Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

“… και όμως, η γη ακόμα γύριζε σαν δίσκος από βινύλιο.”

.
Ανάμεσα στην πληθώρα των τραγουδοποιών που εμφανίστηκαν κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’80, υπάρχει κι ένας καλλιτέχνης που ξεχώρισε για την ιδιαίτερη γραφή του. Ο λόγος για τον Βασίλη Νικολαΐδη, που μπορεί να μην έχει στο ενεργητικό του πολλούς προσωπικούς δίσκους και συμμετοχές σε εργασίες συναδέλφων του, έχει όμως καταφέρει με το ιδιαίτερο ύφος των τραγουδιών του να χαράξει την προσωπική του πορεία στο ελληνικό τραγούδι. Από την πρώτη του εμφάνιση, στους «Αγώνες ελληνικού τραγουδιού» στην Κέρκυρα το 1981 που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις, έκανε την παρουσία του αισθητή, και η «Οδός Σανταρόζα» έμεινε σαν ένα από τα πιο τρυφερά σατιρικά τραγούδια και την ίδια στιγμή έγινε το “σήμα κατατεθέν” του Νικολαΐδη! Σε κείνη όμως την πρώτη του εμφάνιση, ο Νικολαΐδης έδωσε το καλλιτεχνικό του στίγμα και με ένα ακόμα τραγούδι, υπέροχα μελαγχολικό: το «Δωμάτιο χρωματιστό». Λίγοι κατάλαβαν τότε πως, ο καινούργιος αυτός τραγουδοποιός καταφέρνει με την ίδια τέχνη που μας προκαλεί το χαμόγελο με τους σατιρικούς και πανέξυπνους στίχους του, να προκαλεί και μια βαθιά μελαγχολία βουτώντας στα δύσβατα μονοπάτια του τραγουδιού.
Τα τραγούδια του Νικολαΐδη μοιάζουν να έχουν την καταγωγή τους στους τροβαδούρους της αναγέννησης και στις αστικές καντάδες των αρχών του περασμένου αιώνα. Με μοναδικό όπλο μια κιθάρα, σκαλίζει τις ιστορίες του όπως οι παλιοί τεχνίτες κατασκεύαζαν λεπτά και φινετσάτα κοσμήματα. Τα τραγούδια του δίνουν ακριβώς την αίσθηση του χειροποίητου, εκείνου του τραγουδιού που γεννιέται απ’ την προσωπική ευαισθησία του δημιουργού του, έχει όμως τη δύναμη να γίνεται κτήμα του ακροατή, τουλάχιστον εκείνου που διαθέτει την ίδια ευαισθησία. Το αιρετικό χιούμορ, η καυστική ματιά και τα σωστά ελληνικά, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους στίχους του Νικολαΐδη. Με παιχνιδιάρικη διάθεση πλάθει τους στίχους του που ρέουν σα νερό, ξεδιπλώνοντας τις ιστορίες του μέσα σ’ ένα αστικό περιβάλλον, αναπολώντας πάντα την ξενοιασιά της εξοχής, γι’ αυτό και καταφέρνει μέσα απ’ αυτή την αντίφαση να δημιουργεί τραγούδια γεμάτα εκπλήξεις. Κανένα απ’ τα τραγούδια του δε μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να ξεκινάει μια ιστορία σε ένα τραγούδι και να την ολοκληρώνει σε κάποιο άλλο, κάτι που ποτέ δεν είναι άμεσα ορατό (ίσως να μην είναι καν στις αρχικές του προθέσεις).

