Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

“Αχ κρυστάλλινο νερό, φεύγεις πας με τον καιρό.”

.
Ο Μιχάλης Τερζής είναι ένας συνθέτης που, αν και έχει συμπληρώσει ήδη 30 ολόκληρα χρόνια στην ελληνική δισκογραφία, το όνομά του δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό στο κοινό. Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, έχουν εκδοθεί πάνω από 15 δίσκοι με τραγούδια του συνθέτη που έχουν τραγουδηθεί από πολλούς αξιόλογους ερμηνευτές, όπως ο Γιώργος Ζωγράφος, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Κρίστη Στασινοπούλου, η Γλυκερία κ.α. Έχει επίσης γράψει μουσικές για θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικές σειρές. Ανάμεσα στις δισκογραφικές εργασίες του Μιχάλη Τερζή (δυσεύρετες οι περισσότερες στο εμπόριο, αφού οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν επανεκδώσει πολύ μικρό μέρος της εργογραφίας του), συναντάμε και τη μουσική που έγραψε το 1988 για την ταινία του Δημήτρη Σπύρου «Ο ψύλλος». Ανάμεσα στα μουσικά κομμάτια που συνέθεσε ο Τερζής για τις ανάγκες της ταινίας, υπάρχει κι ένα υπέροχο τραγούδι σε στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση που ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου. Ένα τραγούδι μικρής διάρκειας, πραγματικό διαμάντι, με τον τίτλο «Μια σημύδα».
.
Μια σημύδα σ’ ένα δάσος
αγαπούσε τρυφερά
το μικρό το ποταμάκι
που στα πόδια της κυλούσε.

- Αχ κρυστάλλινο νερό
φεύγεις πας με τον καιρό.

Με το νου μου ταξιδεύω
πάω σε χώρες μακρινές
θα ‘θελα να ‘ρθω μαζί σου
μα είν’ οι ρίζες μου βαθιές.
.
.
Από την Βικιπαίδεια αντιγράφουμε: «Η σημύδα είναι φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει σε ύψος τα 20 – 25 μέτρα. Είναι ψυχρόβιο είδος και φύεται σε μεγάλα υψόμετρα της Βορείου Ελλάδας (Ροδόπη, Φαλακρό όρος, Παγγαίο, κ.ά.). Έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε φως σε σχέση με τα άλλα πλατύφυλλα και αναπτύσσεται καλύτερα σε βαθιά νωπά πηλοαμμώδη εδάφη».
Ο Μιχάλης Τερζής παίρνει τους στίχους της Δήμητρας Μπιθικώτση και σκαλίζει μια απλή μα εξαιρετικά μεστή μελωδία, που σε μεγάλο βαθμό θυμίζει τη δομή και την αρμονία των δημοτικών τραγουδιών. Αναπόφευκτα τον οδηγούν προς τα κει τόσο η δομή όσο και το περιεχόμενο των στίχων, με το “διάλογο” ανάμεσα στη σημύδα και το νερό του μικρού ποταμού να παραπέμπει σε αντίστοιχους “διαλόγους” που αναπτύσσονται στα δημοτικά τραγούδια ανάμεσα σε δέντρα, πουλιά, ποτάμια και άλλα στοιχεία της φύσης. Το αρχέγονο πάθος για φυγή με κινητήριο μοχλό τον έρωτα, βρίσκει εδώ το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθεί μέσα σ’ ένα τραγούδι φτιαγμένο για τις ανάγκες μιας κινηματογραφικής ταινίας. Και ο συνθέτης δε χάνει την ευκαιρία να πατήσει απάνω στην παράδοση και να ακολουθήσει τους μουσικούς δρόμους των πολυφωνικών τραγουδιών της Ηπείρου, με τον ίδιο λιτό τρόπο που οι εμπειρικοί ανώνυμοι μουσικοί της υπαίθρου σκάλιζαν τις μελωδίες τους τις εμπνευσμένες από τους ήχους της φύσης.

Φωτογραφία από την ταινία «Ο ψύλλος» του Δημήτρη Σπύρου


Απ’ την άλλη μεριά, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ιδανικότερη ερμηνεύτρια γι’ αυτό το τραγούδι από τη Νένα Βενετσάνου! Η καθαρή, σα γάργαρο νερό φωνή της, οι τονισμοί και το βιμπράτο της, μα πάνω απ’ όλα η υπόγεια δύναμη με την οποία η Βενετσάνου ερμηνεύει το «Μια σημύδα», δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να περάσει το τραγούδι απαρατήρητο απ’ τον ακροατή. Η κλασσική παιδεία και η άρτια τεχνική της, γίνεται τελικά το πιο κατάλληλο όχημα για να μεταφέρει τη συγκίνηση ενός τραγουδιού που, μπορεί να μην έχει μεγάλες απαιτήσεις όσον αφορά την αρμονία του, έχει όμως ιδιαίτερη δυσκολία στην έκφραση και στα μέσα τα οποία οφείλει να επιστρατεύσει ο ερμηνευτής για να αποδώσει τις εικόνες του. Το τραγούδι ακούγεται στην ταινία σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις: η μία ερμηνευμένο με ένα πιάνο και συνθεσάιζερ και η άλλη a capella. Την εκτέλεση με το πιάνο τη συναντάμε και σε έναν άλλο δίσκο του Μιχάλη Τερζή, «Τα κορίτσια της Κυριακής», ανάμεσα σε δεύτερες εκτελέσεις παλαιότερων τραγουδιών του συνθέτη. Στο soundtrack της ταινίας όμως, υπάρχουν και οι δύο ηχογραφήσεις με τη Βενετσάνου που, μοιάζει να αντιμετωπίζει την κάθε μια με εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Στη μεν μία η φωνή της γίνεται ένα ακόμα μουσικό όργανο δίπλα τα πλήκτρα του πιάνου, στην δε άλλη, η φωνή της πολλαπλασιάζεται σε κάθε επανάληψη και κει ακριβώς είναι που αναδεικνύεται η καταγωγή της μελωδίας του Τερζή, στις ρίζες του παραδοσιακού τραγουδιού.

