Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

“… μέσα από το στήθος το ανοιγμένο, βγαίνει το τραγούδι μου σπασμένο.”

.
Από το 1997, που ο Αλκίνοος Ιωαννίδης αποφάσισε να εκτεθεί και ως δημιουργός (πέρα από ερμηνευτής, όπως τον γνωρίσαμε στους δύο πρώτους δίσκους του Νίκου Ζούδιαρη), μάς αποκαλύφθηκε μια ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδοποιού, που κατάφερε να γράψει τραγούδια με δύσκολα υλικά που δεν έμοιαζαν με οτιδήποτε είχαμε ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το να μιλάει κανείς στα τραγούδια του για τον Edgar Allan Poe, να χρησιμοποιεί στους στίχους του αποσπάσματα από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου και να εμπνέεται από διηγήματα του Gabriel Garcia Marques, ήταν κάτι που δεν είχαμε συνηθίσει στη δισκογραφία της δεκαετίας του ’90. Τέτοια τραγούδια που για κάποιους θεωρούνται “δυσνόητα” και “προσωπικά”, κατάφεραν να γίνουν επιτυχίες, να ακουστούν από τα ραδιόφωνα, να τραγουδηθούν σε παρέες με μία κιθάρα, να γεμίσουν συναυλιακούς χώρους και να κατατάξουν τον Ιωαννίδη στη γενιά των τραγουδοποιών που έδωσαν μια βαθιά ανάσα στο πολύπαθο ελληνικό τραγούδι της περασμένη δεκαετίας.

Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα τραγούδια στη δισκογραφία του Αλκίνοου Ιωαννίδη, υπάρχει κι ένα μικρό σε διάρκεια τραγούδι, που περιλαμβάνεται στον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, τον «Ανεμοδείκτη». Το «Σπασμένο» είναι ένα κομμάτι που σπάνια θα ακούσει κανείς στα ραδιόφωνα και στις συναυλίες. Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα στα δύο λεπτά που διαρκεί, φανερώνει τη μοναδική ικανότητα του Αλκίνοου Ιωαννίδη να πλάθει τραγούδια απόλυτα ισορροπημένα, χρησιμοποιώντας τις μουσικές του γνώσεις και το ιδιαίτερο αισθητήριο που διαθέτει για να φτιάξει εικόνες και να περιγράψει συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να κλειστούν σε ένα τραγούδι. Ο Ιωαννίδης καταφέρνει να δώσει την αίσθηση του σπασμένου επιστρατεύοντας ρυθμό, μελωδία, στίχους και τρόπο εκτέλεσης του κομματιού, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα τοπίο θρυμματισμένο. Από την αρχή μέχρι το τέλος, το τραγούδι δίνει την αίσθηση του κομματιασμένου, σαν μια φωτογραφία από θρύψαλα που άφησε πίσω του ο έρωτας χωρίς καμία πιθανότητα επανασύνδεσης των κομματιών.

Το πρώτο στοιχείο που δημιουργεί αυτή την αίσθηση, είναι ο ρυθμός. Ο Ιωαννίδης διαλέγει τα 7/8, που από μόνα τους, λόγω του μονού αριθμού από όγδοα, δημιουργούν την αίσθηση του μισού, του ανολοκλήρωτου, άρα και του σπασμένου. Ο τρόπος που χωρίζει το ρυθμό (σε 2-2-3), ενισχύει αυτή την αίσθηση, ενώ παράλληλα ο ξεκάθαρος τονισμός των ισχυρών σημείων του κάθε μέτρου, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση του σπασμένου.
Ο Ιωαννίδης όμως, δεν αρκείται στην αίσθηση που δημιουργεί ο ρυθμός του τραγουδιού για να αποδώσει την εικόνα που επιθυμεί. Κόβει στη μέση τις προτάσεις, χρησιμοποιώντας κυρίως το συνδετικό “και”, αφήνοντάς το μετέωρο στο τέλος του κάθε στίχου. Ο τρόπο όμως που το κάνει, δεν αλλοιώνει σε καμία περίπτωση το νόημα και τη ροή των στίχων. Ο Ιωαννίδης δε θυσιάζει το νόημα του τραγουδιού για να εκμεταλλευτεί κάποιο “εφέ” για χάρη εντυπωσιασμού. Οι στίχοι του τραγουδιού κομματιάζονται κι αυτοί από πραγματική ανάγκη για να αποδοθεί η αίσθηση του σπασμένου και όχι για να εντυπωσιάσουν τον ακροατή. Το αποτέλεσμα, είναι πραγματικά πρωτότυπο:

Γκρίζα και θλιμμένη μια βροχή και
έπεφτε και σού ‘μοιαζε πολύ και
έφυγε και μ’ άφησε βρεγμένο,
στέγνωσε και μ’ άφησε σπασμένο.

Τζάμια, κρύσταλλα και γυαλικά και
θρύψαλα τα λόγια που σωπαίνω.
Θρυμματίζω σύννεφα βαριά, για
να με δει ο καθρέφτης μου σπασμένο.

Το κορίτσι που ήθελε πολλά, μου
φύτεψε μια τρύπα στην καρδιά και
μέσα από το στήθος το ανοιγμένο,
βγαίνει το τραγούδι μου σπασμένο.

Κάθε σου ματιά χαραγματιά και
κάθε χάδι σου τραυματισμένο.
Μες στα δάχτυλά σου μια φωτιά και
ένα ρόδι κόκκινο, σπασμένο.

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης ουσιαστικά δεν τραγουδά, απαγγέλλει ρυθμικά το «Σπασμένο». Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά! Ένα κομμάτι που “φωτογραφίζει” το κομμάτιασμα και τη διάλυση ενός έρωτα, δε θα μπορούσε να έχει μια μελωδία με συμβατική αρμονία. Η ρυθμική απαγγελία του Αλκίνοου Ιωαννίδη που παραπέμπει στην αισθητική του hip-hop, δίνει στο τραγούδι τη μελαγχολία που απαιτείται. Η ερμηνεία του είναι εσωστρεφής, απόλυτα ταιριαστή με το περιεχόμενο του τραγουδιού και, ο καθαρός του λόγος δίνει την αίσθηση πως πρόκειται για μια αφήγηση καθαρά προσωπική που δε θα μπορούσε να βρει άλλο τρόπο να εκφραστεί, πέρα από το τραγούδι.

Το τελευταίο και καθοριστικό στοιχείο που καθιστά το «Σπασμένο» ένα πραγματικά ιδιαίτερο τραγούδι, είναι η ενορχήστρωση. Εδώ, αναλαμβάνει ο Γιώτης Κιουρτσόγλου τον τρόπο με τον οποίο θα παιχτεί το τραγούδι, δίνοντας το δικό του μοναδικό στίγμα στο τελικό αποτέλεσμα. Ό,τι ακούγεται από όργανα και ήχους, έχουν παραχθεί από τον Κιουρτσόγλου! Με ηλεκτρικό και άταστο μπάσο που παίζονται με διαφορετικούς τρόπους παράγοντας ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα, με παραμορφωτές, με αρμονικές και με κρουστά και τύμπανα που ο Κιουρτσόγλου αναπαράγει με το στόμα (!), αλλά κυρίως, με το αισθητήριο ενός μεγάλου δεξιοτέχνη και ολοκληρωμένου μουσικού, ο Γιώτης Κιουρτσόγλου θα μπορούσε να θεωρηθεί “συνδημιουργός” του «Σπασμένου». Η αρχική σύνθεση και ιδέα του Ιωαννίδη, ολοκληρώνεται με την μοναδική ερμηνεία του Κιουρτσόγλου και το τραγούδι κυριολεκτικά σπάει σε χίλια κομμάτια για να περιγράψει με μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο το κομμάτιασμα ενός έρωτα.