Οι μελωδίες του απλές, σχεδόν όλες δοσμένες με άξονα τον ήχο της κιθάρας του, μοιάζει να μάς προσφέρονται αμέσως μετά από τη στιγμή της δημιουργίας τους. Ακούγοντας κανείς τις ηχογραφήσεις των δίσκων του νιώθει πως ακούει τα τραγούδια την ίδια στιγμή που γράφονται! Και σε καμία περίπτωση αυτό δε σημαίνει ερασιτεχνισμός ή προχειρότητα. Αντίθετα, καταφέρνει να μεταφέρει ατόφια τη φρεσκάδα της δημιουργίας, δίχως τα φτιασιδώματα ενός “επαγγελματισμού” που απονευρώνει το αποτέλεσμα. Σα να τραγουδάει για τον κάθε ακροατή ξεχωριστά, και να περιμένει αμέσως μετά να μάθει εάν του άρεσε ή όχι το τραγούδι του. Με αυτή την παιδικότητα ο Νικολαΐδης φτιάχνει τις μελωδίες του· δίχως να προσπαθεί να μιμηθεί τίποτα, χωρίς να προσπαθεί να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Μάνος Χατζιδάκις αναγνώρισε πίσω απ’ τις μελωδίες του ένα ταλέντο πέρα από τα ακόρντα και τις νότες, έξω από τις πολύπλοκες αρμονίες και άλλες “έντεχνες” φιοριτούρες. Και εάν κάποια τραγούδια τα φτιάχνουν οι …“επαγγελματίες”, κάποια άλλα τραγούδια τα φτιάχνουν μοναχικοί τροβαδούροι όπως ο Βασίλης Νικολαΐδης, που με μια κιθάρα, μια κόλλα χαρτί, χιούμορ και ευαισθησία, δημιουργεί τραγούδια με αμεσότητα, παιδικότητα, σατιρικά και την επόμενη στιγμή μελαγχολικά, σα να συνομιλεί με τον καθένα μας ξεχωριστά και τους καρπούς αυτής της συνομιλίας να τους μετατρέπει σε τραγούδι.
.
Η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί ότι ο Νικολαΐδης γράφει μόνο σατιρικά τραγούδια, είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη εντελώς λανθασμένη. Η «Οδός Σανταρόζα», «Το αστείο» και «Η ιστορία της Μαρίας», είναι τα πιο δημοφιλή τραγούδια του (άσχετο αν οι περισσότεροι δε γνωρίζουν τους τίτλους τους ή το ποιος είναι ο δημιουργός τους), κάτι που δημιούργησε την εντύπωση στους πολλούς ότι, ο Νικολαΐδης γράφει απλώς χαριτωμένα τραγουδάκια. Λίγοι όμως έχουν μπει στον κόπο ακόμα και μέσα απ’ αυτά τα τραγούδια (κυρίως την «Οδό Σανταρόζα» και την «Ιστορία της Μαρίας») να αφουγκραστούν τη βαθιά μελαγχολία και την διεισδυτική ματιά του δημιουργού τους, που χρησιμοποιεί σαν όχημα το χιούμορ για να εκφράσει τελικά τους πιο σοβαρούς προβληματισμούς του (ποιος άραγε έχει συνεχίσει να χαμογελά στην «Ιστορία της Μαρίας» με τους στίχους: “κι όταν σκότωσαν τον Νίκο Μπελογιάννη / στη Μητρόπολη γινήκανε οι γάμοι / ο φάκελός της σα σκιά εξαφανίστηκε / σε κολυμπήθρα εθνική ξαναβαφτίστηκε”…). Βεβαίως και ο Νικολαΐδης γράφει τραγούδια που στην πλειοψηφία τους τα χαρακτηρίζει το χιούμορ, όμως, σε καμία περίπτωση δεν μένει σε μια επιφανειακή σατιρική αντιμετώπιση των όσων ιστορεί. Στην καταγραφή της προσωπικής δισκογραφίας και των συμμετοχών του Βασίλη Νικολαΐδη που ακολουθεί, θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε και σε πολλά τραγούδια, που μόνο χιουμοριστικά δε μπορούν να χαρακτηριστούν.
.
.

