Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Μάνος Χατζιδάκις: Μελοποιήσεις (Αφιέρωμα. Ε’ μέρος - τελευταίο)

.
Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες της γενιάς του αλλά και νεότερους, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έχει στο ενεργητικό του πολλές μελοποιήσεις ποιημάτων. Αν και ο ίδιος ήταν λάτρης της ποίησης και γνώριζε σε βάθος έργα ποιητών και τα ρεύματα της εποχής του, στην εργογραφία του συναντάμε κάποιες λίγες επιλεκτικές μελοποιήσεις ποιημάτων και ακόμα λιγότερες να έχουν εκδοθεί όσο ζούσε. Παρ’ όλο που η μελοποίηση ποιημάτων υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και τα μέσα του ’80 και πολλοί συνάδελφοί του στήριξαν μεγάλο μέρος της δημιουργίας τους μελοποιώντας κείμενα ελλήνων και ξένων ποιητών (με πιο τρανταχτό παράδειγμα τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και τον Σπανό με τις «Ανθολογίες» του, τον Ανδριόπουλο, τον Λάγιο, τον Μικρούτσικο με τον Καββαδία και πολλούς άλλους), ο Χατζιδάκις κρατούσε πάντα μια απόσταση από αυτή την τάση (η οποία για κάποια χρόνια είχε γίνει σχεδόν “μόδα”). Η φράση που έχουμε ακούσει και διαβάσει πολλές φορές, ότι “η ποίηση ήρθε κοντά στον λαό” μέσω της ενασχόλησης πολλών συνθετών με την μελοποίηση ποιημάτων, φαίνεται πως άφηνε αδιάφορο τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος υποστήριζε ότι: “η ποίηση και η μουσική έχουνε μια αυτάρκεια και δεν περιμένουνε τα καινούργια έργα για να ξαναυπάρξουν”.
Βεβαίως, χρησιμοποιώντας τον όρο μελοποίηση, εννοούμε την επένδυση με μουσική ενός ποιήματος που υπάρχει πριν την ενασχόληση του συνθέτη με αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Μάνος Χατζιδάκις θα κατείχε τα πρωτεία σε μελοποιήσεις ποιημάτων εάν προσμετρούσαμε τα τραγούδια που έντυσε με στίχους του ποιητή και φίλου του Νίκου Γκάτσου. Όλοι αυτοί οι στίχοι, όμως, γράφτηκαν από τον Νίκο Γκάτσο για να γίνουν τραγούδια και δεν προϋπήρχαν ως ποιητικά κείμενα πριν μελοποιηθούν από τον Μάνο Χατζιδάκι (υπάρχει ίσως μία μοναδική εξαίρεση, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια). Αναζητώντας λοιπόν, τις μελοποιήσεις του Μάνου Χατζιδάκι, θα προσπαθήσουμε μια σύντομη καταγραφή ξεκινώντας από τα πρώτα δημιουργικά χρόνια του συνθέτη, μέχρι και τον τελευταίο κύκλο μελοποίησης ποιημάτων που έμεινε ανολοκλήρωτος.

Την πρώτη απόπειρα του Μάνου Χατζιδάκι να μελοποιήσει ποιητικό κείμενο, την συναντάμε το 1945 στο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Μπολιβάρ». Ο 20χρονος Μάνος Χατζιδάκις καταπιάνεται με την μελοποίηση του ποιήματος του Εγγονόπουλου και τραγουδάει “μαζί” του: «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας», αφήνοντας ανολοκλήρωτη τη μελοποίηση αυτού υπέροχου ποιήματος, απόσπασμα του οποίου θα ηχογραφήσει πολλά χρόνια μετά, το 1983, με τον Βασίλη Λέκκα σε δίσκο 45 στροφών. Η σπάνια αυτή εκτέλεση του 1983 δεν επανεκδόθηκε από τότε. Το 1999 όμως, στο δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.», συναντάμε μια ακόμα πιο σπάνια εκτέλεση του ίδιου αποσπάσματος από την μελοποίηση του «Μπολιβάρ», με τον ίδιο τον Χατζιδάκι στο πιάνο να τραγουδάει: «Μπολιβάρ δεν είσαι όνειρο, είσαι η αλήθεια…»

Το 1947, ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη από την ποιητική συλλογή του «Παραλογαις». Κάτω από τον τίτλο «Δύο ναυτικά τραγούδια», ο Χατζιδάκις επιχειρεί να ντύσει με μουσική δυο ποιήματα του Σαχτούρη, σε μια περίοδο που τόσο ο ποιητής, όσο και το έργο του, ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις σημειώνει: “Έγραψα τα «Δύο ναυτικά τραγούδια» πολύ νωρίς, το ΄47. Ξεκίνησα με τον Σαχτούρη γιατί βρήκα την ποίηση του - τα ποιήματα αυτά που είχα διαλέξει - να ταιριάζει πάρα πολύ μ’ εκείνο που ήθελα να εκφράσω εκείνο τον καιρό. Η ελλειπτική γραφή του Σαχτούρη μου άφηνε περιθώρια να εισχωρήσω μουσικά ανάμεσα στους στίχους του. Και μ’ άρεσε κι η ιδέα. Αυτά τα «Δύο ναυτικά τραγούδια» μ’ άρεσαν πολύ...”. Τα τραγούδια που έχουν τη μορφή του lied, γραμμένα για πιάνο και αντρική φωνή, ηχογραφήθηκαν για πρώτη φορά με τον Γιώργο Μούτσιο και τον συνθέτη να τον συνοδεύει στο πιάνο, μια σπάνια εκτέλεση σε δίσκο 45 στροφών. Κάποια χρόνια αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου του 1972, ο Χατζιδάκις ηχογραφεί ξανά τα «Δύο ναυτικά τραγούδια» με τον Σπύρο Σακκά.

ΕΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες στο φεγγάρι.

Κι η κοπέλα απ’ τη γη
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
για να φτάσει ως το ναύτη.

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι!

Ποίηση: Μίλτος Σαχτούρης

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1958, ο Χατζιδάκις ξεκινά τη μελοποίηση του ποιήματος «Επιτάφιος» του Τάκη Βαρβιτσιώτη. Είχε όμως προηγηθεί ο Μίκης Θεοδωράκης με την μελοποίηση του «Επιτάφιου» του Γιάννη Ρίτσου που εκείνη την εποχή σημείωσε μεγάλη επιτυχία και έγινε αμέσως γνωστή στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα ο Χατζιδάκις να εγκαταλείψει στη μέση την μελοποίηση του ποιήματος του Βαρβιτσιώτη. Το έργο έμεινε ανολοκλήρωτο, ενώ ο Μάνος Χατζιδάκις σημειώνει: “... ήξερα τον Βαρβιτσιώτη, ο οποίος μου έδωσε τη δυνατότητα να συνθέσω μια σειρά οχτώ τραγουδιών με το περιεχόμενο που ήθελα, αλλά ενέσκηψε ο Θεοδωράκης με τον δικό του «Επιτάφιο», του Ρίτσου... Παρόλο που η μουσική μου δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτήν του Μίκη, ούτε και τα ποιήματα με το ποίημα του Ρίτσου, ουδείς θα πίστευε ότι δεν πήγα να εκμεταλλευτώ τη φήμη του «Επιτάφιου» του Θεοδωράκη κι έτσι το ανέστειλα επ’ αόριστον...”. Τα αποσπάσματα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ σε δίσκο.

Η γνωριμία του Μάνου Χατζιδάκι με τον Νίκο Γκάτσο, υπήρξε σταθμός τόσο για την δημιουργική πορεία του συνθέτη, όσο και για το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος εργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι πάρα πολλές φορές, ολοκληρώνοντας από κοινού κύκλους τραγουδιών μοναδικής αξίας και ιδιαίτερης αισθητικής. Υπάρχει όμως ένας κύκλος τραγουδιών που αποτέλεσε ιδιαίτερη στιγμή στη συνεργασία των δύο φίλων. Στη «Μυθολογία», ο Μάνος Χατζιδάκις μοιάζει να ανακαλύπτει την ουσία του τραγουδιού που θα ήθελε πραγματικά να γράψει, αυτό που αργότερα περιέγραφε λέγοντας: “η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ' ένα μύθο κοινό”. Την εποχή που ο Χατζιδάκις αποκτά τεράστια φήμη, κυρίως γράφοντας μουσική για τον ελληνικό κινηματογράφο, η «Μυθολογία» έρχεται να ανατρέψει πολλά δεδομένα σε επίπεδο αισθητικής και να προτείνει ένα καινούργιο άκουσμα γεμάτο εκπλήξεις, σε ένα κοινό μάλλον απροετοίμαστο για κάτι τέτοιο. Αξίζει να δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο Χατζιδάκις τον “απρόοπτο σχηματισμό μιας «Μυθολογίας» δυο χρόνια πριν την δικτατορία”:
“Σαν γνήσιος στρατηγός το ΄65 θέλησα να κάνω στην Ελλάδα μια επανάσταση. Αντί για τανκ, πήρα ένα παιδί – έφηβο μελαχρινό και όμορφο απ’ την παιδική χορωδία των ανακτόρων και του είπα να τραγουδήσει.
Μου λέει: «για να τραγουδήσω χρειάζομαι καινούργιους ΜΥΘΟΥΣ».
– Πολύ σωστά, σκέφθηκα.
Και με τον Γκάτσο αρχίσαμε να κατασκευάζουμε μύθους τον έναν μετά τον άλλο, με κοπέλες πού ‘χαναν τα κλειδιά από τη Θήβα, με Ιρλανδούς και Ιουδαίους που ψάχναν στην έρημο για γάμους και χαρά, μ’ ευαίσθητους ληστές στην τελευταία τους στιγμή, μ’ ένα παιδί που σφάζει φίλους κι αδελφούς γιατί ποτέ κανείς δεν του ‘δωσε την σημασία την πρέπουσα, με τον Ορέστη που έγινε πουλί στο δάσος για να ξεφύγει από τη μοίρα του, μ’ ένα παιδί που ‘μοιαζε του Χριστού κι άλλα πολλά.
Κι ο ένας μύθος έμπαινε πάνω στον άλλο κι έγιναν τόσοι πολλοί και τόσοι δυνατοί που τρόμαξε το παιδί, τρόμαξε ο κόσμος, τρόμαξε και η εταιρία που θα έβγαζε τον δίσκο.
Όλοι τρομάξανε εκτός απ’ τον Γκάτσο κι εμένα που εξακολουθήσαμε με περισσότερο πάθος την κατασκευή και σύνθεση των μύθων, ξεχνώντας εντελώς την επανάσταση που είχα προγραμματίσει...”
Η «Μυθολογία» γράφτηκε το 1965 και ηχογραφήθηκε την επόμενη χρονιά με ερμηνευτή τον Γιώργο Ρωμανό. Αν και οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου δεν προϋπήρχαν ως ποιήματα, θεωρώ πως ο συγκεκριμένος κύκλος τραγουδιών μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεωρηθεί μελοποίηση ποιημάτων του Γκάτσου από τον Μάνο Χατζιδάκι, τόσο για την αρτιότητα των στίχων και των μελωδιών, όσο κυρίως για την τόλμη των δημιουργών να προτείνουν ένα εντελώς διαφορετικό ήθος τραγουδιού σε μια εποχή που λίγοι κατάλαβαν των αισθητική πρόταση που προβάλλονταν μέσα από την «Μυθολογία».

ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΛΗΣΤΗΣ

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θά' πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα.

Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο.

Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;

Ποίηση: Νίκος Γκάτσος

Το καλοκαίρι του 1972, και ενώ ο Μάνος Χατζιδάκις βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, ξεκινάει την μελοποίηση της «Αμοργού», του ποιήματος του Νίκου Γκάτσου που εκδόθηκε το 1943. Η μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι με το συγκεκριμένο ποιητικό κείμενο του Νίκου Γκάτσου πέρασε από πολλές φάσεις. Μια πρώτη απόπειρα μελοποίησης αποσπασμάτων της «Αμοργού», τη συναντάμε το 1960 στη μουσική που έγραψε ο Χατζιδάκις για το ντοκιμαντέρ του Γερμανού Wolfgang Müller-Sehn «Ελλάς, η χώρα των ονείρων» με ερμηνεύτρια τη Νανά Μούσχουρη. Από το 1972 όμως, ο Χατζιδάκις ξεκινά την μελοποίηση ολόκληρου του ποιήματος με την μορφή καντάτας για μέτζο-σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο, ηθοποιό, μικτή χορωδία και συμφωνική ορχήστρα. Στην πρώτη εκείνη μορφή του έργου προβλέπονταν αφηγηματικά μέρη ανάμεσα στα τραγούδια, με τον Aλέξη Mινωτή ως αφηγητή και τον Δημήτρη Χορν στο ρόλο του Βυζαντινού χρονογράφου. Ο Χατζιδάκις επιστρέφει στην Ελλάδα και σταματάει προσωρινά την μελοποίηση της «Αμοργού». Το 1981, καλεί τον Νίκο Κυπουργό από το Παρίσι να αναλάβει την ενορχήστρωση υπό την καθοδήγησή του ώστε να μπορέσει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ολοκλήρωση της μελοποίησης, με στόχο να παρουσιάσει ολοκληρωμένο το έργο στις εκδηλώσεις του Μουσικού Αύγουστου την ίδια χρονιά. Η πίεση του χρόνου δεν του επιτρέπει τελικά να ολοκληρώσει το έργο, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει έξι τραγούδια που είχε συνθέσει στην Αμερική, με τον Σπύρο Σακκά και τον ίδιο στο πιάνο.
Το 1986 καταπιάνεται για μια ακόμα φορά με τη μελοποίηση της «Αμοργού» συμπληρώνοντας ένα τραγούδι, και την επόμενη χρονιά ολοκληρώνει ακόμα κάποια αποσπάσματα του έργου και σταματάει οριστικά. Τελικά, τα αποσπάσματα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις εκδόθηκαν το 2005 σε ενορχήστρωση και αναπροσαρμογή του Νίκου Κυπουργού με σολίστες την Μαρία Φαραντούρη, τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και τον Δώρο Δημοσθένους. Ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε για την «Αμοργό» του Νίκου Γκάτσου: “Η «Αμοργός» δεν είναι ένα υπερρεαλιστικό ποίημα· είναι ένα ελληνικό ποίημα, με χρήση κάποιων υπερρεαλιστικών στοιχείων, τα οποία όμως υπάρχουν στην ίδια την ελληνική παράδοση. Γι αυτό και ο Γκάτσος, δεν δυσκολεύτηκε να τα μεταφέρει στο νεοελληνικό τραγούδι, δίνοντας μια καινούργια αίσθηση, αλλά στην ουσία επαναφέροντας τα διαχρονικά στοιχεία που περιείχε η ελληνική παράδοση”. Αναμφισβήτητα, η μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι πάνω στο εξαιρετικό αυτό ποίημα του Νίκου Γκάτσου, είναι ένα μοναδικό πάντρεμα ποίησης και μουσικής που σπάνια συναντάμε στη σύγχρονη δημιουργία. Η έκδοση του Σείριου με την μελοποίηση της Αμοργού είναι ένας δίσκος που δεν πρέπει να λείπει από καμία δισκοθήκη!

Ο πιο γνωστός και ολοκληρωμένος κύκλος τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι με μελοποιημένα ποιήματα, είναι «Ο Μεγάλος Ερωτικός». Με την επιστροφή του από την Αμερική, το 1972, ο Χατζιδάκις εκδίδει ένα δίσκο – σταθμό, που περιλαμβάνει μελοποιημένα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, της Μυρτιώτισσας, του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Γιώργου Σαραντάρη, του Διονύσιου Σολωμού, της Σαπφούς και του Γεώργιου Χορτάτση. Επίσης, ένα τραγούδι σε ποίηση Λόρκα από το θεατρικό έργο «Περλιμπλίν και Μπελίσα» σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου και ένα απόσπασμα από την «Μήδεια» του Ευριπίδη σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη. Παράλληλα, περιλαμβάνει ένα μελοποιημένο απόσπασμα από το «Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα και μια “συρραφή” από στίχους δημοτικών τραγουδιών. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» αποτελεί έναν από τους καλύτερους (αν όχι τον καλύτερο) δίσκο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ένας ύμνος στον Έρωτα, μια αξεπέραστη “σπουδή” πάνω στην ποίηση και το πάντρεμά της με τη μουσική, ένα πραγματικό αριστούργημα τέλειας αισθητικής με τις ανεπανάληπτες ερμηνείες της Φλέρυς Νταντωνάκη και του Δημήτρη Ψαριανού. Όπως σημειώνει κι ο Μάνος Χατζιδάκις: “Προσπάθησα να δημιουργήσω απλά τραγούδια αλλά όχι κι εύκολα. Γι' αυτό διάλεξα με προσοχή τους τραγουδιστές που θα τα ερμήνευαν. Και πρώτα η Φλέρυ Νταντωνάκη, με πάθος, σπάνια φωνή κι εσωτερική ένταση και ο Δημήτρης Ψαριανός, απέριττος, νεανικός και γνήσια λαϊκός. Και οι δυο τους τραγουδώντας στον «Μεγάλο Ερωτικό» νομίζω ότι δίνουν μαθήματα ήθους, αλήθειας και μαγείας στο λαϊκό τραγούδι. Με τα τραγούδια αυτά αποτείνομαι στην πιο κρυφή ευαισθησία των νέων ανθρώπων κάθε ηλικίας κι όχι στους εφήμερους και ανεξέλεγκτους ερεθισμούς τους”. Και συνεχίζει: “Τα τραγούδια αυτά δεν είναι αισθησιακά. Λειτουργούν πέρα απ' την πράξη, στο βαθύ αίσθημα που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε σχέση, κάθε μορφής, αρκεί να περιέχει τις προϋποθέσεις για ανθρώπινη επικοινωνία”.

Το 1977, ο Μάνος Χατζιδάκις ξεκινά μια εργασία πάνω σε ποιήματα του Γιώργου Χρονά κάτω απ’ τον τίτλο «Κοινός Βίος». Ο ίδιος αναφέρει: “Ένα έργο πάνω σε μια ποιητική ιδέα μου, που χρησιμοποιώντας ποιήματα του Γιώργου Χρονά, να σχηματίζεται ένα κλίμα διαφορετικού «Κοινού Βίου», ποιητικά τοποθετημένου, με περιγραφές ενός ακριβού κινηματογράφου”. Ο Χατζιδάκις μελοποίησε τελικά μόνο τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Χρονά και ο «Κοινός Βίος» έμεινε ανολοκλήρωτος. Σκόπευε να εκδώσει τον κύκλο τραγουδιών με την δική του ερμηνεία και για το λόγο αυτό ηχογράφησε τα τέσσερα τραγούδια, τα οποία εκδόθηκαν τελικά το 1999 στον δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.». Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως τολμηρό έργο, με την ποιητική γραφή του Γιώργου Χρονά και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να ντύνει τους στίχους με τέχνη και ευαισθησία.

ΠΕΡΙ ΠΑΘΟΥΣ

Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
περνούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι η σκάλα μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνιά).

Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
μιλούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι οι δρόμοι μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνιά) .

Αυτό που είδα το πρωί
δεν με βολεύει να το πω
εκείνος φεύγει με το ωτομοτρίς
και εγώ επιστρέφω με τους τρεις.

Ποίηση: Γιώργος Χρονάς

Το 1979 βρίσκουμε μια μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι σε ένα υπέροχο ποίημα του Βαγγέλη Ροζακέα. Το ποίημα έχει τίτλο «Κύριε» και πιθανόν προοριζόταν για έναν κύκλο τραγουδιών που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, με τίτλο «Εις μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμού». Η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού βρίσκεται στο δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 ΜΧ» με τον ίδιο τον Χατζιδάκι να ερμηνεύει το τραγούδι παίζοντας πιάνο, ενώ πριν από ένα χρόνο το τραγούδησε και η Σαβίνα Γιαννάτου και περιλήφθηκε στον προσωπικό της δίσκο με τίτλο «Μουσική Δωματίων».