Είναι πολλοί οι συνθέτες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού που βρήκαν τρόπους να στηρίξουν τις μελωδίες τους πάνω στο στέρεο έδαφος του δημοτικού τραγουδιού. Αυτή η “παράδοση” κρατάει από το Νέο Κύμα της δεκαετίας του ’60 και τους τότε εκφραστές του, και φτάνει μέχρι και τους σύγχρονους τραγουδοποιούς (από τα πιο λαμπρά παραδείγματα είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου). Ο Μιχάλης Τερζής έχοντας τη γνώση και την ευαισθησία, σκάλισε ένα τραγούδι που δε μιμείται και δεν αντιγράφει το ύφος των παραδοσιακών τραγουδιών˙ αντίθετα, χρησιμοποιεί σαν μαγιά την κληρονομιά αυτή και πλάθει ένα τραγούδι στο βάθος του πένθιμο, λυπημένο, όμοιο με κείνα τα πονεμένα άσματα της ξενιτιάς και του έρωτα που μέσα απ’ τις φωνές ανώνυμων τραγουδιστών έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Σε μία συλλογή όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα σύγχρονα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας που έχουν ευθεία μουσική αναφορά στο παραδοσιακό τραγούδι, σίγουρα το «Μια σημύδα» θα είχε την δική του θέση ανάμεσα στο «Ξενιτεμένο μου πουλί» του Χρήστου Λεοντή, στο «Ηπειρώτικο τραγούδι» της Αφροδίτης Μάνου, στο «Πως περνούν οι άνθρωποι» της Δήμητρας Γαλάνη και σε πολλά άλλα.

.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009. Μια βραδιά με τον Βασίλη Νικολαΐδη.

.
Όσοι αψήφησαν το Σάββατο 21 Μαρτίου τη δυνατή βροχή και τη δαιδαλώδη διαδρομή μέχρι το Studio Mabrida της οικογένειας Σοφιανού στο Κορωπί, θα έχουν στο εξής να θυμούνται μία από τις πιο όμορφες και σπάνιες μουσικές βραδιές των τελευταίων ετών. Άλλωστε, κάθε φορά που ο Βασίλης Νικολαΐδης αποφασίζει να κουρδίσει την κιθάρα του και να εμφανιστεί σε κάποιο μουσικό χώρο, αυτόματα η πράξη του αυτή είναι ένα γεγονός. Όχι μοναχά γιατί οι εμφανίσεις του είναι πλέον εξαιρετικά σπάνιες αλλά κυρίως γιατί ο ακροατής είναι σίγουρος πως το μουσικό ταξίδι που θα παρακολουθήσει δεν θα ‘χει καμία σχέση με αυτό που η κυρίαρχη αντίληψη ονομάζει «ζωντανή εμφάνιση».

Η αφίσα της παράστασης


Ο φιλόξενος χώρος στο κτήμα Mabrida είχε το πιο κατάλληλο σκηνικό: κρεμασμένες κούκλες και μαριονέτες, χαμηλός φωτισμός και ευχάριστη ατμόσφαιρα και στη μέση της σκηνής ένα σκαμπό και δύο μικρόφωνα για τον οικοδεσπότη της βραδιάς. «Η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού» να είναι το πρώτο τραγούδι και ο Βασίλης Νικολαΐδης, σα να μην πέρασε μια μέρα από τους «Αγώνες Τραγουδιού» της Κέρκυρας, να ξεκινά το ταξίδι. «Νούμερα στην Αθήνα», «Το λίκνισμά σου», «Για τις διακοπές», είναι μόνο μερικά από τα τραγούδια που ακούστηκαν στο πρώτο μέρος του προγράμματος, παράλληλα με κάποια ανέκδοτα τραγούδια γραμμένα όλα τα τελευταία χρόνια. Μία απ’ τις πιο ιδιαίτερες στιγμές του προγράμματος ήταν όταν ο Νικολαΐδης μοιράστηκε μαζί μας τέσσερα τραγούδια βασισμένα σε ισάριθμα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη! Ο Νικολαΐδης δεν αρκέστηκε απλά στη μελοποίηση των κειμένων του ποιητή˙ ανέπτυξε με όχημα τον ποιητικό λόγο ολόκληρη την μυθολογία τού βίου τού ποιητή, όπως αυτή συνδέθηκε με μία γυναίκα ονόματι Μάρμω, δημιουργώντας παράλληλα μια γέφυρα με το σήμερα. Προσωπικά, δε γνωρίζω άλλον τραγουδοποιό να έμπλεξε με τέτοιο ποιητικό τρόπο τους στίχους ενός ποιητή με θρύψαλα της προσωπικής του ζωής, και την ίδια στιγμή να συνέδεσε αυτό το μύθο με το σήμερα. Ίσως και να ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή της βραδιάς αυτή, με τον Νικολαΐδη σε μια ατμόσφαιρα απόλυτης κατάνυξης να μάς χαρίζει απλόχερα αυτό το ακριβό δώρο, αυτά τα τέσσερα ανέκδοτα τραγούδια τα βασισμένα στα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη.


Στο δεύτερο μέρος, ξεκινώντας με «Το αστείο» και συνεχίζοντας αργότερα με την «Ιστορία της Μαρίας» Νο1 και Νο2, ο Νικολαΐδης μας ταξίδεψε στην σκωπτική, την άναρχη, την ανατρεπτική πλευρά της δημιουργίας του. Και πάλι ανέκδοτα τραγούδια, με σουρεαλιστικό περιεχόμενο (όπως το άκρως αθυρόστομο τραγούδι για την επίσκεψή του σε ένα Τσίρκο), με κορυφαία στιγμή τον «Παραχαράκτη», ένα τραγούδι που ανακατεύει τέλεια το Φροϋδικά σύνδρομα με το ντιβάνι του ψυχαναλυτή και την παιδική ηλικία στην πρωκτική της φάση (αλήθεια, δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς αυτό το τραγούδι!!). Και ξαφνικά τα γέλια να παγώνουν με δύο ανέκδοτα τραγούδια που έγραψε ο Νικολαΐδης μετά από την επιστροφή του απ’ την Ρουάντα όπου, ως εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ βρέθηκε εκεί κατά την περίοδο τού εμφυλίου πολέμου. Το πρόγραμμα τελείωσε με τον τραγουδοποιό να ξεδιπλώνει την ιστορία της «Τζένης la revolution» και να αφήνει στη μέση το τραγούδι του «Για τις διακοπές» για να το τραγουδήσουμε εμείς. Λίγο αργότερα, ο Χάρης Καβαλλιεράτος των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω ανέβηκε στη σκηνή και μοιράστηκε μαζί μας μία απ’ τις καλύτερες στιγμές της κοινής τους δημιουργίας, το «Je reviens toujours».