.
Την αμέσως επόμενη χρονιά από τη συμμετοχή του στους «Αγώνες ελληνικού τραγουδιού», το 1982, ο Βασίλης Νικολαΐδης βγάζει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο (τι άλλο;), «Οδός Σανταρόζα» (να σημειώσω ότι ο δίσκος αυτός δεν επανεκδόθηκε ποτέ σε cd!). Στο εξώφυλλο ένα σκίτσο του τραγουδοποιού καθισμένος στο εδώλιο του κατηγορουμένου, και το ομότιτλο τραγούδι να βρίσκεται πρώτο στη σειρά μεταξύ των τραγουδιών του δίσκου. Στην «Οδό Σανταρόζα» υπάρχει και το «Δωμάτιο χρωματιστό», η δεύτερη συμμετοχή του στους «Αγώνες ελληνικού τραγουδιού», καθώς και ένα ακόμα τραγούδι που ακούγονταν σε μια μικρού μήκους ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα. Από αυτή την πρώτη του δισκογραφική εργασία, ο Νικολαΐδης δίνει το προσωπικό του στίγμα όπως το περιγράψαμε πιο πάνω: αυτοσαρκασμός, καυστικό χιούμορ, βιωματικοί στίχοι και κανταδόρικες μελωδίες, συνθέτουν ένα σύνολο 12 τραγουδιών ενός ταλαντούχου νέου τραγουδοποιού που μπορεί με μεγάλη ευκολία να σκαλίζει τραγούδια με ευχάριστη ροή, αλλά που έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν. Την ίδια στιγμή, τα τραγούδια της «Οδού Σανταρόζα» είναι βαθιά μελαγχολικά. Μια μελαγχολία που δεν έχει να κάνει με τα χιλιοειπωμένα προσωπικά και ερωτικά αδιέξοδα που έχουμε συνηθίσει να ακούμε από πολλούς τραγουδοποιούς, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ο Νικολαΐδης βουτάει βαθιά στην ουσία του ερωτικού τραγουδιού, ή μάλλον του “τραγουδιού περί έρωτος” όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις. Μία από τις ωραιότερες στιγμές του δίσκου, είναι το τραγούδι «Δεν έχει». Αξίζει να διαβαστούν οι στίχοι του:

Δεν έχει

Δεν έχει τι να καταλάβεις
κι έχω ξεχάσει να μιλάω πολύ
για να σου εξηγήσω
κι όταν μιλάς, αντί να στήσω το αυτί
και όταν κλαις, αντί να δώσω συμβουλή,
θέλω να σε φιλήσω.
Κι έχω ξεχάσει απ’ την πόρτα του σπιτιού σου να περνάω
κι αν στο δρόμο καμιά φορά σε δω
ν’ αλλάξω πεζοδρόμιο, θα ήτανε χοντρό
θα ‘ταν σα να σε παρακαλάω.

Δεν έχω πια τι άλλο να σου πω
απογειώνεσαι πιο γρήγορα από μένα,
μ’ ένα λευκό μοντέρνο αερόπλοιο
χαράζεις μια πορεία στον αέρα.
Κι εγώ που ήθελα στα φτερά μου να σε πάρω
το σύμπλεγμα του Ίκαρου μου είναι πια περιττό,
μού απομένει στην παραλία να βολτάρω
και να σε βλέπω ψηλά στον ουρανό.

Μας κιτρινίζει σαν τα φύλλα ο καιρός
μα να με σκέφτεσαι όταν ευκαιρείς
όταν μου φύγει ο εγωισμός
μου υποσχέθηκες πως θα ‘ρθεις να με βρεις.
Πάρε τις αρετές σου αρμαθιά
γίνε μια κούκλα από γυαλί και πορσελάνη
την επανάστασή σου άσε μια φορά
με τα ρούχα σου απάνω στο ντιβάνι.
Και μη φοβάσαι, δε τη χάνεις ξαφνικά…