Μια ακόμα μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι, συναντάμε το 1981 πάνω σε ποίηση του Πίνδαρου. Ο Χατζιδάκις μελοποίησε αποσπάσματα από κείμενα του Πίνδαρου στο πρωτότυπο, χωρίς να χρησιμοποιήσει καθόλου μεταφρασμένα αποσπάσματα, ονομάζοντας το έργο «Τα Πινδαρικά» και σκόπευε να το ολοκληρώσει σε μορφή καντάτας για μέτζο-σοπράνο, βαρύτονο, μικτή χορωδία και μικρή ορχήστρα. “Μου παρήγγειλε ο σκηνοθέτης Ντίνος Γιαννόπουλος, να φτιάξω ένα ρέκβιεμ για το χαμό τότε του Τόμας Σίπερς, του μαέστρου και οραματιστή, ιδρυτή κατά κάποιο τρόπο, του Φεστιβάλ της Κέρκυρας, το οποίο όμως δεν συνεχίστηκε... Επειδή λοιπόν ο Τόμας ήταν ένα ωραίο παιδί προπάντων, έπρεπε να υμνήσω το χαμό του σαν ωραίου παιδιού. Έτσι σκέφτηκα πως το καλύτερο ποιητικό κείμενο ήταν ο Πίνδαρος, ο οποίος υμνούσε ωραίους αθλητές. Με τη γλώσσα είχα ήδη προηγούμενο: τη λύση που είχα δώσει στη Σαπφώ. Θέλησα να την προεκτείνω. Έτσι οδηγήθηκα να γράψω τη μουσική μου πάνω στο γνήσιο κείμενο κι όχι σε κάποια μετάφραση”. Τα αποσπάσματα που μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάστηκαν στις εκδηλώσεις του Μουσικού Αύγουστου και δεν εκδόθηκαν ποτέ σε δίσκο.


Μεσολαβούν περίπου δέκα χρόνια, μέχρι ο Μάνος Χατζιδάκις να ασχοληθεί με μελοποίηση ποιήματος. Αυτή τη φορά, καταπιάστηκε με τη μελοποίηση αποσπασμάτων από τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου. Ο Χατζιδάκις συνέθεσε μια καντάτα για μικτή χορωδία και ομάδα χάλκινων πνευστών πάνω σε επιλεγμένους στίχους από τις «Ωδές» του Κάλβου, αφιερώνοντας το έργο στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Κάτω από τον γενικό τίτλο «Εγκώμιον Επιφανούς Ανδρός» που παρουσιάστηκε το 1991 στο Ηρώδειο σε μια τιμητική για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή βραδιά, ο Χατζιδάκις παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο έργο αφιερωμένο στον φίλο του Καραμανλή, το οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα ανέκδοτο.

Την τελευταία μελοποίηση του Μάνου Χατζιδάκι, τη συναντάμε το 1992. Πρόκειται για «Τα τραγούδια της αμαρτίας», μια σειρά ποιημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου και ένα του Γιώργου Χρονά, που ο Χατζιδάκις σκόπευε να ολοκληρώσει για νεανική λαϊκή φωνή, ανδρική χορωδία και στρατιωτική μπάντα. Στην τελική του μορφή, το έργο θα είχε τίτλο «Τα τραγούδια της αμαρτίας (Η αμαρτία είναι βυζαντινή και ο έρωτας αρχαίος)» και ο συνθέτης είχε ήδη αρχίσει να επεξεργάζεται την ολοκληρωτική του μορφή έχοντας επιλέξει τον Ανδρέα Καρακότα για ερμηνευτή. «Τα τραγούδια της αμαρτίας» ήταν ο τελευταίος κύκλος τραγουδιών που απασχόλησε τον συνθέτη μέχρι τον θάνατό του, γράφοντας τις παρτιτούρες και ηχογραφώντας τα τραγούδια πρόχειρα στο σπίτι του με τον Ανδρέα Καρακότα αλλά και με τη δική του φωνή, δοκιμάζοντας το ύφος και την οριστική μορφή των τραγουδιών. Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο κοινό το 1995 ως μπαλέτο με την «Ομάδα Εδάφους» του Δημήτρη Παπαϊωάννου και τελικά ηχογραφήθηκε την επόμενη χρονιά και εκδόθηκε από τον «Σείριο». Στην ηχογράφηση αυτή, ακολουθήθηκαν πιστά οι παρτιτούρες και οι πρόχειρες ηχογραφήσεις του συνθέτη και δεν έγινε καμία απόπειρα ενορχήστρωσης των τραγουδιών. Έτσι, στην έκδοση του 1996, η μορφή των τραγουδιών είναι για πιάνο και φωνή με τον Ανδρέα Καρακότα και την Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος






Σημείωση: το φωτογραφικό υλικό και όλα τα στοιχεία είναι από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι , από το site του Σείριου, καθώς και από τα ένθετα των δίσκων του Μάνου Χατζιδάκι.
.
.

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

Ο Μάνος Χατζιδάκις στον αστερισμό του Σείριου (Αφιέρωμα. Δ’ μέρος)

.
“Ο δίσκος πρέπει να ξαναγίνει μαγικός
και να μας αποκαλύπτει μες από τις μαύρες χαρακιές του
μια μουσική απρόοπτη και εξαίσια”


Αυτό το μικρό κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, είναι τυπωμένο σε όλα τα εξώφυλλα των εκδόσεων του Σείριου σαν ένα μικρό “μανιφέστο”, μια σαφέστατη “δήλωση” της ανάγκης η οποία ήταν και η αφορμή για τη δημιουργία της δισκογραφικής εταιρείας. Ο Σείριος ιδρύθηκε το 1985 από τον Μάνο Χατζιδάκι μαζί με ένα αξιόλογο επιτελείο καλλιτεχνών που πλαισίωσαν την προσπάθεια για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Χατζιδάκις: «Δεν είμαι μόνος μου ώστε να κατηγορηθώ για εγωισμό. Όλοι σχεδόν οι άξιοι συνθέτες, μουσικοί και τραγουδιστές, μετέχουν σ’ αυτή τη μουσική σταυροφορία που στοχεύει, στην επαναφορά του τραγουδιού στη ρίζα της καταγωγής του και της Μουσικής, στα ζωντανά της ρείθρα». Και συνεχίζει: «Είμαστε φιλόδοξοι και τολμηροί. Φιλόδοξοι, γιατί επιζητούμε την επιτυχία με τρόπους δύσκολους και διόλου κολακευτικούς για ένα απροετοίμαστο κοινό. Τολμηροί, γιατί επιδιώκουμε τη συνεχή μας ανανέωση και την προβολή αδιάκοπα ενός εαυτού μας άγνωστου κι απρόοπτου. Φανατικοί εχθροί στην ημιμάθεια και στη χυδαιότητα των καιρών και των κρατούντων. Στον ΣΕΙΡΙΟ υπάρχουνε παιδιά, όπως το είπε ο Λόρκα. Γιατί όπου υπάρχουνε παιδιά, υπάρχουμε κι Εμείς…».
Ο Σείριος δημιουργήθηκε σε μια εποχή που οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες γέμιζαν τους καταλόγους τους με δίσκους “καλλιτεχνών” της πίστας. Το σκυλάδικο που βρισκόταν σε τρομερή άνθιση στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ήταν σε πρώτη προτεραιότητα για τις δισκογραφικές εταιρείες της εποχής, ενώ την ίδια στιγμή αξιόλογες δουλειές έπρεπε να περάσουν από χίλιες δοκιμασίες για να μπορέσουν να βρουν το δρόμο προς τα δισκοπωλεία. Ο Χατζιδάκις, ιδρύοντας την δισκογραφική εταιρεία Σείριος κάλυψε ένα κενό που υπήρχε στη δισκογραφία την εποχή εκείνη. Κι ενώ κάποιος θα περίμενε οι εκδόσεις του Σείριου να αφορούν κυρίως το έργο του ίδιου του Χατζιδάκι, στην πραγματικότητα συνέβη ακριβώς το αντίθετο: πολλοί νέοι καλλιτέχνες είδαν τις πρώτες τους δουλειές να εκδίδονται κάτω από την ετικέτα του Σείριου και ακόμα περισσότεροι που είχαν κάνει ήδη μια αρχή στη δισκογραφία, βρήκαν στο Σείριο το πεδίο εκείνο που θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν να γράφουν τραγούδια χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύουν στις επιτροπές των μεγάλων εταιρειών ότι ο δίσκος τους “θα πουλήσει”. Αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για την εποχή που το μοναδικό μέσον ήταν ο δίσκος βινυλίου, με ιδιαίτερα αυξημένο κόστος τόσο για την έκδοση όσο και για την διακίνησή του στην αγορά, η δημιουργία μιας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας εκείνη την εποχή ήταν μια κίνηση τολμηρή, με μεγάλο ρίσκο και πολλούς κινδύνους. Ο Χατζιδάκις όμως, το τόλμησε, με αποτέλεσμα να αφήσει πίσω του μια εταιρεία που δραστηριοποιείται μέχρι και σήμερα, έχοντας στον κατάλογό της ακριβές μουσικές και προσεγμένες παραγωγές ιδιαίτερης αισθητικής.
Από την ίδρυσή του το 1985 μέχρι και το 1994, η εκδοτική δραστηριότητα του Σείριου περιλαμβάνει 67 παραγωγές δίσκων. Μετά το θάνατο του Χατζιδάκι, ο Σείριος συνέχισε με αμείωτο ρυθμό την παραγωγή δίσκων (σε μορφή cd), μεταξύ των οποίων κάποιοι ανέκδοτοι κύκλοι τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και αρκετές ξένες παραγωγές σε συνεργασία με ανεξάρτητες ευρωπαϊκές δισκογραφικές εταιρείες.
Κατά την πρώτη περίοδο του Σείριου (μέχρι δηλαδή και τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι), στον κατάλογο του συναντάει κανείς μεταξύ άλλων δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη, της Λένας Πλάτωνος, του Νίκου Μαμαγκάκη, των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω, αλλά και ηχητικά ντοκουμέντα όπως «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλπμα» με την Κατίνα Παξινού και «Αποσπάσματα θεατρικού λόγου» με την Έλλη Λαμπέτη. Επίσης, στον Σείριο εκδόθηκε ο τελευταίος δίσκος του Απόστολου Καλδάρα (όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία ο τραγουδιστής Ανδρέας Καρακότας), μια συλλογή με παραδοσιακά τραγούδια ερμηνευμένα από τη Δόμνα Σαμίου, καθώς και δυο ζωντανές ηχογραφήσεις: η μία του Διονύση Σαββόπουλου από τις εμφανίσεις του στο Μουσικό Κέντρο Αθηνών «Σείριος» το 1988, και η άλλη του Άκη Πάνου στο κέντρο «Επειγόντως» το 1989 (μία από τις σπάνιες στιγμές του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού). Παράλληλα, ένα πλήθος νέων τραγουδοποιών όπως ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ο Φοίβος Δεληβοριάς και η Μαρία Βουμβάκη, έκαναν το δισκογραφικό τους ντεμπούτο στον Σείριο. Ανάμεσα στις παραγωγές του, ξεχωρίζει κανείς δίσκους με έργα της σύγχρονης λόγιας μουσικής, αλλά και τις πρώτες ηχογραφήσεις της Ορχήστρας των Χρωμάτων.
Ο Μάνος Χατζιδάκις έδωσε περισσότερο βάρος στην έκδοση δίσκων νέων συνθετών και τραγουδιστών και πολύ λιγότερο στο να προωθήσει τις δικές του εργασίες. Από την ίδρυση του Σείριου μέχρι και το θάνατό του, ο Χατζιδάκις έβγαλε μόνο έναν δίσκο με καινούργια τραγούδια του, την «Σκοτεινή Μητέρα». Όλοι οι υπόλοιποι δίσκοι του Μάνου Χατζιδάκι που εκδόθηκαν στον Σείριο ήταν ή επανεκτελέσεις παλιότερων έργων του ή παλιότερες ηχογραφήσεις που δεν είχαν εκδοθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.