Δύσκολα μπορεί να περιγραφεί η συγκίνηση και η αίσθηση που άφησε πίσω της αυτή η σπάνια εμφάνιση του Βασίλη Νικολαΐδη. Είναι συγκλονιστικό (και ας μην θεωρηθεί υπερβολή) να έρχεται κανείς σε επαφή με τον κόσμο των τραγουδιών του Νικολαΐδη, να ρουφάει κάθε λέξη τους, να κοινωνεί με το κρασί που στάζουν οι στίχοι και οι μελωδίες τους. Μια βραδιά με τον Βασίλη Νικολαΐδη είναι ο ορισμός της Έκπληξης, της Ανατροπής, της Κάθαρσης. Μια τέτοια βραδιά ήταν και η 21η Μαρτίου, η Εαρινή Ισημερία του 2009, που μας βρήκε μεθυσμένους και ευάλωτους να υποδεχόμαστε την άνοιξη διονυσιασμένοι, νικητές και την ίδια στιγμή ηττημένοι, ποιητές και απόκληροι, συνένοχοι στο μεγάλο κόλπο του Βασίλη Νικολαΐδη που μας άφησε στο τέλος μόνους να τραγουδάμε την «Οδό Σανταρόζα», για να εξαφανιστεί με την κιθάρα στο χέρι μέσα στο κτήμα της οικογένειας Σοφιανού, κάπου στο Κορωπί…

Το πρόγραμμα της παράστασης με έργο του Βασίλη Νικολαΐδη

.
.
.

ΥΓ: Όσοι βρεθήκαμε στο Mabrida το Σάββατο το βράδυ, οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στο διοργανωτή της βραδιάς, Οδυσσέα Ξένο. Θέλω να τον ευχαριστήσω ιδιαιτέρως, που επέλεξε ένα μέρος από την παρουσίαση της δισκογραφίας του Βασίλη Νικολαΐδη που δημοσιεύτηκε στο Άρωμα του Τραγουδιού (εδώ το σχετικό link), για να συνοδεύσει το πρόγραμμα της παράστασης..

.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

“…η αλήθεια ζει καλύτερα έξω απ’ τη συγκυρία.”

.
Δυο μπράβοι την ελέγχουν στην είσοδο ενός κλαμπ μήπως και κουβαλάει μαζί της καμία «Μολότοφ»˙ τονίζει τα 8/8 με τρόπο που να θυμίζουν τον ρυθμό του ζεϊμπέκικου˙ κομματιάζεται από έρωτα με μια αίσθηση «Ιλίγγου»˙ ειρωνεύεται και αυτοσαρκάζεται στο ρυθμό του στρατιωτικού μαρς ενώ αμέσως μετά πατάει σταθερά σ’ ένα ιδιότυπο καλαματιανό για να χωρέσει τη φράση: “κι εσύ νομίζεις πως μοναξιά αχ είναι να μου λείπεις”. Σου θυμίζει πως όχι μόνο «Δεν έχεις να πληρώσεις», αλλά κι ότι “απ’ όλους ο πιο μέτριος απόψε θα κερδίσει”˙ λίγο «Πριν το θαύμα» έχει το κουράγιο να αντικρίζει κατάματα την αλήθεια και αυθαδιάζει με όχημα την «Λόλα» της παλιάς ξεχασμένης διαφήμισης. Τέλος, με ένα εκπληκτικό «Μπλουζ» και αμέσως μετά μ’ ένα ακορντεόν και μια κιθάρα μοναχά, ξεδιπλώνει σα σεντόνι τον μέσα κόσμο της τον μελωδικό, τον ατίθασο...

Κυρίες και κύριοι, καλώς ήρθατε στο «Homo logotypus» της Δανάης Παναγιωτοπούλου!!



Θα ζήσεις μ’ ένα όνειρο κοινώς αποδεκτό
θα αισθάνεσαι υπέργηρος στον κόσμο των ακμαίων
θα μέμφεσαι ένα σώμα που δε λέει να λειτουργήσει
Απ’ όλους ο πιο μέτριος απόψε θα νικήσει…

Όταν πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία ν’ ακούσουμε μέσα απ’ τις σελίδες του Αρώματος του Τραγουδιού και των Μουσικών Προαστίων δύο απ’ τα καινούργια τραγούδια της Δανάης Παναγιωτοπούλου, αμέσως υποψιαστήκαμε πως ο δεύτερος προσωπικός της δίσκος θα ερχόταν για να προστεθεί στη λίστα με τις καλύτερες δισκογραφικές εργασίες των τελευταίων ετών. Τώρα που το «Homo logotypus» είναι πλέον στα δισκοπωλεία, η αρχική υποψία γίνεται απόλυτη βεβαιότητα. Στη νεοσύστατη εταιρεία Yafka Records με ένα επιτελείο μουσικών που, πέρα απ' την κοινή αισθητική τούς συνδέει και η “κοινή αντίληψη για το τι είναι δίσκος, πως πρέπει να παράγεται και πως πρέπει να διατίθεται”, η Παναγιωτοπούλου μοιάζει να βρίσκει την κατάλληλη στέγη για τα τραγούδια της. Μαζί της και πάλι οι δύο εξαιρετικοί πιανίστες Άγγελος Αγγέλου και Παντελής Ραβδάς στα “άσπρα” και “μαύρα πλήκτρα” αντίστοιχα (όπως ακριβώς δηλαδή μας συστήθηκαν και στον «Οίκο αντοχής»), στο κοντραμπάσο ο Άγγελος Παπαδάτος, στα τύμπανα ο Αλέκος Χρηστίδης, ο Νίκος Παπαναστασίου με το ακορντεόν στο «Ψηφιδωτό» και μια ξεχωριστή συμμετοχή: αυτή του Γιώτη Κιουρτσόγλου στο τραγούδι «Σιγουριά». Σημαντική και η παρουσία της Μαρίας Παπαγεωργίου στην πρώτη της δισκογραφική εμφάνιση να ερμηνεύει με πάθος το καταπληκτικό «Μπλουζ», καθώς και του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη στα φωνητικά.