Τον Απρίλιο του 1984 ο Νικολαΐδης εκδίδει το δεύτερο προσωπικό του δίσκο με τίτλο «Ελλάς» (ούτε κι αυτός ο δίσκος επανεκδόθηκε ποτέ σε cd!!). Αυτή τη φορά η αθυροστομία του ενοχλεί τη λογοκρισία, η οποία καλύπτει με το γνωστό μακρόσυρτο μπιπ έναν ολόκληρο στίχο από το ομότιτλο τραγούδι. Σε αυτό το δίσκο υπάρχει η πρώτη εκτέλεση της «Ιστορίας της Μαρίας», ένα τραγούδι – χρονικό της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που ξεκινάει από την Κατοχή, περνάει απ’ την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, μέχρι και την δεκαετία του ’60. Από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια του Νικολαΐδη, που κλείνει μέσα του όλη την τέχνη τού συγκεκριμένου τραγουδοποιού να φτιάχνει ολοκληρωμένες ιστορίες που όμοιές τους σπάνια συναντάμε στο ελληνικό τραγούδι. Στο δίσκο «Ελλάς», ο Νικολαΐδης μοιάζει να ξεκαθαρίζει ακόμα περισσότερο τις προθέσεις του. Το χιούμορ του γίνεται ακόμα πιο καυστικό και ανατρεπτικό, με λόγια χωρίς υπαινιγμούς και με μια ξεκάθαρη ματιά στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ζωγραφίζει με τα τραγούδια του εικόνες και αισθήματα για τα οποία με δυσκολία μιλούν οι συνάδελφοί του. Με ποιητική διάθεση, τα τραγούδια του σχεδόν όλα σε πρώτο πρόσωπο δίχως την κλασσική δομή του κουπλέ – ρεφρέν, δημιουργούν μια αίσθηση απελευθέρωσης από τα κλισέ της τραγουδοποιίας. Τρυφερός, είρωνας όπου απαιτείται, ο Νικολαΐδης δε χάνει την ευγένειά του, αλλά δε διστάζει παράλληλα να σχολιάσει το “έντεχνο” κατεστημένο του ελληνικού τραγουδιού. Τραγούδια όπως η «Επιστολή σε κασέτα», «Συνθέται και τραγουδισταί» και «Βαφτιστικό», σχολιάζουν με καταπληκτικό τρόπο το κατεστημένο των δημοσιογράφων – δισκοκριτικών και των συνθετών της εποχής του. Δυστυχώς, τα τραγούδια αυτά παραμένουν μέχρι και σήμερα επίκαιρα:

Από την παιδική μου ηλικία
είχα στην μέση μια χρόνια δυσκαμψία
ελιγμοί και υποκλίσεις δε μου ήταν βολετό
κι οι δασκάλοι μου το λέγαν από τότε σνομπισμό.
Πρόσεξε πάντως μη τυχών και μπερδευτείς
αν στο μέλλον κάποιος ενορχηστρωτής
τα ανάξια προϊόντα μου ντύσει με άρπες και βιολιά
και τσιγγάνικες ορχήστρες,
τι θα γράφεις πια μετά;
Κι αφού σ’ αρέσει να μου μετράς τις συγχορδίες
έχω για σένα κι άλλες τέτοιες ασχολίες
βρες τ’ ακόρντα μου στο τραγουδάκι αυτό…
(από το τραγούδι «Επιστολή σε κασέτα»)

Μέσα στο δίσκο ο ακροατής βρίσκει μελοποιημένο ένα ποίημα του Παύλου Κριναίου – Μιχαηλίδη, καθώς και στίχους του Ανδρέα Λασκαράτου, ταξιδεύει με τον «Αη-Νικόλα και τον ποιητή που έγινε Σεβάχ Θαλασσινός», παρακολουθεί τις περιπέτειες του ναύτη Νικολαΐδη που για να ξεφύγει από τη Ναυτονομία κρύβεται σε έναν οίκο ανοχής και σώζεται την τελευταία στιγμή από μια πόρνη (!), συναντάει σαν σε όραμα την «Κίρκη στη νταλίκα» μέσα σε ένα άκρως σουρεαλιστικό τοπίο με φόντο κάποιο χιλιόμετρο της εθνικής, και ως άλλος Αίσωπος διηγείται για την «Κατσίκα» του κου Σεγκέν που ελευθερώθηκε τρώγοντας το σκοινί που την κρατούσε αιχμάλωτη. Ο κόσμος του Νικολαΐδη είναι γεμάτος εκπλήξεις, διάφανος, ανατρεπτικός. Ένας κόσμος που από τη μία πατάει στην πεζή καθημερινότητα σχολιάζοντάς την με τρόπο καυστικό, και απ’ την άλλη πετάει στην περιοχή του ονείρου και της φαντασίας με όχημα την ευαισθησία και την οξυδερκή ματιά του δημιουργού του.


