Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

“Κοίτα πως φεύγει η ζωή, κοιμηθήκαμε παιδία, ξυπνήσαμε μεγάλοι…”

Από το 2008 που ο Θέμος Σκανδάμης παρουσίασε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, το Μακροβούτι, είχαμε κι από εδώ μιλήσει για μία ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδοποιού που δε θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Μεσολάβησαν περίπου τέσσερα χρόνια με συνεχή παρουσία σε μουσικές σκηνές και συναυλίες, για να φτάσουμε στο δεύτερο δίσκο του με τίτλο Η Μάρθα Φριντζήλα τραγουδά Θέμο Σκανδάμη. Πρόκειται για μία συλλογή δέκα τραγουδιών που έρχεται να επιβεβαιώσει τις αρχικές εντυπώσεις που άφησε το Μαρκοβούτι, ότι δηλαδή έχουμε να κάνουμε με έναν τραγουδοποιό που ήρθε στα μουσικά πράγματα για να μείνει αφήνοντας το προσωπικό του ίχνος. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου η δισκογραφία βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση και οι δημιουργοί κοιτούν αμήχανα μη ξέροντας για τι να τραγουδήσουν, κάτι τέτοιο αποκτά την δική του σημασία.
Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, η συνολική αισθητική του δίσκου σφραγίζεται από τις πληθωρικές ερμηνείες της Μάρθας Φριντζήλα. Η Φριντζήλα βρίσκει στα τραγούδια τού Σκανδάμη το γόνιμο έδαφος να ξεδιπλώσει όλη τη θεατρικότητά της, πατώντας παράλληλα με σταθερό βήμα στα λόγια και τις μουσικές χωρίς να αυθαιρετεί, διατηρώντας ισορροπίες που – κατά την ταπεινή μου γνώμη – μας παραπέμπουν σε αντίστοιχες συνεργασίες συνθετών με ερμηνευτές του παρελθόντος. Τότε που ο ερμηνευτής προσκαλούνταν από τον συνθέτη να τραγουδήσει το υλικό του, και έπαιρνε θέση μπροστά στο μικρόφωνο έχοντας πρώτη προτεραιότητα να γίνει το μέσον, το κανάλι απ’ το οποίο θα κυλίσει το τραγούδι, και όχι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η Φριντζήλα δεν παρασύρεται σε ερμηνευτικές υπερβολές. Αντιμετωπίζει τα τραγούδια όπως ένας ηθοποιός τον ρόλο του (γνώριμη όσο και πολύπλοκη διαδικασία, την οποία γνωρίζει καλά και λόγω της ιδιότητάς της ως ηθοποιός). Ενδεχομένως και η πολύχρονη γνωριμία της με τον Θέμο Σκανδάμη να της επέτρεψε να αντιμετωπίσει τα τραγούδια σα να είναι συνδημιουργός τους, κάτι που γεννιέται ως αίσθηση στον ακροατή ακούγοντας το δίσκο. Εδώ όμως έρχεται ο Θέμος Σκανδάμης για να εκπλήξει για δεύτερη φορά.
Η πρώτη ήταν με τον πρώτο του δίσκο και την πρωτοτυπία που μπορούσε να τη διακρίνει κανείς σε όλα τα επίπεδα: συνθέσεις, ενορχηστρώσεις και βεβαίως στα λόγια. Κι έρχεται αυτή η δεύτερη δουλειά, στην οποία θα περίμενε κανείς μία εξέλιξη σε όλα αυτά τα επίπεδα, με χρήση ενός “σύγχρονου” ήχου έτσι όπως τον ορίζουν πολλοί συνάδελφοί του τραγουδοποιοί ειδικά τα τελευταία χρόνια: μινιμαλιστικές