Το «Σπασμένο» είναι ένα από τα τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη που πιθανόν να περνάει απαρατήρητο ακόμα κι από το ίδιο το κοινό του τραγουδοποιού. Σε αυτό το κομμάτι όμως, αποκαλύπτεται το ταλέντο του Ιωαννίδη να φτιάχνει τραγούδια που έχουν πραγματικά κάτι καινούργιο να πουν. Δεν έχει καμία διάθεση να εντυπωσιάσει (αν και σίγουρα θα μπορούσε να το κάνει), παρά μόνο να τραγουδήσει πραγματικά για το κομμάτιασμα του έρωτα, για κείνη την αίσθηση του θρυμματισμένου γυαλιού που αφήνει πίσω του κάθε χωρισμός. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης μας παρουσίασε με τον καλύτερο (και ίσως τον δυσκολότερο) τρόπο, την εικόνα από τα θρύψαλα μιας σχέσης που άλλα τραγούδια θα ήθελαν πολλά λόγια και φορτωμένες ενορχηστρώσεις για να περιγράψουν. Όσο κι αν εμείς θεωρούμε κάποια πράγματα αυτονόητα, το να φτιάξει κανείς ένα τραγούδι τέτοιας αισθητικής και ακρίβειας σαν το «Σπασμένο», δεν είναι καθόλου εύκολο. Και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης γνωρίζει καλά τον τρόπο να δημιουργεί τραγούδια εμπνευσμένα και αληθινά.
.
.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Ηλίας Κατσούλης 1939 – 2008


Η είδηση του θανάτου του Ηλία Κατσούλη έπεσε σαν κεραυνός!
Αφήνοντας την τελευταία του πνοή εχθές σε ηλικία 69 ετών, κάποιοι τον είδαν να μαζεύει ευλαβικά «τα Σμυρναίικα τραγούδια» του, να τακτοποιεί τα «Καράβια Χιώτικα», να κόβει ένα άνθος από του «Παραδείσου τη λεμονιά» και με «Ένα κρυμμένο Αχ», να σιγοψιθυρίζει το ρεφρέν από τον «Πόνο άπονο». Τελευταία, πάνω – πάνω, τοποθέτησε ευλαβικά στις αποσκευές του το «Καλαντάρι» σταματημένο στην τελευταία ημερομηνία (Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008) και πιο δίπλα την «Carte Postale» με τις φωτογραφίες των αγαπημένων του μύθων. Σα να ψιθύρισε κάτι (κανείς δεν κατάλαβε τι), πήρε μια κηρομπογιά και έγραψε πάνω στον καθρέφτη του μπάνιου: «Το Μάη λένε πως θα βρέξει». Φεύγοντας, άφησε πίσω του το πικ απ να παίζει τον «Ύμνο στη χαρά» από την 9η του Μπετόβεν και χάθηκε στο τέρμα του διαδρόμου.

Μεγάλος ο κατάλογος των συνθετών που συνεργάστηκαν με τον Ηλία Κατσούλη: Παντελής Θαλασσινός, Νότης Μαυρουδής, Τάσος Γκρους, Γιάννης Σπανός, Ορφέας Περίδης, κ.α. Εξίσου μεγάλος και ο κατάλογος των ερμηνευτών που είχαν την τύχη να ερμηνεύσουν τραγούδια σε στίχους του Ηλία Κατσούλη: Παντελής Θαλασσινός, Βούλα Σαββίδη, Μανώλης Λιδάκης, Χάρις Αλεξίου, Καλλιόπη Βέτα και πολλοί άλλοι.

Όταν πριν από ένα μήνα “συζητούσαμε” στο «Άρωμα του Τραγουδιού» για ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του, την «Χαλκίδα», δε φανταζόμουν πως σήμερα θα “συζητούσαμε” ξανά για τον Ηλία Κατσούλη με αφορμή την “φυγή του προς τα άστρα”! Ένας λαϊκός στιχουργός, ένας ποιητής της καθημερινότητας που υπηρέτησε το ελληνικό τραγούδι με ήθος και σεμνότητα, αφήνοντας πίσω του πολύτιμο στιχουργικό έργο. Αυτό το έργο οφείλουμε να (ξανά)ανακαλύψουμε κι εμείς.