Στο σημείο αυτό, αξίζει να γίνει μια μικρή αναφορά στην παρουσία του Βασίλη Νικολαΐδη στη δισκογραφία με την ιδιότητα τού στιχουργού. Από το 1988, ξεκινάει η συνεργασία του με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω (έχουν ήδη προηγηθεί οι κοινές ζωντανές εμφανίσεις τους σε μουσικά στέκια της Αθήνας). Σε μια σειρά από δίσκους των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, στα «Παροίνια», τα «Εγκαίνια», την «Ιχνογραφία», στο «Πέρα στου κεχριού τον κάμπο», στο «Ένα ευχαριστώ», και στο πιο πρόσφατο «Για μιας μέρας το στοίχημα», ο Νικολαΐδης εμφανίζεται ως στιχουργός και ενώνει τον ιδιαίτερο λόγο του με τις μουσικές του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιππάκη (αναφορά από το «Άρωμα του τραγουδιού» στη δισκογραφία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω υπάρχει εδώ). Ο Νικολαΐδης βρίσκει στους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω το πιο πρόσφορο έδαφος για να ξεδιπλώσει μέσα από τους στίχους του τις ευφάνταστες ιστορίες του και να μας χαρίσει τραγούδια μοναδικής ευαισθησίας. Η συνάντησή τους, πέρα από την αξία του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, αποδεικνύει για πολλοστή φορά πως, δε χρειάζεται η μεσολάβηση κανενός επινοημένου διευθυντή μάρκετινγκ δισκογραφικής εταιρείας για να συναντηθούν και να παίξουν μουσική οι καλλιτέχνες που έχουν μεταξύ τους τόση μεγάλη “συγγένεια”. Αρκεί να βρεθεί κάποιος να καταγράψει αυτές τις “συνομιλίες” και εν συνεχεία να τις προσφέρει στο κοινό. Πέρα από τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, στίχους του Νικολαΐδη συναντάμε και στο δίσκο του Χρίστου Τσιαμούλη «Μονάχα για να ταξιδεύω», με την εξαιρετική ερμηνεία του Αλκίνοου Ιωαννίδη στο τραγούδι «Σαν τα κορίτσια που γελάν».
Και φυσικά, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο δίσκο «Το νησί των λωτοφάγων», σε μουσική του Στάμου Σέμση. Πρόκειται για τον πρώτο δίσκο στον οποίο η Έλλη Πασπαλά μετά απ’ την θητεία της δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι, ερμηνεύει σε πρώτη εκτέλεση τραγούδια με τις μινιμαλιστικές μελωδίες του Σέμση και τους ποιητικούς, γεμάτους φαντασία στίχους του Βασίλη Νικολαΐδη. Στο ρόλο τού στιχουργού, ο Νικολαΐδης παραμένει το ίδιο διεισδυτικός και καίριος. Αυτή τη φορά, οι στίχοι του είναι οι περισσότεροι γραμμένοι σε τρίτο πρόσωπο (και όχι σε πρώτο, όπως μας είχε συνηθίσει στο ρόλο του τραγουδοποιού). Προσεκτικός παρατηρητής, εστιάζει στις ανθρώπινες σχέσεις με ένα καθαρά δικό του τρόπο, δημιουργώντας ένα σύμπαν από φανταστικά πρόσωπα που τελικά είναι τα ίδια που συναντάμε όλοι γύρω μας καθημερινά (μπορεί ακόμα και να είμαστε εμείς οι ίδιοι!!). Η ικανότητά του να σκαλίζει στίχους που σχεδόν ακουμπούν την αισθητική του σουρεαλισμού, αλλά την ίδια στιγμή η αμεσότητά τους αγγίζει και τον πιο ανυποψίαστο ακροατή, είναι ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη στιχουργική του Νικολαΐδη, ειδικά σε αυτή την εργασία του με τον Στάμο Σέμση. «Το νησί των λωτοφάγων» είναι μία σπουδή πάνω στον σύγχρονο κυκεώνα των ανθρώπινων σχέσεων, με τον Νικολαΐδη να κεντάει στην κυριολεξία τις λέξεις του σαν έμπειρος τεχνίτης και να μας προσφέρει τραγούδια που ακούγονται και σήμερα το ίδιο σύγχρονα με την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησαν.