Πιο αναλυτικά, οι εκδόσεις του Μάνου Χατζιδάκι στον Σείριο είναι οι εξής:

Για την Ελένη (1985) σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη με τη Μαρία Δημητριάδη. Πρόκειται για κύκλο τραγουδιών που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1978 με τη φωνή του Στέλιου Μαρκετάκη και ξαναηχογράφησε ο συνθέτης με τη Μαρία Δημητριάδη.

-
Σκοτεινή μητέρα (1986) σε στίχους του Νίκου Γκάτσου με τη Μαρία Φαραντούρη. Ο μοναδικός δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι που εκδόθηκε σε πρώτη εκτέλεση στον Σείριο.


-

Το ρεσιτάλ (1989), με τον Σπύρο Σακκά. Ηχογραφήσεις του 1978 με τον Μάνο Χατζιδάκι στο πιάνο και τον βαρύτονο Σπύρο Σακκά σε κύκλους τραγουδιών του συνθέτη (δεύτερες εκτελέσεις).

-

Η Φλέρυ Νταντωνάκη στα λειτουργικά του Μάνου Χατζιδάκι (1991). Ηχογραφήσεις που είχε πραγματοποιήσει ο Μάνος Χατζιδάκις με την μούσα του, Φλέρυ Νταντωνάκη, κατά τα χρόνια της διαμονής τους στην Αμερική. Πρόκειται για μεταγραφές ρεμπέτικων τραγουδιών για φωνή και πιάνο, καθώς και κάποια τραγούδια του Χατζιδάκι από παλιότερους κύκλους τραγουδιών του.



Αντικατοπτρισμοί (1993) σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με την Αλίκη Καγιαλόγλου. Ο τελευταίος δίσκος που ηχογράφησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο παλιότερος κύκλος τραγουδιών που είχε εκδοθεί στην Αμερική με τίτλο «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock & Roll Ensemble το 1968 και αγγλικούς στίχους, επανεκδόθηκε με καινούργια ενορχήστρωση και τους ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου.


Μετά το θάνατό του, η εταιρεία Σείριος συνέχισε τις εκδόσεις έργων του Μάνου Χατζιδάκι που, είτε είχαν κυκλοφορήσει στο παρελθόν και είχαν καταργηθεί, είτε είχαν ηχογραφηθεί από τον συνθέτη και δεν εκδόθηκαν ποτέ σε δίσκο.


Ελεύθερη κατάδυση / Το ταξίδι του μέλιτος (1995). Η μουσική που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για δύο ταινίες του Γιώργου Πανουσόπουλου. Στην ουσία, η μουσική για την «Ελεύθερη Κατάδυση» είναι διασκευές δύο θεμάτων από ένα παλιότερο έργο του Μάνου Χατζιδάκι, την «Ρυθμολογία», που διασκεύασε και ενορχήστρωσε ο Νίκος Κυπουργός για τις ανάγκες της ταινίας, αφού ο Χατζιδάκις δεν είχε προλάβει να συνθέσει πρωτότυπη μουσική.


Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) σε ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου και Γιώργου Χρονά, με τον Αντρέα Καρακότα. Ανολοκλήρωτο έργο του Μάνου Χατζιδάκι με το οποίο ασχολήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και σκόπευε να ενορχηστρώσει για “νεανική φωνή, ανδρική χορωδία και στρατιωτική μπάντα”. Τελικά, το έργο ηχογραφήθηκε με την Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο και τη φωνή του Αντρέα Καρακότα, τον οποίο είχε διαλέξει ο συνθέτης για να ερμηνεύσει το έργο όταν θα το ολοκλήρωνε.

Η Νένα Βενετσάνου τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι (1998). Ηχογραφήσεις αποσπασμάτων έργων του Μάνου Χατζιδάκι, ορισμένα με τη συμμετοχή του συνθέτη από παλιότερες ηχογραφήσεις και άλλα ηχογραφημένα μετά το θάνατο του.


-

Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ. (1999). Ένας δίσκος που αποτελεί πραγματικό ντοκουμέντο! Ηχογραφήσεις γνωστών τραγουδιών αλλά και ανέκδοτων κύκλων τραγουδιών του συνθέτη, όλα ηχογραφημένα με τη φωνή του Μάνου Χατζιδάκι. Ο γιός του Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργος, ανοίγει το αρχείο του συνθέτη και μας χαρίζει έναν πολύτιμο δίσκο, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ακούσουμε τον Χατζιδάκι (και) στον ρόλο του ερμηνευτή μέσα από ιδιωτικές ηχογραφήσεις αλλά και ηχογραφήσεις στο studio.
Blue – Topkapi (2001). Μουσικές και τραγούδια που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για δυο κινηματογραφικές ταινίες (του Silvio Narizzano η πρώτη και του Jules Dassin η δεύτερη), βινύλια των οποίων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στην Ελλάδα. Τα soundtracks κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε δύο ολοκληρωμένες εκδόσεις από τον Σείριο το 2001.



Transformations (2003). Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δουλειά του Κωνσταντίνου Βήτα. Η μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι μεταμορφωμένα μέσα από την ηλεκτρονική ματιά του Κωνσταντίνου Βήτα. Ένα πρωτότυπο πείραμα που στην αρχή μπορεί να ξενίσει τον ακροατή, σε δεύτερη ακρόαση όμως, απλώνει μπροστά του τον μουσικό κόσμο του Κ. Βήτα και την προσωπική του οπτική του πάνω σε ορισμένα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι.
-

America America (2004). Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για την ταινία του Εlia Kazan. Επανέκδοση από τον Σείριο με νέα ηχητική επεξεργασία και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ταινία.






… Μελίνα του Μάνου (2004). Ένας ακόμα δίσκος – ντοκουμέντο που εκδόθηκε 10 χρόνια μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι. Γνωστές αλλά κυρίως σπάνιες και ανέκδοτες ηχογραφήσεις τραγουδιών του Χατζιδάκι με τη φωνή της Μελίνας Μερκούρη



Αμοργός (2005). Αναμφισβήτητα, η πιο ξεχωριστή έκδοση του Σείριου, σε ένα ιστορικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι που εκδόθηκε 11 χρόνια μετά τον θάνατό του και 35 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η ενασχόληση του συνθέτη με τη μελοποίηση του ποιήματος του Νίκου Γκάτσου. Παρά τις συνεχόμενες εξαγγελίες του Χατζιδάκι για την ολοκλήρωση του έργου, η «Αμοργός» παρέμεινε ένα ανολοκλήρωτο έργο που ηχογραφήθηκε το 2005 σε ενορχήστρωση του Νίκου Κυπουργού, με τις εκπληκτικές ερμηνείες της Μαρίας Φαραντούρη, του Δώρου Δημοσθένους και του Τάση Χριστογιαννόπουλου. Το εξαιρετικό ποίημα του Νίκου Γκάτσου, μελοποιημένο αποσπασματικά από τον φίλο του, Μάνο Χατζιδάκι.

4 θεατρικοί μύθοι (2006). Μουσικές και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι για τέσσερις ιστορικές θεατρικές παραστάσεις: τον «Ματωμένο γάμο», τον «Κύκλο με την κιμωλία», το «Παραμύθι χωρίς όνομα» και τον «Καπετάν Μιχάλη». Όλα τα τραγούδια του συνθέτη για αυτές τις τέσσερις θεατρικές παραστάσεις, ερμηνευμένα σε δεύτερη εκτέλεση από τον Μανώλη Λιδάκη και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, μετά από την “δοκιμασία” τους στο κοινό για δύο χρόνια πριν την έκδοση του δίσκου.