Αξίζει να διαβάσουμε:
Την συνέντευξη του Ηλία Κατσούλη στον Σπύρο Αραβανή (εδώ) που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2006 στην ιστοσελίδα MusicHeaven.
Τα Μουσικά Προάστια θα δημοσιεύσουν μέχρι τέλος Αυγούστου κείμενα και τραγούδια του Ηλία Κατσούλη (εδώ το σχετικό link)
Στίχοι τραγουδιών του Ηλία Κατσούλη (εδώ)
Αναφορά στον Ηλία Κατσούλη στο blog Άσματα και Μιάσματα (εδώ)




Σημείωση: η φωτογραφία του Ηλία Κατσούλη είναι από το site του Δευτέρου Προγράμματος (από την βραδιά αφιερωμένη στον στιχουργό, στις 28/2/2007 στο βιβλιοπωλείο «Ιανός»).

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

“… αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα, κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο.”

.

Τι μπορεί άραγε να πει κανείς, για ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια του ελληνικού τραγουδιού που ακούει στο όνομα Βασίλης Τσιτσάνης! Αναμφισβήτητα, μια από τις μεγαλύτερες μορφές της μουσικής του αιώνα που πέρασε, ένας μεγάλος δάσκαλος που άλλαξε την ιστορία του τραγουδιού ανοίγοντας νέους δρόμους, με όπλο το τρίχορδο μπουζούκι του και τα μοναδικής ομορφιάς και αξίας τραγούδια του. Δεν ήταν καθόλου υπερβολικός ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε ότι «ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό»! Στα τραγούδια του έχουν κλειστεί όλα τα βάσανα και οι καημοί του ελληνικού λαού, τα γλέντια και τα ξεσπάσματά του, η ανάγκη για ελευθερία, οι έρωτες, ο πόνος της ξενιτιάς και η ελπίδα της επιστροφής, η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη, αισθήματα βαθιά ανθρώπινα που μέσα απ’ τις μελωδίες και τους στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη πήραν τη μορφή μια λαϊκής τέχνης αληθινής και αξεπέραστης. Τα τραγούδια του τα χαρακτηρίζει η ευγένεια και το ήθος. Δημιούργησε μουσικές που έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού, θυμίζοντάς μας πως, το τραγούδι αποτελεί μια πολύ σοβαρή υπόθεση, μια τέχνη που οφείλει να μας κάνει καλύτερους και όχι να εκτονώνει τα καταπιεσμένα ένστικτά μας.

Μέσα από τα εκατοντάδες τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, υπάρχουν πολλά που ξεχωρίζουν: από τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το «Χωρίσαμε ένα δειλινό», μέχρι το «Αργοσβήνεις μόνη», τον «Μαχαλόμαγκα» και το «Κάθε βράδυ λυπημένη». Στην εργογραφία του Τσιτσάνη συναντάμε τραγούδια διαχρονικά που, αν και γράφτηκαν ορισμένα απ’ αυτά πριν από 60 και 70 χρόνια (!), μας συγκινούν και μας συντροφεύουν ακόμα και σήμερα. Μία από τις κορυφαίες στιγμές της δημιουργικής πορείας του Βασίλη Τσιτσάνη, είναι η «Αχάριστη», ένα αργό χασάπικο σε στίχους του Τσιτσάνη, που γράφτηκε το 1942 και ηχογραφήθηκε σε δίσκο γραμμοφώνου τον Ιούνιο του 1947. Σε όλα τα ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, η πρώτη εκτέλεση έχει πάντα ιδιαίτερη αξία, τόσο ιστορική όσο και καλλιτεχνική. Η «Αχάριστη» έχει τραγουδηθεί από αρκετούς ερμηνευτές: από τον Στράτο Διονυσίου και την Πόλυ Πάνου, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Σταμάτη Κόκοτα, κ.α. Όμως, σε αυτή την πρώτη εκτέλεση με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τον Στελλάκη Περπινιάδη και τον Βασίλη Τσιτσάνη, συναντάμε μια από τις πιο άρτιες μουσικά εκτελέσεις ρεμπέτικου τραγουδιού.