Το 1989, ο Βασίλης Νικολαΐδης συναντάει ξανά το Μάνο Χατζιδάκι˙ αυτή τη φορά, με την έκδοση τού τρίτου προσωπικού του δίσκου στο «Σείριο». Ο δίσκος έχει τον τίτλο «Η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού» (θεωρώ περιττό να αναφέρω ξανά ότι, ούτε κι αυτός ο δίσκος επανεκδόθηκε ποτέ σε cd!!!), και στο πλάι του Νικολαΐδη συμμετέχει η Σαβίνα Γιαννάτου και η Μαρία Αριστοπούλου στα φωνητικά. Σ’ αυτό το δίσκο έχουμε την επιστροφή του τραγουδοποιού Νικολαΐδη με το γνώριμο αιρετικό χιούμορ αλλά και την εξίσου γνώριμη ικανότητά του να πλάθει πρόσωπα και καταστάσεις. Υπέροχα μελαγχολικές στιγμές του δίσκου είναι «Οι άδειες καρέκλες» και «Στο λίκνισμά σου», αν και το τραγούδι που έγινε ιδιαίτερα γνωστό είναι «Το αστείο». Η πρόσφατη, (εκτός κλίματος, είν’ αλήθεια) διασκευή, έκανε το τραγούδι γνωστό και στο ευρύ κοινό. Ανήκει σε κείνα τα τραγούδια του Νικολαΐδη όπου το χιούμορ συναντάει την ευρηματικότητα, με αποτέλεσμα ένα από τα πιο ευφυή χιουμοριστικά τραγούδια στην ελληνική δισκογραφία.

Το αστείο

Μ’ άφησες μόνο, ο διάολος να πάρει τη μοίρα μου
θα σ’ είχα σφάξει αν ήταν του χαρακτήρα μου,
μ’ ένα σαλάμι αφημένο καιρό στο ψυγείο
είπα, λοιπόν, να σου κάνω κι εγώ ένα αστείο.

Και πήρα στο τμήμα αμέσως και τους τηλεφώνησα
και παγωμένα τους είπα πως σε δολοφόνησα,
στη μηχανή του κιμά είπα σ’ είχα λιανίσει
κι ένα σαλάμι με σένα πως είχα γεμίσει.

Και ήρθαν στο σπίτι αμέσως για να με πιάσουνε
και στα μπαλκόνια βγήκανε για να μη χάσουνε,
πω πω! να δεις το αίμα του πλήθους παγώνει
μ’ ένα σαλάμι που παίρνανε σ’ ένα σεντόνι.

Και πρώτη σελίδα να γράφει ο Τύπος διάφορα
και ν’ απορώ, κοίτα ρε πως τα κατάφερα,
για να σε κάνω κοντά μου ξανά να γυρίσεις
στ’ αλλαντικά να κοπούν εντελώς οι πωλήσεις.

Και πλάκες επίσης γινήκαν στην αναπαράσταση
που μου τη βαράει κι αρχίζω κι εγώ την παράσταση,
τους δείχνω να! φέτες κόβω απ’ το σαλαμάκι
και τους ρωτάω αν έχει κανένα ουζάκι.

Που λες, τους τη δίνει και θέλουνε να με λιντσάρουνε
και για μια πλάκα την κεφαλή να μου πάρουνε,
κάπου εδώ, μωρό μου, τ’ αστεία τελειώνουν
προφυλακιστέο με βγάζουν και μέσα με χώνουν.