ενορχηστρώσεις, πειραματισμοί, και απόλυτη έμφαση στον ήχο τον «εφάμιλλο του ευρωπαϊκού»… Όμως, όχι! Ο Σκανδάμης επιλέγει να φτιάξει ένα καινούργιο υλικό κοιτώντας πίσω, στις ρίζες του λαϊκού τραγουδιού. Χωρίς καν να μας έχει προετοιμάσει για κάτι τέτοιο από την προηγούμενη δουλειά του, στήνει ένα λαϊκό πάλκο και ανάμεσα στο μπουζούκι, στο ακορντεόν και την κιθάρα τοποθετεί την φωνή της Φριντζήλα να καθορίσει τα όρια των τραγουδιών. Πρωταρχικό ρόλο στο αποτέλεσμα παίζουν οι ενορχηστρώσεις του Βασίλη Μαντζούκη, που μεταφέρουν ατόφιο το κλίμα των τραγουδιών όπου αυτό πρέπει να αποδοθεί με τον τρόπο που οι παλιοί λαϊκοί συνθέτες έστηνα τις ορχήστρες ή πάλι εκεί που η ορχηστρική λιτότητα έχει νόημα και δεν γίνεται αυτοσκοπός.
Τα δάνεια στις μουσικές του Σκανδάμη είναι πολλά και θα μπορούσαμε να βρούμε σχεδόν σε όλα τα τραγούδια αντίστοιχες επιρροές. Η γοητεία όμως των τραγουδιών του έγκειται στον τρόπο με τον οποίο δίνει το δικό του μουσικό στίγμα στο καθένα ξεχωριστά. Μελωδίες καλά δουλεμένες, με όμορφα γυρίσματα και εκπλήξεις που δε μπορούν παρά να τραβήξουν το ενδιαφέρον του ακροατή. Το γενικό σύνολο ολοκληρώνουν οι – για ακόμα μία φορά – άκρως ενδιαφέροντες στίχοι που όμως αυτή τη φορά φαίνεται να ακολουθούν αντίστροφη πορεία σε σχέση με το Μακροβούτι: δεν καθορίζουν πάντα εκείνοι το κλίμα των τραγουδιών, αλλά μοιάζει να παρασύρονται οι ίδιοι από τις μελωδίες και τους ρυθμούς. Στο χασάπικο, στο ζεϊμπέκικο, στο συρτό, σε όποιον ρυθμό επιστρατεύει ο Σκανδάμης, τα λόγια του μπλέκονται ανάμεσά τους με μελετημένο τρόπο και πάντα έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν.
Όποιο δείγμα των στίχων κι αν διαλέξει κανείς, θα διαπιστώσει ότι είναι αντιπροσωπευτικό της σπίθας που κάνει τα τραγούδια του Θέμου Σκανδάμη να ελκύουν και να αποκαλύπτουν έναν τραγουδοποιό που ήρθε για να μείνει, όμως με τους δικούς του γοητευτικούς και απόλυτα προσωπικούς όρους.

Γι’ αυτό πριν σβήσει η βραδιά
πριν ο ήλιος την ανάγκη τη γριά ξυπνήσει
έλα σ’ αυτή την αγκαλιά.
Τρελός αυτός που δε θα τρελαθεί
απ’ της αγάπης το μεθύσι.
Από το τραγούδι Μην το Λυπάσαι


Η αγάπη δεν είναι μια λεπτομέρεια
δεν είναι, δηλαδή, μια τρίχα απ’ το σκοινί
μα το σκοινί το ίδιο.
Θέλεις κρατιέσαι, θέλεις κρεμιέσαι.
Από το τραγούδι Λεπτομέρεια


Έσπασε η χορδή του μύθου
και μου μάτωσε το χέρι.
Πίνω απ’ το αίμα αυτού του ήχου
δυο σταγόνες κάθε πρωί
και μια το μεσημέρι
Από το τραγούδι Όνειρο

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935 - 2012) - Χωρίς λόγια...


Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία


(ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου γραμμένο το 1982 λίγο πριν από την έναρξη συγγραφής του σεναρίου της ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα»)