Η λιτή ενορχήστρωση (με δύο τρίχορδα μπουζούκια και μια κιθάρα) είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ηχογραφούνταν τα τραγούδια μετά τον πόλεμο. Το στοιχείο όμως που πραγματικά καθηλώνει, είναι η τριφωνία! Η μελωδική αυτονόμηση των τριών τραγουδιστών, δημιουργεί στον ακροατή την αίσθηση ότι ακούει μια “χορωδία”, και αυτό είναι ένα στοιχείο που σπάνια συναντάμε στο ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Τσιτσάνης παντρεύει με τέχνη τους λαϊκούς μουσικούς δρόμους με στοιχεία της λόγιας μουσικής, δημιουργώντας ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Δανείζεται στοιχεία από τη δυτική μουσική αναμειγνύοντάς τα με λαϊκούς δρόμους και τον ρυθμό του χασάπικου, ζωγραφίζοντας ένα μουσικό τοπίο τέλειας αισθητικής. Η Γεωργακοπούλου, ο Περπινιάδης και ο Τσιτσάνης, παίρνουν θέση απέναντι στα μηχανήματα φωνογράφησης και ερμηνεύουν με συγκλονιστικό τρόπο ένα τραγούδι που θα ‘λεγε κανείς πως χωράει μέσα του τον πόνο και τον καημό όλων των ερωτικών τραγουδιών. Η ερμηνεία τους είναι τελετουργική, δίχως υπερβολές και περιττά τσακίσματα της φωνής, απαλλαγμένη πλήρως από το στοιχείο του μελό. Η ανεπανάληπτη εισαγωγή με το μπουζούκι να “χαρακώνει” τον αέρα, θα μπορούσε από μόνη της να αποτελεί ένα αυτόνομο μουσικό αριστούργημα, ενώ οι στίχοι που στάζουν παράπονο, μάς αφοπλίζουν με την άρτια τεχνική τους.

Στην πρώτη του μορφή, το τραγούδι είχε σε δυο σημεία διαφορετικούς στίχους από αυτούς που τελικά μπήκαν στη φωνογράφηση. Οι συγκεκριμένες φράσεις αντικαταστάθηκαν για το φόβο της λογοκρισίας (στις παρενθέσεις αναγράφονται οι αρχικοί στίχοι):

Δε ρώτησες τόσο καιρό για μένα
πως πέρασα, τρελή, στην ξενιτιά,
σ’ αγάπησα, δυστύχησα για σένα
και σέρνομαι, πανούργα, μακριά.

Τα βάσανά μου μ’ έριξαν στα ξένα
(Το έγκλημά μου μ’ έριξε στα ξένα)
και μ’ έχουν της ζωής κατάδικο,
(και μ’ έχει της ζωής κατάδικο)
αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα
κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο.

Μου είπανε πως ζεις ευτυχισμένη
θεότρελη, στα πλούτη κολυμπάς,
μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει
του προδομένου ο πόνος της καρδιάς.
(του καταδίκου ο πόνος της καρδιάς)


Το τραγούδι γράφτηκε από τον Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη μέσα στην καρδιά της Γερμανικής κατοχής. Φωνογραφήθηκε πέντε χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, στην Αθήνα στα στούντιο της Columbia. Στην «Αχάριστη» συναντάμε πολλά από τα στοιχεία που υπάρχουν και σε άλλα τραγούδια του Τσιτσάνη: οι χαρακτηρισμοί “τρελή” και “θεότρελη”, η γυναίκα που άλλες φορές είναι «Αρχόντισσα» και άλλες «Θεατρίνα» (“εγώ σε στόλιζα με ρόδα και με κρίνα / κι εσύ με γέλαγες, γιατί ήσουν θεατρίνα”), είναι χαρακτηριστικές εικόνες που συναντάμε στα τραγούδια του Τσιτσάνη. Εκείνο όμως που κάνει την «Αχάριστη» να διαφέρει από άλλα τραγούδια, είναι το παράπονο που ξεχειλίζει από τους στίχους. Ένα παράπονο πηγαίο και αληθινό, αντρίκιο, δίχως κλάψες, με αξιοπρέπεια, σαν βαθύς αναστεναγμός που ψάχνει τρόπο να εκφραστεί και τον βρίσκει στην πενιά του μπουζουκιού. Παρ’ όλο που θεματικά, είναι ένα τραγούδι που το λογικό θα ήταν να τραγουδηθεί από έναν άντρα, ο Τσιτσάνης βάζει την Ιωάννα Γεωργακοπούλου πλάι στον Περπινιάδη, παίρνει κι ο ίδιος θέση δίπλα τους, και ερμηνεύουν μαζί την «Αχάριστη». Ο πόνος της εγκατάλειψης δεν έχει φύλλο! Και ο Τσιτσάνης (όπως και όλοι οι ρεμπέτες) το γνωρίζει καλά αυτό. Η «Αχάριστη» εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα και οι τρείς ερμηνευτές το αποτυπώνουν στο αυλάκι του δίσκου με τον καλύτερο τρόπο.