Στο «Homo logotypus» η Παναγιωτοπούλου προχωράει ακόμα ένα βήμα παραπέρα τις μουσικές της αναζητήσεις, εμπλουτίζοντας τις μελωδίες της με τζαζ αποχρώσεις και ρυθμούς, καταθέτοντας μια αισθητική πρόταση που για μια ακόμα φορά κάνει τη διαφορά! Δε διστάζει να πειραματιστεί, να ρισκάρει μουσικά, να ακροβατήσει πολλές φορές ανάμεσα στο μπλουζ και τούς αμιγώς ελληνικούς ρυθμούς, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετήσει την έτσι κι αλλιώς υψηλού επιπέδου στιχουργική της. Όποιος έχει παρακολουθήσει με προσοχή την πρώτη της δισκογραφική δουλειά, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι, στο «Homo logotypus» μοιάζει ακόμα πιο ώριμη να υπερασπιστεί τη συνολική αισθητική πρόταση που κατέθεσε πριν από 2 χρόνια, πατώντας γερά στα πόδια της και εξελίσσοντας παράλληλα τα μέσα που χρησιμοποιεί, τόσο με μουσικό όσο και στιχουργικό επίπεδο. Ευαισθησία, σαρκασμός, καυστικό χιούμορ υπόγεια μελαγχολικό, μια γυναικεία γραφή πρωτότυπη και φωτεινή. Η Παναγιωτοπούλου δε διστάζει να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, απαλλαγμένη από το άγχος να κάνει …σουξέ. Κι όμως! Έτσι διαμορφώνονται τελικά σήμερα τα “σουξέ”: μιλώντας με γλώσσα σημερινή, ξεκάθαρη, χωρίς περιστροφές και δίχως εκείνη την ατελείωτη ανακύκλωση προσωπικών αδιεξόδων του δημιουργού που σε τελική ανάλυση, δεν αφορούν και κανέναν.

Μην κλαίτε στα μικρόφωνα με τέτοια ευκολία
το είναι μου μαζεύτηκε γύρω από μια γροθιά,
στολίζομαι με μάτια που κοιτάζουν μ’ απορία
μα έλα αύριο αν αυτό πια δε σε ξεγελά.
(από το τραγούδι «Πριν το θαύμα)


Ο ακροατής του «Homo logotypus» θα βρεθεί αντιμέτωπος και με μία έκπληξη: ενώ στο οπισθόφυλλο και στο ένθετο του δίσκου αναφέρονται 10 τραγούδια, θα ανακαλύψει ένα ακόμα κρυμμένο track! Ένα a capella τραγούδι χωρίς να αναφέρεται πουθενά ο τίτλος του, που μοιάζει να στριμώχτηκε στον δίσκο την τελευταία στιγμή για να αποτελέσει τον επίλογο σε ένα cd που θα μας απασχολήσει για καιρό, όπως συμβαίνει πάντα με κάθε τι αξιόλογο.

Οι στίχοι του ας είναι και ο επίλογος αυτής της αναφοράς στο δίσκο «Homo logotypus».
Τα υπόλοιπα είναι προς ανακάλυψη στα δισκοπωλεία.


Σακούλες μαύρες κι άραχνες γεμάτες με λεφτά
ξωπίσω τους γαυγίζουνε νυφίτσες και αρνιά,
στο interview απαίτησαν να πεις ορθά – κοφτά
ποιανού τα περιττώματα είναι πιο αυθεντικά.

Το πάρκο μες στην πόλη μας που παίζουν τα παιδιά
τριάντα διεστραμμένοι το βαφτίσαν Γολγοθά,
χλωρίνη βάλαν άφθονη και πλαστικά καρφιά
για να μαθαίνουν ενοχή από πολύ μικρά.

Το τρίτο το μακρύτερο χέρι της εξουσίας
εκ μέρους μιας τεράστιας μα τρύπιας μασονίας,
σφραγίζει την εκτέλεση της τέλειας ληστείας
και επιτρέπει μόνο τη χαρά της εργασίας.

Τα λάφυρα γνωρίζουν το σκοπό της ιστορίας
ο δρόμος τους χαράχτηκε με ζυγαριά ακριβείας,
οι αυτουργοί τ’ ακούμπησαν μόλις και μετά βίας
μετά τα φάγαν σε γιατρούς και γάλα Μαγνησίας.





Σημειώσεις:
1. Πληροφορίες για τη διανομή των δίσκων της ανεξάρτητης εταιρείας Yafka Records βρίσκονται στο site www.yafkarecords.gr
2. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από το ένθετο του δίσκου.
3. Παλαιότερη αναφορά σε δύο απ’ τα τραγούδια του «Homo logotypus», πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος, υπάρχει εδώ.

.

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

“…μ’ ένα χαμόγελο ζεστό θα σε καλωσορίσω.”

.
Το 1969 κυκλοφόρησε από την εταιρεία Columbia ο δεύτερος μεγάλος δίσκος του Δήμου Μούτση, το «Ένα χαμόγελο». Ήδη από το ’66 είχαν κυκλοφορήσει τα πρώτα 45άρια του συνθέτη και το 1968 ο πρώτος μεγάλος δίσκος, το «Κάποιο καλοκαίρι», στον οποίο συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Νίκο Γκάτσο. Η συνεργασία του με τον ποιητή θα συνεχιστεί και στο «Ένα χαμόγελο», για να επαναληφθεί 11 χρόνια αργότερα στο «Δρομολόγιο» (1979). Είμαστε στην εποχή της ακμής του λαϊκού τραγουδιού και οι νεαροί συνθέτες της εποχής, ο Μαρκόπουλος, ο Ξαρχάκος, ο Λοϊζος, ο Λεοντής και φυσικά, ο Μούτσης, ακολουθώντας τα χνάρια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι δημιουργούν υπέροχα τραγούδια πάνω στους δρόμους που επινόησαν οι δύο μεγάλοι συνθέτες, δίνοντας παράλληλα ο καθένας ξεχωριστά το δικό του στίγμα. Αρωγοί σε αυτή την “έφοδο” των νέων συνθετών της εποχής ήταν τόσο οι καταξιωμένοι από τότε στιχουργοί όπως ο Λευτέρη Παπαδόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Πυθαγόρας και ο Νίκος Γκάτσος, όσο και οι μεγάλοι ερμηνευτές, ανάμεσά τους η Βίκυ Μοσχολιού, ο Σταμάτης Κόκοτας και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Το κλίμα της μουσικής παραγωγής που επικρατούσε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 σε σχέση με τα νέα πρόσωπα που εμφανίστηκαν στην ελληνική μουσική, αποτυπώνεται με τον καλύτερο ρόπο σε αυτό τον δίσκο του Δήμου Μούτση. Πέρα απ’ τα πολύ όμορφα τραγούδια που περιλαμβάνονται στο «Ένα χαμόγελο», ο δίσκος αποτελεί και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα για να εξετάσει κανείς τον τρόπο με το οποίο λειτουργούσε την εποχή εκείνη η δισκογραφία και κυρίως, πως αντιμετώπιζε τους νέους δημιουργούς. Σε μια δεκαετία κατά την οποία στο λαϊκό τραγούδι δέσποζαν οι μορφές του Μάνου Χατζιδάκι και κυρίως του Μίκη Θεοδωράκη, φαινομενικά δεν υπήρχε χώρος για τους νέους συνθέτες που, εάν μιλούσαμε με σημερινούς όρους, θα ήταν σίγουρα αποκλεισμένοι από τις εταιρείες, οι οποίες θα προτιμούσαν τη σιγουριά των μεγάλων ονομάτων από τον πειραματισμό οποιουδήποτε νεαρού και φιλόδοξου μουσικού. Στην ουσία, όχι μόνο δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες της εποχής φρόντιζαν να ενισχύουν τους καινούργιους συνθέτες τοποθετώντας δίπλα τους έμπειρους και ήδη γνωστούς στιχουργούς και ερμηνευτές. Στο «Ένα χαμόγελο» λοιπόν, εκτός από τον Νίκο Γκάτσο ο οποίος υπέγραφε τους στίχους των τραγουδιών, συναντάμε τον Γρηγόρη Μπιθικώτση ως ερμηνευτή τριών τραγουδιών, τον Σταμάτη Κόκοτα σε ακόμα δύο τραγούδια, και την Δήμητρα Γαλάνη στην πρώτη της δισκογραφική εμφάνιση!