...«Οι συνεργάτες μου κι εγώ δεν παριστάνουμε τον Χριστό με τους Αποστόλους. Πιστεύουμε στην ακριβή εργασία, ασκούμεθα για να την πραγματοποιούμε και φυσικά την επιτυγχάνουμε. Ο Σείριος είναι ο ναός μας κι εμείς ιερείς του.
Ο ΣΕΙΡΙΟΣ είναι μια αντίδραση στον εκχυδαϊσμό και στη ρύπανση του πολιτιστικού μας περιβάλλοντος»…

Μάνος Χατζιδάκις, 1987
.
.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Μάνος Χατζιδάκις: Οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς (Αφιέρωμα. Γ’ μέρος)

.
Με την επιστροφή του από την Νέα Υόρκη το 1972, ο Μάνος Χατζιδάκις εγκαινιάζει μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο που ξεκίνησε με την έκδοση του Μεγάλου Ερωτικού και ολοκληρώθηκε με την ηχογράφηση των Αντικατοπτρισμών το 1993. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε ορισμένους από τους σημαντικότερους κύκλους τραγουδιών, ενώ παράλληλα οι δραστηριότητές του επεκτάθηκαν και πέραν της δισκογραφίας (Τρίτο Πρόγραμμα, καφεθέατρο Πολύτροπον, περιοδικό Τέταρτο, διοργάνωση των Αγώνων Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα και του Μουσικού Αύγουστου στην Κρήτη, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Σείριος και πολλά άλλα). Είναι η περίοδος που αφήνει πίσω του οριστικά την εποχή που τού χάρισε φήμη και δόξα γράφοντας μουσική και τραγούδια για τον ελληνικό κινηματογράφο (εξαιρετικά αξιόλογες εργασίες όλες, ενώ ο ίδιος ο Χατζιδάκις έλεγε για την περίοδο ’57 – ‘66: “λυσσαλέα και δημιουργική μου επαφή με τη μουσική σε μια υπερπαραγωγή. Παράλληλα, μια ατυχής επαφή με το ελαφρό τραγούδι που μου χάρισε ανεπιθύμητη λαϊκότητα”) και αρχίζει η ενασχόλησή του με έκδοση κύκλων τραγουδιών, αντιμετωπίζοντας πλέον το τραγούδι ως “μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει”. Σε αυτή την τελευταία δημιουργική περίοδο, θα ηχογραφηθούν και θα κυκλοφορήσουν κύκλοι τραγουδιών εξαιρετικής καλλιτεχνικής αξίας και αισθητικής, όπως Τα παράλογα, η Αθανασία, Η εποχή της Μελισσάνθης, ο Χειμωνιάτικος ήλιος και Οι μύθοι μιας γυναίκας, ενώ παράλληλα η Ρωμαϊκή και η Λαϊκή Αγορά θα αποτελέσουν σταθμούς στη συνολική δισκογραφία του Μάνου Χατζιδάκι.


Το 1983, ο Μάνος Χατζιδάκις ολοκληρώνει και ηχογραφεί έναν κύκλο τραγουδιών που είχε αρχίσει να δουλεύει αμέσως μετά από την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού. Οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς ηχογραφήθηκαν από τον Ιούνιο μέχρι τον Νοέμβριο του 1983 και κυκλοφόρησαν τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Πρόκειται για ένα έργο ιδιαίτερης αισθητικής, από εκείνα που σπάνια συναντάει κανείς στην ελληνική δισκογραφία. Πριν απ’ όλα, ας διαβάσουμε τι γράφει ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις στο σημείωμα του δίσκου:



Οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς (έργο 43)
Μουσική τελετουργία για τέσσερις φωνές


«ΕΓΡΑΦΑ ΤΟ ’81: Η οδός Αθηνάς είναι η καρδιά της Αθήνας. Και η Αθήνα είναι η καρδιά του έθνους. Γι’ αυτό και ό,τι υμνεί την Αθηνάς είναι εθνικό κι ελληνικό μαζί. Κι έτσι όπως έχει τ’ όνομα Θεάς η οδός αυτή και στην κορυφή της την βλογάει ο Παρθενώνας, κανείς δεν της αμφισβητεί την εθνική αξία σ’ ολόκληρη τη χώρα.
Ο δρόμος, η Αθηνάς, έχει πολλά οινομαγειρεία και πιο πολλά πορνεία, κινηματογράφους για κατ’ ιδίαν ερωτικήν απόλαυση, ξενοδοχεία σκοτεινά για άμεση ερωτική περίθαλψη – κάτι σαν Πρώτων Βοηθειών, να πούμε, ερωτικών – χιλιάδες καφενεία για ημερήσια χαύνωση, το Δημαρχείο κι ένα γραφείο κηδειών αλλοτινών καιρών. Στον δρόμο αυτόν κυκλοφορούν εργατικοί, μικροέμποροι, αλήτες, πόρνες, τραβεστί, δημοσιογράφοι, επαρχιώτες μαστρωποί και χίλιοι δολοφόνοι. Αυτό περίπου είναι το σκηνικό. Οι Μπαλάντες είναι…

ΤΩΡΑ ΤΟ ’83, συνεχίζω: Οι Μπαλάντες αυτές είναι κάτι πέρα απ’ το “σκηνικό” που μίλησα πιο πάνω, κάτι το διαφορετικό. Θα ‘λεγα είναι μια ποιητική σπουδή πάνω στη βία και στην “σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής”, όπως το είπε ο Λόρκα μέσ’ απ’ τα ελληνικά του Νικολάου Γκάτσου.
Είναι ένας μαίανδρος μελωδικός ευφάνταστων ερωτικών συμπλεγμάτων. Είναι κρυφές αυτοαναλύσεις, εξομολογήσεις και περιδιαβάσεις στον κληρονομημένο αθέατο χώρο της ψυχής μας. Είναι μια μουσική καταγραφή των περιθωριακών μας παρορμήσεων. Τέλος, είναι μια τελετουργική προσπάθεια να φανερωθούν οι σκοτεινές δυνάμεις που μας κυβερνούνε μέσα μας και μας ωθούν, μας οδηγούν αδίστακτα προς την πανάρχαια και τελειωτική μας διαδρομή.
Το έργο αυτό το πρωτοσκέφθηκα αφού ολοκλήρωσα την ηχογράφηση του "Μεγάλου Ερωτικού", κάπου το '72. Ηχογράφησα μάλιστα και πέντε κομμάτια με τίτλους αυτοσχέδιους, δίχως να ξέρω πώς και προς τα πού να πορευτώ. Γι' αυτό και σταμάτησα. Τα χρόνια που ακολούθησαν το είχα στη σκέψη μου χωρίς να το δουλεύω και ονειρευόμουν την οριστική μορφή του. Το '81 άρχισα να το ξαναδουλεύω, ενώ συγχρόνως το έπαιζα στις συναυλίες μου, βοηθώντας έτσι τον εαυτό μου να το αποσαφηνίσει. Τέλος, μόλις πριν από δύο μήνες ξεκαθάρισα τον στόχο μου και την τελειωτική φυσιογνωμία του έργου.
Τις Μπαλάντες αυτές, τις χαρίζω στην μνήμη της μητέρας μου, μια και μου κληρονόμησε όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της, δεν θα ‘μουν ποιητής.»
Μάνος Χατζιδάκις, Νοέμβριος 1983.

Τους στίχους των τραγουδιών υπογράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, μαζί με δύο νέους στιχουργούς: την Αγαθή Δημητρούκα και τον Άρη Δαβαράκη. Και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς! Σε έναν κύκλο τραγουδιών που πραγματεύεται τον Έρωτα και πραγματοποιεί μια “μουσική καταγραφή των περιθωριακών μας παρορμήσεων”, δε θα μπορούσε παρά να γράψουν στίχους δύο νέοι κάτοικοι της πόλης των Αθηνών, που θα διέθεταν την ευαισθησία και το ταλέντο να ντύσουν τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι με λόγια ποιητικά. Ακούγοντας κανείς τα τραγούδια του δίσκου, έχει την αίσθηση πως όλοι οι στίχοι έχουν γραφτεί από τον ίδιο άνθρωπο και ολοκληρώνουν ένα αποτέλεσμα με συνοχή και κοινή αισθητική, δηλαδή, ένα κύκλο τραγουδιών και όχι 16 τραγούδια που τυχαία μπήκαν σε έναν δίσκο μόνο και μόνο γιατί γράφτηκαν την ίδια χρονική περίοδο. Η Δημητρούκα και ο Δαβαράκης πραγματοποιούν δίπλα στον Χατζιδάκι μια σπουδή πάνω στη στιχουργική που ακουμπάει στην ποίηση με τρόπο μοναδικό.
Μα εμείς δεν είμαστε άγγελοι δεν είμαστε από σόι
ούτε φονιάδες ή ληστές ούτε πολύ αθώοι
Μας λείπει μέσα στη ζωή του στοχασμού το θάρρος
γι’ αυτό μας ελησμόνησε κι ο Έρωτας κι ο Χάρος
Έτσι το αίμα κι ο ουρανός κι η θάλασσα κοντά τους
μες στον γκρεμό στην άβυσσο τραβάν του αδυνάτους.
Στίχοι: Αγαθή Δημητρούκα

Μεθώ με δυο σταγόνες κι αρχίζω απ' την αρχή
οι πόρνες είναι μόνες κι οι άντρες μοναχοί
τα λάθη και τα σφάλματα ποτέ μην τα μετράς
τα πάθη σου είναι αγάλματα Αιόλου κι Αθηνάς.
Τις νύχτες που κοιμάμαι τ' αγάλματα ξυπνούν
τα πάθη μου φοβάμαι, τα κρύβω μην τα δουν.
Στίχοι: Άρης Δαβαράκης


Και όπως είναι φυσικό, ο Χατζιδάκις αναθέτει την ερμηνεία των τραγουδιών σε τέσσερεις νέους τραγουδιστές, τέσσερεις φωνές που έμελε να μείνουν στη συνείδηση του κοινού ως “μαθητές” του Μάνου Χατζιδάκι: την Έλλη Πασπαλά, τη Νένα Βενετσάνου, τον Βασίλη Λέκκα και τον Ηλία Λιούγκο. Λίγοι τραγουδιστές είχαν την τύχη στα πρώτα χρόνια της καριέρας τους να ερμηνεύσουν κύκλους τραγουδιών όπως οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς στο πλάι του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Αλλά κι απ’ την άλλη, πολύ λίγοι τραγουδιστές θα κατάφερναν σε νεαρή ηλικία να ερμηνεύσουν με τέτοια ακρίβεια και ευαισθησία ένα δύσκολο τραγουδιστικά έργο, που απαιτεί ιδιαίτερη τεχνική και εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο που, ενώ πολλοί τραγουδιστές εδώ και χρόνια έχουν ερμηνεύσει κύκλους τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι σε ζωντανές εμφανίσεις, καμία ομάδα από νέους τραγουδιστές δεν έχει ερμηνεύσει τις Μπαλάντες της οδού Αθηνάς ως ολοκληρωμένο έργο (παρά μόνο αποσπασματικά, επιλέγοντας κάποια τραγούδια).