Όσες εκτελέσεις κι αν γίνουν, αυτή η πρώτη εκτέλεση της «Αχάριστης» από την φωνογράφηση του 1947, θα παραμένει αξεπέραστη. Όχι μόνο για την ιστορική της αξία, αλλά κυρίως για το αισθητικό αποτέλεσμα που αποδεικνύει για πολλοστή φορά πως, το αληθινό τραγούδι δε χρειάζεται στολίδια και τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα για να αποτυπωθεί. Όταν ακούει κανείς τη φράση “αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα / κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο” τραγουδισμένη από τον Περπινιάδη, την Γεωργακοπούλου και τον Τσιτσάνη, είναι αδύνατον να μη λυγίσει από τη συγκίνηση που μόνο τα πραγματικά μεγάλα τραγούδια μπορούν να προκαλέσουν. Έχουν περάσει 60 χρόνια από την πρώτη ηχογράφηση της «Αχάριστης» και η εκτέλεση αυτή ήταν και θα παραμείνει ένα πραγματικό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού, δίπλα σε πολλά ακόμα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.
.
.

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

“...θριαμβικά να τραγουδάμε και στο τέλος να πηδάμε, δίχως φόβο στο κενό”

.
Η φετινή χρονιά επιφύλαξε μια ευχάριστη έκπληξη σε όσους αναζητούν στην ελληνική δισκογραφία νέες προτάσεις και δουλειές δημιουργών που να έχουν κάτι πραγματικά καινούργιο να πουν. Απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι “δε βγαίνουν πλέον καλά τραγούδια” και ότι “οι νέοι δημιουργοί στερούνται έμπνευσης”, είναι ο δίσκος του 29χρονου τραγουδοποιού Θέμου Σκανδάμη με τίτλο «Μακροβούτι». Ο δίσκος ηχογραφήθηκε πέρσι και κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2008 από την εταιρεία «Καθρέφτης», μια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία που φροντίζει μεταξύ άλλων να φιλοξενεί νέους συνθέτες και τραγουδοποιούς που οι μεγάλες δισκογραφικές απορρίπτουν χρησιμοποιώντας τις γνωστές δικαιολογίες: ότι τα τραγούδια τους είναι δυσνόητα, απευθύνονται σε περιορισμένο κοινό και άλλα παρόμοια. Στον «Καθρέφτη» και σε άλλες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες (όπως για παράδειγμα στη «Μικρή Άρκτο» του Παρασκευά Καρασούλου και στον «Τροχό» των αδερφών Αλέξη και Δημήτρη Βάκη), μπορεί κανείς να συναντήσεις δουλειές σαν αυτή του Θέμου Σκανδάμη που ευωδιάζει από το άρωμα της σύγχρονης αυθεντικής δημιουργίας και που “μιλάει” καθαρά, πειραματίζεται, αφουγκράζεται και εκφράζει το σήμερα.


Τα 15 τραγούδια που περιλαμβάνονται στο «Μακροβούτι», ακολούθησαν την πορεία που συνήθως παίρνουν τα τραγούδια πριν βρουν το δρόμο προς τη δισκογραφία: τη δοκιμασία τους στο κοινό. Ο Σκανδάμης τραγούδησε τα τραγούδια του σε συναυλίες και μουσικές σκηνές πριν ηχογραφηθούν, κάτι που μπορεί να διακρίνει κανείς ακούγοντας προσεκτικά το «Μακροβούτι». Στο δρόμο του βρέθηκαν η Μάρθα Φριτζήλα και η Σταυρούλα Παυλίκου που με τις ερμηνείες τους πλούτισαν το αποτέλεσμα και όρισαν σε μεγάλο βαθμό την γενική αισθητική του δίσκου. Τα τραγούδια είναι δουλεμένα και πολύ καλά στημένα, η συνολική αίσθηση του άλμπουμ είναι ότι ο ήχος τους “χτίστηκε” κομμάτι – κομμάτι με τη συμβολή όλων των μουσικών (όπως μας πληροφορεί ο δημιουργός τους στο ένθετο του δίσκου), αλλά και με την εμπειρία που προσφέρει η δοκιμασία τους στο κοινό. Τραγούδια πραγματικά “χειροποίητα”, απαλλαγμένα από το άγχος του σουξέ, με μελωδίες που έχουν την ταυτότητα του δημιουργού τους και λόγια που ξέρουν να σε “παγιδεύουν” στην αλήθεια τους:

Ξώβεργα

Δεν τραγουδάει τ’ άτυχο πουλί την ξώβεργα του
Ούτε το ψάρι το βουβό τα δίχτυα του θανάτου
Τη σφαίρα που τον ξάπλωσε ο λύκος δεν την ξέρει
Δεν έχει λόγια το έντομο για το δικό μου χέρι.

Μονάχα αυτός που πιάστηκε στον Έρωτα αυτός
ο δύσμοιρος αυτός ο τυχερός
μετράει της παγίδας του τις χάρες
τα μάνταλα και τις χρυσές αμπάρες
Δανείζεται φωνή απ’ το δόκανό του
Τραγούδι για να φτιάξει απ’ το χαμό του.

Με μιαν απόκρυμνη φωνή δική του όσο και ξένη
Μ’ έναν τρελό κι ένα παιδί τις νύχτες παραβγαίνει
Πέτρες πετάει του φεγγαριού μιλάει του αποσπερίτη
Τους δείκτες σπάει του ρολογιού και δε θυμάται σπίτι.




Ο Θέμος Σκανδάμης αφήνεται στη δίνη των ίδιων του των τραγουδιών!
Διονυσιασμένος τραγουδάει τα ιδιόμορφα «Κάλαντα» και κραυγάζει: “γιατί να μη με θέλει, που να πνιγεί στο μέλι / γιατί να μη με θέλει, που να την φαν οι αγγέλοι”. Πίνει τον καφέ του σ’ ένα «Καφενείο», όπου είναι “κάθε τζούρα μια λέξη ανείπωτη”, πιάνεται στην «Ξώβεργα» του Έρωτα και τραγουδά για κάποια «Λυκάκια» που “μες στη νύχτα μου φωλιάζουν”. Σαρκασμός και σκωπτική διάθεση με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό στο «Διαστημικό μωρό», “κυκλοθυμική διαταραχή” και ένα ζευγάρι φτερά με την συμβουλή του Έρωτα πως “η πτήση θέλει δύο”. Παίρνει θέση στα «Οδοφράγματα» και με λοξή παιχνιδιάρικη ματιά μας αφοπλίζει τραγουδώντας:

Πάνω που μοσχομύριζα σαπούνι και παντόφλα
Πάνω που πανηγύριζα παρέδωσα τα όπλα
Πάνω που ό,τι γυάλιζε μου φαίνονταν χρυσός
Τόσο Vovos αυτός ο Babis γύρω μου κι εντός.


Εικόνες παιδικές που μετατρέπονται ξαφνικά σε μεθυσμένο ρεμβασμό πάνω σε μια «Ταράτσα», και κάπου εκεί ο Καραγκιόζης (να θυμίσω πως Καραγκιόζης στα ελληνικά σημαίνει ο μαυρομάτης), κρυμμένος καλά στους στίχους του Σκανδάμη να γελάει με τον καιρό:

Τρελάθηκαν οι μέρες μου κι ανάποδα κυλούν
Τρελάθηκαν κι οι σφαίρες μου και μένα κυνηγούν
Μα εκεί βαθιά στην κόλαση είναι μια πηγή
Και τραγουδάει καπνίζοντας παρηγοριάς πουλί.

Πως μας κοιτάει ερωτευμένος ακροβάτης ο καιρός
Και γελάει καμπουριασμένος μαυρομάτης ο καιρός.