Αξίζει στο σημείο αυτό να διαβάσουμε το κείμενο που συνόδευε το ένθετο του δίσκου. Είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός ο τρόπος με το οποίο μία απ’ τις μεγαλύτερες εταιρείες της εποχής, η Columbia, περιγράφει και προωθεί την καινούργια δισκογραφική δουλειά του νεαρού Δήμου Μούτση. Προσπάθησα να κρατήσω την ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου (αν και απουσιάζει από την αντιγραφή το πολυτονικό!), ώστε το κείμενο να μην χάσει τίποτα από την αυθεντικότητά του:


«Ένα περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία του δίσκου «ΚΑΠΟΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ» η Κολούμπια παρουσιάζει με το νέο δίσκο της «ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ» τη νέα συνεργασία του ΔΗΜΟΥ ΜΟΥΤΣΗ, που περιλαμβάνει επτά καινούργια τραγούδια και τέσσερα ορχηστρικά κομμάτια.
Το κυριότερο χαρακτηριστικό του νέου δίσκου, είναι η ωριμότης του ΔΗΜΟΥ ΜΟΥΤΣΗ στην ενορχήστρωσιν και την διεύθυνσιν της ορχήστρας και η άνεσις με την οποία αυτή η τελευταία συνοδεύει και τονίζει την ερμηνεία των τραγουδιστών.
Και στα ένδεκα κομμάτια του δίσκου σαν βάση της ορχήστρας ο νεαρός συνθέτης και ενορχηστρωτής χρησιμοποιεί το γνωστό πυρήνα της λαϊκής ορχήστρας με τους μοναδικούς ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ και ΚΑΡΝΕΖΗ στα δύο μπουζούκια. Στα ορχηστρικά όμως κομμάτια το συγκρότημα αυτό ενισχύεται με μια ορχήστρα εγχόρδων κι’ ένα ξύλινο πνευστό, που δίνουν την ευκαιρία στο ΔΗΜΟ ΜΟΥΤΣΗ να επιτύχη μια πλούσια ποικιλία εναλλαγής των δύο κυριωτέρων ρυθμών του Ελληνικού τραγουδιού που είναι ο χασάπικος και ο ζεϊμπέκικος (όπως στο «Είχαμε περηφάνεια») να αναπτύξη σε μικρή σουϊτα ένα ζεϊμπέκικο χορό («Με ένα παράπονο») και να καταλήξη σε ελεύθερη μουσική επεξεργασία ενός βυζαντινού θέματος («Για δυό μικρά καλογεράκια») κατά τρείς διαφορετικούς τρόπους, τον ανατολίτικο, το δυτικό και τον καθαρά Ελληνικό, που βρίσκεται συνήθως στο μέσο των άλλων δύο.
Στο ερμηνευτικό μέρος ο δίσκος «ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ» εμπλουτίζεται από τους μοναδικούς κορυφαίους τραγουδιστάς ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ και ΣΤΑΜΑΤΗ ΚΟΚΟΤΑ, ως και από την νέα αποκάλυψη της Κολούμπια ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ.
Οι στίχοι του όλου έργου ανήκουν στο γνωστό δημιουργό των μεγάλων επιτυχιών της Κολούμπια, ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ.»


Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος είναι ο “γνωστός δημιουργός των μεγάλων επιτυχιών της Κολούμπια”(!), τον Μούτση τον χαρακτηρίζει “η ωριμότης στην ενορχήστρωσιν και την διεύθυνσιν της ορχήστρας”, ο “γνωστός πυρήνας της λαϊκής ορχήστρας” έχει ονοματεπώνυμα, ο “Ελληνικός τρόπος βρίσκεται συνήθως ανάμεσα στον ανατολίτικο και το δυτικό”(!), ο Μπιθικώτσης και ο Κόκοτας είναι οι “μοναδικοί κορυφαίοι τραγουδισταί” και η “νέα αποκάλυψη της Κολούμπια” ακούει στο όνομα Δήμητρα Γαλάνη! Με αυτό τον γλαφυρό τρόπο, ο συντάκτης του σημειώματος ασκεί μια μορφή …μάρκετινγκ που, με τα σημερινά δεδομένα φαντάζει υπερβολική, ακόμα και αστεία. Κι όμως! Ήταν ο τρόπος (ίσως όχι ο μοναδικός) να παρουσιαστεί η καινούργια δουλειά ενός νέου μουσικού σε μια εποχή που, τόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών όσο και η διαμόρφωση της αισθητικής μιας μεγάλης μερίδας του κοινού, απαιτούσαν αφ’ ενός τη διαφήμιση της αποκλειστικότητας και των …ικανοτήτων των συντελεστών του δίσκου και αφ’ ετέρου την “τεκμηρίωση” των όσων πρόκειται να ακούσει ο ακροατής μέσα σ’ αυτόν. Μια μέθοδος που σίγουρα στις μέρες μας θεωρείται παντελώς άχρηστη και ξεπερασμένη, τον καιρό εκείνο είχε τη σημασία της. Ο ακροατής είχε ανάγκη να πειστεί στο γιατί το «Ένα χαμόγελο» έχει λόγο ύπαρξης στην ελληνική μουσική παραγωγή. Και η εταιρεία όφειλε να στηρίξει την επιλογή της, πλαισιώνοντας απ’ την μία μεριά τον δίσκο με τα πιο δυνατά “χαρτιά” της (ας μην ξεχνάμε τι σήμαιναν εκείνη την εποχή τα ονόματα του Παπαδόπουλου και του Καρνέζη, του Μπιθικώτση και του Κόκοτα), υποστηρίζοντας παράλληλα το ίδιο το περιεχόμενο του δίσκου με μία …“μουσικολογική ανάλυση” εντελώς άστοχη και ατεκμηρίωτη, αγνή όμως στις προθέσεις της.
.
Όσον αφορά τώρα το περιεχόμενο του δίσκου, το «Ένα χαμόγελο» αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης περιόδου του Δήμου Μούτση, αυτής που ξεκίνησε με το «Κάποιο καλοκαίρι» και ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με το «Δρομολόγιο», πριν δηλαδή ο Μούτσης εγκαταλείψει για πάντα τις λαϊκές φόρμες και στραφεί σε πιο φολκ – ροκ δρόμους. Με τη μουσική του να πατάει σταθερά στους λαϊκούς δρόμους εμπλουτίζοντάς τους παράλληλα με στοιχεία της δυτικής μουσικής κουλτούρας, σε μία ισορροπία αξιοθαύμαστη και σπάνια για τα δεδομένα της εποχής. Υποστηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τους στίχους του Νίκου Γκάτσου και καταφέρνει να κάνει τραγούδια που εντάσσονται πλήρως στο κλίμα της εποχής αλλά δε μοιάζουν με τα υπόλοιπα των ομότεχνών του. Το ταλέντο του Μούτση να πλάθει μελωδίες που μπορούν εύκολα να αποτυπωθούν στη μνήμη του ακροατή και να σιγοτραγουδηθούν, χωρίς όμως να μιλάμε για μουσικές απλοϊκές και πρόχειρες, αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του δίσκου. Αλλά και στα ορχηστρικά κομμάτια, μπορεί να μη συμβαίνει ακριβώς το …πάντρεμα “ανατολίτικου” και “δυτικού” τρόπου όπως μας ενημερώσει με τόσο γλαφυρό τρόπο ο συντάκτης του σημειώματος του δίσκου, όμως τολμάει να πειραματιστεί με διαφορετικά ηχοχρώματα που σίγουρα για την εποχή ήταν κάτι προχωρημένο. Παράλληλα, ο Νίκος Γκάτσος, μέγας τεχνίτης του λόγου, σκαλίζει στίχους άμεσους, γεμάτους εικόνες, με μια ανάλαφρη διάθεση, ανάλογη των λαϊκών τραγουδιών της εποχής.

Όμορφα πού ‘ναι στο γιαλό
να με φιλάς, να σε φιλώ
έβγαλε ο ήλιος βόλτα το φεγγάρι
δεν είδε η θάλασσα πιο ταιριαστό ζευγάρι.

Όμορφα πού ‘ναι στη στεριά
στον ίσκιο, στην κληματαριά
όμορφα πού ‘ναι και τα δυο σου μάτια
μου κάνανε την καρδούλα μου κομμάτια…


Ίσως είναι περιττό να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στην εκπληκτική ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Αξίζει μονάχα να ακούσει κανείς ξανά το «Αύριο πάλι» και το «Μ’ ένα παράπονο» και να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που τον έκανε να διαφέρει από όλους τους λαϊκούς ερμηνευτές του καιρού του (αλλά και των νεότερων). Ο απόλυτος έλεγχος της φωνής, οι ανάσες του, τα πατήματά του στην κάθε νότα και την κάθε φράση, η αξεπέραστη τεχνική του σε συνδυασμό με το ανάλογο συναίσθημα, όλα όσα δημιούργησαν το μύθο της φωνής του Γρηγόρη Μπιθικώτση τα συναντάμε και στα τρία τραγούδια που ερμηνεύει στο δίσκο. Δίπλα του, ο Σταμάτης Κόκοτας ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στις απαιτήσεις των δύο ακόμα τραγουδιών του Δήμου Μούτση, συμπληρώνοντας με την ιδιαίτερη ερμηνεία του τη γενικότερη αισθητική του δίσκου.

Το «Ένα χαμόγελο» σηματοδοτεί παράλληλα και την αρχή μιας λαμπρής καριέρας. Η Δήμητρα Γαλάνη στέκεται για πρώτη φορά μπροστά στο μικρόφωνο ενός στούντιο ηχογραφήσεων ξεκινώντας την περιπέτειά της στο ελληνικό τραγούδι που κρατάει εδώ και 40 χρόνια! Το συμβόλαιο της με την Columbia το υπέγραψε …ο πατέρας της, μιας και η ίδια ήταν μόλις 16 χρονών! Η ίδια θυμάται: «(…)Αρχίζουμε να κάνουμε πρόβες, ατέλειωτες ώρες με τον Δήμο. Ξημεροβραδιάζομαι στο σπίτι του και δουλεύει πάρα πολύ με τη φωνή μου. (…)Στις αρχές ήταν πολύ βασανιστικό το studio. Άπειρη, άψητη φωνή, έκλεινε πολύ εύκολα. Από την άλλη όμως, απ’ την αρχή αισθάνθηκα ότι εκεί μέσα ήταν ο απόλυτα φυσικός μου χώρος». Η εφηβική φωνή της Δήμητρας Γαλάνη δίνει στο δίσκο μια ανέμελη πνοή δίπλα στις στιβαρές ερμηνείες του Μπιθικώτση και του Κόκοτα. Μια ισορροπία που είναι απαραίτητη μιας και το ειδικό βάρος των δύο κύριων ερμηνευτών είχε ανάγκη από μια νεανική παρουσία ώστε το αποτέλεσμα να έχει ποικιλία και εναλλαγές. Στα δύο τραγούδια που ερμηνεύει η Γαλάνη η φωνή της είναι σχεδόν αγνώριστη! Εύκολα όμως μπορούσε κανείς από τότε να αναγνωρίσει πίσω απ’ την άψητη, όπως αναφέρει και η ίδια, φωνή εκείνου του ανήλικου κοριτσιού, την στόφα μιας μεγάλη ερμηνεύτριας.
.
.
Μπορεί τα τραγούδια του δίσκου αλλά και ολόκληρης εκείνης της πρώτης περιόδου του Δήμου Μούτση να μην υποστηρίχτηκαν αργότερα απ’ τον ίδιο, παραμένει όμως μία περίοδος εξαιρετικά δημιουργική για το συνθέτη, σε μια εποχή που είχε δημιουργηθεί παράλληλα και ένα ισχυρό μπλοκ νέων ταλαντούχων δημιουργών που άλλαξε εν μέρει και την αισθητική του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού. Και μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κανείς αυτό όταν, ακούγοντας ραδιόφωνο, ξαφνικά ακούει τον Μπιθικώτση να τραγουδάει: «Αύριο πάλι θα ‘ρθω να σε βρω / κρίμα που δεν με πιστεύεις / κρίμα που μ’ αφήνεις μόνο μου να ζω» ή τον Κόκοτα στο: «θα θυμηθείς το δάκρυ μου κι εσύ καμιά φορά / καράβι περιμένει στο γιαλό / τα βάσανα δεν έχουν τελειωμό». Η ίδια έκπληξη μας συνεπαίρνει κάθε φορά κι ας έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές αυτά τα τραγούδια! Είναι εκείνο το άρωμα των τραγουδιών που με τη γλύκα τους και την αυθεντικότητά τους μπορούν να μας αναγκάσουν να παρατήσουμε για μια στιγμή αυτό που κάνουμε για να σιγοτραγουδήσουμε ένα ρεφρέν, κάτι απ’ το κουπλέ˙ δεν έχει σημασία τι, ότι θυμόμαστε! Είναι ο τρόπος που έχουν κάποιοι δίσκοι να παραμένουν ζωντανοί κι ας έχουν περάσει 40 χρόνια από τότε που ηχογραφήθηκαν, κι ας έχουν ισοπεδώσει οι μπουλντόζες το κτίριο που στεγάζονταν τότε το studio της Columbia όπου ηχογραφήθηκαν, κι ας χαμογελάμε με τον αδέξιο τρόπο που ο συντάκτης του κειμένου που συνόδευε το δίσκο ακροβατεί ανάμεσα στην γραφικότητα και την υπερβολή.
Όλ’ αυτά έχουν πολύ μικρή σημασία όταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης παίρνει ανάσα και μας τραγουδάει:

Ήθελα κάτι να σου πω
και στο τραπέζι σου θα ‘ρθώ
μ’ ένα παράπονο
μ’ ένα παράπονο πικρό,
να σε καλησπερίσω.

Έχεις αφήσει μια ψυχή
στην παγωνιά και στη βροχή
μ’ ένα παράπονο
μ’ ένα παράπονο πικρό,
θα στο ξαναθυμίσω.

Αν είσαι άντρας με καρδιά
Φέρ’ την μαζί σου μια βραδιά
μ’ ένα χαμόγελο
μ’ ένα χαμόγελο ζεστό
να σε καλωσορίσω.
.
.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

“…είσαι βοριάς, παγώνεις τα φτερά μου, κι ύστερα μ’ ένα φιλί ψηλά με πας.”

.
Το όνομα της Ελένης Καραϊνδρου είναι απόλυτα ταυτισμένο με τη μουσική για τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μόνιμη συνεργάτης του τα τελευταία 25 χρόνια, έχει ντύσει με τις μουσικές της ταινίες – σταθμούς, όπως το «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Ο μελισσοκόμος», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», μέχρι την πρόσφατη «Σκόνη του χρόνου». Παράλληλα, οι μουσικές της για ταινίες και άλλων σκηνοθετών του κινηματογράφου, από την Τόνια Μαρκετάκη και την κλασσική «Τιμή της αγάπης» μέχρι το «Καλή πατρίδα, σύντροφε» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, έχουν ξεχωρίσει και βραβευτεί σε ελληνικά και ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Πέρα όμως από τις γνωστές μουσικές για τον κινηματογράφο, η Ελένη Καραϊνδρου έχει να επιδείξει μεγάλο έργο και στη μουσική για το θέατρο. Έχοντας στο ενεργητικό της μουσικές για περισσότερες από 30 θεατρικές παραστάσεις, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους συνθέτες με τις περισσότερες μουσικές εργασίες για το θέατρο. Αυτή είναι μια πτυχή στην εργογραφία της που δεν είναι τόσο γνωστή, κυρίως λόγω του ότι μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί ένα μικρό μονάχα μέρος από τις μουσικές της για το θέατρο, σε αντίθεση με τις κινηματογραφικές που κυκλοφορούν σχεδόν όλες με τη μορφή ολοκληρωμένων έργων.
Το 1991 κυκλοφόρησε μία έκδοση που συγκέντρωνε ένα μεγάλο μέρος από τη μουσική της Ελένης Καραϊνδρου για το θέατρο αλλά και για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ανέκδοτες ηχογραφήσεις». Ο δίσκος περιελάμβανε μουσικές εργασίες της Καραϊνδρου από το 1976 έως το 1990, με ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική για το θέατρο και τις συνεργασίες της με το Εθνικό θέατρο, το Απλό Θέατρο και τη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή. Η έκδοση περιείχε 32 μουσικά κομμάτια και 2 τραγούδια, τα οποία αποδίδονται μοναδικά από μια πλειάδα εξαιρετικών μουσικών, ανάμεσά τους ο Τάσος Διακογιώργης, ο Ανδρέας Ροδουσάκης, ο Σωκράτης Άνθης, ο Γιάννης Σπάθας και ο Τάκης Φαραζής.

Ανάμεσα στα κομμάτια, υπάρχει κι ένα τραγούδι που ακουγόταν στον «Γλάρο» του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Στην παράσταση που έκανε πρεμιέρα στις 23 Ιανουαρίου 1988, πρωταγωνιστούσαν η Μιράντα Ζαφειροπούλου, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Δημήτρης Λιγνάδης και πολλοί άλλοι κορυφαίοι ηθοποιοί του Εθνικού. Το τραγούδι ακουγόταν ανάμεσα στην Γ’ και Δ’ πράξη, και στον δίσκο περιλαμβάνεται στην ίδια εκτέλεση που ακουγόταν και στην παράσταση. Ο τίτλος του είναι «Το τραγούδι της λίμνης», και είναι ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που έχει συνθέσει η Ελένη Καραϊνδρου, ενώ παράλληλα, αποτελεί και ένα σημείο συνάντησης ανθρώπων της τέχνης (όχι μόνο της μουσικής) που όμοιό του σπάνια συναντάμε στο τραγούδι.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
και γω ψαράς με δίχτυ αδειανό,
θάλασσα εσύ και γω ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.