Και λέω την αλήθεια και τώρα πια δε με πιστεύουνε
τρελοί και γιατροί μες στο Δαφνί μ’ αποφεύγουνε,
και περιμένω, μωρό μου, να ‘ρθείς να τους πεις
πως είσαι καλά, δεν είσαι σαλάμι και ζεις.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε σε μία χρονιά όπου στον κατάλογο του «Σείριου» συναντάμε τον πρώτο δίσκο του Φοίβου Δεληβοριά, το «Σπάσιμο των πάγων» της Λένας Πλάτωνος, το «Επειγόντως» του Άκη Πάνου και το «Rom» του Νίκου Κυπουργού. Είναι η στιγμή που και ο Βασίλης Νικολαΐδης δικαίως εντάσσεται στο δυναμικό της δισκογραφικής εταιρείας του Μάνου Χατζιδάκι, (μάλιστα, την παραγωγή του δίσκου την είχε αναλάβει ο ίδιος ο Χατζιδάκις), ηχογραφώντας 12 τραγούδια που φέρουν την προσωπική του σφραγίδα και ξαναπιάνουν το νήμα από κει που το είχαν αφήσει 5 χρόνια πριν. Σε μία απ’ τις πιο ώριμες δουλειές του, ο Νικολαΐδης παραμένει το ίδιο αυθεντικός, και χωρίς εκπτώσεις στο λόγο του σχολιάζει την πραγματικότητα που αλλάζει γύρω του, πάντα με διάθεση ποιητική και την ευγένεια που τον χαρακτηρίζει.


Φτάνουμε στο 1993, και στην έκδοση του τελευταίου (μέχρι και αυτή τη στιγμή) προσωπικού δίσκου του Βασίλη Νικολαΐδη, τις «Ατασθαλίες». Ο δίσκος εκδόθηκε σε cd, για κάποια χρόνια ήταν αρκετά δυσεύρετος στο εμπόριο, μέχρι που πρόσφατα η Λύρα ανέλαβε την επανέκδοσή του. Εδώ συναντάμε ξανά την «Ιστορία της Μαρίας» στην πιο δημοφιλή της εκτέλεση (με τη συνοδεία μίας μονάχα κιθάρας), καθώς και την «Ιστορία της Μαρίας Νο2» (!!!)· ο δαιμόνιος Νικολαΐδης πλάθει ακόμα μία “Μαρία”, υπηρέτρια αυτή τη φορά, και συνδέει με εξαιρετικό τρόπο τις δύο ιστορίες. Το γνωστό σουρεαλιστικό χιούμορ και ο τρόπος του να περιγράφει τις ιστορίες του, χαρακτηρίζουν ολόκληρο το δίσκο, μόνο που αυτή τη φορά ο αυτοσαρκασμός του ξεπερνάει κάθε προηγούμενο:

Τι να τους κάνω τους λυρικούς που όταν θα με θάψουν
θα τρέξουν στα δισκάδικα για να με αγοράσουν,
να ‘σαι καλά τον Αύγουστο πού ‘ναι παχιές οι μύγες
αν και υπάρχει, λεν μερικοί, μετά θάνατον ζωή.

Τέρμα τ’ αφιερώματα και οι επανεκδόσεις
δεν δίνει πίσω ο θάνατος ό,τι και να του δώσεις
κι έχει τα δικαιώματα κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
αν και υπάρχει, λεν μερικοί, μετά θάνατον ζωή.
(από το τραγούδι «Μετά θάνατον ζωή»)