Η μουσική του Θέμου Σκανδάμη έχει στοιχεία πειραματισμού που σε καμία περίπτωση όμως δεν αποπροσανατολίζουν τον ακροατή από την ουσία του τραγουδιού. Εδώ δε θ’ ακούσει κανείς φλύαρες μουσικές αναζητήσεις και πειραματικές ακροβασίες. Ούτε θα ακούσει φορτωμένες ενορχηστρώσεις και μελωδίες με τις γνωστές συνταγές των δίσκων, που περιλαμβάνουν δυο – τρία τραγούδια που προορίζονται για σουξέ, άλλα δύο που είναι μπαλάντες, κάνα – δυο ζεϊμπέκικα για λαϊκή κατανάλωση και ακόμα δυο – τρία τραγούδια για να γεμίσει ο δίσκος. Οι πειραματισμοί στις μελωδίες του Σκανδάμη έχουν ουσία: να γεννηθούν τραγούδια αληθινά, απαλλαγμένα από τη σοβαροφάνεια, διατηρώντας πάντα ένα μέτρο που δεν αφήνει το αποτέλεσμα να γίνει κουραστικό ή εξεζητημένο. Σε μία συνέντευξή του στον Αλέξη Βούκαλη, ο Θέμος Σκανδάμης προσδιόρισε τον χαρακτήρα του δίσκου ως εξής: «Ο χαρακτήρας του άλμπουμ, λοιπόν, είναι πολύ προσωπικός και αντικειμενικός ταυτόχρονα, δηλαδή πλήρως αντιφατικός, ερωτικός και πεισιθανάτιος, μελοδραματικός και χαζοχαρούμενος, πολιτικός και αυτοαναφορικός - με μία λέξη ανθρώπινος. Τουλάχιστον αυτή είναι η φιλοδοξία του». (ολόκληρη η συνέντευξη βρίσκεται εδώ, στο site avopolis.gr).



Είναι ελπιδοφόρο για το ελληνικό τραγούδι να παίρνουν το δρόμο της δισκογραφίας εργασίες νέων τραγουδοποιών όπως του Θέμου Σκανδάμη. Αν προσθέσει κανείς δίπλα του μια σειρά νέων δημιουργών, όπως τη Δανάη Παναγιωτοπούλου, τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη, το τρίδυμο Καραμουρατίδη – Ευαγγελάτου – Μποφίλιου, τον Γιάννη Χαρούλη και αρκετούς ακόμα, θα διαπιστώσει πως υπάρχει ένα γερό οπλοστάσιο νέων δημιουργών που είναι ικανοί να αλλάξουν τους συσχετισμούς στο πολύπαθο ελληνικό τραγούδι. Αρκεί η δουλειά τους να μπορέσει να βρει τον δρόμο προς το κοινό. Αρκεί οι ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες να συνεχίσουν να τολμούν την έκδοση τέτοιων εργασιών, οι μουσικές σκηνές να ανοίξουν τις πόρτες τους σε νέους δημιουργούς, τα ραδιόφωνα να απεμπλακούν από τη λογική του “τι θέλει να ακούσει ο κόσμος” και να αφήσουν στην άκρη τις play-list με τις προκάτ επαναλαμβανόμενες επιλογές. Αξίζει ένα μεγάλο «Μακροβούτι» στο καλό ελληνικό τραγούδι, και ο Θέμος Σκανδάμης αποτελεί ένα από τα παραδείγματα που αξίζει να ακούσει κανείς. Για το τέλος, ας κρατήσουμε τους στίχους του τραγουδιού που αποτελεί και τον επίλογο του δίσκου:

Ολομόναχοι μαζί

Καβάλα στο γέλιο πηγαίνουμε
καβάλα στο κλάμα γυρνάμε
τοπία ρίχνουνε το φέγγος τους επάνω μας
κι εμείς τραγουδάμε

Κι εμείς τραγουδάμε στους ανέμους
που αδιάφορα περνούν
πάνω απ’ τα όνειρά μας
Ολομόναχοι μαζί…




Σημείωση: οι φωτογραφίες είναι από το ένθετο του δίσκου, καθώς και από το site της δισκογραφικής εταιρείας Καθρέφτης.

.