Είσαι νοτιάς και γω πουλί χαμένο
εκεί που θέλεις με πηγαίνεις, με πετάς
είσαι βοριάς παγώνεις τα φτερά μου
κι ύστερα μ’ ένα φιλί ψηλά με πας.

Κρατάς εσύ τιμόνι και πανιά
και γω παιδί χαμένο, μοναχό
μάγισσα εσύ κι εγώ ακόλουθός σου
χωρίς εσένα δεν ξέρω να ζω.
.
.
Μέσα απ’ το γνώριμο μουσικό της στιλ, η Καραϊνδρου φτιάχνει ένα τραγούδι που εντάσσεται πλήρως μέσα στο κλίμα του έργου και την σκηνοθετική άποψη του Ντασσέν. Ένα απόλυτα ερωτικό τραγούδι που, τόσο η μελωδία όσο και η δομή του, μάς παραπέμπει με τον τρόπο του σε εκείνο το «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς» του Μάνου Χατζιδάκι, αποκαλύπτοντας μια βαθιά συγγένεια μεταξύ αυτών των δύο τραγουδιών, αν και μεσολαβούν μεταξύ τους περίπου 45 χρόνια! Η λιτή μελωδία της Καραϊνδρου εξυπηρετεί στην παράσταση το πέρασμα από τη μία πράξη στην άλλη, διατηρώντας στο ακέραιο το κλίμα του έργου και προετοιμάζει την τέταρτη και τελευταία πράξη του «Γλάρου», σαν αποκορύφωμα του δράματος ενός απ’ τα ωραιότερα έργα του Τσέχωφ. «Το τραγούδι της λίμνης» όμως, δεν είναι μονάχα ένα τραγούδι που φτιάχτηκε για μία θεατρική παράσταση. Είναι και μια συνάντηση της μουσικού Ελένη Καραϊνδρου με την Αρλέτα στο ρόλο της στιχουργού!
Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την Αρλέτα ως στιχουργό (σε αρκετά από τα τραγούδια του δίσκου «Ταξιδεύοντας» έχει γράψει τους στίχους πάνω σε μουσικές του Ανέστη Τριανταφύλλου)· είναι όμως η πρώτη και μοναδική φορά που συνεργάζεται με την Καραϊνδρου και γράφει στίχους για ένα τραγούδι, το οποίο μάλιστα εντάσσεται σε μία θεατρική παράσταση. Όπως είναι φυσικό, η Αρλέτα ζωγραφίζει με την τέχνη και την ευαισθησία της εικόνες που ταιριάζουν απόλυτα στη μελωδία της Καραϊνδρου και εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τη λειτουργία τού τραγουδιού μέσα στην παράσταση. Και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει η Καραϊνδρου να ερμηνευτεί το τραγούδι, όχι από έναν μόνο τραγουδιστή αλλά από χορωδία, προσθέτει στο κομμάτι ακόμα περισσότερη θεατρικότητα. Κι εδώ ακριβώς είναι που «Το τραγούδι της λίμνης» παύει να είναι ένα απλό τραγούδι που ακούγεται ηχογραφημένο σε μία θεατρική παράσταση, και γίνεται τόπος συνάντησης!
.

Η χορωδία που ακούγεται σ’ αυτή την πρώτη εκτέλεση του «Τραγουδιού της λίμνης», αποτελείται από δύο ηθοποιούς που έπαιρναν μέρος στην παράσταση, τον Χρήστο Καλαβρούζο και τον Δημήτρη Λιγνάδη, από τον σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαϊδη που στη συγκεκριμένη παράσταση είχε το ρόλο του βοηθού σκηνοθέτη δίπλα στον Ντασσέν, την ίδια την Ελένη Καραϊνδρου, την Αρλέτα και τη Μελίνα Τανάγρη. Μια χορωδία που μοιάζει να στήθηκε με μοναδικό κριτήριο το συναίσθημα. Σαν μια παρέα που τραγουδάει την αγάπη γύρω από ένα τραπέζι μετά από το τέλος ενός δείπνου ή σαν τους παλιούς κανταδόρους που γυρνούν στα καντούνια της Κέρκυρας και υμνούν την αγάπη κάτω απ’ τα μπαλκόνια με τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο «Γλάρος» μοιάζει να είναι μονάχα η αφορμή. Η πραγματική ανάγκη είναι να βρεθούν μουσικοί, τραγουδοποιοί και άνθρωποι του θεάτρου κάτω απ’ την ομπρέλα του τραγουδιού και να μοιραστούν στιγμές που ξεπερνούν το εφήμερο μιας θεατρικής παράστασης.

Πέραν του ότι το «Τραγούδι της λίμνης» είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν για θεατρική παράσταση κατά την δεκαετία του ’80, αποτελεί και μία ακόμα ακριβή στιγμή κατά την οποία, άνθρωποι της τέχνης που κάτω από άλλες συνθήκες δε θα συναντιόντουσαν ίσως και ποτέ, βρίσκουν τρόπους και αφορμές να βρεθούν, να κοινωνήσουν μέσω του τραγουδιού και μέσα απ’ την απλότητα να μας προσφέρουν ένα υπέροχο τραγούδι που μπορεί και μας συντροφεύει πέρα και έξω απ’ το θεατρικό σανίδι. Τέτοιες συναντήσεις (που η αλήθεια είναι πως βρίσκουμε όλο και πιο σπάνια σήμερα), από τη στιγμή που μας παραδόθηκαν, αξίζει να τις κρατάμε κι εμείς σαν δώρα ακριβά και τις ανασύρουμε απ’ τη μνήμη (συλλογική ή ατομική), όλο και πιο συχνά.

Γ. Δάνης, Κώστας Μπάλλας, Μιράντα Ζαφειροπούλου, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Χρήστος Καλαβρούζος.

.

.

Σημειώσεις:
1. Οι φωτογραφίες του προγράμματος και της παράστασης, είναι από το Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (
εδώ)

2. Το «Τραγούδι της λίμνης» έχει επίσης τραγουδήσει η Αρλέτα («10 + 1 νύχτες», ζωντανή ηχογράφηση από το Θέατρο Περοκέ), η Μαρία Φαραντούρη («Ωδείο Ηρώδου Αττικού», ζωντανή ηχογράφηση στις 6 Σεπτεμβρίου 1988), η Τάνια Τσανακλίδου («Το μαγικό κουτί», ζωντανή ηχογράφηση στο «Μετρό»), και η Angelique Ionatos («Anthologie»).

.