Συνολικά, οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς αποτελούνται από τραγούδια που ολοκληρώνουν μια “μουσική τελετουργία πάνω στην Καταγωγή, τον Έρωτα, την Βία και τον Θάνατο”. Η ακρόαση του δίσκου δεν είναι εύκολη, με την έννοια ότι δεν είναι απλά ένα σύνολο τραγουδιών τοποθετημένα τυχαία μέσα σε 47 λεπτά. Τα τραγούδια αφηγούνται το καθένα ξεχωριστά μύχιες επιθυμίες και εξομολογήσεις μιας αθέατης πλευράς του εαυτού μας, αλλά και όλα μαζί οδηγούν θα έλεγε κανείς σε μια πορεία εξαγνισμού και κάθαρσης. Με φόντο την οδό Αθηνάς και τα γύρω στενά δρομάκια μέχρι την πλατεία Ασωμάτων, ο Μάνος Χατζιδάκις επιχειρεί μια κατάδυση σε μυστικές και καλά κρυμμένες πτυχές του εαυτού μας, αποκαλύπτοντας την ίδια στιγμή ένα βαθιά ποιητικό μουσικό λόγο, ευαίσθητο και φωτεινό. Μουσικοί, ερμηνευτές και στιχουργοί, επιστρατεύουν το ταλέντο τους με μοναδικό σκοπό να υπηρετήσουν αυτή τη μυστική τελετουργία. Και το αποτέλεσμα δικαιώνει τόσο τους δημιουργούς, όσο κι εμάς, τους ακροατές που, κουβαλώντας ένα ελαφρύ μούδιασμα αλλά και την ίδια στιγμή εξαγνισμένοι και “διάφανοι”, ολοκληρώνουμε την ακρόαση ενός πραγματικού αριστουργήματος.


Συντελεστές:
Μουσικός βοηθός: Τάσος Καρακατσάνης
Φλάουτο: Πάνος Δράκος & Στέλλα Γαδέδη
Κλαρινέτο: Νίκος Γκίνος
Κόρνο: Βαγγέλης Σκούρας
Βιολί & μαντολίνο: Δημήτρης Βράσκος
Μπουζούκι: Κώστας Ζαριδάκης
Κιθάρα: Βαγγέλης Μπουντούνης & Στέλλα Κυπραίου
Πιάνο: Τάσος Καρακατσάνης
Μπάσο: Νίκος Τσεσμελής
Εξώφυλλο: πίνακας του Γιάννη Μόραλη ειδικά για την έκδοση του δίσκου




Παρτιτούρα από το τραγούδι "Ερωτική άσκηση για τέσσερις"
(από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι)
Μέρος του κύκλου, ανέβηκε με την μορφή μπαλέτου σε χορογραφία Maurice Béjart στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1992, σε σκηνικά και κοστούμια του Διονύση Φωτόπουλου.

Το φωτογραφικό υλικό είναι από το ένθετο του δίσκου

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

... είπαν για τον Μάνο Χατζιδάκι (Αφιέρωμα. Β’ μέρος)

.
Έχουν γραφτεί κατά καιρούς πάρα πολλά κείμενα για τον Μάνο Χατζιδάκι, κυρίως από ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά, αλλά και από πολλούς ανθρώπους των Τεχνών που αγάπησαν το έργο του. Τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και αργότερα, έχει εκδοθεί σε εφημερίδες και βιβλία ένας μεγάλος αριθμός κειμένων που αφορούν τόσο το έργο του Χατζιδάκι, όσο και λεπτομέρειες από τις διάφορες δημιουργικές περιόδους του συνθέτη μέσω αφηγήσεων των συνεργατών του. Ανάμεσα στα δεκάδες κείμενα, μπορεί κανείς να συναντήσει κάποια που ακουμπούν με ευαισθησία το “φαινόμενο” Χατζιδάκι, άλλα αμιγώς προσωπικά, κείμενα που με ακρίβεια και γνήσια ποιητική διάθεση σκιαγραφούν την προσωπικότητα και το έργο του, κάποια άλλα που στέκονται περισσότερο σε ορισμένες περιόδους της ζωής του συνθέτη, ακόμα και κείμενα που εύκολα μπορεί κανείς πίσω από τις λέξεις να διακρίνει μια (καλώς ή κακώς εννοούμενη) “ζήλια” απέναντι στο μεγαλείο της μουσικής και της προσωπικότητάς του.

Η προσεκτική ανάγνωση των κειμένων – αφηγήσεων για τον Μάνο Χατζιδάκι είναι αποκαλυπτική: από τη μία μπορεί να βοηθήσει κάποιον ακροατή του έργου του Χατζιδάκι να αποκτήσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της προσωπικότητάς του και του έργου του, από την άλλη μπορεί ακόμα και να δημιουργήσει σύγχυση, μιας και πολλές φορές η εικόνα που δημιουργείται από κάποιες αφηγήσεις, παρουσιάζει έναν άνθρωπο που είχε πολλούς (μα πάρα πολλούς) φίλους, με τους οποίους συναντιόταν συχνά (μα πολύ συχνά) σε φιλικά σπίτια και εστιατόρια της Αθήνας τρώγοντας, πίνοντας και συζητώντας. Άλλες αφηγήσεις παρουσιάζουν τον Χατζιδάκι σαν απόμακρο και δύσκολο άνθρωπο, και άλλες σαν έναν αυστηρό κριτή των πάντων. Το σίγουρο είναι πως, για να γνωρίσει κανείς πραγματικά το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να το ακούσει και να το διαβάσει και, έπειτα να ασχοληθεί με τις όποιες μαρτυρίες αφορούν τη ζωή του.

Το Άρωμα του Τραγουδιού, συνεχίζοντας το αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι, παρουσιάζει μια ελάχιστη επιλογή από κείμενα και αποσπάσματα κειμένων, τα περισσότερα μέσα από μια έκδοση του 1996 με τίτλο «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι» (καθώς και δύο αποσπάσματα κειμένων: το ένα του Στέλιου Ράμφου από δημοσίευση στο επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι και το άλλο από ομιλία του Γιώργου Χρονά που δημοσίευσαν τα Μουσικά Προάστια). Στις «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι», έχουν συγκεντρωθεί κείμενα που έγραψαν φίλοι του συνθέτη, μέσα από μια μεγάλη λίστα ονομάτων που ο ίδιος είχε συντάξει, με την επιμέλεια του Θάνου Φωσκαρίνη. Συνολικά, η έκδοση περιλαμβάνει 70 κείμενα γραμμένα από ισάριθμους φίλους και συνεργάτες του Μάνου Χατζιδάκι. Τα κριτήρια με τα οποία έγινε η παρούσα επιλογή, σε καμία περίπτωση δεν εξαιρεί σημαντικούς ανθρώπους του πνεύματος και της Τέχνης, κείμενα των οποίων υπάρχουν στις «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι».
Ενδεικτικά, λοιπόν, έχουν επιλεγεί αποσπάσματα από κείμενα των: Νίκου Κυπουργού, Νίκου Κούνδουρου, Νίκου Εγγονόπουλου, Ιάνη Ξενάκη, Στέλιου Ράμφου, Διονύση Σαββόπουλου, Γιώργου Σταθόπουλου, Δημήτρη Μαραγκόπουλου, Γιώργου Χρονά, Νίκου Μαμαγκάκη και Γιώργου Κουρουπού.
------------------------------------------------------------------------------

«Έτσι κι αλλιώς ήθελα να κοιμάμαι όταν θα ‘ρχόταν αυτή η στιγμή. Να κοιμηθώ ζωντανός και να ξυπνήσω στον άλλο κόσμο, όπως έλεγα.
Η μετάβαση δεν είναι ούτε βίαιη ούτε επώδυνη. Μπροστά μου μια ομάδα ανθρώπων κάθονται ήρεμα γύρω από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι, σαν αυτό του Μυστικού Δείπνου, και συζητούν. Στο κέντρο ο Χατζιδάκις, ο μόνος που αναγνωρίζω. Με υποδέχονται τόσο φυσικά, σαν να είχα λείψει μόνο για λίγο από κοντά τους. Το δέρμα τους έχει μια σκούρα χροιά – το μόνο στοιχείο, σκέφτομαι, που επιβεβαιώνει ότι είναι νεκροί – τα πρόσωπά τους όμως είναι γελαστά. Νιώθω άνετα, σχεδόν οικεία, ένα δέος όμως με κρατάει σιωπηλό.
Ο Χατζιδάκις μου λέει ότι όλοι μας θα ξαναγεννηθούμε αφού παραμείνουμε σ’ αυτόν τον κόσμο για όσο ακριβώς χρόνο ζήσαμε στην τελευταία μας ζωή. Εδώ ζούμε τον χρόνο αντίστροφα, από το θάνατό μας προς τη γέννηση. Κάθε μέρα νεώτεροι – και, πράγματι, ο Χατζιδάκις νομίζω πως ήδη φαίνεται νεώτερος, Πότε πρόλαβαν κιόλας οι ρυτίδες των τελευταίων κουρασμένων μηνών να φύγουν, και το πρόσωπό του να ξαναγίνει το γνώριμο στρογγυλό και φωτεινό…
Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι εγώ θα ξαναγεννηθώ πολύ πριν απ’ αυτόν, αφού έζησα λιγότερο. Όλα θα επιστρέψουν στη θέση τους διαφορετικά.
Πόσο ήρεμα είναι όλα … Με πλημμυρίζει ένα αίσθημα ισορροπίας και αισιοδοξίας».
Νίκος Κυπουργός («Νυχτερινή Επίσκεψη. Όνειρο της νύχτας 24 προς 25 Αυγούστου 1994, στον Πόρο»)