Μέσα στις «Ατασθαλίες», ο Νικολαΐδης φτιάχνει τραγούδια επίκαιρα για την εποχή, με φόντο τον πόλεμο στη Γιουκοσλαβία («Cine Balkan», «Πάθη και χρώματα») και τον πόλεμο του Περσικού («Οι δρόμοι της Βαγδάτης»). Παράλληλα, ταξιδεύει με ένα «Δελφίνι» στα νερά του Αιγαίου, βολτάρει στους δρόμους του Χαλανδρίου και βάζει τη Σαβίνα Γιαννάτου να μας αφηγηθεί για τους Ιάπωνες τουρίστες που πέφτουν θύματα των ελληνικών ταξιδιωτικών γραφείων και ζουν μέσα σε μία πλάνη: ότι η Μύκονος είναι …ναύσταθμος!!! Αυτός είναι ο κόσμος του Βασίλη Νικολαΐδη! Από την μία αιρετικός, είρωνας, καυστικός, κι απ’ την άλλη ευαίσθητος και μελαγχολικός.
.
.
.
Στο σημείο αυτό κόβεται απότομα το νήμα που συνδέει τον Βασίλη Νικολαΐδη με την επίσημη δισκογραφία. Τον συναντάμε ως στιχουργό, με πιο πρόσφατη τη συνεργασία του με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω στο δίσκο «Ημερολόγιο μιας γυναίκας / Για μιας μέρα το στοίχημα» (Yafka records, Μάρτιος 2009), όχι όμως ξανά ως τραγουδοποιό.
Τον συναντάμε όμως και αλλού: ως εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, να ταξιδεύει στη Ρουάντα και με την επιστροφή του να καταγράφει αυτή την εμπειρία στο βιβλίο «Μπαζουνγκού, ένα οδοιπορικό στη Ρουάντα» (σχετική αναφορά στο βιβλίο του Βασίλη Νικολαΐδη υπάρχει στην ιστοσελίδα της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης Ποιείν, εδώ). Τον συναντάμε επίσης να εκθέτει ζωγραφικά του έργα (το εξώφυλλο του δίσκου «Η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού» είναι δικό του!) μαζί με συναδέλφους του μουσικούς και τραγουδιστές. Τον συναντάμε κάθε φορά που έχουμε ανάγκη να ακούσουμε έναν πραγματικά σύγχρονο ποιητικό λόγο στο τραγούδι. Κάθε φορά που νιώθουμε αφόρητη πλήξη από την επανάληψη στη θεματολογία των τραγουδιών των συναδέλφων του. Κάθε φορά που θέλουμε μια ζεστή φωνή να μας αφηγηθεί ευφάνταστες ιστορίες, που μέσα τους κρύβεται κάτι κι απ’ τον εαυτό μας. Όταν το τραγούδι παύει να είναι μια διαδικασία που απλώς μας κάνει πιο ευχάριστες τις ώρες του πρωινού μποτιλιαρίσματος, και γίνεται μια ποιητική πράξη, ικανή να μας ταξιδέψει και να μας αγγίξει ουσιαστικά.
Το ελληνικό τραγούδι έχει σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ανάγκη από τη φωνή του Βασίλη Νικολαΐδη. Να μας πάρει ξανά από το χέρι και να μας δείξει την άλλη όψη των πραγμάτων, με εκείνη τη διεισδυτική ματιά του και τον καθαρό του λόγο να μας διηγηθεί τις ιστορίες του, και σαν γνήσιος κανταδόρος να μας ταξιδέψει στον απόλυτα προσωπικό του κόσμο.
Κι όταν πια τελειώσει το τραγούδι του, να σκύψει και να μας ψιθυρίσει:

Οι χιλίαρχοι είχαν δώσει τα σωστά παραγγέλματα.
Οι εκατόνταρχοι είχαν γαβγίσει.
Και οι πραιτοριανοί είχαν υπακούσει…
Όμως, η γη ακόμα γύριζε.
Και όμως, η γη ακόμα γύριζε
σαν δίσκος από βινύλιο.
.
(γυρίζει ακόμα;)
(ναι, ναι!)
.
Ωραία…
.
.
.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Χωρίς Τίτλο...

.


Πόσο λυπάμαι

Μουσική: Κώστας Γιαννίδης
Στίχοι: Βασίλης Σπυρόπουλος – Παναγιώτης Παπαδούκας
Ερμηνεία: Σοφία Βέμπο

Ηχογράφηση: 1938
.


γιατί, δεν κατάφερα να βρω κάτι άλλο να της ταιριάζει τόσο πολύ…

.