μίκης Θεοδωράκης: Ραντάρ (τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας)
  1. Αγάπη
  2. Εφαρμογή
  3. Ξημερώνει
  4. Λέγε
  5. Ως το τέρμα
  6. Δε θέλω πια
  7. Τη ζωή μου έχω χάσει
  8. Χειρολαβή
  9. Ξένος
  10. Ραντάρ
  11. Χωρίς φεγγάρια
  12. Σύνοψη

1981 – Γιώργος Χατζηνάσιος: Πίσω απ’ τη βιτρίνα (τραγούδι: Γιάννης Κούτρας)
52. Τώρα θυμάσαι
53. Πίσω απ’ τη βιτρίνα
54. Αν ρωτάς τι τρέχει
55. Ώρα εφτά ηλεκτρικός
56. Μια πατρίδα
57. Η πόλη αυτή

1981 – Δήμος Μούτσης: Φράγμα
58. Γράμμα από την Λεγεώνα των Ξένων (τραγούδι: Δήμος Μούτσης)
59. Ερηνούλα μου (Delenda est) (τραγούδι: Δήμος Μούτσης)
60. Φράγμα (τραγούδι: Δήμος Μούτσης)
61. Δε λες κουβέντα (τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου – Δήμος Μούτσης)
62. Κουβεντούλες με τον Φρόυντ (τραγούδι: Δήμος Μούτσης, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Άλκιστη Πρωτοψάλτη)
63. Στον ίδιο παρανομαστή (τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου)
64. Νταλίκα (τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου)
65. Διαδόσεις (τραγούδι: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Δήμος Μούτσης)

1981 – Σταμάτης Κραουνάκης: Σκουριασμένα χείλια (τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού)
66. Κόκκινο κουμπί
67. Ηλεκτρισμένα
68. Έτσι κι αλλιώς
69. Σε γύρεψα
70. Επεμβαίνεις (τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού – Γιώργος Ζαμπέτας)
71. Συχνότητα
72. Έξω οι φωνές
73. Τζετ
74. Όργανο εκτελεστικό

1983 – Λίνος Κόκοτος: Νά ‘ταν η ζωή τραγούδι
75. Σαν παλιό αλφαβητάρι (τραγούδι: Γλυκερία)

1986 – Αντώνης Βαρδής: Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα
76. Σχήμα λόγου (τραγούδι: Αντώνης Βαρδής, Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας)

1987 – Διονύσης Τσακνής: Το τρίτο μάτι
77. Tο τρίτο μάτι

1987 – Τάκης Μπουγάς: Ρίνγκ (οι περισσότεροι στίχοι υπογράφονται με το ψευδώνυμο Κώστα Άλλος)
78. Πειρασμός (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
79. Ρινγκ (Κώστας Τριπολίτης) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)
80. Ψεύτικη απάντηση ενός απογεύματος (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρινέλλα)
81. Ελικόπτερο(Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
82. Χημικά (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)
83. Παράθυρα (Κώστας Τριπολίτης) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
84. Τηλεφωνώ (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρινέλλα)
85. Τύπισσα (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
86. Βρώμικο (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)
87. Με κάμερα και φλας (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
88. Παραλία 6μ.μ. (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)

1987 - Η Χάρις Αλεξίου σε απρόβλεπτα τραγούδια
89. Οι ακροβάτες (μουσική: Θάνος Μικρούτσικος)

1987 – Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ: Αγώνες Ταχύτητας
90. Στη μνήμη των φίλων

1987 – Νίκος Ζιώγαλας: Ό,τι πεις απόψε θα γίνει
91. Γκέτο

1988 – Θάνος Μικρούτσικος: Όλα από χέρι καμένα (τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
92. Όλα από χέρι καμένα
93. Μπουμ
94. Κάντιλακ
95. Ένα μπλουζ
96. Αλίκη
97. Κοντρόλ
98. Ηλεκτρικό πρόβατο
99. «Πρωταθλητής»
100. Γενέθλια ‘86
101. Ονειρεύομαι (L.A.)

1989 – Θάνος Μικρούτσικος: Όσο κρατάει ένας καφές
102. Άρλεκιν (τραγούδι: Θάνος Μικρούτσικος)

1989 – Θάνος Μικρούτσικος: Συγγνώμη για την άμυνα (τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας)
103. Ανεμολόγιο
104. Χαίρε φτώχεια
105. Συγγνώμη για την άμυνα
106. Μοναξιά… χιλιάδες φύλλα
107. Προσπέκτους
108. Βεελζεβούλ
109. Μίσος
110. Ένα και το αυτό
111. Παλίρροια
112. 1-0
113. Και όχι μόνον

1991 – Γ. Νταλάρας – Β. Παπακωνσταντίνου: Ζωντανή ηχογράφηση στο Αττικόν
114. Lil (Μόνο λόγια) (μουσική: παραδοσιακή Ισπανίας – τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας)

1994 – Αντώνης Βαρδής: Κοινή γνώμη (οι περισσότεροι στίχοι υπογράφονται με το ψευδώνυμο Κώστα Άλλος)
115. Κοινή γνώμη (Κώστας Τριπολίτης)
116. Το αρσενικό είναι τοξικό (Κώστας Άλλος)
117. Προοπτικές (Κώστα Άλλος)
118. Είμαι ερημιά (Κώστας Άλλος)
119. Σκύλα βροχή (Κώστας Άλλος)

2002 – Διονύσης Τσακνής: Γέφυρες
120. Ράλι δακρύων
121. Πρόεδρε… (τραγούδι: Διονύσης Τσακνής, Σπείρα - σπείρα)
122. Το κοινό (τραγούδι: Σταμάτης Κραουνάκης, Διονύσης Τσακνής, Σπείρα – σπείρα)
123. Φετίχ
124. Τύραννος (τραγούδι: Γιώργος Μεράντζας)
125. Στον ήλιο του ανύπαρκτου
126. Μηχανικός baby…
127. Του Τσιτσάνη η συννεφιά (τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος)
128. Αυτά που λες (τραγούδι: Κώστας Μακεδόνας, Φίλιππος Πλακιάς, Διονύσης Τσακνής)

2007 - Μάρθα Μεναχέμ: Μικρή ελεγεία
129. Lacrima (τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος)
130. Λιβελόγραμμα (τραγούδι: Μάρθα Μεναχέμ, Γιάννης Λεκόπουλος)

-----------------------------------
Δημοσιεύτηκε στο www.musicpaper.gr