«Έχω μεγάλο θαυμασμό για τα ελαττώματά του. Πάντα τον θαύμαζα και αυτός, ο σπουδαίος, έγραφε τραγούδια και τραγουδάκια για το χατίρι ενός λαού που ακόμα δεν ξέρει αν τον αγαπάει ή τον σιχαίνεται. Τον θαύμαζα – και τον θαυμάζω – γιατί από τα χαρακτηριστικά της φυλής, διάλεξε να κάνει δικά του όλα μας τα κουσούρια. Τη ραθυμία, τη φλυαρία, την αυταρέσκεια, τη φιληδονία κ.α. Μ' αρέσει γιατί είναι επιθετικός χωρίς κακία κι απλώνει το κεντρί του επί δικαίων και αδίκων, με οδηγό το ένα, μοναδικό και ακαταμάχητο δικό του κριτήριο. Τον θαυμάζω που μια ζωή τα κατάφερε να μην πάει ποτέ στα ραντεβού του. Τον θαυμάζω που αυτός, ο φιλάρεσκος σαν γυναίκα, έμεινε κοντά τριάντα χρόνια με σπασμένα τα μπροστινά του δόντια, προκλητικός και σ’ αυτό, χωρίς λόγο, έτσι, γιατί βαριότανε να καθίσει μ’ ανοιχτό το στόμα στην καρέκλα του οδοντιάτρου. Μ’ αρέσει γιατί μιλάει με το “γο” ο δάσκαλος ηθοποιών και τραγουδιστών. Μ’ αρέσει ακόμα που χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Στους φίλους του και στους “άλλους”. Κι ακόμα, που αγαπούσε τον Καραμανλή όταν όλοι τον μισούσαμε. Που εξευτελίζει την πολυμιλημένη πολιτική συνείδηση του Ρωμιού, δηλώνοντας με αφοπλιστική αθωότητα “δεξιός”. Μ’ αρέσει ακόμα γιατί λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη χωρίς κανένας να τον ρωτήσει, έτσι, από αντριλίκι κι από αγάπη γι’ αυτή την κοινωνία, που δεν μπορεί να την τινάξει από πάνω του. Μ’ αρέσει και για την αισιοδοξία του, και για την χωρίς όρια αντοχή του, και για τον ισπανό κονκισταδόρ που σέρνει μέσα του».
Νίκος Κούνδουρος

«Ο ακαταπόνητος, ο θαυμάσιος Μάνος Χατζιδάκις, χρόνια τώρα, αέναα, μας προσφέρει χαρά και μουσική.
Ιδού τώρα, νέα μεγαλόκαρδη προσφορά, και πάλι, μουσικής και χαράς.
Του πρέπει να τον ευγνωμονούμε».
Νίκος Εγγονόπουλος (από δήλωσή του στις 21 Νοεμβρίου 1979, πιθανόν για την έκδοση του κύκλου τραγουδιών «Για την Ελένη»).



«Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική καλοσύνη και πολύ πιστός στη φιλία. Συνέθεσε μια μουσική πολύ ευαίσθητη. Είναι ήδη από τα τέλη του 1950 από τους πρωτοπόρους του λαϊκού ύφους στην ελληνική μουσική.
Μαζί με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, στις αρχές του 1960, υπήρξε από τους πρώτους που υποστήριξαν τη σύγχρονη μουσική.
Το 1963 διοργάνωσε ένα μουσικό διαγωνισμό που έφερνε τα’ όνομά του, με διεθνή κριτική επιτροπή, και εκεί πήρα ένα αναπάντεχο πρώτο βραβείο, παρόλο που ήμουν ακόμα εξόριστος και καταδικασμένος σε θάνατο.
Όλη του τη ζωή προσπαθούσε αδιάκοπα να κινήσει όντα και πράγματα μέσα σε μια Ελλάδα βυθισμένη σε εύκολες μουσικές».
Ιάνης Ξενάκης (17 Αυγούστου 1995).



… «Ο Χατζιδάκις μπόλιασε με το δικό του ελεύθερο μουσικό αίσθημα τον ανεξέλικτο ψυχισμό του Ρωμιού και προσέφερε ζωτικό «χώρο» στον εκκολαπτόμενο τότε άνθρωπο με αυτοσυνειδητή υποκειμενικότητα, του επέτρεψε δηλαδή να κοιταχτεί στον καθρέφτη ενός ήχου πρωτάκουστου και ν' αρχίσει έτσι να μεγαλώνει μέσα του ανεπίστροφα. Εισήγαγε στους στατικούς ρυθμούς μας λυρικά τον εξελικτικό χρόνο της ευρωπαϊκής μουσικής και έδωσε μ' αυτόν τον τρόπο ισχυρή ώθηση στην ανάπτυξη και την ακμή του αισθήματος, που πνιγόταν στο τυποποιημένο πάθος κρατώντας μας ανελέητα ανήλικους. Συνέβαλε όσο ελάχιστοι να απαγκιστρωθούμε από τις καθηλώσεις τουαισθήματος και ο εσωτερικός μας κόσμος να ξαναζωντανέψει αυτόνομα σε ενεργό ατομική μορφή. Εάν οι τρόποι του αισθήματος αλλάζουν τους λαούς, ο Χατζιδάκις υπήρξε από τους πρωταγωνιστές του ψυχικού μας εκσυγχρονισμού. Δούλεψε στα θεμέλια, εκεί όπου τα δρώμενα του συνειδητού συναντούν τα κοιτάσματα του ασυνείδητου - στον υπόγειο χώρο του αισθήματος. [...]
Ναι, ο Χατζιδάκις ήταν λυτρωτικός ανατροπεύς του παγιωμένου αισθήματος. Έδωσε μορφή στην ευαισθησία του ζωντανού ανθρώπου και την απελευθέρωσε. Στις μελωδίες του αναγνωρίζουμε το εσωτερικό μας σκίρτημα. Ευαισθησία είναι η συναίσθηση του αισθήματος. Από τούτη την άποψη η θέση του είναι πλάι στον Καβάφη. Είναι πρώτος και μένει ακόμη μόνος. Κανείς δεν ξεπέρασε τον ορίζοντα της ευαισθησίας που εκείνος χάραξε. Γι ' αυτό μας λείπει τόσο!» …
Στέλιος Ράμφος (απόσπασμα από συνέντευξη στην εφημερίδα «Επενδυτής», 3 Νοεμβρίου 2001. Από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι).



… «Το έχω ξαναπεί: ήταν ο μόνος αληθινός βασιλιάς που γνώρισα επί γης. Κουβαλούσε μέσα του μια καθολική αλήθεια. Μας περιείχε όλους. Αλλά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί την τύχη αυτής της καθολικότητας στις κοινές πεποιθήσεις. Διότι οι κοινές πεποιθήσεις έχουν τις αξίες, αλλά και τις παραμορφώσεις των αξιών τους. Έχουν την αλήθεια, αλλά και την πλαστογράφησή της. Χρειαζόμαστε πάντα μια προσωπικότητα για να κάνει πρώτα τη διάκριση και μετά να ανταποκριθεί στη νέα ιστορική στιγμή. Έπρεπε να προχωρήσει μόνος του και για το καλό όλων μας. Κι αυτό έκανε.
Μου έδινε συχνά την εντύπωση ενός Ελληνορωμαίου. Ήταν δίγλωσσος σαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία μιλούσε ελληνικά και λατινικά. Εκείνος μιλούσε τη λογική μουσική της κεντρικής Ευρώπης, που ονομάζεται κλασική, αλλά ταυτόχρονα μιλούσε και τη λαϊκή μουσική, από τη Ρώμη και τη Σικελία ως τα ποτάμια της Μικράς Ασίας. Σ’ αυτόν, όμως, οι δύο γλώσσες είχαν γίνει μία, Και απ’ όσο ξέρω, αυτό συνέβη για πρώτη φορά στη μουσική.
Άκουγε έναν ήχο υπαρκτό αλλά άγνωστο σε μας.
Ένιωθε ένα χώρο που είναι γύρω μας, αλλά μας είναι άγνωστος κι έχει τις ρίζες του στο μέλλον.
Κάποτε νόμιζα ότι ο Χατζιδάκις ήταν ένα λαμπρό απομεινάρι της αυτοκρατορίας. Είχα λάθος. Από την αποφασιστικότητά του, το πείσμα του και την τεράστια απήχησή του φαίνεται ότι είναι ο προάγγελος αυτής της αυτοκρατορίας. Από πνευματική άποψη εννοώ, για να εξηγούμεθα».
Διονύσης Σαββόπουλος (Ιούλιος 1995)



… «Από τον Μάνο Χατζιδάκι έμαθα για τη ζωγραφική περισσότερα απ’ όσα μ’ έμαθαν οι δάσκαλοί μου στην ΑΣΚΤ. Τον παρακολουθώ χρόνια να πλησιάζει τα πάντα μ’ αγάπη και αμφιβολία. Μ’ αυτή τη χαρακτηριστική αμφιβολία άριστα πλασμένη σε όργανο γνώσης και ορθής κριτικής.
Τον παρακολουθώ καθώς αναζητά το βάθος των πραγμάτων στρέφοντας σ’ οτιδήποτε καθημερινό την προσοχή του, που, σαν ακριβό εργαλείο, δουλεύει και μας αποκαλύπτει το μέγεθος της ψυχής του. Έχοντας τοποθετηθεί μέσα στη ζωή σ’ εκείνο που του ταίριαζε, έκανε τις επιλογές του και αντίκρυσε τα πράγματα της ζωής σαν άνδρας αληθινός και θαρραλέος. Μια ύπαρξη στέρεη και ξεκαθαρισμένη σ’ όλα όσα τον συνθέτουν που μας διχάζει επειδή έχει τη δύναμη να αυτοεξετάζεται και να αυτοκαταργείται. […]
Πλάθοντας τα λαϊκά μας τραγούδια, προσθέτει κάτι που λείπει από τις αυθεντικές εκτελέσεις. Ο “Σκληρός Απρίλης του ‘45”, για παράδειγμα, δεν είναι επανάληψη αλλά αποκάλυψη.
Ασχολείται με τα καθημερινά και αιώνια πράγματα, μ’ αυτά που είναι όμως οδυνηρά μαζί και δύσκολα και που μόνο ένας αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να προσθέσει κάτι δικό του εκεί που η παράδοση του κόσμου έχει τόσο πολύ σταθεί.
Κι έτσι βγαίνει ο “Έρωτας” μέσα απ’ τα τραγούδια του. Λαβωμένος κι ευτυχής, έχοντας βιώσει την οδύνη της γνώσης και οπλισμένος με καινούργιο κουράγιο, έτοιμος να παίξει πάλι το παιχνίδι. Έχοντας αντικρύσει την απάτη, παίρνει πάλι μέρος στο αλισβερίσι, με καθαρή και αθώα ματιά, χωρίς να είναι αφελής. […]
Μιλάω πάντα για τον Μάνο και τον μοναδικό τρόπο που έχει να υπάρχει μέσα στα πράγματα, που γύρω του αποκτούν σημασία και ζωή. Όλα, και τα πιο ασήμαντα. Γιατί ο ίδιος είναι σημαντικός και μέσα από την τέχνη του, που είναι τρόπος ζωής, υπάρχει σαν μεγάλος καλλιτέχνης του καιρού μας
Γιώργος Σταθόπουλος

