Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

“Κι ο δρόμος θα σε φέρει, κοριτσάκι μου, ψηλά στις Αμαζόνες και στον Καύκασο…”

Σχεδόν παράλληλα με την εμφάνισή της ως ερμηνεύτρια στο πλευρό του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Μαμαγκάκη, η Νένα Βενετσάνου έδωσε το στίγμα της ως δημιουργός ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο δίσκος όμως που την καθιέρωσε ως συνθέτη στη συνείδηση του κοινού ήταν Το κουτί της Πανδώρας που εκδόθηκε το 1984 και περιελάμβανε μελοποιήσεις ποιημάτων της Μαρίας Πολυδούρη, της Γαλάτιας Καζαντζάκη και της Μυρτιώτισσας, καθώς και στίχους της Αιμιλίας Δάφνη και Μπέτης Κομνηνού. Δέκα χρόνια μετά, ο δίσκος επανεκδόθηκε σε ψηφιακή μορφή και αδικήθηκε παράφορα από την εταιρεία, αφού προτιμήθηκε η σύμπτυξη του πρώτου δίσκου της Βενετσάνου με Το κουτί της Πανδώρας, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν ορισμένα τραγούδια και από τους δύο δίσκους κι έτσι να καταστραφεί εντελώς η ομοιογένεια και των δύο.
Ανάμεσα στα τραγούδια που τελικά εντάχθηκαν στην ψηφιακή έκδοση, βρίσκουμε και Το σανδαλάκι σε στίχους της Μπέτης Κομνηνού. Αλλά κι εδώ, παρατηρούμε ότι ο τίτλος του τραγουδιού άλλαξε για τις ανάγκες της έκδοσης του cd(!). Ο αρχικός τίτλος είναι Α-μαζών Το σανδαλάκι, κάτι που βεβαίως έχει τη δική του σημασία για τις δημιουργούς του τραγουδιού. Στη Βικιπαίδεια βρίσκουμε ορισμένες κατατοπιστικές πληροφορίες: «Οι Αμαζόνες ήταν πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας. Μυθικός λαός κυνηγών και πολεμιστριών που κατάγονταν από τον θεό του πολέμου, Άρη, και τη νύμφη Αρμονία, ή κατά άλλη εκδοχή τη θεά Αθηνά. Το όνομά τους προέρχεται κατά μία εκδοχή από το στερητικό άλφα και τη λέξη μαζός που σημαίνει στήθος, επειδή ακρωτηρίαζαν ή συνέθλιβαν το δεξί στήθος των κοριτσιών τους για να διευκολύνουν το χειρισμό του τόξου.(…) Ο Όμηρος στην Ιλιάδα τις τοποθετεί στη Φρυγία και τη Λυκία. Όμως, πατρίδα των Αμαζόνων ήταν η Θεμίσκυρα του Ευξείνου Πόντου, που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Θερμώδοντα.(…) Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι κατέφυγαν σε βορειότερες περιοχές, στο βόρειο Καύκασο, μετά την ήττα τους από τον Ηρακλή, ο οποίος σε έναν άθλο του έπρεπε να πάρει τη ζώνη της βασίλισσας των Αμαζόνων, Ιππολύτης.»

.

Η συγκλονιστική φωνή της Βενετσάνου και ο καλπασμό του αλόγου στην εισαγωγή του τραγουδιού καθηλώνουν τον ακροατή, ενώ η λιτή ερμηνεία του Κώστα Γρηγορέα στην κιθάρα επιβάλλει με τη σειρά της ένα κλίμα μυσταγωγίας μοναδικό.

Όταν θα μεγαλώσεις, κοριτσάκι μου
θα πάρεις ένα δρόμο, δρόμο δύσκολο
μακρύ πολύ, να ξέρεις, δρόμο αλαργινό
τον κόσμο θα γνωρίσεις, αχ να σε χαρώ
να και το σανδαλάκι για το γυρισμό
μήλο μου μυρωμένο, μήλο μου μικρό.

Κι ο δρόμος θα σε φέρει, κοριτσάκι μου
ψηλά στις Αμαζόνες και στον Καύκασο
στην έρημο να ψάξεις και στην άβυσσο
την άμμο να τρυπήσεις και να βρεις νερό
να και το σανδαλάκι για το γυρισμό
μήλο μου μυρωμένο, μήλο μου μικρό.

Κι απ’ το νερό της άμμου μες στο φως θα βγει
το δέντρο αυτό του Νείλου, να λευτερωθεί
να και το σανδαλάκι για το γυρισμό
μήλο μου μυρωμένο, μήλο μου μικρό.

Είναι από εκείνες τις φορές που δε χωρούν καθόλου λόγια για να περιγράψει κανείς ένα έργο Τέχνης, όπως είναι αυτό το μοναδικό τραγούδι. Μέσα σε μόλις δύο λεπτά που διαρκεί, η Βενετσάνου και η Κομνηνού ολοκληρώνουν ένα νανούρισμα και την ίδια στιγμή ένα μίνι φεμινιστικό μανιφέστο, μια τρυφερή μπαλάντα και παράλληλα έναν ύμνο στη γυναικεία χειραφέτηση.
Κι αν Το Άρωμα του Τραγουδιού ήταν ραδιοφωνική εκπομπή, θα μετέδιδε αυτό το τραγούδι “αφιερωμένο εξαιρετικά”. Αλλά και τώρα, που είναι μονάχα ένα blog, πάλι αφιερωμένο εξαιρετικά το μεταδίδει...

Καλή Χρονιά σε όλους

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

“Μια φορά, τα μαλλιά σου σγουρά, να με πνίξουν βαλθήκαν…”

.

Η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου είναι μια διεθνούς φήμης πιανίστα, με πολύχρονη καριέρα και πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μεγαλωμένη σε μουσικό περιβάλλον, κόρη της διευθύντριας της θρυλικής Χορωδίας Τρικάλων Τερψιχόρης Παπαστεφάνου, η Αλεξάνδρα ασχολήθηκε από πολύ μικρή ηλικία με το πιάνο και εξελίχτηκε σε μία από τις σημαντικότερες ελληνίδες ερμηνεύτριες έργων του J.S. Bach, ενώ το ρεπερτόριό της εκτείνεται από το baroque μέχρι και την σύγχρονη πιανιστική δημιουργία με έργα ιδιαίτερων απαιτήσεων (T. Takemitsu, K. Stockhausen, G. Ligeti, κ.α.). Παράλληλα, έχει συνθέσει μουσική για το θέατρο και έχει ασχοληθεί διεξοδικά σε κύκλο διαλέξεων με την μελέτη του έργου του J. S. Bach.
Στο τραγούδι τη συναντάμε το 1996, σε ένα κύκλο τραγουδιών με τον τίτλο Σμάλτο που εκδόθηκε από την εταιρεία Λύρα με ερμηνευτές την Δάφνη Πανουργιά, τον Γιώργο Ασλάνη και την ίδια την Παπαστεφάνου. Αν και έχει συνθέσει αρκετά τραγούδια στα πλαίσια της ενασχόλησής της με τη μουσική για το θέατρο, καθώς επίσης κι έναν κύκλο με μελοποιήσεις ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, Ανδρέα Εμπειρίκου, Αλέξανδρου Ίσαρη κ.α. που έχει παρουσιαστεί ζωντανά από την Ορχήστρα των Χρωμάτων, στη δισκογραφία τη συναντάμε για μία και μοναδική φορά με αυτό το δίσκο. Πρόκειται για μία συλλογή τραγουδιών σε μουσική, στίχους και ενορχήστρωση της ίδιας, που, όπως συμβαίνει συχνά, δεν της δόθηκε η προσοχή που πραγματικά της άξιζε στον καιρό της. Σε αντίθεση με αυτό που περιμένει να ακούσει κανείς από μία σολίστ του κλασικού ρεπερτορίου, δηλαδή μια συλλογή τραγουδιών με αυστηρή φόρμα και ενορχηστρώσεις όπου το πιάνο έχει τον πρώτο λόγο, η Παπαστεφάνου στο ρόλο της τραγουδοποιού μοιάζει να ελευθερώνεται από τον ρόλο εκείνο της ερμηνεύτριας και αφήνεται σε περισσότερο αυτοσχεδιαστικές φόρμες.

.

Τα τραγούδια της φλερτάρουν έντονα με την τζαζ, χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς εύκολα να τα κατατάξει σε αυτό το είδος. Οι επιρροές από την Λένα Πλάτωνος είναι εμφανείς σε ολόκληρο το δίσκο, αλλά και πάλι, παρόντες (πάντα ως βαθιές επιρροές) είναι ο Sting της εποχής τού Nothing like the sun ή ακόμα και η Sade των 90s. Οι προσεγμένες ενορχηστρώσεις προδίδουν μια μουσικό που δεν αρκείται σε ευκολίες, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την εποχή που εκδόθηκε ο δίσκος, όπου συνθέτες και εταιρίες αρκούνταν στις εύκολες ενορχηστρωτικές λύσεις που πρόσφερε η τεχνολογία. Με στίχους ως επί τω πλείστον ερωτικούς, και στα 10 τραγούδια του δίσκου ο ακροατής ανακαλύπτει μια γυναικεία γραφή που εάν είχε και την ανάλογη δισκογραφική συνέχεια θα μπορούσε με άνεση να τοποθετηθεί δίπλα σε εκείνη της Πλάτωνος, της Τανάγρη και της Μάνου. Όσο για τις ερμηνείες, πέρα από την ίδια την Παπαστεφάνου που, όπως είναι φυσικό, αποδίδει τρία από τα τραγούδια του δίσκου με τρόπο ακριβή και απόλυτα προσωπικό, η Δάφνη Πανουργιά επιβεβαιώνει για ακόμα μία φορά ότι είναι μία μοναδική φωνή που σίγουρα θα έπρεπε να συναντάμε πιο συχνά στη δισκογραφία. Τέλος, ο Γιώργος Ασλάνης, με την μεγάλης έκτασης φωνή του και τα πλούσια ερμηνευτικά προσόντα, πρόφτασε σε αυτή τη μοναδική δισκογραφική του παρουσία να αποδείξει ότι το ελληνικό τραγούδι έχασε ακόμα μία μεγάλη φωνή.