… «Η “Λιλιπούπολη”, κατά παράξενο τρόπο, συνέχισε να υπάρχει και μετά τη διακοπή του τότε Τρίτου Προγράμματος. Το είδαμε και το βλέπουμε στην κυκλοφορία του δίσκου, στη σταθερότητα και θέρμη της επικοινωνίας στις ζωντανές συναυλίες. Η “Λιλιπούπολη” δεν σταμάτησε να εκπέμπει. Άλλαξε μόνο το μήκος κύματος της εκπομπής της σε μια αποχή που όλα έγιναν εύκολα. Σε μια εποχή που το αυθόρμητο έγινε στυλ, η παραβίαση των κανόνων γίνεται από όλους χωρίς κανείς κατά βάθος να ενοχλείται, το υποκειμενικό έγινε μια ακατάσχετη φλυαρία, το αληθινό χιούμορ αστειάκια και όλοι μέσα στην αγχώδη προσπάθεια πρωτοτυπίας έγιναν τρομερά συμβατικοί. Η “Λιλιπούπολη” δεν είχε φυσικά καμία θέση σ’ αυτή τη σύγχυση της νεόπλουτης μπάντας των FM stereo.
Αν πάτε όμως σήμερα στο Τρίτο Πρόγραμμα πολύ αργά τη νύχτα, θα διαπιστώσετε ότι οι διάδρομοι, τα μαγνητόφωνα, οι ταινίες όλα κρατούν συνωμοτικά του απόηχους και το μετείκασμα από απίθανους ήρωες με υπαρκτές φωνές, από στίχους της Μαριανίνας, εκεί, στο μικρό δωμάτιο αριστερά: Μπιξ-Μπιξ, Μπομπίλα, Δρακατώρ, Δυστροπόπιγκας, Παπαγάλος, Πρίγκιπας, Πιπινέζα, Χαρχούδας, Όφη-Σόφη, υπέροχα ονόματα. Αν θέλετε, πάντως, να “πιάσετε” Λιλιπούπολη, θα πρέπει φυσικά να πετάξετε τα ραδιόφωνά σας, γιατί το μήκος κύματος της εκπομπής δεν υπάρχει στο σύγχρονο ραδιόφωνο. Ραδιόφωνα που “πιάνουν” Λιλιπούπολη μπορείτε να βρείτε μόνο στη Λιλιπούπολη – που, φυσικά, υπάρχει και βρίσκεται εκεί που ήταν πάντα».
Δημήτρης Μαραγκόπουλος (31 Ιουλίου 1989)

… «Ο Χατζιδάκις δεν ήταν μόνο ευαίσθητος, ήταν και ένας πολύ σκληρός άνθρωπος και προς τον ίδιο τον εαυτό του, και ό,τι κατέκτησε το κατέκτησε πρώτα πρώτα με πόλεμο και μάχη, μελετώντας και προσπαθώντας να είναι αυστηρός με τον εαυτό του. Η μουσική του δεν είναι παρά μια μουσική πάθους, έρωτος και αλήθειας. Όλοι διδάσκουν marketing, εμπόριο, καριέρα, εξέλιξη, και ο Χατζιδάκις με την μουσική του διδάσκει τον έρωτα. Που θα βρει κανείς τον έρωτα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ίσως για αυτό τον αγαπούν πάρα πολύ τα κορίτσια, γιατί τα κορίτσια ψάχνουν πάντοτε πιο πολύ από τα αγόρια τον έρωτα. Αν θέλουν ας με διαψεύσουν!» …
Γιώργος Χρονάς (απόσπασμα από την ομιλία του σε εκδήλωση της νεολαίας του Συνασπισμού για τα 82 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Ολόκληρη η ομιλία έχει δημοσιευτεί στα Μουσικά Προάστια και βρίσκεται εδώ).



… «Το έργο του, όσο περνάει ο καιρός, θα κερδίζει ολοένα και περισσότερο, γιατί το χαρακτηρίζει ένα μοναδικό στοιχείο: η ειλικρίνεια. Κι αυτό το προτέρημα της ειλικρίνειας και αυθεντικότητας είναι, νομίζω, αφάνταστα μεγάλο. Σε μια πρώτη αποτίμηση του έργου του, μπορούμε να πούμε ότι ο Χατζιδάκις δεν είναι επίγονος του Τσιτσάνη αλλά ισάξιός του και, ταυτόχρονα, συνεχιστής του με όλη τη σημασία του όρου. Ίσως το “Είμ’ αητός χωρίς φτερά” με τις λαϊκές του προδιαγραφές δεν είναι το πιο αντιπροσωπευτικό του τραγούδι. Είναι το “Χάρτινο το φεγγαράκι” και μια σειρά άλλα τραγούδια, που η επενέργειά τους ακόμα και σήμερα είναι πολύ μεγάλη για την πορεία της Ρωμιοσύνης, ανώτερη σχεδόν απ’ όλα τα λαϊκά τραγούδια των ρεμπέτηδων. Γιατί αυτά είναι τραγούδια βιωματικά, που έθρεψαν και λύτρωσαν τους ανθρώπους μιας ολόκληρης εποχής.
Η πορεία της φιλίας μου μαζί του είχε ένα ουσιαστικό στοιχείο: ότι οι μεταξύ μας σχέσεις ήταν και παρέμειναν αδιάβλητες και διαφανείς. Αν και δεν είχαμε καθημερινή επικοινωνία, όμως κατά καιρούς μου τηλεφωνούσε και συζητούσαμε με ενθουσιασμό. Θυμάμαι, μιλούσαμε για μουσική. Μου έκανε καλοπροαίρετη κριτική ακόμα και την περίοδο που, φορτωμένος από τις υποχρεώσεις του στο Τρίτο, έκανε κάποιες εκπομπές παρουσιάζοντας σύγχρονη ελληνική και ξένη μουσική. Υπήρξε μεταξύ μας μια γνήσια επικοινωνία.»…
Νίκος Μαμαγκάκης (από δημοσίευμα στην Κρητική εφημερίδα «Αλλαγή», 1995).

… «Άνθρωπος με ανήσυχο πνεύμα και έμφυτη περιέργεια, στραμμένος για πάντα στην αναζήτηση του καινούργιου, του αυθεντικού. Η επανάληψη τον κουράζει, το άγνωστο τον ερεθίζει, το καινούργιο τον αναζωογονεί. Η συνεχής ανανέωση των ενδιαφερόντων του τον διατηρεί για πάντα νέο – προσωπική του απάντηση στο πρόβλημα του Φάουστ. Από την άλλη, διαθέτει μια τόσο πλούσια φαντασία, που δεν βρίσκεται ποτέ σε ένδεια νέων ιδεών. Αντίθετα, από την τεράστια καθημερινή σύλληψη πρωτότυπων ιδεών, λίγες είναι αυτές που τον ερεθίζουν αληθινά και τον ενεργοποιούν για την πραγματοποίησή τους. Και πάλι, είναι τέτοια η παραγωγή ιδεών που συχνά ένα σχέδιο έχει ξεπεράσει την επομένη της σύλληψής του. Αυτό βέβαια ενέχει και τους κινδύνους του, γιατί μπορεί να οδηγήσει στην αναβολή ή την οριστική ματαίωση κάποιων σχεδίων. Όταν, όμως, κάτι τον ενδιαφέρει αληθινά, έχει τέτοια σιδερένια θέληση, που μπορεί να κάνει την ουτοπία πραγματικότητα»…
Γιώργος Κουρουπός







Σημείωση: το φωτογραφικό υλικό είναι από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι, καθώς και από την έκδοση «Ανοιχτές Επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι», εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας, 1996.

.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Μάνος Χατζιδάκις 1925 - 1994 (Αφιέρωμα. Α’ μέρος)

.
Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.
Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα “επώνυμους” πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.


Πριν από 14 χρόνια, το απόγευμα της 15ης Ιουνίου 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις ξεκίνησε το ταξίδι του προς τα άστρα. Το Άρωμα του Τραγουδιού θυμάται τον άνθρωπο που μας έμαθε να τραγουδάμε και μέσα από τον δικό του λόγο ταξιδεύει προς τον Σείριο για να τον συναντήσει.

Όλες οι αναρτήσεις του Ιουνίου θα είναι αφιερωμένες στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι.


… «Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό και ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.
Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ' απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από δω, δε σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μεσ' απ' τη μουσική μου. Σε μένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήσετε. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!»
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάνου Χατζιδάκι: «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», εκδόσεις Ίκαρος


… «Σηκώθηκα απ΄ το πιάνο και πλησιάζω τον καθρέφτη. Ήμουνα ξαναμμένος. Είδα το είδωλό μου να κρατά φτερά του παγωνιού και δροσερούς καρπούς του Θέρους. Κι είπα από μέσα μου: Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. Ο πρώτος αριθμός σημαίνει συνουσία. Βάση ρευστή για δημιουργία. Κι αποφασίζω ευθύς την πιο μεγάλη μου πράξη. Σκόρπισα τα λαχεία μου στους γαλαξίες και στο άπειρο. Έτσι δεν θά ΄ναι δυνατό κανείς να ξαναδημιουργήσει, να πράξει το καλό - που λεν - ή το κακό. Σπατάλη η απόφασή μου, μα ο κόσμος πάει για να χαθεί.
Το λεω για να τ΄ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ΄ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ΄ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί.
Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού.»
Απόσπασμα από «Τα σχόλια του Τρίτου», εκδόσεις Εξάντας
















ΕΡΩΤΙΚΟ
Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά
Lorca

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω

Μη φοβηθείς
Και θα με βρεις είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ΄ άστρα
Μαζεύοντ΄ όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μέσ΄ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ΄ το παράθυρο σου
Το πρόσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Από την ποιητική συλλογή του Μάνου Χατζιδάκι: «Μυθολογία», α’ έκδοση: Κεραμεικός, β’ έκδοση: Ύψιλον, γ’ έκδοση (μαζί με τη «Μυθολογία Δεύτερη»): Άγρα

Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιός υπήρξα, τί σκέφθηκα, πώς έζησα και τί είναι αυτό που συνθέτει την μελλοντική μου απουσία.



Σημείωση: όλες οι φωτογραφίες καθώς και το χειρόγραφο είναι από το επίσημο site του Μάνου Χατζιδάκι

.